ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
18 Δεκεμβρίου 2025
[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ - ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
1. K.M.M. από το Παραλίμνι
2. Α. Κ. Μ. δια της μητέρας του Κ.Μ.Μ. ως ασκούσας τα γονικά δικαιώματά του
Αιτητές
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου του Υφυπουργείου Μετανάστευσης
Καθ' ων η Αίτηση
Δώρος Κακουλλής, Δικηγόρος για τον Αιτητή
Νικόλαος Κουρσάρης, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση
Η αιτήτρια είναι παρούσα (Παρούσα η διερμηνέας κα Ζωή Αγαπίου για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα)
ΑΠΟΦΑΣΗ
Οι Αιτητές αιτούνται δήλωσης του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 20/01/2025, η οποία κοινοποιήθηκε στους Αιτητές στις 27/01/2025 και με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά τους για παροχή διεθνούς προστασίας καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου 6(Ι)/2000 και είναι παράνομη, άκυρη και στερείται κάθε νόμιμου αποτελέσματος. Περαιτέρω αιτείται δήλωσης του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται στους Αιτητές καθεστώς προστασίας.
Οι Αιτητές είναι υπήκοοι της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κόγκο . Η Αιτήτρια 1 εφεξής Αιτήτρια ,είναι κάτοχος διαβατηρίου με αριθμό ΟΡ06ΧΧΧΧΧ. Η Αιτήτρια συμπλήρωσε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 13/05/2021 αφού εισήλθαν παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Στις 13/05/2021, η Αιτήτρια παρέλαβε την Βεβαίωση υποβολής αιτήματος Διεθνούς Προστασίας και ακολούθως το παιδί της στις 2/12/2024. Στη συνέχεια, και δη, στις 14/01/2025, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας στην Υπηρεσία Ασύλου. Στις 16/01/2025 αρμόδιος Λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση και Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με την συνέντευξη της Αιτήτριας. Στη συνέχεια, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας στις 20/01/2025. Στις 27/01/2025. η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης της σχετικά με το αίτημα των αλλοδαπών η οποία παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από την Αιτήτρια αυθημερόν.
Στις 30/01/2025, καταχωρήθηκε η Προσφυγή Νομική Αρωγή υπ' αριθμόν 230/25 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.) με αριθμό υπόθεσης Δ.Δ.Π. 230/25.
Στο εισαγωγικό δικόγραφο της προσφυγής, η Αιτήτρια μέσω του συνηγόρου το, προβάλλει πλείονες λόγους ακυρώσεως.
Κατά την Γραπτή της αγόρευση, μέσω του συνηγόρου της, η Αιτήτρια προβάλλει ότι υπήρξε αδικαιολόγητη/υπέρμετρη καθυστέρηση στην εξέταση του αιτήματος της κατά παράβαση του Άρθρου 13 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000) και/ή ότι η Υπηρεσία Ασύλου δεν την ενημέρωνε για τα στάδια και/ή την καθυστέρηση της εξέτασης της αίτησης ασύλου της, με αποτέλεσμα αυτό να οδηγήσει σε απώλεια μνήμης, ημερομηνιών και γεγονότων μέχρι την διενέργεια της συνέντευξης της και/ή με αποτέλεσμα να δημιουργήσει κατά την διάρκεια της παραμονής της δεσμούς στην χώρα υποδοχής.
Η Αιτήτρια μέσω του δικηγόρου της, επικαλείται ότι οι ισχυρισμοί των Καθ' ων η Αίτηση περί της αξιοπιστίας της Αιτήτριας είναι αυθαίρετοι και / ή αδικαιολόγητοι και / ή ατεκμηρίωτοι. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι οι Καθ' ων η Αίτηση όφειλαν να αναφέρουν συγκεκριμένα από που προκύπτουν οι αναφερόμενοι χαρακτηρισμοί και ποιο μετρό ή κριτήριο εφάρμοσαν ώστε να καταλήξουν σ' αυτούς. Είναι περαιτέρω η θέση της Αιτήτριας ότι καταδεικνύεται ότι το εύρημα και / ή η κατάληξη των Καθ' ων η Αίτηση είναι αυθαίρετη και αδικαιολόγητη, καθώς δεν συνάδει και / ή σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνεται με το περιεχόμενο της συνέντευξης της. Συμπληρώνει ότι είναι φανερό και καταδεικνύεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε σε σφάλματα αναγόμενα σε λανθασμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των δεδομένων της υπόθεσης.
Ο συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση κατά την Ένστασή του υποστηρίζει ότι η επίδικη απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση έχει ληφθεί ορθώς και νομίμως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.
Μέσω της Γραπτής του Αγόρευσης, ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση υπεραμύνθηκε της νομιμότητας της απόφασης και υποστήριξε πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, επαρκώς αιτιολογημένη και σύμφωνη με τη σχετική νομοθεσία. Ειδικότερα, εισηγείται ότι, ως προς τους προβληθέντες ισχυρισμούς, η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που της αναλογεί και ως εκ τούτου, δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.
Κατά την απαντητική Γραπτή Αγόρευση της η Αιτήτρια, μέσω του συνηγόρου της υιοθέτησε το περιεχόμενο τόσο της Αίτησης όσο και της Γραπτής της Αγόρευσης.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς, παρατηρείται ότι οι λόγοι ακύρωσης που εγείρονται στην παρούσα αίτηση, παρατίθενται με γενικότητα και αοριστία. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερα συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Κανονισμού 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.
Η αναφορά, για παράδειγμα, ότι «Η απόφαση πάσχει γιατί λήφθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα» (το ίδιο αοριστολόγοι είναι και οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης), δεν εξηγεί καθόλου, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα, ή σε πλάνη κλπ. Η προσφυγή θα μπορούσε να απορριφθεί για τους πιο πάνω διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αντανακλούν βεβαίως και επί της ουσίας. Αυστηρώς ομιλούντες, τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση του δικηγόρου του Αιτητή δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων. (δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384) (δέστε Υπόθεση Αρ. 1119/2009 ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και Κυπριακής Δημοκρατίας).
Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672:
«Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης.»
Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).
Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636: «Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγόρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».
Σύμφωνα με την Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671: «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»
«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56»
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται, τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου.
Ως προς τον ισχυρισμό αναφορικά με τον χρόνο που διέρρευσε από την υποβολή του αιτήματος της Αιτήτριας έως τη λήψη της συνέντευξης και εξέτασής της από την Υπηρεσία Ασύλου, καθώς και τον επηρεασμό των δικαιωμάτων της λόγω των συγκεκριμένων καθυστερήσεων, σημειώνω ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός εγείρεται αλυσιτελώς, καθώς δεν διαφαίνεται με ποιο τρόπο συγκεκριμένα επηρεάστηκαν δυσμενώς τα δικαιώματα των Αιτητών, και που έγκειται ζημιά, ιδίως ενόψει της κατάληξης περί μη υπαγωγής τους σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. (Βλ. Προσφυγή αρ. 1458/2009, Postolachi Konstantin v. Δημοκρατίας δια Α.Α.Π., ημερ. 25.2.2021). Σε κάθε περίπτωση, δεδομένης της υφιστάμενης κατάστασης ως προς τον τεράστιο αριθμό αιτήσεων ασύλου που καλούνται οι αρχές της Δημοκρατίας να εξετάσουν σύμφωνα με το Άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000) όπως έχει αποφασιστεί, από το Δικαστήριο σε άλλες υποθέσεις επί παρόμοιου ισχυρισμού, (Υπόθεση Αρ. 3160/24, 8 Απριλίου 2025, Υπόθ. Αρ.: 1964/2024, 17 Μαρτίου, 2025, τις οποίες υιοθετώ
«Οι προθεσμίες που ορίζονται στο εν λόγω άρθρο του Νόμου δεν είναι ανατρεπτικές, αλλά ενδεικτικές. Ο Νόμος δεν ορίζει ρητά ότι οι προθεσμίες του 6μήνου, 9μηνού με ολόκληρο χρονικό πλαίσιο ολοκλήρωσης της εξέτασης της αίτησης εντός 21 μηνών είναι ανατρεπτικές, ότι δηλαδή συνεπάγεται σε ακυρότητα της όλης διοικητικής ενέργειας και διοικητικής πράξης η οποία εκδίδεται μετά την εκπνοή της. Οπότε η παραβίαση της δεν οδηγεί αυτόματα σε ακυρότητα της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο νομοθέτης αν ήθελε να είναι η προθεσμία ανατρεπτική, θα το όριζε ρητά. Όμως λόγω της φύσης των υποθέσεων αυτών, ο νομοθέτης θέλησε να περιορίσει το χρόνο, χωρίς όμως να καθιστά προθεσμία ανατρεπτική, (Βλέπε σχετικά Α.Ε. 67/08 Δημοκρατία ν. Pharmanet Ltd, ημερ.10/01/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση αν και υπάρχει υπέρβαση του χρόνου, εντούτοις ο χρόνος αυτός δεν είναι υπέρμετρος καθότι δεν φαίνεται να επίδρασε αυτή η καθυστέρηση στις νομικές ή πραγματικές προϋποθέσεις της έκδοσης της πράξης (Βλέπε σχετικά Άρθρο 11 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμος του 1999 έως 2020 (Ν.158(I)/1999). Ούτε έχει καταδειχθεί με ποιο τρόπο έχουν επηρεαστεί τα συνταγματικά δικαιώματα των Αιτητών και/ή τα δικαιώματα τους που απορρέουν από την σχετική νομοθεσία από την έστω καθυστερημένη έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης (Βλέπε Υπόθ. Αρ. 1458/2009 Postolachi Konstantin ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ.25/02/2011).
Πέραν τούτου στο ίδιο το άρθρο αναφέρεται ότι και ο ίδιος ο αιτών κατόπιν αιτήματός του στον Προϊστάμενο μπορεί να του παρασχεθούν πληροφορίες σχετικά με τους λόγους της καθυστέρησης και το χρονικό πλαίσιο κατά το οποίο αναμένεται η απόφαση επί της αίτησής του. Χωρίς να μεταφέρεται βέβαια το βάρος ενημέρωσης σχετικά με την πορεία της αίτησης στην Αιτήτρια είναι προφανές ότι ούτε η ίδια ενδιαφέρθηκε για την πορεία της αίτησης της. Ούτε η παράλειψη ενημέρωσης της για την πορεία της αίτησης έχει επιφέρει και/ή έχει υποδείξει να επέφερε οποιαδήποτε συνέπεια στα δικαιώματα της, καθότι έχει δικαίωμα παραμονής και παροχής σε αυτήν υλικές συνθήκες και δικαιώματα υποδοχής και/ή όλων των δικαιωμάτων που ορίζονται στο Νόμο μέχρι την ημερομηνία που εξετάστηκε το αίτημα της και/ή μέχρι την ολοκλήρωση της παρούσας δικαστικής διαδικασίας. Η όποια παράλειψη της διοίκησης επί αυτού του σημείου δεν αποτελεί παραβίαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, ούτε μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης καθότι αυτή δεν επιδρά ουσιαστικά στο περιεχόμενο της πράξης (Βλέπε σχετικά Άρθρο 13 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμος του 1999 έως 2020 (Ν.158(I)/1999), επίσης Σ. Δεληκωστόπουλου: «Η παράβασις ουσιώδους Τύπου ως Λόγος Ακυρώσεως Διοικητικών Πράξεων» (1970), επίσης, Ιωάννης Πρέζας ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 2533 και Ζησίμου Χατζηττοφή ν. Δημοκρατίας (1992) 4 Α.Α.Δ. 1851, περαιτέρω, το όλο θέμα πραγματεύεται στο σύγγραμμα του ο Μ. Δ. Στασινόπουλος: «Δίκαιο των Διοικητικών Διαφορών» 3η έκδ. σελ. 212-219.) Σύμφωνα δε και με την Ανδρέας Τρύφωνος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Εφόρου Επίσημου Παραλήπτη, (2009) 4 Α.Α.Δ. 1137:
« [...]
Έχει όμως νομολογηθεί ότι η παράβαση τύπου διακρίνεται σε ουσιώδη και μη, η δε κρίση κατά πόσο είναι ουσιώδης ή μη ανήκει στο Δικαστήριο, τα δε λαμβανόμενα κριτήρια για το σχηματισμό αυτής της κρίσης σχετίζονται με τη σημασία που έχει η διαδικαστική ενέργεια ή η παράλειψη αναφορικά με την προστασία του διοικούμενου, την καλή λειτουργία της ίδιας της διοίκησης και το δικαστικό έλεγχο της πράξης (δέστε το σύγγραμμα του Ε. Σπηλιωτόπουλου: «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Τόμος ΙΙ, 12η έκδ. σελ. 125-127, παρ. 499-500). Στην υπόθεση Παπαλούκας ν. Επιτροπής Σιτηρών Κύπρου (1998) 3 Α.Α.Δ. 656, σελ. 663-665, αναφέρεται ότι η γενική αρχή του διοικητικού δικαίου είναι ότι:
«... η παράβαση διατεταγμένου τύπου (ή τυπικής διατάξεως) επάγεται την ακυρότητα της πράξεως μόνο εφόσον ήθελε θεωρηθεί ότι, στην υπό εξέταση συγκεκριμένη περίπτωση, ο τύπος ο οποίος δεν τηρήθηκε ήταν ουσιώδης. Αν δεν ήταν ουσιώδης, η πράξη δεν υπόκειται σε ακύρωση, παρά την παράβαση. Με άλλα λόγια, ανεξάρτητα από το εξ αντικειμένου ουσιώδες του τύπου, αν διαπιστωθεί ότι η παράβαση του δεν είχε δυσμενείς επιπτώσεις για το διοικούμενο, τότε, για τους σκοπούς της συγκεκριμένης περίπτωσης αυτός θεωρείται επουσιώδης με αποτέλεσμα η παράβαση του να μην επάγεται την ακυρότητα της πράξεως.».
Άστοχες θεωρώ είναι και η τοποθετήσεις του συνηγόρου της ότι δηλαδή η καθυστέρηση οδήγησε σε κενά μνήμης και πληροφοριών που αφορούν τον πυρήνα του αιτήματος της, ως επίσης και ότι λόγω της καθυστέρησης αυτής απέκτησε η Αιτήτρια κοινωνικούς και άλλους δεσμούς στην Δημοκρατία. Το ζήτημα ελλιπούς τεκμηρίωσης θα εξεταστεί κατωτέρω και στα πλαίσια κατά πόσο θα έπρεπε να της παραχωρηθεί το ευεργέτημα αμφιβολίας, ενώ για το ζήτημα δεσμών στην Δημοκρατία σημειώνεται ότι το δικαίωμα παραμονής της Αιτήτριας για σκοπούς της διαδικασίας ασύλου δεν θεμελιώνει δικαίωμα για χορήγηση άδειας διαμονής (Βλέπε Άρθρο 8 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000). »
Προχωρώντας να εξετάσω την ουσία της προσβαλλόμενης απόφασης, επισημαίνω καταρχάς ότι στα πλαίσια του συγκεκριμένου ελέγχου, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου, 2010).
Ωστόσο στα πλαίσια των εξουσιών του Δικαστηρίου που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2023 (Ν.73(Ι)/2018), έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων η Αιτήτρια δήλωσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, αλλά και όσων προβάλλει με την παρούσα προσφυγή.
Κατά την καταγραφή του αιτήματος η Αιτήτρια δήλωσε ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, γεννηθείσα στην πόλη Κινσάσα, όπου και διέμενε. Ως προς το θρήσκευμα δήλωσε πως είναι Χριστιανή Προτεσταντικού δόγματος, ανήκει στην εθνοτική ομάδα Mbomza και ομιλεί Μουγκάλα και Γαλλικά. Ως προς τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, ανέφερε ότι δεχόταν απειλές κατά της ζωής της από τον πατριό της ο οποίος την παρενοχλούσε. Η Αιτήτρια συμπλήρωσε ότι ο πατριός της την απείλησε ότι εάν αναφέρει οτιδήποτε σε οποιονδήποτε θα τη σκοτώσει. Το ανέφερε στον τότε σύντροφό της ο οποίος τη βοήθησε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της (Ερ. 20-19 του Δ.Φ.).
Κατά το έντυπο ευαλωτότητας η Αιτήτρια .ανέφερε ότι ο πατέρας της απεβίωσε πρόσφατα, ενώ ήταν στρατιώτης και διέμεναν με την οικογένεια της σε στρατιωτικό κατάλυμα. Μετά τον θάνατο του πατέρα της η μητέρα της παντρεύτηκε με άλλον στρατιώτη. Δήλωσε πως ο νέος σύζυγος της μητέρας της, περί το 2020, άρχισε να την παρενοχλεί ενώ την κακοποίηση σεξουαλικά 2 φορές. Επιπλέον την προειδοποίησε να μην το αναφέρει σε κανένα. Η Αιτήτρια 1.ανέφερε ότι τότε το εκμυστηρεύθηκε στον τότε σύντροφό της, με τον οποίο συγκατοίκησε αδυνατώντας πλέον να ανταπεξέλθει στην πίεση που ασκούσε ο πατριός της ο οποίος συνέχιζε να την παρενοχλεί. Η Αιτήτρια συμπληρώνει ότι ο πατριός της μετέβαινε στο σπίτι του συντρόφου της και την απειλούσε ότι εάν αρνηθεί την σεξουαλική επαφή μαζί του θα την σκοτώσει. Ο σύντροφός της, όπως αναφέρει η Αιτήτρια1, συζήτησε με τον θείο του και αποφάσισαν από κοινού να χρηματοδοτήσουν το ταξίδι της Αιτήτριας1 για να ταξιδέψει στη Κύπρο, καθότι ήταν επικίνδυνα πλέον για την Αιτήτρια 1στη ΛΔΚ εξαιτίας των εν λόγω απειλών.
Κατά τη πρωτοβάθμια συνέντευξη η Αιτήτρια .,δήλωσε υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, γεννηθείσα στις 25/05/1997 στη κοινότητα Bandalugua της επαρχίας Κινσάσα. Ανήκει στην εθνοτική ομάδα Munza ενώ ως προς το θρήσκευμά της δήλωσε Χριστιανή. Αναχώρησέ από την χώρα καταγωγής της, χωρίς να αντιμετωπίσει οιονδήποτε πρόβλημα, στις 02/03/2021 και εισήλθε παράνομα στη Κυπριακή Δημοκρατία μέσω των κατεχόμενων περιοχών στις 04/03/2021. Ανέφερε ότι οι γονείς της έχουν αποβιώσει, ο πατέρας της όταν η Αιτήτρια ήταν 11 ετών στο πόλεμο και η μητέρα της απεβίωσε τον Ιούλιο του 2019 εξαιτίας της υψηλής αρτηριακής πίεσης. Ανέφερε ότι έχει και έναν μικρότερο αδελφό ο οποίος όταν η Αιτήτρια1 εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της ήταν 8 ετών. Ανέφερε ότι στη χώρα καταγωγής της διαμένει επίσης ο πατριός της τον οποίο παντρεύτηκε η μητέρα της Αιτήτριας 1.όταν η ίδια ήταν 12 ετών. Ο αδελφός της διαμένει με τον πατριό της στη Κινσάσα (Ερ. 43, χ4, χ5, χ6 και Ερ. 41 χ2 του Δ.Φ .).
Η Αιτήτρια ανέφερε ότι κατά την παραμονή της στη Κυπριακή Δημοκρατία διατηρεί σχέση τα τελευταία 2 χρόνια με ένα άντρα, επίσης Κογκολεζικής καταγωγής και Αιτητή διεθνής προστασίας, που διαμένουν μαζί ενώ έχουν αποκτήσει ένα ανήλικο αγόρι (Αιτητής 2 στη παρούσα) (Ερ. 42 χ5,χ6, χ7,χ8 του Δ.Φ.).
Ως προς το μορφωτικό της υπόβαθρο ανέφερε ότι σταμάτησε τη φοίτηση της κατά το τρίτο έτος της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσής της, αφού απεβίωσε ο πατέρας της και δεν είχε οικονομική στήριξη. Στη χώρα καταγωγής της δεν εργαζόταν ενώ οικονομικά την στήριζε η μητέρα της η οποία αφού απεβίωσε ανέλαβε την οικονομική στήριξη ο πατριό της (Ερ. 42, χ1,χ2,χ3,χ4 του Δ.Φ.).
Ανέφερε ωστόσο ότι δεν διέμεινε αρκετό χρονικό διάστημα με τον πατριό της, λόγω των απειλών που δεχόταν από αυτόν, με αποτέλεσμα να αναγκασθεί να διαφύγει. Ωστόσο δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει ακριβώς τον χρόνο της διαφυγής της, λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που είχε μεσολαβήσει μέχρι την ημέρα της συνέντευξής της (ΕΡ. 41 του Δ.Φ.).
Ως προς τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι διέμεναν σε στρατιωτικό καταυλισμό με την ονομασία «Camp Badara» στην Κινσάσα, και ειδικότερα στην κοινότητα Nsele, μαζί με τη μητέρα της και τον πατριό της, καθότι ο πατέρας της υπηρετούσε ως στρατιωτικός και είχε αποσταλεί στην πρώτη γραμμή του μετώπου στην ανατολική περιοχή του Κονγκό.
Αργότερα, είχαν πληροφορηθεί ότι ο πατέρας της είχε σκοτωθεί κατά τη διάρκεια των εχθροπραξιών. Μετά τον θάνατό του, η μητέρα της διατηρούσε σχέση με άλλον άνδρα, ο οποίος υπηρετούσε επίσης στον ίδιο στρατιωτικό καταυλισμό. Μετακόμισαν και διέμεναν όλοι μαζί ενώ όταν η Αιτήτρια συμπλήρωσε το δέκατο πέμπτο (15ο) έτος της ηλικίας της, ο πατριός της της κακοποίησε σεξουαλικά.
Η Αιτήτρια ανέφερε, ότι μία μέρα ενώ ολοκλήρωσε το μπάνιο της και κατευθυνόμενη στο δωμάτιο της, ο πατριός της εισήλθε στο δωμάτιο της και με την απειλή όπλου, της δήλωσε ότι πρέπει να συνεργαστεί ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα σκοτώσει την ίδια, τη μητέρα της και τον αδελφό της ενώ παράλληλα την κακοποίησε σεξουαλικά. Φρόντισε δε να την ενημερώσει ότι τίποτα δεν θα του συμβεί, διότι οι στρατιώτες δεν παραμένουν στη φυλακή, δεδομένου ότι το κράτος τους χρειάζεται στο πεδίο της μάχης. Μετά την πάροδο δύο ημερών από τη πρώτη σεξουαλική κακοποίηση, η Αιτήτρια 1.ανέφερε ότι ο πατριός της προέβη στην ίδια πράξη, εισβάλοντας και πάλι στο δωμάτιο της ,επαναλαμβάνοντας τις ίδιες απειλές. Ο πατριός της επανέλαβε ξανά τις ίδιες πράξεις με αποτέλεσμα να «του γίνει συνήθειο». Στη συνέχεια η Αιτήτρια 1.ανέφερε, ότι αποφάσισε να μιλήσει στη μητέρα της και να της εκμυστηρευτεί τί συνέβαινε η οποία επειδή υπέφερε ήδη από υψηλή αρτηριακή πίεση μετά τον θάνατο του πατέρα της. Όταν η Αιτήτρια της εξήγησε τα περιστατικά της σεξουαλικής της κακοποίησης, η μητέρα της έχασε τις αισθήσεις της ενώ υπέστη κρίση με αποτέλεσμα να μεταφερθεί στο νοσοκομείο από τον πατριό της . (Ερ. 40, χ1 του Δ.Φ.).
Αργότερα, ο πατριός της επέστρεψε στο σπίτι και την επόμενη ημέρα η Αιτήτρια .τού ζήτησε να την μεταφέρει στο νοσοκομείο για να επισκεφθεί τη μητέρα της. Εκείνος τής απάντησε ότι δεν έπρεπε να ανησυχεί, διότι η μητέρα της θα ανάρρωνε.
Ωστόσο, η κατάσταση δεν άλλαξε και ο πατριός της συνέχισε να τη μεταχειρίζεται με τον ίδιο τρόπο. Πέντε (5) ημέρες αργότερα, την ενημέρωσε ότι η μητέρα της είχε αποβιώσει, καθώς δεν κατάφερε να επιβιώσει εξαιτίας του σοβαρού προβλήματος αρτηριακής πίεσης.
Μετά την κηδεία και την ταφή, ο πάστορας της εκκλησίας επισκέφθηκε την οικογένεια στο σπίτι. Καθώς αποχωρούσε, η Αιτήτρια τον ακολούθησε και του ζήτησε βοήθεια. Μετά την αποχώρησή του, ο πατριός της την κακοποίησε σεξουαλικά εκ νέου ενώ τής δήλωσε ότι επιθυμούσε να την παντρευτεί επισήμως. Η ίδια αρνήθηκε, και τότε εκείνος την απείλησε, λέγοντάς της ότι όφειλε να αποδεχθεί, καθότι η Αιτήτρια δεν είχε πού αλλού να πάει.
Την επόμενη ημέρα, ο πάστορας επέστρεψε στο σπίτι τους και είπε στον πατριό της ότι η Αιτήτρια θα πήγαινε στην εκκλησία για προσευχή. Με αυτόν τον τρόπο εκείνη κατάφερε να απομακρυνθεί από το σπίτι και να μετακινηθεί στην περιοχή Limete. Ο πάστορας, κρίνοντας ότι η Αιτήτρια δεν ήταν ασφαλής, αποφάσισε να τη βοηθήσει να εγκαταλείψει τη χώρα (Ερ. 40, χ1 του Δ.Φ.).
Σε διευκρινιστική ερώτηση, αναφορικά με τη δήλωσή της στο έντυπο ευαλωτότητας ότι ο πατέρας της απεβίωσε πρόσφατα, ενώ κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της ανέφερε ότι ο πατέρας της απεβίωσε όταν η ίδια ήταν ένδεκα (11) ετών, η Αιτήτρια αρνήθηκε ότι είχε προβεί σε τέτοια αναφορά (Ερ. 40, χ 3 του Δ.Φ.).
Σε περαιτέρω διευκρινιστική ερώτηση, σχετικά με την αναφορά της στο έντυπο ευαλωτότητας ότι για την αποχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της τη βοήθησε ο θείος του συντρόφου της, ενώ κατά τη συνέντευξή της ανέφερε ότι τη βοήθησε ο πάστορας, η Αιτήτρια δήλωσε ότι είχε αναφέρει τον πάστορα (Ερ. 39, χ1 του Δ.Φ.).
Στη συνέχεια, η Αιτήτρια κλήθηκε να αναφερθεί στον πατριό της. Ανέφερε ότι εκείνος είναι στρατιωτικός και διαμένει στον ίδιο στρατιωτικό καταυλισμό, χωρίς, ωστόσο, να γνωρίζει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με το επάγγελμά του ή το χρονικό διάστημα κατά το οποίο υπηρετεί ως στρατιώτης.
Αναφορικά με την προσωπικότητά του, η Αιτήτρια δήλωσε ότι πρόκειται για άτομο οξύθυμο, το οποίο τους χτυπούσε και τους φώναζε συνεχώς.
Σε σχέση με τη φύση της μεταξύ τους σχέσης, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ήταν η θετή του θυγατέρα και ότι αυτή ήταν η μόνη σχέση που μπορούσε να υπάρχει μεταξύ τους.
Όταν ερωτήθηκε να εξηγήσει το γεγονός ότι δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς πληροφορίες για το πρόσωπο εξαιτίας του οποίου αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια απάντησε ότι ο εν λόγω άνδρας δεν ήταν ο βιολογικός της πατέρας και ότι βρισκόταν πάντοτε απασχολημένος με την εργασία του (Ερ. 39, χ1, χ2, χ3 ,χ4 ,χ5, χ6, χ7 του Δ.Φ.).
Στη συνέχεια η Αιτήτρια κλήθηκε να αναφερθεί στην συμβίωση με τον πατριό της και τη μητέρα της. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι διέμεναν στο στρατιωτικό καταυλισμό, ενώ δεν ήταν «ζεστός χώρος» αλλά εμπορευματοκιβώτιο. Ανέφερε περαιτέρω ότι στην αρχή της συμβίωσης τους, όλα ήταν «καλά» ωστόσο όλα άλλαξαν όταν ο πατριός της άρχισε να κακοποιεί την Αιτήτρια σεξουαλικά. Ερωτηθείσα να εξηγήσει την δήλωσή της ότι «όλα άλλαξαν» η Αιτήτρια ανέφερε ότι άλλαξε η συμπεριφορά του πατριού της ενώ έγινε νευρικός απέναντι στην ίδια και στη μητέρα της (Ερ. 39, χ7,χ8,χ9,χ10 του Δ.Φ.). Επιπλέον η Αιτήτρια ανέφερε ότι έγινε βίαιος απέναντι στην ίδια και στη μητέρα της ενώ η αλλαγή αυτή της συμπεριφοράς του πατριού της συνέβη περί το 2019 (Ερ. 38, χ1,χ2 του Δ.Φ.).
Η Αιτήτρια ανέφερε περαιτέρω ότι ο πατριός της δεν ήταν πλέον καλός απέναντί τους, τους φώναζε, τους απειλούσε ενώ κάποιες φορές δεν τους παραχωρούσε οικονομική βοήθεια και τους χτυπούσε. Ανέφερε ότι με τον πατριό της διέμενε από την ηλικία των 11 μέχρι τη μέρα που εγκατέλειψε τον καταυλισμό όταν η Αιτήτρια ήταν πλέον 20 ετών. Ανέφερε ότι μετέβη στο σπίτι του πάστορα περί το 2019 όπου και διέμεινε (Ερ. 38 του Δ.Φ.) προσθέτοντας δε ότι μέχρι το 2019 διέμενε με τον πατριό της (Ερ. 38, χ3 του Δ.Φ.). (Ωστόσο εντοπίζω πως η Αιτήτρια είναι γεννημένη το 1997, το 2019 ήταν 22 ετών, όχι 20 όπως αναφέρει.)
Στη συνέχεια, η Αιτήτρια κλήθηκε να αναφερθεί στη σεξουαλική παρενόχληση που υπέστη. Δήλωσε ότι ο πατριός της άρχισε να την παρενοχλεί σεξουαλικά όταν η Αιτήτρια ήταν 15 ετών ενώ δεν είχε προηγουμένως άλλη σεξουαλική επαφή. Ερωτηθείς εάν θυμάται ακριβή ημερομηνία του περιστατικού η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά ενώ κληθείσα να εξηγήσει το λόγο που φαίνεται να μην θυμάται η Αιτήτρια ανέφερε ότι πέρασαν πολλά χρόνια ενώ υπέστη και μεγάλο στρες. Κληθείσα να παράσχει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το περιστατικού η Αιτήτρια ανέφερε ότι ο πατριός της την ακολούθησε στο δωμάτιο της, όταν εκείνη τελείωσε το μπάνιο της, και της είπε ότι θέλει να συνευρεθούν σεξουαλικά. Η Αιτήτρια αρνήθηκε, καθότι ήταν ο σύζυγος της μητέρας της και τον θεωρούσε πατέρα της. τότε ο πατριός της την απείλησε ότι θα τη σκοτώσει εάν δεν αποδεχτεί και την κακοποίησε σεξουαλικά ενώ αργότερα της είπε ότι αν αναφέρει σε οποιονδήποτε το γεγονός αυτό θα την σκοτώσει (Ερ. 38, χ4, χ5, χ6, χ 7 του Δ.Φ.).
Ερωτηθείσα τι συνέβη μετά το περιστατικό, η Αιτήτρια ανέφερε ότι αιμορραγούσε και ότι ο πατριός της πήρε τα σεντόνια που είχαν γεμίσει αίμα μαζί του. Ερωτηθείσα να αναφερθεί τι συνέβη πριν το περιστατικό η Αιτήτρια ανέφερε ότι ο πατριός της Την απείλησε να μην μιλήσει γιατί θα σκοτώσει την ίδια και τη μητέρα της (Ερ. 37 χ1 του Δ.Φ.).
Ερωτηθείσα να περιγράψει τον χώρο όπου συνέβη η σεξουαλική κακοποίηση, η Αιτήτρια ανέφερε ότι το περιστατικό συνέβη εντός του υπνοδωματίου της, στο σπίτι τους, το οποίο βρισκόταν εντός του στρατιωτικού καταυλισμού όπου διέμεναν.
Ερωτηθείσα εάν έχει να προσθέσει κάτι επιπλέον στις δηλώσεις της, η Αιτήτρια πρόσθεσε ότι, πέραν του υπνοδωματίου της, όπου κακοποιήθηκε δύο έως τρεις (2–3) φορές, παρόμοια περιστατικά έλαβαν χώρα επίσης στο υπνοδωμάτιο του πατριού και της μητέρας της, καθώς και στο καθιστικό του σπιτιού.
Ερωτηθείσα πού βρισκόταν η μητέρα της και ο αδελφός της κατά τον χρόνο που η ίδια κακοποιείτο σεξουαλικά, η Αιτήτρια ανέφερε ότι η μητέρα της βρισκόταν στην αγορά, ενώ ο αδελφός της, ο οποίος ήταν μικρής ηλικίας, βρισκόταν εντός του σπιτιού.
Ερωτηθείσα ως προς τη χρονική διάρκεια των εν λόγω περιστατικών, η Αιτήτρια ανέφερε ότι αυτά διήρκεσαν περίπου τρεις (3) εβδομάδες. Μεταγενέστερα, η μητέρα της ασθένησε και, μετά τον θάνατό της, ο πατριός της εξέφρασε την επιθυμία να επισημοποιήσει τη σχέση τους και να νυμφευτεί την Αιτήτρια.
Σε διευκρινιστική ερώτηση αναφορικά με το αν η σεξουαλική κακοποίηση έλαβε χώρα όταν η Αιτήτρια ήταν δεκαπέντε (15) ετών και διήρκεσε τρεις (3) εβδομάδες, μετά το πέρας των οποίων ο πατριός της σταμάτησε τις πράξεις εις βάρος της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι, μετά τον θάνατο της μητέρας της, ο πατριός της επιθυμούσε να την παντρευτεί.
Ερωτηθείσα για ποιο λόγο θεωρεί η ίδια ότι ο πατριός της σταμάτησε να την παρενοχλεί μετά την πάροδο των τριών (3) εβδομάδων, η Αιτήτρια ανέφερε ότι εκείνος της είχε δηλώσει πως είναι «ο τύπος του» και ότι «του αρέσει περισσότερο».
Σε εκ νέου ερώτηση του Λειτουργού, σχετικά με το εάν υπάρχει λόγος που δεν ανταποκρίνεται πλήρως στην ερώτηση, η Αιτήτρια απάντησε ότι έχει ήδη δώσει σχετική απάντηση. Μετά από επανάληψη της ερώτησης από τον Λειτουργό, ως προς τον λόγο που πιστεύει ότι ο πατριός της σταμάτησε να την παρενοχλεί μετά την πάροδο των τριών (3) εβδομάδων, η Αιτήτρια απάντησε ότι δεν γνωρίζει (Ερ. 37, χ2, χ3, χ4, χ5, χ6,χ7, χ8 του Δ.Φ.).
Στη συνέχεια, ο Λειτουργός ζήτησε από την Αιτήτρια να αναφερθεί στην ημέρα κατά την οποία ενημέρωσε τη μητέρα της σχετικά με τα γεγονότα που συνέβησαν. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι, περί την 12/08/2019, ενημέρωσε τη μητέρα της για όλα τα περιστατικά κακοποίησης, καθώς και για τις απειλές που είχε δεχθεί από τον πατριό της.
Κατά την ενημέρωση αυτή, σύμφωνα με την Αιτήτρια, η μητέρα της κατέρρευσε και, πέντε (5) ημέρες αργότερα, ενώ νοσηλευόταν στο νοσοκομείο, απεβίωσε (Ερ. 37, χ10, χ9 του Δ.Φ.).
Ερωτηθείσα για ποιο λόγο αποφάσισε να εκμυστηρευθεί στη μητέρα της τα περιστατικά κακοποίησης μετά την πάροδο αρκετών ετών, η Αιτήτρια ανέφερε ότι φοβόταν τις απειλές του πατριού της και, για τον λόγο αυτόν, δεν επιθυμούσε να τον καταγγείλει νωρίτερα.
Σε διευκρινιστική ερώτηση αναφορικά με την ακριβή ημερομηνία θανάτου της μητέρας της, δεδομένου ότι αρχικώς είχε αναφερθεί πως ο θάνατος επήλθε τον μήνα Ιούλιο, ενώ σε μεταγενέστερη δήλωσή της η Αιτήτρια είχε αναφέρει τον μήνα Αύγουστο, η ίδια δήλωσε ότι ουδέποτε ανέφερε τον μήνα Ιούλιο και ότι έχει ήδη διευκρινίσει πως ο θάνατος της μητέρας της επήλθε στις 12/08/2019. (Ερ. 36, χ9,χ10,χ11, χ 8 του Δ.Φ.). (Σημειώνεται ότι η Αιτήτρια αναφέρθηκε στην ημερομηνία αυτή, ως την μέρα που ενημέρωσε τη μητέρα της για τα περιστατικά).
Η Αιτήτρια κλήθηκε να αναφερθεί στις απειλές που είχε δεχθεί από τον πατριό της. Ανέφερε στο περιστατικό κατά το οποίο είχε εξέλθει από το μπάνιο και κατευθυνόταν προς το δωμάτιό της, όταν ο πατριός της την ακολούθησε και της ζήτησε να συνευρεθούν σεξουαλικά. Επισήμανε ότι αρνήθηκε καθότι τον θεωρούσε πατέρα της, αφού ήταν νυμφευμένος με τη μητέρα της. Σύμφωνα με την Αιτήτρια, ο πατριός της της δήλωσε ότι, αν αρνείτο, θα την σκότωνε, ενώ στη συνέχεια την κακοποίησε σεξουαλικά και την προειδοποίησε να μην αναφέρει το περιστατικό σε κανέναν, διότι σε περίπτωση αναφοράς θα την σκότωνε. Ανέφερε δε ότι κάθε φορά που την κακοποιούσε την απειλούσε με χρήση όπλου απειλώντας την να μην αναφέρει τις κακοποιήσεις.
Σε σχετική ερώτηση η Αιτήτρια ανέφερε ότι οι απειλές αυτές διήρκησαν 3 μήνες. Ερωτηθείσα για πιο λόγο οι απειλές διήρκησαν 3 μήνες ενώ τα περιστατικά κακοποίησης διήρκησαν σύμφωνα με την Αιτήτρια, 3 βδομάδες, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ο πατριός της προσπαθούσε να την κακοποιήσει σεξουαλικά για διάρκεια τριών μηνών.
Σε διευκρινιστική ερώτηση εάν ο πατριός της την απειλούσε για 3 μήνες πριν την κακοποιήσει σεξουαλικά και με την πάροδο των τριών βδομάδων όπου σταμάτησε να την κακοποιεί σεξουαλικά, σταμάτησαν και οι απειλές κατά της Αιτήτριας, αυτή ανέφερε ότι ο πατριός της συνέχισε τις απειλές ενώ την κακοποιούσε σεξουαλικά για τρεις (3) μήνες.
Ερωτηθείσα με ποιόν τρόπο απειλείτο, η Αιτήτρια ανέφερε ότι οι απειλές ήταν προφορικές ότι εάν αναφέρει σε κάποιον την σεξουαλική κακοποίηση θα την σκοτώσει.
Σε διευκρινιστική ερώτηση να εξηγήσει την προηγούμενη δήλωσή της ότι τα περιστατικά κακοποίησης συνέβησαν για διάρκεια τριών εβδομάδων, ενώ σε δεύτερη αναφορά της δήλωσε ότι τα περιστατικά αυτά διήρκησαν τρεις μήνες η Αιτήτρια ανέφερε ότι διήρκησαν τρεις μήνες (Ερ. 36, χ1,χ2,χ3,χ4,χ5,χ6,χ7 του Δ.Φ.).
Ερωτηθείσα για την περίοδο κατά την οποία ξεκίνησαν οι απειλές, η Αιτήτρια ανέφερε ότι δεν θυμόταν με ακρίβεια, ωστόσο ήταν δεκαπέντε (15) ετών. Σε ερώτηση εάν αιτείται διεθνή προστασία λόγω περιστατικού που συνέβη όταν ήταν δεκαπέντε (15) ετών, απάντησε καταφατικά, προσθέτοντας ότι, μετά τον θάνατο της μητέρας της, ο πατριός της επιθυμούσε να την νυμφευθεί.
Ερωτηθείσα εάν, από την ηλικία των δεκαπέντε (15) ετών - οπότε, όπως ανέφερε, οι απειλές και η κακοποίηση τερματίστηκαν- έλαβε χώρα οποιοδήποτε άλλο περιστατικό, η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά.
Σε επόμενη ερώτηση, αναφορικά με το γιατί αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, παρά το γεγονός ότι, όπως δήλωσε, δεν της συνέβη κανένα άλλο περιστατικό μετά την ηλικία των δεκαπέντε (15) ετών, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ο λόγος της αναχώρησής της ήταν το γεγονός ότι ο πατριός της επιθυμούσε να την εξαναγκάσει σε γάμο μαζί του (Ερ. 35, χ1,χ2,χ3 του Δ.Φ.).
Εν συνεχεία, κλήθηκε να περιγράψει τι συνέβη αναφορικά με την πρόταση για εξαναγκαστικό γάμο. Ανέφερε ότι, μετά τον θάνατο της μητέρας της, ο πατριός της εξέφρασε την πρόθεση να την νυμφευθεί, ενώ την απείλησε ότι, σε περίπτωση άρνησης της, θα τη σκοτώσει. Επισήμανε ότι το βράδυ μετά τη σχετική πρόταση υπέστη σεξουαλική κακοποίηση από τον πατριό της.
Ανέφερε επιπλέον ότι, στη συνέχεια, τους επισκέφθηκε ο πάστορας, στον οποίο εκμυστηρεύθηκε τα περιστατικά, και ότι δύο (2) ημέρες αργότερα εγκατέλειψε την οικία της και μετέβη στην οικία του πάστορα, όπου διέμεινε έως την ημέρα που αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής της.
Σε ερώτηση σχετικά με τον τρόπο που ο πατριός της αιτιολόγησε την πρόθεσή του να την παντρευτεί εξαναγκαστικά, ανέφερε ότι εκείνος της είπε πως «είναι ο τύπος της γυναίκας που επιθυμεί και όχι η μητέρα της» και ότι «δεν έχει πουθενά να πάει πλέον· επομένως, εάν δεν αποδεχθεί την πρόταση να τον νυμφευτεί, θα την σκοτώσει».
Σε μεταγενέστερη διευκρινιστική ερώτηση επιβεβαίωσε ότι αρνήθηκε την πρόταση, ενώ δύο (2) ημέρες αργότερα εγκατέλειψε την οικία και μετέβη στην οικία του πάστορα, όπου και παρέμεινε μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα. Όσον αφορά τη συμβίωσή της με τον πατριό της πριν τη μετάβασή της στην οικία του πάστορα, ανέφερε ότι εκείνος ανέμενε την απάντησή της στη σχετική πρόταση. Ερωτηθείσα αν επιθυμεί να προσθέσει κάτι επιπλέον, απάντησε αρνητικά (Ερ. 35, χ4,χ5,χ6,χ7,χ8,χ9,χ10 του Δ.Φ.).
Η Αιτήτρια κλήθηκε να περιγράψει το είδος των απειλών που δέχθηκε σε σχέση με την πρόταση εξαναγκαστικού γάμου. Ανέφερε ότι δεν δέχθηκε απειλές, παρά μόνο ότι ο πατριός της τής ζήτησε να τον παντρευτεί.
Ερωτηθείσα, εφόσον σύμφωνα με τις δηλώσεις της δεν υπήρξαν απειλές, για ποιο λόγο ωστόσο αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι, σε περίπτωση που αρνείτο την πρόταση του πατριού της, εκείνος θα εκνευριζόταν, και για τον λόγο αυτόν αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα.
Σε ερώτηση σχετικά με το χρονικό διάστημα που παρέμεινε στην οικία του πάστορα, μετά την αποχώρησή της από την οικία του πατριού της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι διέμεινε εκεί για χρονικό διάστημα μεταξύ τριών (3) και τεσσάρων (4) ετών. Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στην οικία του πάστορα και έως την ημέρα που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, δήλωσε ότι δεν της συνέβη οποιοδήποτε άλλο περιστατικό (Ερ. 34, χ3, χ4, χ5 του Δ.Φ.).
Τέλος κατά την ολοκλήρωση της συνέντευξής της η Αιτήτρια ανέφερε ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της καθώς υπάρχει το ενδεχόμενο να την βρει ο πατριός της, ενώ δεν θα μπορούσε να μετεγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της ΛΔΚ καθώς έχει πλέον συνηθίσει τη Κύπρο (Ερ. 34 τουΔ.Φ.).
Κατά την αξιολόγηση της αίτησης ασύλου του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός διαμόρφωσε τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς, ήτοι
1. Τα προσωπικά στοιχεία και προφίλ Αιτήτριας.
2. Η Ισχυριζόμενη σεξουαλική κακοποίηση από τον πατριό της Αιτήτριας.
3. Οι ισχυριζόμενες απειλές από τον πατριό της Αιτήτριας, να γίνει η γυναίκα του.
Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό ο Αρμόδιος Λειτουργός έκρινε ότι οι απαντήσεις της Αιτήτριας δόθηκαν με ακρίβεια και συνέπεια και για αυτό και τον έκανε αποδεκτό, διαπιστώνοντας πως πληρούνται τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας και δη η ισχυριζόμενη σεξουαλική κακοποίηση από τον πατριό της ,ο Λειτουργός κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας της Αιτήτριας διέκρινε ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματος της.
Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε πως ο λόγος εγκατάλειψης της χώρας της ήταν λόγω του ότι υπήρξε θύμα βιασμού και έλαβε απειλές για τη ζωή της. Εξήγησε πως 2 χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα της, η μητέρα της παντρεύτηκε τον πατριό της και διέμεναν όλοι μαζί. Η Αιτήτρια ανέφερε επιπλέον πως σε ηλικία 15 ετών, δέχθηκε σεξουαλική κακοποίηση από τον πατριό της. Στην συνέχεια, δήλωσε πως μετά την κακοποίηση, δέχθηκε απειλές από τον πατριό της, αποτρέποντας την να μιλήσει για την κακοποίηση. Αργότερα, η μητέρα της απεβίωσε λόγω ασθένειας, και τότε ο πατριός της την απειλούσε να γίνει επίσημα η γυναίκα του οδηγώντας την Αιτήτρια να μεταβεί στον πάστορα που την βοήθησε να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της. Ο λειτουργός αρχικά διαπιστώνει αντίφαση στα λεγόμενα της ΑΔΠ σε σχέση με τις δηλώσεις της Αιτήτριας, στο έντυπο ευαλωτότητα αφού αφενός κατά την διάρκεια της συνέντευξης, ανέφερε πως ο πατέρας της απεβίωσε όταν ήταν η ίδια 8 ετών και αφετέρου στο έντυπο ευαλωτότητας ανέφερε πως ο πατέρας της απεβίωσε πρόσφατα. Τεθείς να εξηγήσει την εν λόγω αντίφαση, ανέφερε πως δεν ανέφερε κάτι τέτοιο, χωρίς να εξηγήσει σύμφωνα με τον λειτουργός, περαιτέρω, τα λεγόμενα της . Αντίφαση παρατήρησε ο Λειτουργός στα λεγόμενα της Αιτήτριας σε σχέση με τις δηλώσεις της, στο έντυπο ευαλωτότητας καθώς ανέφερε πως το άτομο που την βοήθησε να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της ήταν ο θείος του αγοριού της ενώ κατά την διάρκεια της συνέντευξης της ανέφερε ότι την βοήθησε ο πάστορας.
Η Αιτήτρια κρίθηκε, επιπλέον, ότι δεν ήταν σε θέση να παραθέσει επαρκείς και λεπτομερείς πληροφορίες στις ερωτήσεις σχετικά με τον πατριό της γεγονός που αναμενόταν από την ίδια να ήταν σε θέση να παραθέσει δεδομένου ότι διέμενε μαζί του, από εφηβική ηλικία, μέχρι το 2019. Ζητηθείσα να εξηγήσει τον λόγο για τον οποίο η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παραθέσει καμία ουσιώδη πληροφορία για το άτομο που την οδήγησε να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της, και με το οποίο διέμενε μαζί του για αρκετά χρόνια, κρίθηκε ότι δεν παράθεσε ικανοποιητική απάντηση που να ανταποκρίνεται στην εν λόγω ερώτηση. Πιο ειδικά, δήλωσε πως ο πατριός της ήταν απασχολημένος με την εργασία του και δεν ήταν ο βιολογικός της πατέρας
Ο αρμόδιος λειτουργός παρατήρησε αδυναμία στον λόγο της Αιτήτριας αναφορικά με τις συνθήκες διαβίωσης το διάστημα που διέμενε με τον πατριό της, καθώς ανέφερε πως αρχικά ήταν ήρεμα, ενώ αργότερα άλλαξαν τα πράγματα, όταν ξεκίνησε να την κακοποιεί. Κρίθηκε δε ότι δεν παρέθεσε συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με την αλλαγή συμπεριφοράς του πατριού της προς την ίδια, γεγονός που δεν διαφαίνεται η βιωματική εμπειρία.
Στην συνέχεια, ερωτήσεις τέθηκαν στην Αιτήτρια αναφορικά με την σεξουαλική κακοποίηση που δέχθηκε από το πατριό της, οι απαντήσεις της ωστόσο κρίθηκαν ότι δεν εμπεριείχαν καμία περιγραφή, συνεπώς δεν ανταποκρινόταν στις ερωτήσεις που της τέθηκαν. Επιπλέον, ο αρμόδιος λειτουργός παρατήρησε αντίφαση στα λεγόμενα της Αιτήτριας καθώς σε προηγούμενη της δήλωση ανέφερε πως η σεξουαλική κακοποίηση διήρκησε τρείς εβδομάδες ενώ σε μεταγενέστερη ερώτηση ανέφερε πως την κακοποιούσε και συνέχιζε να δέχεται απειλές μετά την σεξουαλική κακοποίηση, η οποία διήρκησε τρείς μήνες. Ζητηθείς να εξηγήσει την εν λόγο αντίφαση, η Αιτήτρια ανέφερε πως διήρκησε τρείς μήνες, χωρίς να αναφέρει κάτι περαιτέρω.
Ο αρμόδιος λειτουργός παρατήρησε επίσης αδυναμία στον λόγο της καθώς δεν παρέθεσε ικανοποιητική απάντηση αναφορικά με τον τρόπο κατά τον οποίο δεχόταν απειλές η Αιτήτρια όταν ήταν 15 ετών. Ειδικότερα ανέφερε πως δεχόταν λεκτικές απειλές κατά της ζωής της, όταν ο πατριός της της ανέφερε να μην αναφερθεί στην σεξουαλική κακοποίηση που δεχόταν. Ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι θα αναμενόταν από την Αιτήτρια να ήταν σε θέση να περιγράψει τα περιστατικά απειλών καθώς πρόκειται για βιωματική εμπειρία και την γενεσιουργό αιτία του αιτήματός της.
Ο αρμόδιος Λειτουργός διαπίστωσε ότι αυτό το μέρος του αιτήματός της Αιτήτριας, στερείται αξιοπιστίας, εφόσον δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές πληροφορίες και υπέπεσε σε αντιφάσεις.
Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές αναφορικά με την σεξουαλική στη ΛΔΚ, ωστόσο δεδομένου ότι η εσωτερική αξιοπιστία της αιτούσας δεν κατοχυρώθηκε, το μέρος αυτό του αιτήματος της δεν έγινε αποδεκτό.
Όσον αφορά τον τρίτο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι και πάλι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς και ικανοποιητικές πληροφορίες ενώ κρίθηκε ότι δεν ήταν συνεκτική και περιγραφική στις δηλώσεις της αναφορικά με τις απειλές που έλαβε από τον πατριό της για να τον παντρευτεί.
Ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε επίσης αντίφαση όσον αφορά την ημερομηνία θανάτου της μητέρας της Αιτήτριας καθώς ανέφερε δύο ημερομηνίας ήτοι Ιούλιο του 2019 και Αύγουστο του 2019 με την Αιτήτρια να καταλήγει ότι η μητέρα της Απεβίωσε Αύγουστο του 2019 αρνούμενη ότι ανέφερε τον Ιούλιο. Ζητηθείσα να αναφέρει πληροφορίες σχετικά με το θάνατο της μητέρας της, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αναφέρει συγκεκριμένες πληροφορίες καθώς όπως η ίδια ανέφερε, ενημέρωσε για την κακοποίηση που δεχόταν από τον πατριό της η οποία κατέρρευσε και την μετέφεραν στο νοσοκομείο τον Αύγουστο του 2019 και μετά από 5 ημέρες απεβίωσε. Όσον αφορά την Αιτία θανάτου της μητέρα της η Αιτήτρια αναφέρθηκε στην πίεση (blood pressure). Επίσης, όταν ρωτήθηκε πως ενημερώθηκε για το θάνατο της μητέρας της, δήλωσε πως ο πατριός της, την ενημέρωσε, χωρίς να αναφέρει περαιτέρω πληροφορίες. Ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι θα αναμενόταν από την ίδια να ήξερε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον θάνατο της μητέρας της.
Επιπλέον και αναφορικά με την επιθυμία του πατριού της να παντρευτεί την Αιτήτρια, κρίθηκε ότι η Αιτήτρια υστερούσε στην παράθεση συγκεκριμένων πληροφοριών. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε πως μετά τον θάνατο της μητέρας της, ο πατριός της ήθελε να την παντρευτεί, κάτι το οποίο η ίδια δεν ήθελε επειδή ήταν πολύ μεγαλύτερος της, ενώ ερωτηθείσα πότε εξέφρασε την εν λόγω επιθυμία του ο πατριός της, δεν γνώριζε να απαντήσει.
Ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν παρέθεσε ικανοποιητικές πληροφορίες σχετικά με το περιστατικό όπου της ζήτησε ο πατριός της να γίνει η γυναίκα του, όπως θα αναμενόταν από την ίδια καθώς πρόκειται για τον λόγο που εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της. Συγκεκριμένα, ανέφερε πως της είπε πως θέλει να την παντρευτεί αλλιώς θα την σκότωνε. Περαιτέρω ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι θα αναμενόταν από την Αιτήτρια να εξηγούσε με περισσότερη σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο ήθελε ο πατριός της να την παντρευτεί με την βία καθώς πρόκειται για την γενεσιουργό αιτία και βιωματικό περιστατικό.
Σχετικά με τις συνθήκες διαβίωσης στο σπίτι του πατριού της, μετά τον θάνατο της μητέρας της και προτού η ίδια εγκαταλείψει το σπίτι αυτό την χρονολογία 2019, η Αιτήτρια κρίθηκε ότι δεν παρέθεσε ικανοποιητική απάντηση ειδικότερα αφού δήλωσε μόνο πως ο πατριός της περίμενε την απάντηση της αναφορικά με την πρόταση του ενώ ζητηθείσα να προσθέσει κάτι σχετικό, δεν ανέφερε κάτι περαιτέρω.
Ζητηθείσα να αναφέρει πληροφορίες σχετικά με τις απειλές που δέχθηκε για τον εξαναγκαστικό γάμο, ο αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε ότι η Αιτήτρια υπέπεσε σε αντίφαση, αφού ισχυρίστηκε εν τέλη πως δεν την απείλησε απλώς την ρώτησε να γίνει η γυναίκα του. Ερωτηθείσα στη συνέχεια τον λόγο για τον οποίο αποφάσισε να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της, δεδομένου ότι δεν δέχθηκε απειλές, και δεν συνέβη κάτι στην ίδια μετά την ηλικία των 15 χρονών, η απάντηση της Αιτήτριας κρίθηκε ως μη ευλογοφανής ενώ ανέφερε πως αν αρνιόταν την πρόταση του πατριού της, αυτός θα θύμωνε.
Τέλος, η Αιτήτρια ανέφερε πως όταν εγκατέλειψε το σπίτι της, το 2019, δύο μέρες αργότερα από την πρόταση του πατριού της, ανέφερε πως πήγε να μείνει με τον πάστορα μέχρι την ημέρα που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, επιβεβαιώνοντας πως δεν συνέβη κάτι περαιτέρω στην ίδια.
Ο αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε ότι αυτό το μέρος του αιτήματός της Αιτήτρια, στερείτο αξιοπιστίας, εφόσον δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές πληροφορίες,
Κατά την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές αναφορικά με την σεξουαλική και έμφυλη βία αλλά και τον εξαναγκασμό σε γάμος στη ΛΔΚ, ωστόσο δεδομένου ότι η Αιτήτρια υπέπεσε σε έλλειψη επαρκών πληροφοριών το μέρος αυτό δεν έγινε αποδεκτό.
Εν συνεχεία ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της και συγκεκριμένα στην πόλη Kinshasa. Εξετάζοντας τα ουσιώδη περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά και αναλύοντας την κατάσταση ασφαλείας τόσο στη χώρα όσο και στον τελευταίο τόπο διαμονής της, o αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι σε περίπτωση που η Αιτήτρια επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της, και ειδικότερα στην πόλη Kinshasa θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Επιπρόσθετα, εξετάζοντας τις ιδιαίτερες περιστάσεις της Αιτήτριας, και αξιολογώντας το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου τέκνου της, ο αρμόδιος λειτουργός έλαβε υπόψη τις πρόνοιες των άρθρων 9ΚΓ και 9ΚΕ του περί Προσφύγων Νόμου και προέβη σε διεξοδική έρευνα όπου διαπιστώθηκε ότι στη ΛΔΚ διατηρείται το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. Συνεπώς ο αρμόδιος λειτουργός, διαπίστωσε ότι, δεν υπάρχουν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι, σε περίπτωση που η Αιτήτρια επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της, να αντιμετωπίσει τόσο η ίδια όσο και το ανήλικο τέκνο της, οποιαδήποτε μορφή δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ως απόρροια της επικρατούσας κατάστασης ασφαλείας στη Kinshasa.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι από τους προβαλλόμενους και αποδεκτούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας διαφαίνεται ότι στο πρόσωπό της δεν συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχειά τα οποία θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της και ως εκ τούτου η Αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς του πρόσφυγα.
Ο αρμόδιος λειτουργός, στη συνέχεια, προέβη σε εξέταση του κατά πόσο η Αιτήτρια δικαιούται παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 (1) και έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 (2), (α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000. Συγκεκριμένα, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη ΛΔΚ δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους να προκύπτει ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(α) ή βασανιστήρια, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(β) ή πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ως το άρθρο 19 (2)(γ) προνοεί, καθώς στην Kinshasa, περιοχή στην οποία η Αιτήτρια αναμένεται να επιστρέψει, δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων. Ως εκ τούτου ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα ακόλουθα:
Καταρχάς, κρίνω ως ορθή την αποδοχή από τους Καθ' ων η αίτηση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος και αφορά την ταυτότητα και τα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας.
Ομοίως βάσει της αξιολόγησης τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ισχυρισμού, το Δικαστήριο καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με τον λειτουργό και ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος.
Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή/Αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, η Αιτήτρια δεν κατάφερε τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, αλλά ούτε κατά την ενώπιόν μου διαδικασία.
Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό της Αιτήτριας και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή της, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία της δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.
Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας της Αιτήτριας και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από την Αιτήτρια είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358). Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι η συνοχή μεταξύ των δηλώσεων της Αιτήτριας συνιστά δείκτη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της.[1] Όταν η Αιτήτρια κρίνεται αναξιόπιστη, δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης (βλ. υπόθ. αρ. 1964/06, ημερ. 11.3.08 Obaidul Haque v. Δημοκρατίας).
Στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, "Το ευεργέτημα της αμφιβολίας πρέπει να δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί και εξετασθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντος. Οι ισχυρισμοί του αιτούντος πρέπει να παρουσιάζουν συνοχή και αληθοφάνεια και να μην έρχονται σε αντίφαση με γεγονότα που είναι γενικά γνωστά σε όλους".
Επομένως, ορθά δεν παραχωρήθηκε σε αυτήν το ευεργέτημα της αμφιβολίας και ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης της για διεθνή προστασία.
Περαιτέρω, συμφωνώ με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο λειτουργός στη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς η Αιτήτρια δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για ένα από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο Άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.
Σημειώνεται πως λόγω του ότι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας αναφορικά με τον λόγο που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος, δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, η Αιτήτρια κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).
Ως προς τις συνθήκες που επικρατούν για τις γυναίκες στην ΛΔΚ και ειδικότερα ως προς τα θύματα σεξουαλικής βίας, αναφέρονται τα κάτωθι:
Η σεξουαλική και έμφυλη βία (SGBV) στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (DRC) αναφέρθηκε ότι «παραμένει διαδεδομένη» και ότι είναι «συνηθισμένη» και «εκτεταμένη», περιλαμβάνοντας ενδοοικογενειακή και ενδοσυζυγική βία, σεξουαλική βία και βία στο χώρο εργασίας.[2] Οι γυναίκες και τα κορίτσια αναφέρονται ότι «αντιμετωπίζουν τακτικά σεξουαλική βία»[3], ενώ το Υπουργείο Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών (USDOS) σημείωσε περαιτέρω ότι η σεξουαλική παρενόχληση ήταν «ευρέως διαδεδομένη» στη χώρα.[4] Η Amnesty International (AI) ανέφερε ότι, σύμφωνα με τόσο τοπικές όσο και διεθνείς οργανώσεις, το 2024 καταγράφηκε «ένας ανησυχητικός αριθμός αναφερόμενων περιπτώσεων σεξουαλικής βίας», συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής βίας που σχετίζεται με συγκρούσεις.[5]
Όσο αφορά στη πρόσβαση σε κρατική προστασία έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ για τις πρακτικές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην ΛΔΚ που καλύπτει το 2023, πως η νομοθεσία απαγόρευσε τις εξωδικαστικές συμφωνίες σε περιπτώσεις βιασμού (σε περίπτωση που ο δράστης της βίας καταβάλει ένα ποσό στην οικογένεια του θύματος) παρά ταύτα αυτές οι πρακτικές εξακολουθούν να λαμβάνουν χώρα. Επισημαίνεται ακόμη πως τα δικαστήρια της χώρας επέβαλαν την ποινή των 5 ετών ως προβλέπεται εκ της νομοθεσίας σε περιπτώσεις καταδίκης για βιασμό στις σπάνιες περιπτώσεις όπου αυτές οι υποθέσεις έφθασαν ενώπιον του δικαστηρίου[6].
Σε έτερες πηγές (εκ των οποίων και στην ανωτέρω) καταγράφεται πως ο νόμος απαγόρευε τη σεξουαλική παρενόχληση και προέβλεπε ελάχιστη ποινή ενός έτους σε περίπτωση καταδίκης, αλλά δεν υπήρχε αποτελεσματική επιβολή του νόμου. Εκτεταμένα περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης σημειώθηκαν σε όλη τη χώρα..[7]
Επιπλέον, σύμφωνα με το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ (USDOS), οι πρακτικές εξωδικαστικών διευθετήσεων σε περιπτώσεις βιασμού και σεξουαλικής βίας—όπως το έθιμο κατά το οποίο ο δράστης καταβάλλει χρηματικό πρόστιμο στην οικογένεια του θύματος—«συνεχίζονταν», παρά το γεγονός ότι είναι νομικά απαγορευμένες.[8] Σε έκθεση του Μαρτίου 2025, που επικεντρώνεται στην επαρχία Ιτούρι, η MSF ανέφερε ότι «οι περιπτώσεις σεξουαλικής επίθεσης συχνά επιλύονται φιλικά, με τον δράστη να καταβάλλει στην οικογένεια του θύματος αποζημίωση σε μετρητά ή σε είδος».[9]
Η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) έχει λάβει σημαντικά εθνικά μέτρα για την αντιμετώπιση της σεξουαλικής και έμφυλης βίας, καθώς και της σεξουαλικής βίας που συνδέεται με ένοπλες συγκρούσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η Εθνική Στρατηγική 2020–2025 για τον Τερματισμό της Σεξουαλικής και Έμφυλης Βίας. Έχουν επίσης θεσπιστεί νομοθετικές μεταρρυθμίσεις, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το Διάταγμα-Νόμο υπ’ αριθ. 23/023, το οποίο τροποποιεί τον Ποινικό Κώδικα ώστε να εισαχθούν νέα αδικήματα που σχετίζονται με τη σεξουαλική και έμφυλη βία, συμπεριλαμβανομένου του εξαναγκαστικού γάμου. Ο Ποινικός Κώδικας, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο υπ’ αριθ. 06/018, ποινικοποιεί επίσης την εμπορία προσώπων για σκοπούς σεξουαλικής εκμετάλλευσης[10].
Ωστόσο η Αιτήτρια δεν μπόρεσε να τεκμηριώσει την αξιοπιστία των ισχυρισμών της.
Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο της Αιτήτριας υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:
Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι η Αιτήτρια θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[1]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).
Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν η Αιτήτρια μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν η Αιτήτρια δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.
Το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, έχουν καταγραφεί 36 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 38 θάνατοι[11].
Να σημειωθεί επίσης, ότι ο πληθυσμός της ΛΔΚ καταγράφεται στους 101,935,800, ενώ στη πόλη Κινσάσα ο πληθυσμός καταγράφεται στους 14.565.700 κατοίκους σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση που έλαβε χώρα το έτος 2020 [12]. Ως εκ των ανωτέρω, συμπεραίνεται ότι οι ένοπλες συγκρούσεις στο Mogadishu δεν έχουν φτάσει σε σημείο που να στοχοποιούνται αδιακρίτως άμαχοι πολίτες μόνο και μόνο λόγω της παρουσίας τους.
Δεδομένων των πιο πάνω, καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι η Αιτήτρια και το παιδί της θα εκτεθούν σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας εάν επιστρέψει στον τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής του.
Τα εν λόγω στοιχεία καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πολιτεία, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Όσον αφορά το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου της Αιτήτριας, αυτό έχει ενδελεχώς εξετασθεί από τον αρμόδιο Λειτουργό. Προς πληρότητα της παρούσας απόφασης, παραθέτω το άρθρο 10 1 (Α) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο αναφέρει ότι «το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού αποτελεί πρωταρχικό μέλημα κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου οι οποίες αφορούν τη διεθνή προστασία και τους ανηλίκους».
Διερευνώντας λοιπόν τις συνθήκες τις παρούσας υπόθεσης, αποτελεί θέση του Δικαστηρίου ότι με βάση τα στοιχεία του φακέλου, το ανήλικο τέκνο της Αιτήτριας βρίσκεται μαζί με την μητέρα του στην Κυπριακή Δημοκρατία και δεν έχει προβληθεί οποιοσδήποτε ειδικός λόγος που να αφορά αποκλειστικά εκείνο, ο οποίος θα μπορούσε να τεκμηριώσει αίτημα για διεθνή προστασία για να αξιολογηθεί από το παρόν Δικαστήριο.
Δεν εντοπίζω άλλωστε οποιοδήποτε άλλο ζήτημα σε σχέση με το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου της Αιτήτριας σε περίπτωση που επιστρέψει με τη μητέρα του στη χώρα καταγωγής και δη στον προηγούμενο τόπο διαμονής της Αιτήτριας.
Περαιτέρω, σημειώνεται ότι στα πλαίσια αξιολόγησης του βέλτιστου συμφέροντος των ανήλικων τέκνων της Αιτήτριας λαμβάνεται υπόψη τον πρακτικό Οδηγό της EASO[8] αναφορικά με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού στις διαδικασίες ασύλου.
Στην εν λόγω προσέγγιση γίνεται στάθμιση των παραγόντων που αφορούν τη σωματική, ψυχολογική, και πνευματική ακεραιότητα του ανήλικου. Ως διαπιστώνω από τα στοιχεία στο Δ.Φ., το ανήλικο είναι σε νηπιακή ηλικία, συνεπώς κύριος γνώμονας και πρωταρχικό μέλημα είναι η διασφάλιση της φροντίδας, προστασίας και ασφάλειας του παιδιού μέσα από την οικογενειακή ενότητα. Κρίνω ότι σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους, λόγω της ηλικίας των ανηλίκων, δεν υπάρχουν ενδείξεις οιονδήποτε δυσκολιών προσαρμογής που να επηρεάζουν αρνητικά την ανάπτυξη, εξέλιξη και ευημερία των παιδιών. Επισημαίνω ότι λόγω του νεαρού της ηλικίας του παιδιού, δεν έχουν δημιουργηθεί δεσμοί με τη χώρα στην οποία γεννήθηκε που να δυσκολεύει την μετακίνηση και εγκατάσταση τους στη χώρα καταγωγής των γονέων. Συνεπώς, δεν αναμένεται να αντιμετωπίσει δυσκολίες σχετικά με την κοινωνική και πολιτισμική του ένταξη και προσαρμογή στην οποία περιλαμβάνονται το σχολείο, η κοινότητα και κοινωνία, οι θεσμοί και τα θρησκευτικά και πολιτιστικά συστήματα.
Επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα των Αιτητών για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.
Συνεπώς, κρίνω, με βάση τα ανωτέρω, ότι οι λόγοι ακυρώσεως της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ευσταθούν.
Υπό το φως των πιο πάνω η προσφυγή απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον των Αιτητών και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] EASO, 'Practical Guide: Evidence Assessment, 2015, διαθέσιμο σε: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/public/EASO-Practical-Guide_-Evidence-Assessment.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 30/04/2025).
[2] Freedom House, Freedom in the World 2024 - Democratic Republic of the Congo, 2024, https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2024 και USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf , σελ.2(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/09/2025)
[3] Bertelsmann Stiftung, BTI 2024 Country Report: Congo, DR, 19 March 2024, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2024_COD.pdf , σελ.23(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/09/2025)
[4] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf σελ.42(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/09/2025)
[5] AI, The State of the World's Human Rights; Democratic Republic of the Congo 2024, 29 April 2025, https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2025/04/POL1085152025ENGLISH.pdf , σελ.127(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/09/2025)
[7] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf , p. 42 ; Bertelsmann Stiftung: BTI 2024 Country Report Congo, DR, 19 March 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2105834/country_report_2024_COD.pdf ; Freedom House: Freedom in the World 2024 - Democratic Republic of the Congo, 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2108034.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/09/2025)
[8] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf , p. 41(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/09/2025)
[9] MSF, Risking their lives to survive; Ituri, land of violence and displacement, March 2025, https://www.msf.es/sites/default/files/2025-03/Risking_their_lives_to_survive__Ituri_MSF_Report_March%202025.pdf , σελ.21 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/09/2025)
[10] OHCHR - UN Office of the High Commissioner for Human Rights: Special Rapporteur on trafficking in persons, especially women and children; Country visit to the Democratic Republic of the Congo 15-25 July 2025; End of mission statement, 25 July 2025
https://www.ecoi.net/en/file/local/2128249/20250725-eom-rdc-sr-trafficking-en.pdf [ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/10/2025]
[11] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/10/2025)
[12] Congo (Dem. Rep.): Provinces, Major Cities & Towns - Population Statistics, Maps, Charts, Weather and Web Information: https://citypopulation.de/en/drcongo/cities/ ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/10/2025
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο