ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υποθ. Αρ.: 320/2025
18 Δεκεμβρίου 2025
[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ-KΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με τo άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
D.C.N από Νιγηρία και τώρα στη Λευκωσία
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Α. Δ. Δημητρίου Δικηγόρος για την Αιτήτρια.
Ι.Χαραλάμπους, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την υπό εξέταση προσφυγή η Αιτήτρια αιτείται Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 23/12/2024 η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 15/01/2025 και με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παροχή Διεθνούς προστασίας καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου 6(Ι)/2000, είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνατγματική, και/ή στερείται κάθε νόμιμου αποτελέσματος και να αναγνωρίζει την Αιτήτρια ως δικαιούχο διεθνούς προστασίας.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Η Αιτήτρια είναι υπήκοος Νιγηρίας και είναι κάτοχος διαβατηρίου με αριθμό Α12ΧΧΧΧΧΧ. Ο Αιτήτρια συμπλήρωσε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 21/10/2024, αφού εισήλθε παράνομα στις Ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας Περιοχές. Την ίδια ημέρα, ήτοι στις 21/10/2024 η Αιτήτρια παρέλαβε τη Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας από το Επαρχιακό Γραφείο Αλλοδαπών Λευκωσίας. Στις 05/11/2024 και 14/11/2024 πραγματοποιήθηκαν οι συνεντεύξεις της Αιτήτριας από Λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 12/12/2024 αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση και Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τις συνεντεύξεις της Αιτήτριας. Στις 23/12/2024 ο αρμοδίως εξουσιοδοτημένος υπάλληλος να ασκεί εξουσίες του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου εξέδωσε απόφαση απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας. Στις 15/01/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή σχετικά με το αίτημα της Αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον Αιτήτρια αυθημερόν. Στην συνέχεια, στις 11/02/2025 καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η Αιτήτρια δια του δικηγόρου της, προβάλει διάφορους νομικούς ισχυρισμούς προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, οι οποίοι τίθενται με γενικότητα και χωρίς να συναρτώνται με τα επίδικα γεγονότα, και οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν προωθούνται με τη Γραπτή Αγόρευση.
Κατά τη Γραπτή Αγόρευσή της μέσω του συνηγόρου της προωθεί ότι η απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση ελήφθη υπό εσφαλμένη αξιολόγηση αξιοπιστίας, τελεί υπό πλάνη περί τα πράγματα, ελήφθη εν απουσία και ανεπάρκεια έρευνας ενώ έχουν επίσης παραβιασθεί διαδικαστικές και ουσιαστικές εγγυήσεις και κατευθυντήριες γραμμές. Προωθεί επιπλέον ότι η απόφαση των Καθ’ ων στερείται αιτιολογίας και παραβιάζει τη Σύμβαση του 1951 αναφορικά με το Καθεστώς του Πρόσφυγα και μεταξύ άλλων την αρχή της μη επαναπροώθησης.
Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων και δη κατά την ακροαματική διαδικασία ημερομηνίας 09/10/2025 ο συνήγορος της Αιτήτριας ανέφερε ότι είναι μητέρα ενός ανήλικου τέκνου. Η Αιτήτρια που ήταν παρούσα, έπειτα από σχετικές ρωτήσεις του Δικαστηρίου ανέφερε ότι είναι ελεύθερη, ο πατέρας του παιδιού της βρίσκεται στα κατεχόμενα όπου διέμενε και η ίδια για 2 έτη. Το ανήλικο τέκνο γεννήθηκε στις ελεγχόμενες από τη Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, αφού η Αιτήτρια όταν εισήλθε σε αυτές βρισκόταν ήδη στην 27η εβδομάδα κύησης.
Σημειώνεται ότι η Αιτήτρια δεν έχει προσκομίσει οποιοδήποτε πιστοποιητικό αναφορικά με το ανήλικο της τέκνο, ούτε οποιαδήποτε άλλη σχετική μαρτυρία.
Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση αντιτείνουν ότι η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις Διεθνείς Συμβάσεις, τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, των Κανονισμών και των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Τονίζουν ότι όλοι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται κατά τη γραπτή Αγόρευση πρέπει να προωθούνται σύμφωνα με τον Κανονισμό 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962. Απορρίπτουν δε όλους του λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης που προωθεί η Αιτήτρια μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης και καταλήγουν ότι η Αιτήτρια, μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης, παραθέτει γενικούς λόγους ακυρώσεως χωρίς αυτοί να συνοδεύονται από σαφή αιτιολογία ή παραπομπή σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ώστε να μην γίνει κατορθωτό να ανατραπεί το τεκμήριο της κανονικότητας της Προσβαλλόμενης Απόφασης. Επιπλέον, προβάλουν ότι η Αιτήτρια μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης δεν αναφέρει οποιοδήποτε τεκμηριωμένο λόγο ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης και εκλείπει η υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους έννομους κανόνες που κατ' ισχυρισμό παραβιάζονται. Ενώ σύμφωνα με τη γενική θεωρία, κάθε κανόνας δικαίου είναι διατυπωμένος σε γενική και αφηρημένη μορφή και μόνο μέσω του δικανικού συλλογισμού μπορεί να γίνει ορθή υπαγωγή της ατομικής περίπτωσης στον κανόνα δικαίου και να επέλθει η έννομη συνέπεια που προβλέπεται από το Νόμο.
Επιπλέον προβάλλουν ότι, για να αποδειχθεί ότι τα πραγματικά γεγονότα της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης επισύρουν τις έννομες συνέπειες του κανόνα δικαίου που κατ΄ισχυρισμό παραβιάστηκε, θα πρέπει να υπάρχει αφενός ανάλυση των νομικών εννοιών των επίδικων διατάξεων και αφετέρου να αξιολογούνται τα πραγματικά γεγονότα που αποδείχθηκαν σε σχέση με τον κανόνα δικαίου. Επίσης σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, αόριστοι ισχυρισμού δεν μπορούν εξετάζονται (Σχετική είναι η Αναθεωρητική Έφεση με αριθμό 1490, μεταξύ των Δημοκρατία νς. Πογιατζή, (1992) 3 Α.Α.Δ. 196, ημερομηνίας 18.06.1992). Τέλος προωθούν ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν εμπίπτουν στις πρόνοιες της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και του περί Προσφύγων Νόμου ώστε να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή της συμπληρωματικής προστασίας.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς πρέπει να λεχθεί ότι οι λόγοι ακύρωσης είναι με γενικότητα και αοριστία που εγείρονται στην παρούσα αίτηση. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.
Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης».
Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AΑΔ 598).
Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι η απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636 . Σχετική είναι και η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4
Οι αγορεύσεις αποτελούν τη μόνη μέθοδο ανάπτυξης των λόγων ακύρωσης ή ισχυρισμών που ήδη προσβλήθηκαν με το δικόγραφο της προσφυγής.
Σύμφωνα με την Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671 : «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»
«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56.»
Ο συνήγορος της Αιτήτριας γενικά και αόριστα παραθέτει τα νομικά σημεία στην αγόρευσή της και επικαλείται παραβιάσεις του περί Προσφύγων Νόμου και των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου ωστόσο ελλείπει οποιαδήποτε επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης. Εκλείπει δε και η υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους λόγους ακύρωσης που κατ' ισχυρισμό παραβιάζονται.
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν έγινε επαρκής η δέουσα έρευνα κρίνω ότι είναι γενικός και αόριστος και δεν γίνεται οποιοδήποτε υπαγωγή στα πραγματικά γεγονότα που αφορούν την Αιτήτρια.
Όπως έχει πλειστάκις νομολογηθεί η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται κατά τη διενέργεια της έρευνας, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης.
Περαιτέρω, η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπεράσματα (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97, A.Ε.2371, Motorways Ltd ν Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της επίδικης προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσο το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια του εν λόγω αποφασίζοντος διοικητικού οργάνου και διαφέρουν κατά περίπτωση (Βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου 2010).
Περαιτέρω, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. THE REPUBLIC OF CYPRUS (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (Κυπριακή Δημοκρατία ν. Ανδρέα Γιαλλουρίδη κ.α., Αναθεωρητικές Εφέσεις 868 και 869, ημερομηνίας 13.12.90).».
Όπως καταδεικνύεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους. Ειδικότερα, στην αρχή της συνέντευξης της, η Αιτήτρια , αφού ενημερώθηκε για τη διαδικασία και τα δικαιώματά της επιβεβαίωσε ότι βρίσκεται σε καλή κατάσταση και ότι μπορεί να απαντήσει, ως επίσης ότι δεν έχει οποιεσδήποτε απορίες σχετικά με τη διαδικασία. Επιβεβαίωσε επίσης ότι δεν έχει έγγραφα να υποβάλει και όσα αναγράφονται στην αίτηση της είναι αληθή.
Όπως διαφαίνεται από τα στοιχεία τα οποία εμπεριέχονται στον διοικητικό φάκελο, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε ενδελεχή εξέταση του αιτήματος της Αιτήτριας για παροχή διεθνούς προστασίας, καθώς και όλων των στοιχείων που είχε ενώπιον της, ενώ εξάντλησε κατά τη συνέντευξη με την Αιτήτρια όλες τις πτυχές των ισχυρισμών της και εν τέλει εκεί όπου θεώρησε σκόπιμο προέβη σε περαιτέρω ανάλυση των δεδομένων μέσω έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων η Αιτήτρια δήλωσε τόσο με την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας, όσο και κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, αλλά και όσων προβάλλει με την παρούσα προσφυγή.
Κατά τη καταγραφή του αιτήματός της για Διεθνή προστασία η Αιτήτρια ανέφερε ότι είναι υπήκοος της Νιγηρίας, ανήκει στην εθνοτική ομάδα Igbo, γεννηθείσα στις 18/08/1998 στη πόλη Ikwo. Δήλωσε Χριστιανή πεντικοστιανή και ομιλεί αγγλικά και την τοπική διάλεκτο Igbo.Εισήλθε στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου στις 19/10/2022 όπου διέμεινε για 2 έτη και στη συνέχεια ήτοι στις 15/10/2024 εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές.
Κατά τη διάρκεια της πρώτης της συνέντευξής της η Αιτήτρια επανέλαβε τα προσωπικά της στοιχεία συμπλήρωσε δε ότι διένυε την 22η βδομάδα κύησης της.
Επιπλέον ως προς το μορφωτικό της επίπεδο ανέφερε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στη χώρα καταγωγής της η οποία διήρκησε συνολικά 10 έτη. Στη χώρα καταγωγής της δεν εργαζόταν, εργαζόταν όμως ως καθαρίστρια στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου. Στη χώρα καταγωγής της την στήριζε οικονομικά ο πατριός της με τον οποίο διέμενε (Ερ. 51, χ2 Δ.Φ.). Ομιλεί Αγγλικά, και τις τοπικές διαλέκτους Igbo και Ikwo.
Ως προς το οικογενειακό της περιβάλλον ανέφερε ότι η μητέρα της νυμφεύτηκε τον πατριό της όταν η ίδια ήταν 8μηνών. Ο βιολογικός της πατέρας την πήρε υπό την κηδεμονία του ωστόσο ο πατριός του τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει και πήρε την Αιτήτρια για να διαμείνει με τον ίδιο και τη μητέρα της. Δεν γνωρίζει πλέον που βρίσκεται ο πατέρας της. Η μητέρα της απεβίωσε περί τον Απρίλιο του 2018 έπειτα από προβλήματα υγείας. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι έχει έναν ετεροθαλή αδελφό με τον οποίο όμως δεν διατηρεί επικοινωνία (Ερ. 51 χ3 και 50 χ1 Δ.Φ.). Γεννήθηκε στη πόλη Ikwo ωστόσο όταν η μητέρα της νυμφεύτηκε εκ νέου μετοίκησαν στην πόλη Yola μέχρι τη μέρα που εγκατέλειψε τη Νιγηρία (Ερ. 50, χ2 Δ.Φ.)
Ερωτηθείσα σχετικά με την εγκυμοσύνη της, ανέφερε ότι κατά την παραμονή της στις κατεχόμενες περιοχές διέμενε με ομοεθνή της, ο οποίος της παραχωρούσε χώρο διαμονής με αντάλλαγμα τη σεξουαλική επαφή. Επισήμανε ότι το παιδί της είναι αποτέλεσμα της συγκεκριμένης σύνδεσης, χωρίς όμως να έχουν διατηρήσει ποτέ πραγματική σχέση, και θεωρεί ότι το παιδί δεν έχει πατέρα. Ο συγκεκριμένος άνδρας δεν γνωρίζει ότι η Αιτήτρια κυοφορεί. Επιπλέον, ανέφερε ότι δεν την εξανάγκασε σε σεξουαλική επαφή, ούτε την κακοποίησε (βίασε), ούτε την κακομεταχειρίστηκε (βλ. Ερ. 50, χ1 Δ.Φ.).
Κατά την παραμονή της στις κατεχόμενες περιοχές, ανέφερε ότι το πρώτο έτος φοιτούσε σε σχολείο, ενώ το δεύτερο έτος εργαζόταν ως καθαρίστρια. Αναφορικά με το ταξίδι της προς την Κύπρο, δήλωσε ότι τη βοήθησε ο πάστοράς της ενώ ταξίδεψε με το διαβατήριο της και φοιτητική θεώρηση (Ερ. 49, χ1 Δ.Φ.).
Αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της, κατά τη καταγραφή του Αιτήματός της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι αναγκάστηκε να αποχωρήσει λόγω απειλών κατά της ζωής της από τον πατριό της, ο οποίος, μετά τον θάνατο της μητέρας της, επιθυμούσε να την νυμφευθεί. Επιπλέον, σημείωσε ότι, πέραν των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπισε στις κατεχόμενες περιοχές, διέμενε με έναν άνδρα που την εκμεταλλευόταν και κυοφορεί το παιδί του.
Κατά τις συνεντεύξεις της και αναφορικά με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της η Αιτήτρια ανέφερε ότι ο πατριός της εν μέσω απειλών απαιτούσε από την Αιτήτρια να τον παντρευτεί. Ανέφερε ότι απείλησε να την σκοτώσει σε περίπτωση που Αιτήτρια αρνιόταν τη πρότασή του. Επιπλέον ανέφερε ότι το 2018 μετέβη στην Εκκλησία όπου διέμενε μέχρι το 2022 όταν και εγκατέλειψε τη Νιγηρία, χρονικό διάστημα κατά το οποίο χρειάσθηκε για την προετοιμασία των ταξιδιωτικών της εγγράφων και την συγκέντρωση του απαιτούμενου χρηματικού ποσού.
Ανέφερε ότι δεν υπήρξε οποιοδήποτε άλλος λόγος που να την ώθησε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της.
Κατά τη δεύτερη συνέντευξή της, και ερωτηθείσα για τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της, η Αιτήτρια, κατά την ελεύθερη αφήγησή της, επανέλαβε όσα είχε αναφέρει και κατά την πρώτη συνέντευξή της, ήτοι ότι ο πατριός της την απειλούσε ότι θα τη σκοτώσει εάν δεν δεχόταν να τον παντρευτεί. Ανέφερε ότι από το 2019 έως το 2022, μέχρι την έκδοση των ταξιδιωτικών της εγγράφων και τη συγκέντρωση του απαιτούμενου χρηματικού ποσού, διέμενε σε εκκλησία (Ερ. 59, χ2 και Ερ. 60, χ1 Δ.Φ.).
Ερωτηθείσα εάν εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της εξαιτίας των απειλών κατά της ζωής της από τον πατριό της, ο οποίος επιθυμούσε να την παντρευτεί, η Αιτήτρια απάντησε καταφατικά (Ερ. 60, χ2 Δ.Φ.).
Ερωτηθείσα για τον χαρακτήρα του πατριού της η Αιτήτρια ανέφερε ότι παντρεύτηκε τη μητέρα της όταν η ίδια ήταν μόλις 8 μηνών και όταν η μητέρα της απεβίωσε τον Απρίλιο του 2018 άρχισε να απειλεί την Αιτήτρια ότι θα τη σκοτώσει εάν δεν τον παντρευτεί.
Κατά την ηλικία των 12 ετών, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ο πατέρας της την έλαβε υπό την κηδεμονία του. Ο πατριός της τότε τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει, εάν δεν άφηνε την Αιτήτρια υπό τη δική τους (του πατριού και της μητέρας της) κηδεμονία. Ο πατέρας της, υπό την απειλή αυτή, επέστρεψε την Αιτήτρια στη μητέρα και τον πατριό της και έκτοτε η Αιτήτρια έχασε τα ίχνη του.
Μετά τον θάνατο της μητέρας της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι προσπάθησε να εντοπίσει τον πατέρα της και μετέβη στην οικία των γονέων του (των παππούδων της), οι οποίοι της είπαν ότι ο πατέρας της δεν διέμενε εκεί (Ερ. 60, χ4 Δ.Φ.).
Ερωτηθείσα για ποιο λόγο πιστεύει ότι ο πατέρας της διεκδίκησε την κηδεμονία της, η Αιτήτρια απάντησε ότι το έπραξε επειδή ήταν η θυγατέρα του (Ερ. 60, χ5 Δ.Φ.). Επιπλέον, ανέφερε ότι δεν κατέστη δυνατό να εντοπίσει τον πατέρα της και ότι δεν διατηρεί οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί του (Ερ. 60, χ6–χ7 Δ.Φ.).
Ερωτηθείσα για τον χαρακτήρα του πατριού της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι επρόκειτο για καλό άνθρωπο, ο οποίος όμως αντιμετώπιζε προβλήματα θυμού και ότι, εάν αναφερόταν σε κάτι που σκόπευε να πράξει, το πραγματοποιούσε. Αναφορικά με τη σχέση τους, η Αιτήτρια δήλωσε ότι πριν από τον θάνατο της μητέρας της εκείνος υπήρξε στοργικός πατέρας και δεν την είχε βλάψει ποτέ με οποιονδήποτε τρόπο. Μετά τον θάνατο της μητέρας της, η σχέση τους αποδυναμώθηκε, ενώ ο πατριός της επιθυμούσε να αντικαταστήσει την μητέρα της με την ίδια. Επιπλέον, ανέφερε ότι ο πατριός της ήταν επιχειρηματίας/λαχανοπώλης (Ερ. 60, χ8–χ14 Δ.Φ.).
Ερωτηθείσα για το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο πατριός της άρχισε να απαιτεί από την Αιτήτρια να τον παντρευτεί, η ίδια ανέφερε ότι αυτό συνέβη περί τον Αύγουστο του 2018. Αναφορικά με την περίοδο από τον Απρίλιο του 2018, οπότε απεβίωσε η μητέρα της, έως τον Αύγουστο του ίδιου έτους, η Αιτήτρια δήλωσε ότι η συμπεριφορά του πατριού της είχε αλλάξει και ότι μεταξύ τους υπήρχαν παρεξηγήσεις.
Σε ερώτηση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο της ζήτησε να τον παντρευτεί, η Αιτήτρια ανέφερε ότι της κοινοποίησε την επιθυμία του τηλεφωνικώς. Η ίδια αρνήθηκε και εγκατέλειψε την οικία όπου διέμενε με τον πατριό της. Η πρόταση αυτή της προκάλεσε έντονα αρνητικά συναισθήματα, καθώς θεωρούσε τον πατριό της ως πατέρα της και της ήταν αδιανόητο ότι επιθυμούσε να αντικαταστήσει την αποθανούσα μητέρα της με την ίδια.
Κληθείσα να περιγράψει τις απειλές που δέχθηκε από τον πατριό της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι εκείνος της δήλωσε πως, εάν δεν τον παντρευτεί, θα την σκοτώσει (Ερ. 59, χ1–χ6 Δ.Φ.).
Ανέφερε ότι εγκατέλειψε το σπίτι όπου διέμενε τον Μάρτιο του 2019. Ερωτηθείσα για την σχέση της με τον πατριό της μεταξύ Αυγούστου 2018 όπου ο πατριός της της ζήτησε να την παντρευτεί μέχρι τον Μάρτιο του 2019 όταν εν τέλει έφυγε από το σπίτι, η Αιτήτρια ανέφερε ότι άρχισε να της φέρεται άσχημα ενώ της ανέφερε ότι εάν δεν υπακούει τους κανόνες του θα έπρεπε να φύγει από το σπίτι. Ερωτηθείσα να επιβεβαιώσει εάν σύμφωνα με την προηγούμενη αναφορά της, ο πατριός της ουδέποτε την έβλαψε η Αιτήτρια απάντησε καταφατικά. Ερωτηθείσα για πιο λόγο συνέχισε να διαμένει με τον πατριό τους αφού η συμπεριφορά του απέναντί της ήταν άσχημη, η Αιτήτρια ανέφερε ότι προγραμμάτιζε να φύγει και δεν είχε κάπου που να μπορούσε να μετοικήσει (Ερ. 59, χ7-χ11του Δ.Φ.).
Στη συνέχει η Αιτήτρια ερωτήθηκε για τον ετεροθαλή αδελφό της όπου ανέφερε ότι όσο η Αιτήτρια βρισκόταν στη χώρα καταγωγής της, ήταν συνδεδεμένοι. Ο αδελφός της δήλωσε ότι είναι 18 ετών και γνώριζε για την επιθυμία του πατριού της να την παντρευτεί, γεγονός που δεν τον ευχαρίστησε αλλά τότε ήταν μόλις 8 ετών (Ερ. 59, χ12-χ15 Δ.Φ.).
Στη συνέχεια η Αιτήτρια κληθείσα να αναφερθεί στην αναχώρησή της από την οικία που διέμενε με τον πατριό της, ανέφερε ότι δεν ήταν πλέον ευτυχισμένη εξαιτίας της συμπεριφοράς του πατριού της ενώ διέφυγε όταν ο πατριός της απουσίαζε για να μην την αποτρέψει. Ερωτηθείσα εάν ο πατριός της την αναζήτησε μετά από αυτό η Αιτήτρια ανέφερε ότι επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί της και την αναζήτησε ενώ η ίδια φοβόταν να του αποκαλύψει που βρισκόταν (Ερ. 59,χ16-χ18 Δ.Φ.).
Ερωτηθείσα για την τοποθεσία της εκκλησίας όπου διέφυγε και διέμεινε η Αιτήτρια, ανέφερε ότι βρισκόταν στην ίδια περιοχή Yola, περίπου μία ώρα από το σπίτι όπου διέμενε με τον πατριό της, ο πατριός της ωστόσο δεν επισκεπτόταν ποτέ την συγκεκριμένη εκκλησία (Ερ. 59, χ19-χ21 Δ.Φ.).
Κληθείσα να περιγράψει τον χώρο της εκκλησίας στον οποίο διέμενε, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ήταν μία μικρή εκκλησία με χώρο στο πίσω μέρος της όπου κοιμόντουσαν. Ερωτηθείσα ποιος την στήριζε οικονομικά το διάστημα εκείνο η Αιτήτρια ανέφερε ότι λάμβανε βοήθεια από την εκκλησία.
Ερωτηθείσα πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε επικοινωνία με τον πατριό της η Αιτήτρια ανέφερε την μέρα που έφυγε από το σπίτι ενώ τον έφραξε από τις τηλεφωνικές κλήσεις και επομένως δεν έχει καμία επικοινωνία μαζί του.
Ερωτηθείσα εάν σκέφτηκε να μετεγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της Νιγηρίας, η Αιτήτρια ανέφερε ότι η ζωή της θα διατρέξει κίνδυνο από τον πατριό της. Ερωτηθείσα να εξηγήσει το γεγονός ότι ο πατριός της από το 2019 μέχρι το 2022 όπου η Αιτήτρια εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, δεν κατάφερε να την εντοπίσει η Αιτήτρια ανέφερε ότι δεν κατάφερε επειδή τον είχε αποκλείσει από τις επαφές της. Κληθείσα να εξηγήσει για πιο λόγο πιστεύει ότι δεν μπορεί να μετεγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της Νιγηρίας, έχοντας υπόψη ότι ο πατριός της δεν μπορεί να την εντοπίσει αφού δεν είχε τηλεφωνική πρόσβαση σ΄αυτήν, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ενώ δεν γνωρίζει κάποια περιοχή στην οποία να μπορούσε να διαμείνει στη χώρα καταγωγής της (Ερ. 58, χ5-χ10 Δ.Φ.).
Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό της συνέντευξης και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου σχημάτισε την έκθεση - εισήγησή του επί τη βάση των δύο βασικών ισχυρισμών: (1) ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτήτριας, (2) απειλές από τον πατριό της ώστε να προβεί σε εξαναγκαστικό γάμο μαζί του.
Ο πρώτος ισχυρισμός της Αιτήτρια έγινε αποδεκτός, ο δεύτερος, ωστόσο, απορρίφθηκε καθότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτρια κρίθηκαν ότι παρουσιάσθηκαν με μη συνεκτικό τρόπο, δεν είχαν την απαιτούμενη επάρκεια λεπτομερειών ενώ οι δηλώσεις παρουσίασαν ασυνέπειες.
Συγκεκριμένα ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας ως εσωτερικά αναξιόπιστο καθώς έκρινε ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας ως προς το μέρος αυτό του αιτήματός της παρουσιάζουν έλλειψη επαρκών πληροφοριών, αντιφάσεις και έλλειψη συνοχής και συνέπειας. Επιπλέον ο αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει συγκεκριμένες και συνεκτικές πληροφορίες αναφορικά με τον χαρακτήρα του πατριού της. Επιπλέον οι απαντήσεις της αναφορικά με την σχέση που είχε με τον πατριό της κρίθηκαν ως αόριστες ενώ δεν υπήρχε η απαιτούμενη συνεκτικότητα. Περαιτέρω ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι αναφορές της Αιτήτριας για τη χρονική στιγμή που ο πατριός της της ανακοίνωσε ότι θέλει αν την παντρευτεί καθώς και για τη σχέση της με τον πατριό της από τη μέρα που απεβίωσε η μητέρα της μέχρι και τη μέρα που η ίδια εγκατέλειψε την οικία της υπήρξαν ασαφείς και χωρίς συνοχή. Αόριστες και χωρίς συνοχή κρίθηκαν οι αναφορές της Αιτήτριας σχετικά με την αντίδραση της στην ανακοίνωση του πατριού της να τον παντρευτεί ενώ αναφορικά με τις απειλές που ισχυρίστηκε ότι έλαβε ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν κατάφερε να παράσχει σαφείς και συνεκτικές απαντήσεις. Επιπλέον ο αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε ότι θα αναμενόταν από την Αιτήτρια να είναι σε θέση να περιγράψει με περισσότερες λεπτομέρειες και συνεκτικότητα τις εν λόγω απειλές που έλαβε από τον πατριό της. Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού αυτού της Αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης όπου διαπίστωσε ότι υπάρχουν αναφορές σε εξαναγκασμό σε γάμο σε ανήλικες γυναίκες στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, όχι ωστόσο για ενήλικες γυναίκες. Καταληκτικά, λαμβάνοντας υπόψη ότι η εσωτερική αξιοπιστία της Αιτήτριας δεν κατοχυρώθηκε, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε τον εν λόγο ισχυρισμό ως μη αποδεκτό.
Εν συνεχεία ο Λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής και συγκεκριμένα στην περιοχή Yola της πολιτείας Adamawa.
Εξετάζοντας τα ουσιώδη περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά και αναλύοντας τόσο το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας όσο και την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα και στον τελευταίο τόπο διαμονής, o Λειτουργός διαπίστωσε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι/ βάσιμοι λόγοι που να υποδεικνύουν ότι σε περίπτωση που η Αιτήτρια επιστρέψει στη χώρα καταγωγής θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Αναφορικά δε με το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός διαπιστώνει ότι πρόκειται για γυναίκα, νέα, υγιή η οποία έχει ολοκληρώσει την δευτεροβάθμια εκπαίδευσή της, η οποία δεν εργαζόταν στη χώρα καταγωγής της και δεν έχει υποστηρικτικό δίκτυο. Ωστόσο δεν διαφαίνεται να ανήκει σε οποιαδήποτε ομάδα κατά την οποία ενδέχεται να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε μορφή δίωξης ή σοβαρή βλάβη.
Αναφορικά με την απόκτηση του ανήλικου τέκνου της και το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού της ο αρμόδιος λειτουργός ανατρέχοντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης διαπιστώνει ότι η Αιτήτρια κατά την επιστροφή της στη χώρα καταγωγή της μπορεί να αποταθεί για βοήθεια τόσο οικονομικής φύσεων, όσο και για ασφάλεια, στήριξη και εύρεση εργασίας σε διάφορους Μη Κυβερνητικούς Οργανισμούς, έχοντας σκοπό τη στήριξη ευάλωτων ομάδων συμπεριλαμβανομένων και των ανύπαντρων μητέρων.
Επιπλέον ο αρμόδιος λειτουργός ανατρέχοντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, διαπιστώνει ότι για την Αιτήτρια θα είναι δυνατή η πρόσβαση στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ως ανύπαντρη μητέρα. Σημειώνει επιπλέον ότι η Αιτήτρια είχε τη στήριξή του πάστορά της μετά την αποχώρησή της από την οικία της.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση και βασιζόμενος στην προηγηθείσα αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι από τους προβαλλόμενους και αποδεκτούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας διαφαίνεται ότι στο πρόσωπό της δε συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχειά τα οποία θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής και ως εκ τούτου η Αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς του πρόσφυγα σύμφωνα με το Άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ο Λειτουργός εν συνεχεία προέβη σε εξέταση του κατά πόσο η Αιτήτρια δικαιούται παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 (1) και έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 (2), (α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000. Συγκεκριμένα, ο Λειτουργός έκρινε ότι σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη Νιγηρία δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους να προκύπτει ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(α) ή βασανιστήρια, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(β) ή πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ως το άρθρο 19 (2)(γ) προνοεί, καθώς η πόλη Yola της πολιτείας Adamawa, περιοχή στην οποία η Αιτήτρια αναμένεται να επιστρέψει, δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Ως εκ τούτου ο Λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή της Αιτήτριας στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Έχω εξετάσει με προσοχή τις απαντήσεις που η Αιτήτρια έδωσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και έχω διαπιστώσει ότι ο αρμόδιος λειτουργός έκανε επαρκείς ερωτήσεις για να καλύψει, τόσο τον πυρήνα του αιτήματος, όσο και τα επιμέρους θέματα, ενώ ακολούθησε την ορθή διερευνητική διαδικασία.
Καταρχάς κρίνω ότι, ορθά ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου διαπίστωσε και κατέγραψε στην έκθεση-εισήγησή του, η οποία υιοθετήθηκε από τον εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν εμπίπτουν στους λόγους του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, ούτε στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, ούτε οποιοσδήποτε λόγος συνέτρεχε για να αναγνωρισθεί στην Αιτήτρια το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου, εφόσον δεν αποδείχθηκε να υφίσταται κίνδυνος να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα της.
Συγκεκριμένα, ορθά η Υπηρεσία Ασύλου έκανε αποδεκτό τον ισχυρισμό αναφορικά με τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας αφού δεν προέκυψε κανένα στοιχείο περί του αντιθέτου.
Σε σχέση με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας περί φόβου δίωξης της από τον πατριό της λόγω της άρνησης της να τον παντρευτεί, ορθά οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν τη Αιτήτρια εσωτερικά αναξιόπιστη και απέρριψαν τον ισχυρισμό της, καθώς οι πλειονότητα των απαντήσεων της είναι διατυπωμένες με γενικότητα, χωρίς συνέπεια και συνοχή ενώ παράλληλα η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματός της.
Περαιτέρω οι ισχυρισμοί της περί της τηλεφωνικής πρότασης γάμου απορρίπτεται ως μη ευλογοφανής. Αναφορικά δε με τις απειλές που δέχτηκε από την πατριό της ότι θα την σκοτώσει αν δεν τον παντρευόταν
επίσης απορρίπτονται ως μη ευλογοφανείς και αντιφατικές εφόσον ερωτηθείσα η Αιτήτρια τι συνέβη μετά την άρνηση της να παντρευτεί τον πατριό της απάντησε πως την απειλούσε πως αν δεν ακολουθούσε τις προσταγές του θα έπρεπε να εγκαταλείψει την οικογενειακή εστία .(ερ. 59 χ10) .Από την πιο πάνω απάντηση προκύπτει η αντίφαση στα λεγόμενα της .
Περαιτέρω πως είχε πρόθεση να την σκοτώσει λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι διέμενε μαζί του μετά την άρνηση της για περίπου 7 μήνες και παράμεινε στη χώρα καταγωγής της για 4 χρόνια από την πρόταση γάμου, χωρίς να υποστεί οτιδήποτε από τον πατριό της, χρονικό διάστημα που καταδεικνύει πως δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί της.
Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή/Αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, η Αιτήτρια δεν κατάφερε τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος της ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης, αλλά ούτε κατά την ενώπιον μου διαδικασία.
Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό της Αιτήτριας 1 και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία της δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.
Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358).
Επομένως, ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης της για διεθνή προστασία.
Σε περίπτωση επιστροφής στη Νιγηρία η Αιτήτρια και το τέκνο της δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως το άρθρο 19(2) (γ) προνοεί, αφού η χώρα καταγωγής της δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Με βάση τις πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στη Kinshasa, όπου αναμένεται να επιστρέφει η Αιτήτρια, δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων υπό την έννοια του άρθρου 19 (2)(γ), το οποίο αποτελεί βασική πρόνοια έτσι ώστε να εξετάζεται το παρόν αίτημα υπό της προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου
Περαιτερω αναφορικά με τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους όλων των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα, στη διάρκεια ενός έτους (Past year of ACLED Data) και συγκεκριμένα με ημερομηνία καταγραφής κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 28/11/2025), όσον αφορά την πολιτεία Adamawa της Νιγηρίας, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, έχουν καταγραφεί 51 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 93 θάνατοι[1].
Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα δεδομένα όσον αφορά την κατάσταση ασφαλείας στην πολιτεία που διαμένει η Αιτήτρια , συνάγεται εύλογα και με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι η κατάσταση ασφαλείας μαζί με το ατομικό προφίλ της Αιτήτριας η οποία είναι νέα γυναίκα ικανή προς εργασία έχοντας βεβαίως και την υποστήριξη του συντρόφου της, δεν συνεπάγονται την ύπαρξη ουσιωδών λόγων να πιστεύεται ότι θα κινδυνεύσει ως άμαχη, σε περίπτωση επιστροφής στην περιοχή της καθότι η κατάσταση της οποίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κατάσταση αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Τέλος, λαμβάνω υπόψη ότι ο Υπουργός Εσωτερικών, στα πλαίσια των εξουσιών του άρθρου 12Βτρις του περί Προσφύγων Νόμου, καθόρισε με την Κ.Δ.Π. 145/2025 ημερ. 30/05/2025, τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, τη Νιγηρία, ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας.
Τέλος αναφορικά με τις διαδικαστικές εγγυήσεις οι οποίες κατά τον συνήγορο της Αιτήτρια παραβιάστηκαν κρίνω πως ο ισχυρισμός δεν ευσταθεί και απορρίπτεται αυτό προκύπτει και από την εξέταση ευαλοτώτητα και την παραπομπή της Αιτήτρια ως ευάλωτο πρόσωπο ά λόγω των ιδιαιτεροτήτων που παρουσίασε σύμφωνα με τα ερ. 19-31 του Δ.Φ.
Περαιτέρω συντάσσομαι και υιοθετώ την έρευνα και κατάληξη των Καθ΄ων η αίτηση σχετικά με την επιστροφή της Αιτήτριας στην χώρα καταγωγής της σε συνάρτηση με το προφίλ της ως ανύπαντρης μητέρας (ερ. 97-98).
Επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα της Αιτήτριας 1 για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.
Υπό το φως των πιο πάνω η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με €1500 έξοδα εναντίον των Αιτητών και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/12/2025)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο