D.N.T. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 190/2025, 4/12/2025
print
Τίτλος:
D.N.T. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 190/2025, 4/12/2025

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 190/2025

4 Δεκεμβρίου  2025

[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ - ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

D.N.T.από το Κονγκό και τώρα στη Λευκωσία

Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 Καθ' ων η Αίτηση

 

Α. Ιωαννιδου (κα) για Γ.Στυλιανού και Συνεργάτες ΔΕΠΕ , Δικηγόρος για τον Αιτητή

Α. Παπαδοπούλου (κα) Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση

Ο Αιτητής είναι παρών (Παρούσα η διερμηνέας κα Ζωή Αγαπίου για πιστή μετάφραση από Γαλλικά  σε Ελληνικά και αντίστροφα)

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Ο Αιτητής αιτείται δήλωσης  του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας Αίτηση ημερομηνίας 12/12/2024, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 16/1/2025 και με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή Διεθνούς προστασίας καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου 6(Ι)/2000  και είναι παράνομη, άκυρη και στερείται κάθε νόμιμου αποτελέσματος. Περαιτέρω αιτείται δήλωσης του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται  στον Αιτητή καθεστώς προστασίας.

 

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (στο εξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιον μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (Λ.Δ.Κ.) και στις 30/05/2022 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, αφού προηγουμένως εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνησης της Δημοκρατίας περιοχές. Στις 02/06/2022 ο Αιτητής παρέλαβε βεβαίωση υποβολής αιτήματος Διεθνούς Προστασίας από το Κ.Ε.Π.Υ.  Πουρνάρα.

Στις 17/10/2024 διεξήχθη συνέντευξη στον Αιτητή από λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (Eφεξής EUAA), ο οποίος στις 02/12/2024  υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την εισήγηση όπως απορριφθεί το αίτημα του Αιτητή.

Ακολούθως, την ίδια ημέρα ο δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, ενέκρινε την πιο πάνω Έκθεση-Εισήγηση αποφασίζοντας  την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή και εξέδωσε απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του. Ο  Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή στις 12/12/2024 και για έκδοση απόφασης επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.  Στις 16/01/2024 εκδόθηκε απορριπτική επιστολή του αιτήματος του Αιτητή  επιστολή από την Υπηρεσία Ασύλου συνοδευόμενη από αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν στον Αιτητή.

Στις 24/01/2025 καταχωρήθηκε η παρούσα προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.).

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ.

Ο Αιτητής δια της δικηγόρου του, προβάλλει  διάφορους νομικούς ισχυρισμούς προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, οι οποίοι τίθενται με γενικότητα και χωρίς να συναρτώνται με τα επίδικα γεγονότα, και οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν προωθούνται με τη Γραπτή Αγόρευση. Δια της γραπτής του αγόρευσης, προβάλλει ισχυρισμούς για πραγματική και νομική πλάνη,  παράβαση των άρθρων 3Γ και 14 του Περί προσφύγων Νόμου. Αιτείται επικουρικής προστασία και προωθεί την έλλειψη δέουσας και πλήρης έρευνας της αίτησης του Αιτητή και μη επαρκώς αιτιολογημένης διοικητικής πράξης. Συμπληρώνουν δε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του Συντάγματος και των αρχών του Διοικητικού Δικαίου αλλά και του ευρωπαϊκού κεκτημένου.

Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων προσφυγής. Σε κάθε περίπτωση αντιτείνουν ότι η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα  και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Καταρχάς, παρατηρείται ότι οι λόγοι ακύρωσης που εγείρονται στην παρούσα αίτηση, παρατίθενται με γενικότητα και αοριστία. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Κανονισμού 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.  

«Η αναφορά, για παράδειγμα, ότι «Η απόφαση πάσχει γιατί λήφθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα» (το ίδιο αοριστολόγοι είναι και οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης), δεν εξηγεί καθόλου, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα, ή σε πλάνη κλπ.  Η προσφυγή θα μπορούσε να απορριφθεί για τους πιο πάνω διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αντανακλούν βεβαίως και επί της ουσίας.  Αυστηρώς ομιλούντες, τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση του δικηγόρου της Αιτήτριας δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων (δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384) (δέστε Υπόθεση Αρ. 1119/2009  ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και   Κυπριακής Δημοκρατίας).

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltdv. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672:

«Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης.»

Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως.  Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).

Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτρο­πής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636«Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύ­ρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγό­ρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».

Σύμφωνα με την  Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671: «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»

«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56»

Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται, τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου.

Στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου, 2010).

Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. The Republic (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης» (Δημοκρατίας ν. Γιαλλουρίδη και Άλλων), Αναθεωρητικές Εφέσεις 868, 868, ημερομηνίας 13.12.90)».

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων ο Αιτητής δήλωσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, όσο και όσα προβάλλει με την παρούσα  προσφυγή.

Σύμφωνα με τα στοιχεία στο φάκελο του Αιτητή, αυτός είναι ενήλικας από την Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (Λ.Δ.Κ.).

 

Κατά την υποβολή αιτήματος διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω κτηματικής διαφοράς η οποία του προκάλεσε ανασφάλεια ενώ δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του εξαιτίας φόβου κατά της ζωής του.

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του ο Αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε  στη πόλη Κινσάσα στις 08/08/1994. Ως προς τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις δήλωσε χριστιανός προτεστάντης και ως προς την εθνοτική του καταγωγή Mutandu (ερ. 73 Δ.Φ.). Αναφορικά με το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε πως έχει ολοκληρώσει 4 χρόνια φοίτησης στην Ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Κινσάσα  ( UNIKIN) ενώ διέκοψε τις σπουδές του όταν θα φοιτούσε για το διδακτορικό του δίπλωμα.  Σε σχέση με το επαγγελματικό του προφίλ δήλωσε πως δεν εργαζόταν στη χώρα καταγωγής του ενώ κατά τη διάρκεια των σπουδών του παρακολουθούσε τη πρακτική του σε νοσοκομεία της Κινσάσα (ερ.72 Δ.Φ.). Περαιτέρω, αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση δήλωσε άγαμος και άτεκνος, έχει έναν ετεροθαλή αδελφό στην ΛΔΚ, ωστόσο δεν γνωρίζει που βρίσκεται από τις 07/06/2024, ενώ η μητέρα του διαμένει στη ΛΔΚ ενώ ο πατέρας του εξαφανίσθηκε το 2021. Αναφορικά με τον πατέρα του ανέφερε ότι ήταν μέλος της FARDC του Κονγκό (στρατιωτικές δυνάμεις της ΛΔΚ), και ως μέλος του στρατού απεστάλη στο ανατολικό τμήμα της ΛΔΚ του Κονγκό το 2022 όπου επικρατεί ένοπλη σύρραξη και εκ τότε έχουν χάσει τα ίχνη του(Eρ. 72 Δ.Φ.). 

Ανέφερε ότι εισήλθε στη Κυπριακή Δημοκρατία παράνομα μέσω των κατεχόμενων περιοχών της Κύπρου με το διαβατήριο του.

Αναφορικά με τους  λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του ανέφερε ότι όλα ξεκίνησαν εξαιτίας κτηματική διαφοράς τεμαχίου γης που ο πατέρας του αγόρασε το 2019. Όταν τα ίχνη του πατέρα του Αιτητή χάθηκαν, ο θείος του περί τον Μάρτιο του 2022 διεκδίκησε την εν λόγω γη. Στη συνέχεια ο θείος του απείλησε τη μητέρα του Αιτητή ενώ διευθέτησε και την σύλληψή της. Στη συνέχεια άρχισε να απειλεί τον Αιτητή, απειλές που συνεχίσθηκαν αφού ο Αιτητής μετοίκησε με τη θεία του- αδελφή της μητέρας του ,έπειτα από συμβουλή της μητέρας του. Ο Αιτητής ανέφερε ότι ο θείος του τον αναζήτησε στην οικεία της θείας του όπου τραυμάτισαν τον ξάδελφό του ενώ βίασαν την ξαδέλφη του. εξαιτίας αυτού η θεία του υπέστη καρδιακή προσβολή και κατέληξε. Στη συνέχεια η μητέρα του αποφάσισε ότι η ζωή του Αιτητή ήταν σε κίνδυνο και έπρεπε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του και να εισέλθει στη Κυπριακή Δημοκρατία. Το διάστημα εκείνο, σύμφωνα με τον Αιτητή λόγω της πανδημίας του COVID-19 έπρεπε να ταξιδέψει μόνο με σχετικό τεστ. Κατά την επιστροφή του από την εξέταση, απήχθη (Ερ. 68. Δ.Φ.).

Ερωτηθείς να επιβεβαιώσει εάν ο λόγος που εγκατάλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας των απειλών από τον θείο λόγω της κτηματικής διαφοράς που προέκυψε για τεμάχιο γης που αγόρασε ο πατέρας του ο Αιτητής απάντησε καταφατικά (Ερ. 67, 1χ Δ.Φ.).

Ερωτηθείς τι ενδέχεται να του συμβεί εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του ο Αιτητής ανέφερε ότι θα τον σκοτώσουν για να πετύχουν τον στόχο τους (ΕΡ. 62, 2χ Δ.Φ).

Σε μεταγενέστερες διευκρινιστικές ερωτήσεις σχετικά με το επίμαχο τεμάχιο γης, ανέφερε ότι ο πατέρας του αγόρασε την εν λόγω γη τον Αύγουστο ενώ αργότερα μετέβη στο ανατολικό τμήμα όπου και μετά από κάποιο διάστημα έχασαν τα ίχνη του. ανέφερε το εν λόγω ακίνητο περιλάμβανε διώροφο οικία με χώρο στάθμευσης, η αξία του οποίου ήταν $57,000 (Ερ. 67 3χ, 4χ Δ.Φ.).

Ανέφερε επιπλέον ότι ο πατέρας του ως στρατιωτικός κατάφερε να αποκτήσει το εν λόγω ακίνητο με δικά του χρήματα. Ο θείος του διεκδικώντας το εν λόγω ακίνητο ισχυρίστηκε ότι αποκτήθηκε με δικά του χρήματα  (Ερ. 67, 5χ Δ.Φ.).

Κληθείς να αναφερθεί περαιτέρω στον πατέρα του, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο τελευταίος ήταν στρατιωτικός. Ωστόσο, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν γνώριζε τη χρονική περίοδο κατά την οποία ο πατέρας του εντάχθηκε στις στρατιωτικές δυνάμεις, ούτε τη στρατιωτική του βαθμίδα ή τη συγκεκριμένη στρατιωτική μονάδα στην οποία υπηρετούσε (Ερ. 65, 2χ,3χ Δ.Φ.).

Σε ερώτηση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο θείος του διεκδίκησε το ακίνητο, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο θείος του ζήτησε από τη μητέρα του τους τίτλους ιδιοκτησίας, ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος ήταν ο νόμιμος ιδιοκτήτης. Ο Αιτητής δήλωσε ότι εκείνοι αρνήθηκαν να παραδώσουν τα σχετικά έγγραφα, ενημερώνοντας τον θείο του ότι η συγκεκριμένη περιουσία ανήκε σε αυτούς. Επιπλέον, ο Αιτητής υποστήριξε ότι ο θείος του δεν είχε κανένα έννομο δικαίωμα επί του ακινήτου. (Ερ. 64, 1χ,2χ Δ.Φ.).

Ο Αιτητής κλήθηκε να περιγράψει την ημέρα κατά την οποία ο θείος του επισκέφθηκε το σπίτι τους. Ο Αιτητής ανέφερε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά την επίσκεψη. Ωστόσο, ενημερώθηκε από τη μητέρα του ότι ο θείος του επισκέφθηκε την οικία τους συνοδευόμενος από ορισμένα πρόσωπα, τα οποία την απείλησαν και τελικά την μετέφεραν στον τοπικό αστυνομικό σταθμό. Σε ερώτηση σχετικά με την ταυτότητα των προσώπων που συνόδευαν τον θείο του, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν τα γνώριζε.

Η μητέρα του Αιτητή ανέφερε ότι τα πρόσωπα αυτά επέδειξαν επιθετική συμπεριφορά, την έσπρωξαν και ότι εκείνη προσπάθησε να αμυνθεί (Ερ. 63, 1χ, 2χ, Δ.Φ.).

Ο Αιτητής, ερωτηθείς σχετικά με τον τρόπο εισόδου των ατόμων στην οικία τους, ανέφερε ότι δεν υπήρχε φράχτης ούτε κάποια πύλη που να εμποδίζει την πρόσβαση. Στη συνέχεια, κληθείς να διευκρινίσει τον τρόπο με τον οποίο η μητέρα του μεταφέρθηκε στο αστυνομικό τμήμα, δήλωσε ότι άγνωστο πρόσωπο ειδοποίησε την αστυνομία αναφορικά με τη διαφωνία μεταξύ της μητέρας του και του θείου του. Κατόπιν τούτου, η αστυνομία μετέβη στην οικία τους και μετέφερε τόσο τη μητέρα του όσο και το θείου ου στο αστυνομικό τμήμα. Η μητέρα του κρατήθηκε έως το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ενώ ο θείος του αποχώρησε από το τμήμα μετά από συνομιλία που είχε με μέλη της αστυνομίας (Ερ. 63, 3χ,4χ, και Ερ. 62 1χ,2χ Δ.Φ.).

Ερωτηθείς να διευκρινίσει υπό ποιες προϋποθέσεις η μητέρα του μεταφέρθηκε στο αστυνομικό τμήμα, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο πατέρας του ήταν ο κάτοχος των νόμιμων εγγράφων της εν λόγω ιδιοκτησίας, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο λόγος για τον οποίο η μητέρα του οδηγήθηκε στο αστυνομικό τμήμα ήταν η έντονη διαφωνία/ καυγάς που προέκυψε μεταξύ της ίδιας και του θείου του. Κληθείς περαιτέρω να περιγράψει τα προβλήματα που, όπως ο ίδιος ανέφερε, ξεκίνησαν μετά το εν λόγω περιστατικό, ο Αιτητής δήλωσε ότι τα προβλήματα συνίσταντο σε απειλές και επίθεση εναντίον του, εξαιτίας των εγγράφων που ο ίδιος και η οικογένειά του αρνήθηκαν να παραδώσουν στον θείο του (Ερ. 62, 3χ,4χ Δ.Φ.). Ερωτηθείς για τις απειλές που έλαβε από τον θείο του ο Αιτητής ανέφερε ότι τον απειλούσε τηλεφωνικώς, ότι θα τον βλάψει, ότι θα τον «αποτελειώσει» και ότι θα τον σκοτώσει, απαιτούσε δε να πάρει τα έγγραφα από τη μητέρα του για να του τα παραδώσει (Ερ. 61, 1χ, 2χ Δ.Φ.).

Ο Αιτητής ερωτηθείς εάν προέβη σε σχετική καταγγελία για το περιστατικό με τον θείο του στην αστυνομία όπου ανέφερε ότι προσπάθησαν ωστόσο η αστυνομία δεν επενέβη ενώ τους ανέφερε ότι θα πρέπει να περιμένουν μέχρι να ολοκληρωθούν οι έρευνες και ότι θα τον καλούσαν στο τμήμα για ανάκριση, ωστόσο όπως ανέφερε ο Αιτητής ο θείος του πλήρωνε την αστυνομία και υπάρχει διαφθορά (Ερ. 61 Δ.Φ.)

Σε σχετική ερώτηση αναφορικά με το περιστατικό κατά το οποίο, ενώ διέμενε στην οικία της θείας του, άγνωστα πρόσωπα τον αναζήτησαν, ο Αιτητής δήλωσε ότι το συμβάν έλαβε χώρα κατά τις βραδινές ώρες, όταν ο ίδιος κοιμόταν σε κατάστημα που βρίσκεται στο μπροστινό τμήμα της οικίας. Σύμφωνα με τα όσα δήλωσε, τα εν λόγω πρόσωπα εισέβαλαν στην οικία της θείας του αναζητώντας τον ίδιο, κατά δε την επέμβασή τους τραυμάτισαν τον εξάδελφό του και βίασαν τη ξαδέλφη του. Ως συνέπεια της τραυματικής αυτής εμπειρίας, η θεία του υπέστη καρδιακή προσβολή (Ερ.68 1χ και Ερ. 60, 1χ Δ.Φ.).

Ερωτηθείς ποιοι γνώριζαν ότι διέμενε στην οικία της θείας του, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ποιο πρόσωπο ενδέχεται να μετέδωσε  τη σχετική πληροφορία στα πρόσωπα αυτά. Προσέθεσε, ωστόσο, ότι η μητέρα του έχει τέσσερα αδέλφια, εκ των οποίων δύο διαμένουν στην περιοχή Μικόνγκα, όπου κατοικεί και η συγκεκριμένη θεία, ενώ ένας ακόμη αδελφός της διαμένει στην Αγκόλα (Ερ. 60, 2χ Δ.Φ.).

Ο Αιτητής δήλωσε επίσης ότι τα άγνωστα πρόσωπα παρέμειναν στην οικία της θείας του για περίπου τριάντα (30) λεπτά· όπως διευκρίνισε, ο χρόνος αυτός αποτελεί προσωπική του εκτίμηση, δεδομένου ότι δεν είχε ρολόι και τελούσε υπό καθεστώς φόβου. Επιπλέον ανέφερε ότι άκουσε τους εισβολείς να τον αναζητούν, ενώ η θεία του τούς απάντησε ότι ο ίδιος δεν βρισκόταν στο σπίτι (Ερ. 59, 1χ,2χ Δ.Φ.).

Στη συνέχεια ο Αιτητής κλήθηκε να περιγράψει το περιστατικό απαγωγής του, όπου δήλωσε ότι το πρωί αναχώρησε από την οικία μίας γυναίκας όπου διέμενε (συγγενή της μητέρας του) για να υποβληθεί σε εξέταση COVID-19, και στη συνέχεια μετέβη σε περιοχή για αν αγοράσει ένα βιβλίο ενώ αργότερα μετέβη σε άλλη περιοχή όπου είχε προγραμματισμένη συνάντηση με πάστορα. Περί τις 18:00, ενώ ανέμενε λεωφορείο στη στάση για να επιστρέψει, επιβιβάστηκε σε όχημα που φάνηκε να λειτουργεί ως μέσο μεταφοράς.

Όπως κατέθεσε, κατά τη διαδρομή δύο άνδρες τον απείλησαν με πυροβόλο όπλο και του αφαίρεσαν την τσάντα, ενώ στη συνέχεια τον μετέφεραν σε περίφρακτο χώρο όπου τον έκλεισαν σε δωμάτιο, αφαιρώντας όλα τα προσωπικά του αντικείμενα. Παρέμεινε εκεί από το βράδυ της ίδιας ημέρας για 2 βράδια , σε ακατάλληλες συνθήκες κράτησης.

Τη τελευταία μέρα κράτησής του μία γυναίκα τον εντόπισε στο χώρο όπου βρισκόταν ο Αιτητής, τον ρώτησε για την καταγωγή του και τα προσωπικά του στοιχεία και έπειτα έφυγε. Μετά από κάποια λεπτά όπως ανέφερε ο Αιτητής, αυτή η γυναίκα εισήλθε εκ νέου στο χώρο που βρισκόταν ο Αιτητής, του παρέδωσε ρουχισμό και του ζήτησε να ανοίξει τρύπα στην ξύλινη οροφή με σιδερένια αντικείμενα που η ίδια του παρέδωσε. Ακολούθως τον οδήγησε εκτός του χώρου με μαύρο αυτοκίνητο μάρκας NOA και τον άφησε στην περιοχή Kalamu, δίνοντάς του 3.500 φράγκα Κονγκό για να μπορέσει ο Αιτητής να πάρει ταξί και να διαφύγει, χωρίς ωστόσο να του εξηγήσει τους λόγους απαγωγής του.

Ο Αιτητής συνέχισε μόνος με ταξί προς Limite και στη συνέχεια κατέφυγε στην εκκλησία «La Compassion», όπου διανυκτέρευσε και έλαβε ενδυμασία πριν επιστρέψει στην οικία της γυναίκας συγγενή της μητέρας του. (Ερ. 58, 1χ Δ.Φ.).

Ερωτηθείς ποια είναι τα πρόσωπα που τον απήγαγαν ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν τα γνωρίζει (Ερ. 58, 2χ Δ.Φ.).

Ερωτηθείς να περιγράψει τη μεταχείριση που έλαβε κατά την απαγωγή του, ο Αιτητής δήλωσε ότι τον είχαν απλώς κλειδώσει σε ένα δωμάτιο μέχρι την ημέρα που εισήλθε σε αυτό η συγκεκριμένη γυναίκα. Αναφορικά με τον λόγο της απαγωγής του, ανέφερε ότι ουδέποτε του γνωστοποιήθηκε, παρά το ότι ρώτησε σχετικά και την ως άνω γυναίκα, η οποία δεν του έδωσε καμία απάντηση (Ερ. 57, 1χ, 2χ του Δ.Φ.). μετά το περιστατικό αυτό ανέφερε ότι αγόρασε εισιτήριο για να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του στις 26 Απριλίου και στις 2 Μαΐου ταξίδεψε.

Ο Αιτητής ανέφερε ότι η τελευταία επικοινωνία που είχε με τον θείο του πραγματοποιήθηκε στις 22/03/2022. Ερωτηθείς για ποιο λόγο στα ταξιδιωτικά του έγγραφα, τα οποία παρουσίασε κατά τη συνέντευξή του αναγράφονται ημερομηνίες επιστροφής, δήλωσε ότι αυτό αποτελεί προϋπόθεση για την αγορά αεροπορικού εισιτηρίου, καθώς απαιτείται η αναγραφή και ημερομηνιών επιστροφής (ΕΡ. 56, 1χ,2 Δ.Φ.).

Ερωτηθείς τι συνέβη μετά την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι η μητέρα του εξακολούθησε να δέχεται απειλές, ενώ ο αδελφός του εξαφανίστηκε. Αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου το οποίο διεκδικούσε ο θείος του, ο Αιτητής  ανέφερε ότι τα νόμιμα έγγραφα ιδιοκτησίας βρίσκονται στην κατοχή της μητέρας του, για τα οποία όπως τον ενημέρωσε η μητέρα του τον ο θείος του επιχείρησε να εκδώσει πλαστά . (Ερ.56, 3χ,4χ Δ.Φ.).

Ερωτηθείς ποιος διαμένει σήμερα στο επίμαχο ακίνητο, ο Αιτητής  δήλωσε ότι τα οικοδομικά έργα δεν έχουν ολοκληρωθεί, συνεπώς κανείς δεν διαμένει εκεί, ενώ η μητέρα του δεν διαθέτει την οικονομική δυνατότητα να ολοκληρώσει τις εργασίες (Ερ. 56, 5χ Δ.Φ.).

Ερωτηθείς να εξηγήσει την αναφορά του ότι η μητέρα του ακόμη απειλείται από τον θείο του, αφού ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι οι απειλές έχουν πλέον γίνει σε μόνιμη βάση ενώ ο θείος του εξακολουθεί να ζητεί τους τίτλους της ιδιοκτησίας (ΕΡ. 55, 1χ Δ.Φ.).

Ανέφερε επιπλέον ότι ο θείος του έχει απειλήσει τη μητέρα του τόσο λεκτικά (της ανέφερε ότι θα τη σκοτώσει αν δεν του παραδώσει τα έγγραφα), τόσο και μέσω τρίτων προσώπων. Ανέφερε ότι ο αδελφός του έχει εξαφανισθεί, ενώ πριν την εξαφάνισή του είχε αναφέρει στον Αιτητή ότι τον απειλεί ο θείος του (Ερ. 55, 2χ,3χ,4χ,5χ Δ.Φ.).

Ερωτηθείς για πιο λόγο πιστεύει ότι απήχθη και εγκαταλείφθηκε σε ένα κτήριο ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν τον εγκατέλειψαν, ο ίδιος δεν μπορούσε να διακρίνει τα πρόσωπα που τον απήγαγαν ενώ δεν γνωρίζει ποιος ήταν ο σκοπός της απαγωγής του(Ερ. 54, 1χ Δ.Φ.).

Ο λειτουργός της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για το Άσυλο, εφεξής EUAA, κατά την εξέταση των ισχυρισμών του Αιτητή διαπίστωσε 3 ουσιώδης ισχυρισμούς ως προς τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν:

1.   Ταυτότητα, προφίλ, χώρα καταγωγής και συνήθης διαμονή του Αιτητή.

2.   Απειλές κατά του Αιτητή από τον θείο του, από την πατρική του οικογένεια, ο οποίος διεκδικούσε την περιουσία που είχε αγοράσει ο πατέρας του Αιτητή.

3.   Απαγωγής του Αιτητή στη Κινσάσα από άγνωστους δράστες.

Κατά την αξιολόγηση του 1ου ουσιώδους ισχυρισμού ο αρμόδιος λειτουργός της EUAA  έκρινε ότι οι απαντήσεις του Αιτητή δόθηκαν με ακρίβεια και συνέπεια και για αυτό και τον έκανε αποδεκτό, διαπιστώνοντας πως πληρούνται τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία. 

Κατά την αξιολόγηση του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού και εκτιμώντας την εσωτερική αξιοπιστία του Αιτητή, ο Λειτουργός της EUAA έκρινε ότι ο Αιτητής ήταν σε θέση να παραθέσει ικανοποιητικές και λεπτομερείς πληροφορίες αναφορικά με την επίμαχη περιουσία, ωστόσο οι αναφορές του ως προς την απαίτηση του θείου του για να λάβει ο ίδιος τα νόμιμα έγγραφα της περιουσίας στερούνταν συνοχή και επαρκών λεπτομερειών. Συγκεκριμένα, οι δηλώσεις του ότι ο θείος του επισκέφθηκε το σπίτι τους και απαίτησε τα έγγραφα της επίμαχης περιουσίας κρίθηκαν από τον λειτουργό ως γενικές και στερούνταν επαρκών πληροφοριών. Αόριστες κρίθηκαν οι δηλώσεις του Αιτητή, αναφορικά με τις απειλές που έλαβε η μητέρα του από τον θείο του όπου ανέφερε ότι ήταν επιθετικοί απέναντί της και την έσπρωξαν. Χωρίς συνάφεια κρίθηκαν ομοίως οι δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με την αντίδραση της μητέρα του στις απειλές εναντίον της, καθώς  ανέφερε ότι αυτοί είναι άντρες και η μητέρα του γυναίκα και μπορούσε μόνο να αμυνθεί. Γενικές και επουσιώδεις κρίθηκαν οι δηλώσεις του Αιτητή σχετικά με τον τρόπο που τα πρόσωπα αυτά εισήλθαν στην οικία του Αιτητή ο οποίος ανέφερε ότι δεν υπήρχε κάποια πύλη ή φράχτης. Ο Αιτητής επιπλέον δήλωσε ότι, αφενός η μητέρα του οδηγήθηκε στην αστυνομία, ερωτηθείς ωστόσο με ποιόν τρόπο η μητέρα του οδηγήθηκε στην αστυνομία, ο Αιτητής ανέφερε ότι έπειτα από έντονο καβγά στην οικία του ένεκα της επίσκεψης του θείου του, κλήθηκε η αστυνομία και όλοι οδηγήθηκαν στο αστυνομικό τμήμα. Δεν γνώριζε ωστόσο ποιος ακριβώς κάλεσε την αστυνομία. Η μητέρα του κρατήθηκε μέχρι το ίδιο βράδυ και η αιτία της κράτησης της ήταν ο θόρυβος και ο καβγάς, όχι όμως το ζήτημα της γης, παρότι ο πατέρας του είχε τα νόμιμα έγγραφα ιδιοκτησίας. Μετά από αυτό το περιστατικό ξεκίνησαν τα προβλήματα του Αιτητή με τον θείο του.

Τα προβλήματα αυτά πρόσθεσε ο Αιτητής αφορούσαν απειλές και επίθεση από τον θείο του, ο οποίος απαιτούσε τα έγγραφα της ιδιοκτησίας. Ο θείος τον απειλούσε ότι θα τον σκοτώσει αν δεν παραδώσει τα έγγραφα και ότι η μητέρα του πρέπει να τα παραδώσει. Οι απειλές, όπως ανέφερε ο Αιτητής, γίνονταν τηλεφωνικά.

Ο Αιτητής ανέφερε επίσης περιστατικό, κατά το οποίο άγνωστα άτομα εισέβαλαν στο σπίτι της θείας του στη Mikonga, όπου κρυβόταν. Οι δράστες ρωτούσαν για τον ίδιο, τραυμάτισαν τον ξάδελφό του ενώ βίασαν μια ξαδέλφη του και, σύμφωνα με τον Αιτητή, η θεία του υπέστη καρδιακή προσβολή λόγω της τραυματικής εμπειρίας του περιστατικού αυτού ενώ ανέφερε ότι δεν γνώριζε ποιος τους ενημέρωσε για την παρουσία του Αιτητή στο σπίτι της θείας του- αναφορές που κρίθηκαν από τον λειτουργό ως αόριστες. Ο λειτουργός έκρινε τις αναφορές αυτές του Αιτητή ως μη συγκεκριμένες. Ως αόριστες κρίθηκαν οι δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με τον τρόπο που εισήλθαν τα πρόσωπα αυτά στην οικία της θείας του αφού ανέφερε ότι έχουν το τρόπο τους και μπορούν να εισέλθουν μέσω παραθύρων η να χρησιμοποιήσουν τη πόρτα. Οι δράστες παρέμειναν στο σπίτι περίπου 30 λεπτά σύμφωνα με εκτίμηση του Αιτητή καθότι δεν είχε ρολόι. Ζήτησαν από τη θεία του να παραδώσει τον Αιτητή, ενώ εκείνη απάντησε ότι δεν βρισκόταν εκεί. Ο Λειτουργός λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία του εν λόγω περιστατικού και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι το περιστατικό διήρκησε για περίπου 30 λεπτά, έκρινε ότι θα αναμενόταν από τον Αιτητή εύλογα να μπορεί να παράσχει περισσότερες σχετικές πληροφορίες.

Ο Αιτητής κληθείς να αναφερθεί στη συνέχεια στις συνεχιζόμενες απειλές που λάμβανε η μητέρα του από τον θείο του αφότου  ο ίδιος εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του ο Αιτητής, όπου ανέφερε ότι ήταν μόνιμες και ότι ο θείος του εξακολουθούσε να απαιτεί τα έγγραφα της περιουσίας ενώ ο αδελφός του έχει εξαφανισθεί, δηλώσεις που κρίθηκαν από τον Λειτουργό ως αόριστες.

Κατά την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή ο Λειτουργός έκρινε ότι λόγω ότι οι καταστάσεις που περιέγραψε ο Αιτητής είναι προσωπικές  και δεν είναι δυνατό να επιβεβαιωθούν μέσω εξωτερικών πηγών. Συνεπώς  ο ισχυρισμός του δεν έγινε αποδεκτός.

 

Ο Λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση του 3ου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή, ήτοι η απαγωγή του από άγνωστους δράστες. Κατά την εκτίμηση της εσωτερικής αξιοπιστίας ο Λειτουργός έκρινε ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή ήταν συγκεκριμένοι, με συνοχή και συνάφεια αφού ο Αιτητής ανέφερε ότι επιστρέφοντας στο σπίτι από ένα ραντεβού απήχθη από άγνωστους δράστες, μεταφέρθηκε και κρατήθηκε για δύο μέρες σε ένα μεγάλο κτήριο, μέχρι που τον ελευθέρωσε μία γυναίκα, τον μετέφερε σε άλλη περιοχή και του έδωσε χρηματικό ποσό για να επιβιβαστεί σε ταξί και να μπορέσει να διαφύγει.

Κατά την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή ο Λειτουργός από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαίωσε τις δηλώσεις του Αιτητή αφού διαπίστωσε ότι στη χώρα καταγωγής του Αιτητή έχουν αναφερθεί περιστατικά απαγωγών.

Καταληκτικά ο Λειτουργός έκρινε τον 3ο ουσιώδη ισχυρισμό ως αποδεκτό.

Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα ακόλουθα:

Καταρχάς, κρίνω ως ορθή την αποδοχή από τους Καθ' ων η αίτηση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος και αφορά την ταυτότητα και τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή.

 

Ομοίως βάσει της αξιολόγησης τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας των λοιπών υπό εξέταση ισχυρισμών, το Δικαστήριο καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με τον λειτουργό και οι υπό εξέταση ισχυρισμοί απορρίπτονται στο σύνολό τους ως μη αξιόπιστοι.

 

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί του κινδύνου για τη ζωή του λόγω περιουσιακών διαφορών απορρίπτονται ως μη ευλογοφανείς καθότι ακόμα και ν οι ισχυρισμοί περί των εν λόγω διάφορων κρίνονταν αποδεκτοί δεν τεκμηριώνεται πως ο ίδιος διατρέχει κίνδυνο εφόσον τους εν λόγω τίτλους έχει στην κατοχή της η μητέρα του η οποία χρίζεται και την υπόθεση.

 

Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή/Αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατάφερε τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, αλλά  ούτε  κατά την ενώπιόν μου διαδικασία.

 

Εν πάση περιπτώσει  κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή  και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.

 

Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358). Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι η συνοχή μεταξύ των δηλώσεων του Αιτητή συνιστά δείκτη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του[1]. Όταν ο Αιτητής κρίνεται αναξιόπιστος, δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης (βλ.  υπόθ. αρ. 1964/06, ημερ. 11.3.08  Obaidul Haque v. Δημοκρατίας).

Επομένως, ορθά δεν παραχωρήθηκε σε αυτόν το ευεργέτημα της αμφιβολίας και ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του για διεθνή προστασία.

 

Περαιτέρω, συμφωνώ με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο λειτουργός στη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για ένα από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο  Άρθρο  3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

 

Σημειώνεται πως λόγω του ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή αναφορικά με τον λόγο που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος, δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).

Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:

Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλK.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[1]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).

Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.

Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους όλων των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα, στη διάρκεια ενός έτους (Past year of ACLED Data) και συγκεκριμένα με ημερομηνία καταγραφής κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 21/11/2025) ,όσον αφορά τη Κινσάσα, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, έχουν καταγραφεί 42 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 54 θάνατοι[2].

Να σημειωθεί επίσης, ότι ο πληθυσμός της ΛΔΚ καταγράφεται στους 101,935,800, ενώ στη πόλη Κινσάσα ο πληθυσμός καταγράφεται στους 14.565.700 κατοίκους σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση που έλαβε χώρα το έτος 2020 [3]

Ως εκ των ανωτέρω, συμπεραίνεται ότι οι ένοπλες συγκρούσεις στην Kinshasa δεν έχουν φτάσει σε σημείο που να στοχοποιούνται αδιακρίτως άμαχοι πολίτες μόνο και μόνο λόγω της παρουσίας τους.

Δεδομένων  των πιο πάνω, καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι ο Αιτητής θα εκτεθεί σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας εάν επιστρέψει στον τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής του.

Τα εν λόγω στοιχεία καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πολιτεία, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Από τα πιο πάνω, δεν προκύπτει οτιδήποτε που να δημιουργεί τέτοιες προϋποθέσεις ώστε, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στην περιοχή συνήθους διαμονής του, να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή λόγω της παρουσίας του και μόνο στην εν λόγω περιοχή, αφού πρόκειται για άμαχο πολίτη, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του στη χώρα καταγωγής του.

Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας νεαρής ηλικίας, υγιής, ικανός προς εργασία και αρκούντως μορφωμένος. Επομένως, λαμβάνοντας υπόψιν επίσης και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Αιτητή, οι οποίες δεν παρουσιάζουν δείκτες ευαλωτότητας, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

Στη βάση των παραπάνω δεν προκύπτει ότι με την επιστροφή του στην Kinshasa ο Αιτητής θα έλθει αντιμέτωπος με σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης βάσει του άρθρου 19 (2) (γ).

Βάσει λοιπόν, και της επικαιροποιημένης έρευνας του Δικαστηρίου, κρίνεται ότι το ενδεχόμενο χορήγησης συμπληρωματικής προστασίας στον Αιτητή σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου απορρίπτεται, λόγω του ότι δεν πληρούνται οι προβλεπόμενες εκ του Νόμου προϋποθέσεις. 

 

Επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.

Περαιτέρω η συνήγορος του Αιτητή δήλωσε πως ο τελευταίος απέκτησε  στη Κύπρο τέκνο με την ομοεθνή σύντροφο του, ωστόσο το στοιχείο αυτό πάρα ότι δε τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου με τον ορθό δικονομικό τρόπο, επί της ουσίας δεν δύναται να διαφοροποιήσει την απόφαση του δικαστηρίου

Συνεπώς, κρίνω, με βάση τα ανωτέρω, ότι οι λόγοι ακυρώσεως της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ευσταθούν.

 

Υπό το φως των πιο πάνω η  προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.

 

                                       

                                     

 

                                          Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] EASO, 'Practical Guide: Evidence Assessment, 2015, διαθέσιμο σε: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/public/EASO-Practical-Guide_-Evidence-Assessment.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 30/04/2025). 

[2] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/12/2025)

[3] Congo (Dem. Rep.): Provinces, Major Cities & Towns - Population Statistics, Maps, Charts, Weather and Web Information: https://citypopulation.de/en/drcongo/cities/ ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/12/2025


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο