C.L.O. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Υπόθ. Αρ.: 4234/24, 6/11/2025
print
Τίτλος:
C.L.O. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Υπόθ. Αρ.: 4234/24, 6/11/2025

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 4234/24

 

06 Νοεμβρίου, 2025

[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

     C.L.O. εκ Νιγηρία

Αιτήτρια

   -και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ

 

Καθ' ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

Κ. Κουπαρή (κα) Δικηγόρος για την Αιτήτρια.

Μ. Βασιλείου (κα) για Κ. Ιμανίμη (κος), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

Η Αιτήτρια Παρούσα.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 18/10/24 (της κοινοποιήθηκε αυθημερόν) με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και/ή ζητά  απόφαση του Δικαστηρίου για την παραχώρηση σε αυτήν καθεστώτος πρόσφυγα ή δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 21/07/23, στις 02/08/24  πραγματοποιήθηκε η προσωπική συνέντευξη της και στις 27/08/24 εκδόθηκε η σχετική έκθεση/εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, με την οποία εισηγείτο την απόρριψη του αιτήματος της. Ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση στις 30/08/24, αποφασίζοντας παράλληλα την επιστροφή της Αιτήτριας στη Νιγηρία,  απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Η συνήγορος της Αιτήτριας υιοθέτησε τους λόγους για τους οποίους υποβλήθηκε αίτημα ασύλου, περιόρισε τους λόγους ακύρωσης στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε χωρίς δέουσα έρευνα και αναιτιολόγητα, αποσύρθηκαν ρητά οι υπόλοιποι νομικοί ισχυρισμοί πλην της μη εφαρμογής εκ μέρους της αρμόδιας αρχής των διαδικασιών που αφορούν ευαλωτότητα και των Άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2023 (Ν. 6(Ι)/2000). Σημειώνεται ότι επί της προσφυγής επισυνάπτεται ένορκη δήλωση της Αιτήτριας χωρίς τεκμήρια και αναφέρεται επί ισχυρισμών κάποιοι εκ των οποίων προβλήθηκαν στην συνέντευξη και επαναλαμβάνονται, καθώς και καινοφανείς ισχυρισμοί που ουδέποτε προβλήθηκαν στην διαδικασία ενώπιον της αρμόδιας αρχής.

 

Οι Καθ' ων η αίτηση υιοθέτησαν το περιεχόμενο της ένστασης και του διοικητικού φακέλου, τονίζοντας ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και είναι δεόντως αιτιολογημένη.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Αρχικά θα πρέπει να υποδειχθεί ότι ένα μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης της Αιτήτριας μέσω της δικηγόρου της αναλώνεται μόνο στην επανάληψη διατάξεων νόμων και κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται υπαγωγή τους σε πραγματικά γεγονότα και νομικά δεδομένα της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας  Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. (Βλέπε σχετικάΔημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος). Η δε Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας που επισυνάπτεται με την προσφυγή δεν συμμορφώνεται πλήρως με τον σχετικό Κανονισμό 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας  Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019) καθότι δεν θεωρείται πρόσθετη μαρτυρία (καθώς γίνεται επανάληψη ισχυρισμών που προβλήθηκαν κατά την συνέντευξη), δεν εξηγούνται επαρκώς οι λόγοι που δεν προβλήθηκε ο καινοφανής ισχυρισμός για σεξουαλική κακοποίηση από οικογενειακό φίλο κατά την καταχώρηση της αίτησης της για διεθνή προστασία/ κατά την εξέταση ευαλωτότητας της/ κατά την κυρίως συνέντευξη της, ούτε δόθηκαν επαρκή στοιχεία επί τούτου (ημερομηνίες, ονόματα και/ή άλλες πληροφορίες για το συγκεκριμένο πρόσωπο), ούτε η ενόρκως δηλούσα εξηγεί τους λόγους για τους οποίους δεν προβλήθηκε αυτή η πρόσθετη μαρτυρία κατά την εξέταση της προσβαλλόμενης πράξης.

 

Το Δικαστήριο αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2023 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρεί σε αξιολόγηση της ουσίας του αιτήματος της Αιτήτριας σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς έλλειψης δέουσας έρευνας και ανεπαρκούς αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης πράξης στη βάση του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου (στο εξής «ΔΦ»), λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το γεγονός ότι οι υπόλοιποι ισχυρισμοί αποσύρθηκαν ρητώς από την συνήγορο της Αιτήτριας.

 

Προτού, όμως εξετασθεί επί της ουσίας η υπόθεση της Αιτήτριας θα εξεταστεί τυχόν παράβαση των διαδικασιών μέσω των προνοιών των Άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023 (Ν. 6(Ι)/2000), ως οι νομικοί ισχυρισμοί της συνηγόρου της. Ως προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου η Αιτήτρια έτυχε σχετικής αξιολόγησης στη βάση του Άρθρου 9ΚΔ(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023 (Ν. 6(Ι)/2000) και σημειώθηκε στα σχετικά σημεία του εντύπου, λόγω των ισχυρισμών της, ως πιθανό θύμα εμπορίας προσώπων και/ή ως πρόσωπο που μπορεί να έχει υποστεί βασανιστήρια ή άλλων σοβαρών πράξεων σωματικής ή ψυχολογικής βίας, περιλαμβανομένων των πράξεων σεξουαλικής βίας και ακρωτηριασμού γυναικείων γεννητικών οργάνων (ερυθρά 7-6 του Διοικητικού Φακέλου στο εξής «ΔΦ»). Ακολούθως παραπέμφθηκε για περαιτέρω αξιολόγηση και συμπλήρωση Ειδικού Εντύπου που αφορά Ειδικές Ανάγκες (ερυθρά 32-13 ΔΦ) όπου σε αυτό περιλαμβάνονται (i) οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας (οι οποίοι εξετάστηκαν στην έκθεση/εισήγηση και απορρίφθηκαν ως εσωτερικά αναξιόπιστοι), (ii) καταγράφηκαν τα αναγκαία βήματα διαδικαστικών εγγυήσεων, (iii) τα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας, (iv) ότι έγιναν οι ιατρικές εξετάσεις (χωρίς καταγραφή οποιονδήποτε ευρημάτων), (v) καταληκτικά σημειώνεται η παροχή ειδικών αναγκών υποδοχής ήτοι – Cyprus Asylum Service, Social Welfare Service, Medical Unit of Pournara και Antitrafficking Unit. Συνεπώς, ο ισχυρισμός της συνηγόρου της ότι δεν ακολουθήθηκαν οι αναγκαίες διαδικασίες για διαπίστωση διαδικαστικών εγγυήσεων δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Ούτε καθορίστηκε ειδικά οποιαδήποτε σύσταση για παραπομπή για ψυχολογική ή ψυχιατρική θεραπεία όπως ισχυρίζεται η συνήγορος της παρά μόνο για έλεγχο στο Medical Unit of Pournara (ερυθρό 16-15 ΔΦ). Εξάλλου, όλοι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας που συνδέονται με εμπορία προσώπων έχουν διερευνηθεί και από τον αρμόδιο φορέα Γραφείου Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων το οποίο κατέληξε ότι δεν αποτελεί θύμα εμπορίας προσώπων (ερυθρό 34 ΔΦ). Το σχετικό δε Άρθρο 15 του περί Προσφύγων Νόμου για ιατρική και ψυχολογική εξέταση αιτούντα άσυλο αφορά στις περιπτώσεις όπου υπάρχουν: «(α) Ενδείξεις που ενδεχομένως υποδηλώνουν διώξεις ή σοβαρή βλάβη που υπέστη κατά το παρελθόν∙ και (β) συμπτώματα και ενδείξεις». Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου δεν κρίθηκε ότι η Αιτήτρια χρήζει περαιτέρω και/ή εξειδικευμένης παραπομπής σε ειδική εξέταση σε ιατρό ή ψυχολόγο ούτε αυτό εμπόδισε τον Προϊστάμενο να λάβει απόφαση επί της αίτησης. Άλλωστε κατά το αρχικό στάδιο της συνέντευξής της, ερωτήθηκε και διαπιστώθηκε ότι η Αιτήτρια παραπέμφθηκε για εξέταση στο ιατρικό κέντρο φιλοξενίας αλλά, όπως η ίδια δήλωσε δεν έχει προβλήματα ψυχικής ή ψυχιατρικής υγείας/ανικανότητας ή μειονεξίας, ούτε δήλωσε ότι αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα με την υγεία της που την καθιστά ανίκανη να παρακολουθήσει την διαδικασία και/η δεν προέκυψε ζήτημα μειονεξίας ή ψυχικής υγείας ή ανικανότητας, ούτε λαμβάνει κάποια φαρμακευτική αγωγή (ερυθρό 45 ΔΦ).

 

Με την αίτησή της για διεθνή προστασία η Αιτήτρια ισχυρίστηκε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της επειδή πέθανε ο πατέρας της και ήρθε στην Κύπρο για να εργαστεί. Συνάντησε μια κυρία, με το όνομα I. η οποία της υποσχέθηκε ότι θα διευθετήσει όλα τα έγγραφα και τα έξοδά της για το ταξίδι και ότι επρόκειτο να εργαστεί σε ένα κομμωτήριο για 1,5 χρόνο. Όμως, όταν έφτασε όλα άλλαξαν αφού δεν υπήρχε κανένα κομμωτήριο ούτε αυτά που της είχαν υποσχεθεί, αλλά η γυναίκα αυτή την έστελνε να κοιμηθεί με κάποιους άντρες, οι οποίοι για αντάλλαγμα της έδιναν χρήματα. Αφού ήλθε σε αντιπαράθεση μαζί της, η γυναίκα αυτή της είπε ότι ήταν υποχρεωμένη να το κάνει για να της αποπληρώσει τα χρήματα που έδωσε για να τη φέρει στην Κύπρο, την απείλησε και έφερε άντρες που την κακοποίησαν. Πριν φύγει για την Κύπρο, η γυναίκα αυτή την πήγε σε ένα μέρος της Νιγηρίας που έκαναν Voudou (μάγια), ώστε να της υποσχεθεί να της αποπληρώσει τα χρήματα. Έτσι έφυγε από τη Νιγηρία για να σωθεί (ερυθρό 1 ΔΦ). Κατά την προσωπική της συνέντευξη επανέλαβε τους ισχυρισμούς της σχετικά με τους λόγους αποχώρησής της από τη Νιγηρία. Ανέφερε ότι μια φίλη της, με την οποία δούλευαν μαζί, της τηλεφώνησε και τη ρώτησε αν ήθελε να φύγει από τη Νιγηρία για μια καλύτερη ευκαιρία. Η φίλη της πήρε τηλέφωνο μια κυρία, την Ι. η οποία συμφώνησε να τη βοηθήσει να ταξιδέψει από τη Νιγηρία στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές, όπου είχε ένα μαγαζί που πουλούσε προϊόντα μαλλιών και για να εργαστεί εκεί ως κομμώτρια. Έπειτα, πήγε στο Benin για να ορκιστεί ότι δεσμεύεται να εργάζεται για αυτήν τουλάχιστον για έξι μήνες ως ένα χρόνο κι μετά θα μπορεί να πάει σε άλλο μέρος να εργαστεί. Όταν έφτασε στο Benin, συνάντησε τη μητέρα της Ι. και την επόμενη μέρα πήγαν μαζί σε ένα μέρος που γίνονταν Voodoo για να δώσει τον όρκο. Αφού έγινε η διαδικασία ορκωμοσίας, η μητέρα της I. την ρώτησε αν συμφωνεί να εργάζεται για την κόρη της τουλάχιστον για έξι μήνες ως ένα χρόνο και να μη φύγει από κοντά της. Έπειτα, πήγαν στο γραφείο των διαβατηρίων, όπου έκανε αίτηση για να αποκτήσει διαβατήριο. Όταν έφτασε στις 02/10/22, πήρε τηλέφωνο την I., η οποία είπε στον ταξιτζή που τη μετέφερε στη διεύθυνση του σπιτιού της για να την πάει και πλήρωσε 300 λίρες. Στο σπίτι αυτό ήταν κάποιες κοπέλες, με τις οποίες δε μιλούσε. Έπειτα η I. της ζήτησε να ντυθεί για να βγει έξω και όταν τη ρώτησε πού θα πήγαινε, της απάντησε ότι θα πάει να συναντήσει κάποιον. Όταν πήγε εκεί, είδε έναν άντρα, με τον οποίο πήγε στο σπίτι που επρόκειτο να κοιμηθεί μαζί του και εκείνος της έδωσε τα χρήματα τα οποία θα έδινε στη Ι. Όμως, η γυναίκα αυτή δεν της είχε εξηγήσει τί ακριβώς θα έπρεπε να κάνει και όταν ο άντρας αυτός την ανάγκασε να κοιμηθεί μαζί του, εκείνη του επιτέθηκε και τότε εκείνος κάλεσε την I. για να της πει ότι υπήρχε πρόβλημα. Όταν επέστρεψε στο σπίτι και είπε στην Ι. ότι δεν ήταν αυτή η μεταξύ τους συμφωνία και ότι δεν πρόκειται να το ξανακάνει, εκείνη της απάντησε ότι έπρεπε να της επιστρέψει τα χρήματα που εκείνη είχε ξοδέψει για το ταξίδι της. Ύστερα από αυτό, η Αιτήτρια σταμάτησε να τρώει και της είπε ότι δεν πάει πουθενά με κανέναν. Τότε, η Ι. της ζήτησε το διαβατήριό της και είπε σε κάποιους άντρες να έρθουν σπίτι για να τη χτυπήσουν. Ύστερα από αυτό, η Αιτήτρια αναγκάστηκε να αποδεχτεί ότι έπρεπε να πληρώσει στην I. 6 εκατομμύρια Naira και να μείνει μαζί της μέχρι να εξοφλήσει αυτό το ποσό. Έτσι, ξεκίνησε να πηγαίνει σε καφετέριες στην κατεχόμενη Λευκωσία για να βρει πελάτες και συνάντησε κάποιους Αφρικανούς, με τους οποίους άρχισε να βγαίνει έξω για να μαζέψει χρήματα και να τα δώσει στην Ι. Όταν έβγαινε έξω και έλεγε σε κάποιους το πρόβλημά της, μερικοί της πρότειναν να πάει στην αστυνομία, αλλά εκείνη δεν πήγαινε επειδή φοβόταν ότι η αστυνομία δε θα τη βοηθούσε. Τότε συνάντησε έναν φίλο της από τη Νιγηρία, ο οποίος της είπε να περάσει στις ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές και να κάνει αίτημα ασύλου για να προστατευθεί. Σχετικά με το μελλοντικό της φόβο, δήλωσε ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη Νιγηρία φοβάται την I., στην οποία χρωστάει ακόμα χρήματα.

 

Μετά τη διενέργεια σχετικής συνέντευξης, ο λειτουργός εξετάζοντας τα όσα λέχθηκαν σε αυτήν, εντόπισε και αξιολόγησε δύο συνολικά ισχυρισμούς της. Αποδέχθηκε τον ισχυρισμό περί των προσωπικών στοιχείων, του προφίλ και της χώρας καταγωγής της ήτοι: γεννήθηκε στο Ojo της επαρχίας Lagos της Νιγηρίας και σε πολύ μικρή ηλικία μετακινήθηκε στην περιοχή Shibiri της ίδιας επαρχίας. Αργότερα, η οικογένειά της μετέβη στην περιοχή Alaba της επαρχίας Lagos και έπειτα επέστρεψε στην περιοχή Ojo. Είναι χριστιανή, άγαμη, άτεκνη, υγιής, απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, φοίτησε για δύο χρόνια στο πολυτεχνείο Umago της πολιτείας Imo. Ως προς το εργασιακό της ιστορικό, η Αιτήτρια δήλωσε ότι το 2010 εργάστηκε για έναν χρόνο ως γραμματέας, μεταξύ 2018-2020 εργαζόταν ως σερβιτόρα και μεταξύ 2021-2022 εργαζόταν ως κομμώτρια.

 

Ο δε δεύτερος ισχυρισμός της Αιτήτριας, ότι υπέστη θύμα διακίνησης προσώπων, απορρίφθηκε, καθώς εντοπίστηκαν αντιφάσεις και έλλειψη ευλογοφάνειας στους ισχυρισμούς της, ενώ δεν ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητικές και λεπτομερείς πληροφορίες. Πιο συγκεκριμένα, εντοπίστηκε: (α) έλλειψη ευλογοφάνειας σχετικά με το άτομο που ισχυρίστηκε ότι την διακίνησε, δηλαδή την I., καθώς όταν της ζητήθηκε να παραθέσει λεπτομέρειες για αυτήν δήλωσε ότι δεν τη γνωρίζει ιδιαίτερα, καθώς οι μόνες επαφές τους ήταν τηλεφωνικές και στις μη ελεγχόμενες περιοχές της Κύπρου, αναμενόταν ευλόγως από την Αιτήτρια, δεδομένου ότι ισχυρίστηκε ότι έμενε με την I. για έξι μήνες, να είναι σε θέση να παραθέσει σχετικές πληροφορίες για αυτήν, όπως η ηλικία της και η εμφάνισή της, (β) έλλειψη χρονικής συνοχής παρατηρήθηκε και στις δηλώσεις της σχετικά με το χρονικό διάστημα που παρέμεινε στις μη ελεγχόμενες περιοχές της Κύπρου, αν και αρχικά δήλωσε ότι έφτασε την 01/10/22 και διέμεινε με τη διακινήτρια για 6 μήνες, έπειτα, ερωτηθείσα να προσδιορίσει πότε διέφυγε από τη διακινήτρια, δήλωσε ότι ήταν τον 7ο/2023, διάστημα μεγαλύτερο των 6 μηνών, (γ) αντίφαση παρουσιάστηκε και στις δηλώσεις της μεταξύ της συνέντευξης και της αίτησης καταγραφής της, καθώς στην αίτηση καταγραφής της δήλωσε ότι όταν αρνήθηκε να εργαστεί ως πόρνη, η I. κάλεσε κάποιους άντρες, οι οποίοι την κακοποίησαν σωματικά και ψυχολογικά, όμως στη διάρκεια της συνέντευξης δήλωσε ότι στο ίδιο περιστατικό την κακοποίησαν σωματικά και της έσκισαν τα ρούχα, χωρίς όμως να αναφερθεί σε κάποια σεξουαλική κακοποίηση, κληθείσα να εξηγήσει την αντίφαση αυτή, η Αιτήτρια δήλωσε ότι την κακοποίησαν σεξουαλικά, βάζοντας τα χέρια τους στα γεννητικά της όργανα, (δ) έλλειψη επαρκών πληροφοριών  εντοπίστηκε και σε σχέση με τα βιώματα της Αιτήτριας κατά τη διάρκεια της 6 μηνών παραμονής της στο σπίτι της I., ερωτηθείσα να περιγράψει μια κοινή μέρα στο σπίτι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει καμιά συγκεκριμένη πληροφορία, αρκούμενη να δηλώσει ότι κάθε μέρα υπήρχε ένα πρόβλημα και δεν είχαν ποτέ ηρεμία. Θα αναμενόταν ευλόγως από την Αιτήτρια να είναι σε θέση να αναφέρει λεπτομερώς την καθημερινότητά της κατά την εξάμηνη παραμονή της στο σπίτι της I., (ε) έλλειψη επαρκών πληροφοριών υπήρξε σχετικά με τον τρόπο διαφυγής της από τους διακινητές, καθώς ερωτηθείσα σχετικά με την απόδρασή της, ανέφερε απλά ότι η αστυνομία ήρθε σε κοντινό σπίτι, με αποτέλεσμα όλοι να βγουν έξω από το σπίτι και η ίδια να πάει σε έναν φίλο της. Όμως, σε άλλο σημείο της συνέντευξής της, δήλωσε ότι διέφυγε από το σπίτι με το κινητό της τηλέφωνο και το διαβατήριό της. Οι δηλώσεις της αυτές δεν παραθέτουν επαρκείς πληροφορίες για τον τρόπο διαφυγής της, καθώς δεν ήταν σε θέση να περιγράψει τί συνέβη αφού έφυγε από το σπίτι, ούτε να εξηγήσει πώς μπόρεσε να πάρει πίσω το διαβατήριό της.

 

Μετά από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας της Αιτήτριας, των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων μόνο αλλά και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία διαπιστώνω ότι αυτή δεν τεκμηριώνεται. Το αφήγημα της μέσω των στοιχείων της αίτησης και συνέντευξης ενέχει στοιχεία αντιφάσεων, σοβαρών ελλείψεων, ενώ παρουσιάζονται λεπτομέρειες  στις περιγραφές της που δημιουργούν ισχυ­ρούς λόγους αμφισβήτησης της αλήθειας όλων των δηλώσεών της και η ίδια δεν έχει παράσχει ικανοποιητικές εξηγήσεις των προβαλλόμενων ανακριβειών της. Οι συνθήκες δίωξής της, οι περιγραφές των πρωταγωνιστών του αφηγήματός της και γενικότερα οι ελλιπείς και αντιφατικές πληροφορίες που παρέθεσε, αποδυναμώνουν σημαντικά τους δείκτες αξιοπιστίας της στο σύνολό τους. Δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής της, ούτε τεκμηρίωσε για κάθε ένα ξεχωριστά από τα περιστατικά που ισχυρίστηκε ότι έζησε τόσο κατά την διαδικασία ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία[1]. Ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ικανοποιούνται γενικά τα κριτήρια αξιοπιστίας του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Μετά από έρευνα του Δικαστηρίου σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, επί του ισχυρισμού της Αιτήτριας, προκύπτει ότι η Νιγηρία είναι μεταξύ των εθνικοτήτων μη Ευρωπαίων θυμάτων εμπορίας ανθρώπων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με τη Frontex, η οποία αναφέρει ότι οι χώρες της Δυτικής Αφρικής αποτελούν μία από τις κύριες περιοχές προέλευσης των θυμάτων εμπορίας ανθρώπων[2] με πολλές γυναίκες να είναι θύματα εμπορίας για σεξουαλική εκμετάλλευση που προέρχονταν κυρίως από τον νότο της Νιγηρίας, ιδιαίτερα από την πολιτεία Έντο (Edo)/Μπενίν Σίτι (Benin City) που έχει αποτελέσει το κεντρικό σημείο διακίνησης για τη σεξουαλική εκμετάλλευση από τη Νιγηρία προς την Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες[3]. Όμως, η έρευνα επί της εξωτερικής αξιοπιστίας έπεται της εσωτερικής αξιοπιστίας του αιτούντα άσυλο και η Αιτήτρια δεν ήταν συνεπής στις δηλώσεις της και αντιφατική σε κάποιες εκ των απαντήσεων της. Πέραν τούτου, η Αιτήτρια παραπέμφθηκε ως πιθανό θύμα εμπορίας ανθρώπων, αλλά το Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Ανθρώπων της Αστυνομίας, το οποίο χειρίστηκε την υπόθεση, αποφάνθηκε ότι η Αιτήτρια δεν θα μπορούσε να αναγνωριστεί ως θύμα εμπορίας προσώπων. Εξάλλου, τα όσα κατ΄ ισχυρισμό η Αιτήτρια δήλωσε ότι βίωσε έλαβαν χώρα στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές και δεν αποτελούν λόγους δίωξης στη χώρα καταγωγής της για παροχή σε αυτήν καθεστώτος πρόσφυγα διότι (α) η κατ’ ισχυρισμό εκμετάλλευση της έλαβε χώρα εκτός της χώρας καταγωγής της ήτοι στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές, (β) ουδέποτε η Αιτήτρια υπέπεσε θύμα κακοποίησης και/ή οποιασδήποτε μορφής δίωξης ή βίας στη χώρα της από οποιονδήποτε, (γ) απουσιάζει ο μελλοντοστραφής κίνδυνος σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της, (δ) αποτελεί η Αιτήτρια ενήλικο πρόσωπο, χωρίς ουσιαστικά προβλήματα υγείας, με επαρκές μορφωτικό και με επαρκές υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον στη χώρα της[4], (ε) δεν πιθανολογείται, το ενδεχόμενο η Αιτήτρια να υποστεί κακομεταχείριση, απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση από οποιονδήποτε στην χώρα της. Ούτε συντρέχουν στο πρόσωπο της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Στην παρούσα υπόθεση,  εκτός του ότι η Αιτήτρια κρίθηκε αναξιόπιστή, ούτε συγκεντρώνονται σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία βάσιμου φόβου δίωξης στην χώρα καταγωγής της. Αναφορικά με τον μελλοντοστραφή χαρακτήρα του βάσιμου φόβου με βάση την νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι αρμόδιες διοικητικές αρχές θα πρέπει να εκτιμήσουν εάν ο αιτούντας άσυλο διακατέχεται βασίμως από τον φόβο ότι θα διωχθεί και οφείλουν να διερευνήσουν κατά πόσο συνίσταται τέτοια απειλή από τα γεγονότα της υπόθεσης  του και εάν ο ενδιαφερόμενος φοβάται βασίμως λόγω των περιστάσεων του, ότι πράγματι αποτελεί αντικείμενο πράξεων διώξεως εις βάρος του[5]. Στην παρούσα υπόθεση, δεν συγκεντρώνονται σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία βάσιμου φόβου δίωξης στην χώρα καταγωγής της. Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι αιτιολογημένη, λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και στα πλαίσια του Νόμου καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις της Αιτήτριας δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023 (Ν. 6(Ι)/2000).

 

Ως προς το εάν η περίπτωση της εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι η ίδια προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός σημειώνει ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνεται ότι στην περιοχή της Αιτήτριας δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων. Σημειώνεται ότι, η ίδια σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης της αίτησής της ανέφερε ότι κινδυνεύει λόγω ένοπλης σύρραξης στη χώρα της, ενώ από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι δεν υπάρχουν υψηλοί αριθμοί περιστατικών ασφαλείας στον τόπο συνήθους και τελευταίας διαμονής της Αιτήτριας σε συνάρτηση και με τον αριθμό πλυθυσμού στην εν λόγω περιοχή[6].  Ως εκ τούτου, καταδεικνύεται ότι στη περιοχή της όπου αναμένεται να επιστρέψει δεν υφίσταται (ως και τα συμπεράσματα του λειτουργού) κατάσταση ένοπλης σύρραξης επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας, και άρα, παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών περιστάσεων της για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης[7]. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο Υπουργός Εσωτερικών στα πλαίσια των εξουσιών του Άρθρου 12 Β τρις του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023,(Ν.6(Ι)/2000), με την Κ.Δ.Π. 145/2025 ημερ.30/05/25 ορίζει την χώρα καταγωγής της Αιτήτριας ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, η ίδια δεν έχει τεκμηριώσει ότι στην χώρα της δεν είναι ασφαλής λόγω των ειδικών της περιστάσεων. 

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν διαπιστώνω ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 ) ούτε προκύπτει ανεπαρκής αιτιολόγηση της διοικητικής απόφασης (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων της Αιτήτριας, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να της αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.

 

Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

                          

 

 

 

                          Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Η απόφαση του ΕΔΔΑ, M.A. κατά Ελβετίας, προσφυγή αριθ. 52589/13, σκέψεις 62-67 παρέχει μια χρήσιμη αποτύπωση του τρόπου με τον οποίο το ΕΔΔΑ αξιολόγησε τη βαρύτητα που δόθηκε σε κλήτευση και απόφαση τις οποίες υπέβαλε ο αιτών, επιβεβαιώνοντας στη σκέψη 62 ότι το αληθές της ιστορίας του αιτούντος πρέπει επίσης να αξιολογείται στο πλαίσιο των υποβαλλόμενων εγγράφων, Βλέπε επίσης - Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131, § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών

[2] Frontex Analysis: Countering trafficking in human beings at EU’s borders, 27/03/2018, διαθέσιμο σε https://frontex.europa.eu/media-centre/news/focus/frontex-analysis-countering-trafficking-in-human-beings-at-eu-s-borders-NA3Dvd [τελευταία πρόσβαση 30/10/2025].

[3] EASO Nigeria, Trafficking in Human Beings, Country of Origin Information Report, April 2021, διαθέσιμο σε: 2021_04_EASO_Nigeria_Trafficking_in_Human_Beings (europa.eu), επίσης EASO Country Guidance: Nigeria Guidance note and common analysis, February 2019, p.60, διαθέσιμο σε https://www.easo.europa.eu/sites/default/files/Country_Guidance_Nigeria_2019.pdf [τελευταία πρόσβαση 30/10/2025].

[4] Βλεπέ σχετικά κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για επιστροφή - Upper Tribunal, Asylum and Immigration Chamber (UK), ημερ.17/10/16, HD (trafficked women) Nigeria CG, [2016] UKUT 454 (IAC), para. 190. See also Upper Tribunal (IAC, UK), 2010,

[5] Απόφαση ΔΕΕ, C‑71/11 και C‑99/11,  Bundesrepublik Deutschland κατά Y και Ζ, ημερ.05/09/12

[6] Βάσει στοιχείων από το ACLED,  κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 30/10/2025), στην περιοχή του Λάγος της Νιγηριας καταγράφηκαν 154 περιστατικά βίας κατά αμάχων (“Civilian violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 85 θάνατοι. Σημειώνεται ότι o πληθυσμός της επαρχίας Λάγος της Νιγηρίας είναι 17,156,400 (City Population, Africa, Nigeria, διαθέσιμο σε https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/)  

[7] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) - Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. Η έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο