ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
9 Δεκεμβρίου 2025
[Β.ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
S.T., από την Τουρκία και τώρα στην Λευκωσία
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Α. Ιωάννου (κος), Δικηγόρος για Αιτητή
Μ. Μιχαηλίδου (κα), Δικηγόρος για τoυς Καθ΄ων η αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την υπό εξέταση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση, ημερ. 14/11/2022, η οποία του κοινοποιήθηκε στις 12/09/2023, με την οποία τον πληροφορούν ότι το αίτημά του για διεθνή προστασία ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου απορρίφθηκε καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 και 19 του Περί Προσφύγων Νόμου και ότι ο Αιτητής δεν απέδειξε οποιονδήποτε λόγο για να του παραχωρηθεί το καθεστώς πρόσφυγα ή της συμπληρωματικής προστασίας. Περαιτέρω αιτείται απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται στον Αιτητή καθεστώς προστασίας.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ο Αιτητής κατάγεται από την Τουρκία. Εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του στις 27/11/2018 και εισήλθε στην Δημοκρατία, μέσω των μη ελεγχόμενων από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχών. Στις 07/12/2018 ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για παροχή Διεθνούς Προστασίας. Ακολούθως, στις 12/10/2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο Λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για το Άσυλο (EUAA), ο οποίος στις 07/11/2022 ετοίμασε Έκθεση - Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με την συνέντευξή του. Στην συνέχεια, στις 14/11/2022, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του, δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου. Στις 12/09/2023 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασής της σχετικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον ίδιο αυθημερόν. Στην εν λόγω απόφαση καταγράφεται επίσης ότι αυτή διαβάστηκε στον Αιτητή από μεταφραστή σε γλώσσα που αυτός κατανοεί και είναι ικανός να επικοινωνεί (την Τουρκική). Εναντίον της πιο πάνω απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, καταχωρήθηκε στις 02/10/2023 από τον ίδιο τον Αιτητή, η Προσφυγή υπ' αριθμόν 3570/23 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Ακολούθως, στις 21/2/2024 ο Αιτητής διόρισε συνήγορο για να τον εκπροσωπήσει.
Κατά την καταχώρηση της προσφυγής, ο Αιτητής, ο οποίος δεν εκπροσωπείτο από δικηγόρο, δεν προέβαλε κανένα νομικό ισχυρισμό εναντίον της επίμαχης απορριπτικής απόφασης του αιτήματός του για διεθνή προστασία. Αυτό που κατέγραψε ήταν ότι επιθυμούσε την επανεξέταση του αιτήματός του καθώς δεν μπορεί να επιστρέψει στην χώρα καταγωγής του, διότι αναζητείται από τις αστυνομικές αρχές, εξαιτίας της υποστήριξής του προς τους Κούρδους επί σειρά ετών. Επιπλέον, δήλωσε ότι του ζητήθηκε να καταταγεί στον στρατό, αλλά αρνήθηκε, και εκφράζει ανησυχίες πως σε περίπτωση επιστροφής του υπάρχει κίνδυνος αναγκαστικής στρατολόγησης του.
Έπειτα ο κος Α. Ιωάννου ως δικηγόρος του Αιτητή στις 12/04/2024, καταχωρήθηκε αίτημα δια κλήσεως μέσω του οποίου ο Αιτητής δια του συνηγόρου του, αιτείτο δικαστικό διάταγμα που να επιτρέπει την τροποποίηση της προσφυγής. Στις 13/05/2024, το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα και εξέδωσε διάταγμα τροποποίησης, και ο δικηγόρος του Αιτητή καταχώρησε στις 24/05/2024 την τροποποιημένη προσφυγή.
Δια της τροποποιητικής του προσφυγής ο Αιτητής, μέσω του συνηγόρου του, προβάλλει πλείονες λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι καταγράφονται με γενικό και αόριστο τρόπο. Με την γραπτή του αγόρευση ο συνήγορος του Αιτητή, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε χωρίς τη διεξαγωγή δέουσας έρευνας. Ως προς αυτόν το ισχυρισμό, προβάλλει περαιτέρω, ότι η Υπηρεσία Ασύλου προέβη σε σοβαρή παραβίαση ουσιώδους τύπου, αφού αγνόησε στοιχεία που καταχώρησε προσηκόντως ο Αιτητής, ήτοι ένα βίντεο (Τεκμήριο Δ) το οποίο ισχυρίζεται ότι απεστάλη από τον ίδιο τον Αιτητή στην δημοσιευμένη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Υπηρεσίας Ασύλου, την ίδια ημέρα της συνέντευξης, και το αποδεικτικό της αποστολής επισημάνθηκε ως τεκμήριο Β. Ο λειτουργός που προχώρησε σε σχετική έκθεση – εισήγηση επί του αιτήματος του Αιτητή, φέρεται να αγνοεί πλήρως το σχετικό υλικό και προχωρεί σε έρευνα πλημμελή, υπό πλάνη ουσιώδη.
Η συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση αντικρούει τους ισχυρισμούς του Αιτητή και υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου είναι ορθή, νόμιμη, δεόντως αιτιολογημένη, λήφθηκε, δε, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων και, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση, και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Περαιτέρω, σε ότι αφορά το “Τεκμήριο Β” της τροποποιημένης προσφυγής, ως προς την αποστολή σχετικού βίντεο στην Υπηρεσία Ασύλου, η συνήγορος του Αιτητή, προβάλλει ότι σε καμία περίπτωση δεν αποδεικνύεται ότι το βίντεο εστάλη στην Υπηρεσία Ασύλου και ότι παραλήφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου. Το εν λόγω αντίγραφο ηλεκτρονικό μήνυμα, παρόλο που φαίνεται να φέρει την σωστή ηλεκτρονική διεύθυνση της Υπηρεσίας Ασύλου, είναι θολό αντίγραφο, χωρίς να φέρει οιονδήποτε ξεκάθαρο τίτλο/θέμα, ως προς το τί και ποιόν ξεκάθαρα αφορά αλλά και με ποια υπόθεση σχετίζεται, χωρίς να αναγράφει ούτε τίτλο σε σχέση με το ισχυριζόμενο προωθημένο προς την Υπηρεσία Ασύλου βίντεο. Παρατηρείται επιπλέον, ότι ενώ είναι ‘forwarded message’ δεν φαίνεται από ποια ηλεκτρονική διεύθυνση στάλθηκε προς τον Αιτητή με σκοπό να το προωθήσει στην Υπηρεσία Ασύλου. Ο Αιτητής, δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο, που να φαίνεται ότι αυτό όντως παραλήφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου. Επιπλέον, προβάλλει ότι ο Αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει και ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση έπραξαν σύμφωνα με την αρχή της χρηστής διοίκησης και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς, παρατηρείται ότι οι λόγοι ακύρωσης που εγείρονται στην παρούσα αίτηση παρατίθενται με γενικότητα και αοριστία. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.
«Η αναφορά, για παράδειγμα, ότι «Η απόφαση πάσχει γιατί λήφθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα» (το ίδιο αοριστολόγοι είναι και οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης), δεν εξηγεί καθόλου, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα, ή σε πλάνη, ή καταπάτηση των αρχών της ίσης μεταχείρισης κλπ. Η προσφυγή θα μπορούσε να απορριφθεί για τους πιο πάνω διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αντανακλούν βεβαίως και επί της ουσίας. Αυστηρώς ομιλούντες τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων. (δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384) (δέστε Υπόθεση Αρ. 1119/2009 ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και Κυπριακής Δημοκρατίας).
Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672:
Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης.
Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).
Ο συνήγορος του Αιτητή παραθέτει γενικά και αόριστα τα νομικά σημεία στην προσφυγή και επικαλείται παραβιάσεις του Συντάγματος, του περί Προσφύγων Νόμου, των Γενικών Αρχών και του Διοικητικού Δικαίου χωρίς ωστόσο να παραθέτει τις συγκεκριμένες διατάξεις της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμό παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά επίσης ελλείπει οποιαδήποτε τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης.
Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636:
«Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγόρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».
Σχετική είναι και η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4.
«Το γεγονός ότι το άρθρο 146.1. του Συντάγματος καταγράφει ως αιτίες ακυρότητας την αντίθεση προς τις διατάξεις του Συντάγματος, ή του Νόμου και την υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας, δεν σημαίνει ότι αρκεί η γενική επίκληση κάποιας από αυτές χωρίς άλλο. Η ταξινόμηση κάποιου νομικού λόγου ως υπαγόμενου στα πιο πάνω, είναι εγχείρημα ουσίας που προϋποθέτει την έγερσή του σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις».
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης.
Περαιτέρω η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371,Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).
Στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου, 2010).
Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. The Republic (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης» (Δημοκρατίας ν. Γιαλλουρίδη και Άλλων), Αναθεωρητικές Εφέσεις 868, 868, ημερομηνίας 13.12.90)».
Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή περί παραβίασης ουσιώδους τύπου από την Υπηρεσία Ασύλου, λόγω αγνόησης στοιχείων που υποβλήθηκαν προσηκόντως από τον ίδιο, συγκεκριμένα του βίντεο - Τεκμήριο Δ, το οποίο ο Αιτητής υποστηρίζει ότι απέστειλε στη δημοσιευμένη ηλεκτρονική διεύθυνση της Υπηρεσίας Ασύλου την ημέρα της συνέντευξης, επισημαίνονται τα εξής:
Σχετικά με το «Τεκμήριο Β» της τροποποιημένης προσφυγής, που αφορά την αποστολή του συγκεκριμένου βίντεο στην Υπηρεσία Ασύλου, το εν λόγω τεκμήριο δεν αποδεικνύει ότι το βίντεο πράγματι εστάλη και παραλήφθηκε από την Υπηρεσία. Το προσκομισθέν αντίγραφο ηλεκτρονικού μηνύματος, αν και φαίνεται να φέρει την ορθή ηλεκτρονική διεύθυνση της Υπηρεσίας Ασύλου, παρουσιάζεται θολό και δεν περιλαμβάνει σαφή στοιχεία ως προς το αντικείμενο, τον αποστολέα και τη σύνδεση με συγκεκριμένη υπόθεση. Ειδικότερα, στο εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα, δεν αναγράφεται θέμα ή τίτλος που να συνδέει το περιεχόμενο με το προβαλλόμενο βίντεο, δεν καταγράφεται συγκεκριμένο περιεχόμενο πέραν του επισυναπτόμενου βίντεο, ενώ το μήνυμα φαίνεται να είναι προώθηση από άγνωστη διεύθυνση προς τον Αιτητή, χωρίς να διευκρινίζεται η αρχική προέλευσή του. Επιπρόσθετα, ο Αιτητής δεν έχει προσκομίσει κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να επιβεβαιώνει την παραλαβή του εν λόγω βίντεο από την Υπηρεσία Ασύλου. Η απουσία τέτοιων αποδείξεων καθιστά αδύνατη την επιβεβαίωση ότι η Υπηρεσία είχε πράγματι λάβει γνώση του συγκεκριμένου τεκμηρίου και επομένως ο ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και εάν το εν λόγω βίντεο γίνει αποδεκτό και εξεταστεί, δεν καταδεικνύει σε καμία περίπτωση τους ισχυρισμούς του Αιτητή.
Όπως καταδεικνύεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, οι Καθ΄ ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους. Η υπό κρίση απόφαση λήφθηκε στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, ήτοι της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν συνεκτίμησης των πραγματικών στοιχείων και δεδομένων, στηριζόμενη στο ορθό νομικό υπόβαθρο όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω στην απόφαση μου.
Όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση. Εξετάζοντας λοιπόν, την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων ο Αιτητής δήλωσε τόσο με την αίτησή του για διεθνή προστασία όσο και κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, αλλά και όσων προβάλλει με την παρούσα προσφυγή, επισημαίνω τα κατωτέρω.
Κατά την συμπλήρωση της αίτησης του, ο Αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του, για τους εξής λόγους: Από νεαρή ηλικία, η οικογένειά του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το χωριό όπου διέμενε, λόγω του επωνύμου της. Το ίδιο επαναλήφθηκε τρία χρόνια αργότερα, όταν χρειάστηκε να αλλάξουν εκ νέου τόπο κατοικίας εξαιτίας της πίεσης που ασκούσε ο στρατός. Ο Αιτητής δήλωσε ότι πολλά μέλη της οικογένειάς του, όπως θείοι και ξαδέλφια, βρίσκονται στα βουνά. Εξαιτίας αυτού, όλες οι οικογένειες που φέρουν το επώνυμο Τεμέλ έχουν υποστεί διαχρονικά απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης στην Τουρκία για πολιτικούς λόγους. Αυτός ήταν ο κυριότερος λόγος που δεν υπηρέτησε στον στρατό και ο βασικός λόγος που αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα.
Επιπλέον, εξηγεί ότι, λόγω της πολιτικής και ψυχολογικής πίεσης που βίωσε, αναγκάστηκε να διακόψει τη φοίτησή του, δεν μπόρεσε να βρει εργασία και κατέληξε φυγόστρατος. Με την κατάσταση να επιδεινώνεται συνεχώς, έλαβε την απόφαση να φύγει, αναζητώντας μια δημοκρατική χώρα όπου θα μπορούσε να ζήσει με αξιοπρέπεια και να εξασφαλίσει καλύτερες συνθήκες διαβίωσης.
Ακολούθως, κατά την προσωπική του συνέντευξη δήλωσε ότι γεννήθηκε το 1993 στην πόλη Beytussebap στην Τουρκία, και σε ηλικία εφτά ετών μετοίκησε με την οικογένειά του στην πόλη Adana της Τουρκίας, όπου έζησε εκεί μέχρι να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του. Περαιτέρω, δήλωσε ότι είναι Σουνίτης Μουσουλμάνος ως προς το θρήσκευμα και ότι έχει κουρδική καταγωγή. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι είναι άγαμος και ότι δεν έχει τέκνα. Ως προς την πατρική του οικογένεια, δήλωσε ότι οι γονείς του μαζί με τα δύο αδέλφια του, διαμένουν στην πόλη Adana στην Τουρκία. Επιπρόσθετα, δήλωσε ότι φοίτησε μέχρι την δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ωστόσο δεν αποφοίτησε και ότι εργαζόταν περιστασιακά ως ράφτης.
Ερωτηθείς για τους λόγους που εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η οικογένειά του υποστήριζε το πολιτικό κόμμα HDP, ενώ ο ίδιος αν και δεν είναι μέλος του, υποστηρίζει την ιδεολογία του κόμματος. Σημείωσε ότι η οικογένειά του, και συγκεκριμένα ο πατέρας του, συμμετείχε σε δραστηριότητες που σχετίζονται με το εν λόγω πολιτικό κόμμα, όπως παρακολούθηση συναντήσεων. Για το λόγο αυτό, η αστυνομία μετά το έτος 2016, άρχισε να αναζητά και τον ίδιο τον Αιτητή, ενώ δήλωσε ότι κατά την παραμονή του στην Κυπριακή Δημοκρατία πληροφορήθηκε την έκδοση εντάλματος σύλληψης.
Κληθείς να παράσχει περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τα περιστατικά και τους λόγους που τον οδήγησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής διευκρίνισε ότι ο ίδιος προσωπικά δεν είναι μέλος του πολιτικού κόμματος HDP, και ότι απλώς υποστηρίζει την ιδεολογία του κόμματος.
Ως προς την συμμετοχή του πατέρα του στο πολιτικό κόμμα, δήλωσε ότι απλώς συμμετέχει σε συναντήσεις. Ερωτηθείς πως γνώριζε η αστυνομία ότι ο πατέρας του υποστηρίζει το εν λόγω κόμμα, δήλωσε ότι ο αδελφός του πατέρα του σκοτώθηκε όταν πολεμούσα ενάντια στο PKK.
Ως προς τον λόγο που η αστυνομία αναζητά τον ίδιο τον Αιτητή, ισχυρίστηκε ότι κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης του HDP, η οποία έπειτα εξελίχθηκε σε διαδήλωση, η αστυνομία επιτέθηκε στους συμμετέχοντες. Ο ίδιος επενέβη για να βοηθήσει ένα 7χρονο παιδί που βρισκόταν εκεί. Ωστόσο, η αστυνομία τον συνέλαβε, τον επιβίβασε σε ένα όχημα και στην συνέχεια τον χτύπησε. Στη συνέχεια, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου εκδόθηκε ιατρική γνωμάτευση που, όπως ισχυρίζεται, ήταν ψευδής, καθότι βεβαίωνε ότι ήταν σε καλή κατάσταση. Μετά το περιστατικό, αφέθηκε ελεύθερος, αλλά από το 2016 και έπειτα η αστυνομία φέρεται να επισκέπτεται συχνά το σπίτι των γονιών του αναζητώντας τον. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι οι αρχές ίσως συνεχίζουν να τον αναζητούν, αν και πιθανώς αγνοούν το μέρος που βρίσκεται πλέον.
Επιπλέον, κατά την παραμονή του στην Κυπριακή Δημοκρατία, κατέθεσε αντίγραφο εντάλματος σύλληψης που, σύμφωνα με τον ίδιο, εκδόθηκε πιθανότατα από τις αστυνομικές αρχές στην Τουρκία. Ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν γνωρίζει τον λόγο έκδοσης του εντάλματος, αλλά πιθανολογεί ότι σχετίζεται με εσφαλμένες κατηγορίες για συμμετοχή του στο PKK ή για ενεργή εμπλοκή του σε ένοπλη δράση.
Ερωτηθείς τι θα του συμβεί σε περίπτωση που επιστρέψει στην χώρα καταγωγής του απάντησε ότι κινδυνεύει να τον συλλάβουν. Ερωτηθείς εάν μπορεί να ζήσει σε άλλο μέρος της χώρας, όπως στην Κωνσταντινούπολη, απάντησε αρνητικά.
Ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, σχημάτισε στην εισήγησή του, τρείς ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά στην ταυτότητα, προφίλ, χώρα καταγωγής και τον τελευταίο τόπο διαμονής του. Ο δεύτερος αφορά στον ισχυρισμό ότι ο Αιτητής συμμετείχε το 2016 σε διαδήλωση κατά την οποία κρατήθηκε για μικρό χρονικό διάστημα, ενώ ο τρίτος αφορά στον ισχυρισμό ότι μετά το περιστατικό της κράτησής του μετά την διαδήλωση, συχνά τον αναζητούσε η αστυνομία και ότι εκδόθηκε κλήση για εμφάνισή του στο δικαστήριο. Όσον αφορά τον πρώτο και τον δεύτερο ισχυρισμό, αυτοί έτυχαν αποδοχής τόσο από εσωτερικής όσο και εξωτερικής αξιοπιστίας. Αναφορικά με τον τρίτο ισχυρισμό, αυτός έτυχε απόρριψης.
Αναφορικά με τον τρίτο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός καταγράφει στην έκθεση – εισήγηση ότι ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι μετά το περιστατικό του 2016, η αστυνομία ξεκίνησε να παρενοχλεί τον ίδιο και τα μέλη της οικογένειάς του. Συχνά επισκέπτονταν την οικεία του, ρωτώντας για το που βρίσκεται ο Αιτητής. Ωστόσο, ο Αιτητής δεν μπόρεσε να διευκρινίσει τον λόγο για τον οποίο η αστυνομία ενεργούσε με αυτόν τον τρόπο απέναντί του και δεν μπόρεσε να παράσχει κάποια λογική εξήγηση για τις κατηγορίες που φέρονται να του αποδόθηκαν. Οι δηλώσεις του παρέμειναν ασαφείς, γενικές και χωρίς λεπτομέρειες, σχετικά με το φερόμενο ένταλμα σύλληψης – κλήση που εκδόθηκε εναντίον του ένα χρόνο αφότου έφυγε από την Τουρκία.
Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν μπόρεσε να αποδείξει τη σύνδεση μεταξύ του περιστατικού του 2016 και του λόγου που τον αναζητούσαν επανειλημμένα τα επόμενα χρόνια, όταν ο ίδιος ανέφερε ότι δεν είχε συγκεκριμένη δραστηριότητα που να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό του προς αυτήν την κατεύθυνση. Δεν ήταν σε θέση να παρέχει συγκεκριμένες λεπτομέρειες σχετικά με τη φερόμενη μεταχείρισή του από την αστυνομία στην Τουρκία ή το ένταλμα που εκδόθηκε εναντίον του. Οι ισχυρισμοί του παρέμειναν γενικοί και δεν μπόρεσε να εξηγήσει γιατί κατηγορείται προσωπικά μόνο και μόνο για τη συμμετοχή του στη διαμαρτυρία του 2016.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός κατέγραψε ότι παρά την εκτενή έρευνα, δεν βρέθηκαν πληροφορίες από εξωτερικές πηγές σχετικά με το φερόμενο περιστατικό που ανέφερε ο Αιτητής. Ο Αιτητής υπέβαλε έγγραφο για την τεκμηρίωση της αίτησής του (βλ. ερυθρ. 52), αλλά δεν μπόρεσε να απαντήσει σε καμία ερώτηση σχετικά με την κλήση, η οποία, όπως υποστηρίζει, δόθηκε στην οικογένειά του μετά την αποχώρησή του από την Τουρκία. Η ίδια η κλήση δεν αναφέρει τίποτα σχετικά με τον Αιτητή ή τον λόγο για τον οποίο καλείται, αλλά το έγγραφο δηλώνει ότι ο Αιτητής καταζητείται από τις 15/10/2019, ζητώντας του να παρουσιαστεί στο δικαστήριο στις 30/09/2022. Οι πληροφορίες που παρέχονται για το φερόμενο ένταλμα/δικαστικό έγγραφο είναι γενικές και καθόλου λεπτομερείς. Παρόλο που ο Αιτητής δεν ήταν παρών κατά την έκδοση του εγγράφου, αναμενόταν να γνωρίζει λεπτομερώς συγκεκριμένες πληροφορίες, όπως την ακριβή κατηγορία εναντίον του και τον λόγο έκδοσής του.
Ο αρμόδιος λειτουργός καταλήγει στο συμπέρασμα ότι με βάσει τα ανωτέρω, η εσωτερική και η εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του δεν στοιχειοθετούνται.
Εν συνεχεία, στη βάση των ισχυρισμών του Αιτητή, οι οποίοι έγιναν αποδεκτοί, ήτοι τον ισχυρισμό σχετικά με το προσωπικό του προφίλ, τη χώρα καταγωγής και περιοχή συνήθους διαμονής του, και τον ισχυρισμό περί της συμμετοχής του σε διαμαρτυρία το 2016, και της κράτησής του για μικρό χρονικό διάστημα, λαμβανομένων υπόψιν πληροφοριών από τη χώρα καταγωγής του, αξιολογήθηκε ότι δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υποστεί ο Αιτητής δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του και ειδικότερα στην πόλη Adana στην Τουρκία. Συγκεκριμένα, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι ο Αιτητής είναι υγιής άνδρας, 29 ετών, μορφωμένος, με δυνατότητα εύρεσης εργασίας και με οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο στην χώρα καταγωγής του. Περαιτέρω, ο Αιτητής παρέμεινε για δύο έτη στην Τουρκία, μετά την διαδήλωση του 2016 και την κράτησή του, χωρίς να του συμβεί κάτι, μέχρι να εγκαταλείψει την χώρα. Αναφορικά με την μεταχείριση των Κούρδων στην Τουρκία, ο λειτουργός κατέγραψε ότι τα διαθέσιμα στοιχεία δεν υποδεικνύουν ότι στην Τουρκία άτομα κουρδικής καταγωγής στοχοποιούνται γενικά, ούτε ότι η μεταχείρισή τους είναι τόσο σοβαρή από τη φύση της ή την επανάληψή της, ώστε να φτάνει το υψηλό όριο του να θεωρηθεί δίωξη ή άλλως απάνθρωπη ή εξευτελιστική.
Τέλος, ως προς την νομική ανάλυση των ισχυρισμών του Αιτητή, είναι θέση της Υπηρεσίας ότι κανένας φόβος για δίωξη δεν καθορίστηκε με βάση την εθνικότατα, τη φυλή, τη θρησκεία, την ιδιότητα του μέλους σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή την πολιτική του γνώμη και, συνεπώς, δεν εμπίπτει στην νομική έννοια του πρόσφυγα, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, το άρθρο 10 του Qualification Directive 2011/95/ΕΕ («Οδηγία 2011/95/ΕΕ») και το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου 2000 - 2020. Ομοίως, οι Καθ’ων η Αίτηση έκριναν ότι δεν επιβεβαιώθηκε ούτε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης ώστε να χορηγηθεί στον Αιτητή καθεστώς επικουρικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 15 (α) και (β) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και του άρθρου 19(2)(α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου 2000 - 2020. Ως προς το άρθρο 15 (γ) της Οδηγίας και αντίστοιχο 192(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε ότι δεν συντρέχει λόγος υπαγωγής του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των Άρθρων 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, εφόσον στην περιοχή προηγούμενης διαμονής του δεν συντρέχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας.
Κατόπιν εξέτασης των στοιχείων που βρίσκονται στον διοικητικό φάκελο, καθώς και μελέτης των αγορεύσεων εκατέρωθεν, δέον να αναφερθούν τα εξής.
Κατ’ αρχάς, κρίνω ως ορθή από τους Καθ' ων η αίτηση την αποδοχή του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού ο οποίος αφορά την ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ (ήτοι Σουνίτης Μουσουλμάνος, καταγωγής Κουρδικής) και την χώρα καταγωγής και περιοχή τελευταίας/συνήθους διαμονής του Αιτητή εκεί (υπήκοος Τουρκίας, Adana). Περαιτέρω, κρίνω ομοίως ως ορθή από τους Καθ' ων η αίτηση την αποδοχή του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού ο οποίος αφορά την συμμετοχή του Αιτητή σε διαδήλωση το 2016 και κράτησή του για μικρό χρονικό διάστημα. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν βρίσκει λόγο διαφοροποίησης επί των ανωτέρω ευρημάτων των Καθ’ων η αίτηση.
Προχωρώντας στην εξέταση του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, ομοίως, συντάσσομαι με την κατάληξη του αρμοδίου λειτουργού, ως αυτή καταγράφηκε ανωτέρω, για απόρριψη αυτού. Ειδικότερα, παρατηρώ ότι ο Αιτητής παρέμεινε γενικός και αόριστος στις διατυπώσεις του σχετικά με τον ισχυρισμό του ότι η αστυνομία τον αναζητούσε γεγονός που καταδεικνύει την απουσία ουσιαστικής βιωματικής εμπειρίας στις δηλώσεις του. Συμμερίζομαι την άποψη του αρμόδιου λειτουργού ότι ο Αιτητής δεν μπόρεσε να διευκρινίσει τον λόγο για τον οποίο η αστυνομία ενεργούσε με αυτόν τον τρόπο απέναντί του και δεν μπόρεσε να παράσχει κάποια λογική εξήγηση για τις κατηγορίες που φέρονται να του αποδόθηκαν. Ειδικότερα, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι μετά το περιστατικό του 2016, η αστυνομία ξεκίνησε να παρενοχλεί και να αναζητά τον ίδιο. Ερωτηθείς από τον αρμόδιο λειτουργό ως προς τον λόγο που επισκέπτονταν την οικεία του, ρωτώντας για το που βρίσκεται ο Αιτητής, απάντησε γενικά και αόριστα ότι έρχονταν απλώς για να διαπιστώσουν εάν βρίσκεται στο σπίτι (βλ. ερυθ. 56 7χ). Κληθείς να διευκρινίσει για ποιο λόγο εγκατέλειψε την χώρα το 2018, ενώ το περιστατικό συνέβη το 2016, ο Αιτητής απάντησε γενικά και αόριστα ότι οι επισκέψεις της αστυνομίας τον είχαν επηρεάσει ψυχολογικά, ότι κάποιοι θείοι του βρίσκονταν στην Κυπριακή Δημοκρατία και ότι φοβόταν να διαμείνει στην Τουρκία. Περαιτέρω, κληθείς να διευκρινίσει πώς κατάφερε να διαφύγει από την χώρα, απάντησε ότι αποφάσισε να διαφύγει, προτού του συμβεί κάτι, ισχυρισμός ο οποίος δεν κρίνεται εύλογος. Επιπλέον, ερωτηθείς από τον αρμόδιο λειτουργό, πως γίνεται οι γονείς του και ο αδελφός του, να διαμένουν μέχρι σήμερα στην πόλη Adana, παρά τις ενοχλήσεις από την αστυνομία, ο Αιτητής δεν μπόρεσε να δώσει μια συγκεκριμένη απάντηση, προβάλλοντας αόριστα ότι διαβιούν υπό πίεση, και ότι είναι μεγάλοι αρκετά για να φύγουν πλέον από εκεί.
Ως προς το έγγραφο που προσκόμισε ο Αιτητής προς υποστήριξη του ισχυρισμού του, ήτοι το έγγραφο – κλήση (βλ. ερυθ. 52), αρχικά σημειώνω ότι δεν πρόκειται για πρωτότυπο ούτε πιστό αντίγραφο και ότι αυτό δεν αποτελεί αντίγραφο εντάλματος σύλληψης, όπως αρχικά δήλωσε ο Αιτητής κατά την συνέντευξή του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, αλλά αποτελεί κλήση προς εμφάνιση. Περαιτέρω το εν λόγω έγγραφο δεν φέρει καμία σφραγίδα και υπογραφή. Περαιτέρω και αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι αυτό δεν μεταφράστηκε κρίνω ότι αυτό δεν ευσταθεί. Από την έκθεση του λειτουργού προκύπτει ότι αυτό μεταφράστηκε και το περιεχόμενο του εξετάστηκε ωστόσο το γεγονός ότι δεν βρίσκεται στο φάκελο κείμενο μετάφρασης δεν επηρεάζει την απόφαση στην παρούσα προσφυγή λαμβανομένου ότι το ίδιο το δικαστήριο δύναται να θεραπεύσει αυτή την παράλειψη .
Περαιτέρω συντάσσομαι με την εκτίμηση του αρμόδιου λειτουργού ότι οι δηλώσεις του παρέμειναν ασαφείς και γενικές, σχετικά με τον φερόμενη κλήση, η οποία εκδόθηκε ένα χρόνο αφότου έφυγε από την Τουρκία και η οποία όπως υποστηρίζει, δόθηκε στην οικογένειά του μετά την αναχώρησή του από την Τουρκία. Το εν λογω έγγραφο δεν αναφέρει οτιδήποτε σχετικά με τον Αιτητή ή τον λόγο για τον οποίο καλείται, αλλά το έγγραφο δηλώνει ότι ο Αιτητής αναζητείται από τις 15/10/2019, ζητώντας του να παρουσιαστεί στο δικαστήριο στις 30/09/2022. Ειδικότερα, παρατηρώ ότι ο λειτουργός έδωσε την ευκαιρία στον Αιτητή να εξηγήσει περαιτέρω τα γεγονότα τα οποία προσπαθεί να υποστηρίξει με το εν λόγω έγγραφο καθώς και να τοποθετηθεί επί του περιεχομένου του. Παρατηρείται ωστόσο, ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει τον λόγο για τον οποίο εκδόθηκε το εν λόγο έγγραφο του οποίου βέβαια η γνησιότητα αμφισβητείται, αλλά ούτε και για ποιο λόγο τον καλούν να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Σε επαναληπτική ερώτηση του αρμόδιου λειτουργού, ως προς αυτό, ο Αιτητής δήλωσε ότι κατά την γνώμη του, εκδόθηκε λόγω του περιστατικού το 2016, λέγοντας ότι πιστεύει ότι ίσως θεώρησαν ότι έχει γίνει μέλος του πολιτικού κόμματος PKK και ότι πολεμάει για αυτούς. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο Αιτητής κατά την συνέντευξή του, δεν γνωρίζει για ποιο λόγο τον κατηγορούν, διότι λείπει τρία χρόνια από την Τουρκία (βλ. ερυθ. 55 1χ). Διαφαίνεται μέσα από τις δηλώσεις του ότι οι ισχυρισμοί του βασίζονται σε εικασίες, ενώ αναμενόταν να είναι σε θέση να διευκρινίσει γιατί τον καλούν σε ακρόαση και για ποιο λόγο τον κατηγορούν, εφόσον μάλιστα όπως δήλωσε το εν λόγω έγγραφο το έδωσε ο δικηγόρος του στην οικογένειά του.
Αναφορικά με την Κουρδική του καταγωγή, ο Αιτητής, προέβη σε γενικές δηλώσεις σχετικά με τη ζωή των Κούρδων στην Τουρκία. Ισχυρίστηκε ότι οι Κούρδοι αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εύρεση εργασίας και ανέφερε ότι υπάρχει μια περιοχή στην πόλη Adana, όπου εάν βρεθεί Κούρδος, ενδέχεται να δεχθεί επίθεση. Ωστόσο, από τις δηλώσεις του Αιτητή δεν προκύπτουν στοιχεία που να υποδεικνύουν ότι ο ίδιος υπέστη προσωπικά κάποια διάκριση ή κακομεταχείριση εξαιτίας της κουρδικής του καταγωγής. Αντιθέτως, δήλωσε ότι έλαβε δημόσια εκπαίδευση στην Τουρκία, μαζί με μηνιαίο επίδομα. Επίσης, ανέφερε ότι ο πατέρας του διατηρεί ένα μικρό κατάστημα κάτω από την οικογενειακή οικία, ενώ ο ίδιος δήλωσε ότι περιστασιακά εργαζόταν ως ράφτης. Σε ερώτηση του αρμόδιου λειτουργού σχετικά με τους λόγους για τους οποίους οι Κούρδοι ενδέχεται να δυσκολεύονται στην εύρεση εργασίας, ο Αιτητής έδωσε μια γενική απάντηση, υποστηρίζοντας ότι η πολιτεία περιορίζει τη δυνατότητα των Κούρδων να εργάζονται σε όλα τα μέρη της χώρας. Οι δηλώσεις του δεν περιλαμβάνουν βιωματικές εμπειρίες που να καταδεικνύουν άμεσες ή συστηματικές διακρίσεις εις βάρος του. Εκλείπει ως εκ τούτου, το στοιχείο που θα μπορούσε να συνδέσει τις γενικές δυσκολίες που περιγράφει με την προσωπική του κατάσταση.
Επομένως, συμφωνώ με την θέση του αρμόδιου λειτουργού ότι, οι ισχυρισμοί του παρέμειναν γενικοί και δεν μπόρεσε να εξηγήσει γιατί κατηγορείται προσωπικά μόνο και μόνο λόγω της συμμετοχής του στη διαμαρτυρία του 2016. Ειδικότερα, η αναφορά του στη συμμετοχή του στη διαμαρτυρία του 2016 δεν επαρκεί για να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του περί προσωπικής δίωξης. Περαιτέρω, ο Αιτητής, δεν μπόρεσε να διευκρινίσει τον λόγο που εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του,τον Φεβρουάριο του 2018, ήτοι μεγάλο χρονικό διάστημα από τα περιστατικά που έλαβαν χώρα το 2016. Παράλληλα, οι δηλώσεις του δεν αντικατοπτρίζουν βιωματικά περιστατικά που να καταδεικνύουν άμεσες ή συστηματικές διώξεις εις βάρος του.
Επισημαίνω επιπρόσθετα ότι, μελετώντας την συνέντευξη και τις επισημάνσεις του αρμοδίου λειτουργού ως αυτές καταγράφηκαν ανωτέρω, ο τελευταίος έθεσε σωρεία ερωτήσεων και έδωσε πολλαπλές ευκαιρίες σε αυτόν να εκθέσει με λεπτομέρεια διάφορες πτυχές του αιτήματος του. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί του Αιτητή παρέμεινε ελλιπής και μη συγκεκριμένοι .
Σε σχέση δε με την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, το Δικαστήριο κρίνει ότι λόγω της φύσεως του ισχυρισμού, δεν είναι δυνατή η εύρεση εξωτερικών πηγών πληροφόρησής.
Ολοκληρώνοντας την αξιολόγηση των δηλώσεων του Αιτητή, το Δικαστήριο καταλήγει, ομοίως με τους Καθ΄ ων η αίτηση, στην απόρριψη του υπό εξέταση ισχυρισμού στο σύνολό του ως μη αξιόπιστο, αφού κρίνεται ότι οι δηλώσεις του Αιτητή δεν αντικατοπτρίζουν βιωματικό περιστατικό.
Συνεπώς, υπό το φως των ανωτέρω, τάσσομαι υπέρ της κρίσης της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν πληρείται η γενική αξιοπιστία του Αιτητή και δεν θεμελιώνεται βάσιμος φόβος δίωξης, για ένα από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο Άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.
Σημειώνεται πως λόγω του ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή αναφορικά με τους λόγους που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος, δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β), (σύμφωνα και με το άρθρο 15(β) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ).
Ο Αιτητής με την αίτηση τροποποίησης της προσφυγής του προσκόμισε φορητή μονάδα αποθήκευσης ‘ usb’ την οποίο συνοδεύει αποτύπωση σε έγγραφο του περιεχομένου της όσο και ένορκή δήλωση του Αιτητή μεταφρασμένη από πρόσωπο που δηλώνει ότι γνωρίζει την Τουρκική και ελληνική γλώσσα .
Ο Αιτητής ενώπιον του Δικαστηρίου δήλωσε πως το εν λόγω υλικό το απέστειλε στην Υπηρεσία Ασύλου 12/10/2022. Ωστόσο δεν εξηγεί πως ενώ κατά την εν λόγω ημερομηνία βρισκόταν στην Υπηρεσία Ασύλου όπου και διεξάχθηκε η συνέντευξη του ερωτήθηκε ,αν είχε να προσθέσει οτιδήποτε αυτός καμία αναφορά δεν έκανε στο εν λόγω στοιχείο. Περαιτέρω δεν μπορώ να μην λαβώ υπόψη μου πως στάλθηκε ενημερωτική επιστολή ημερ. 1/6/22 στον Αιτητή που αφορούσε στην ημέρα και ώρα που ορίστηκε η συνέντευξη του στην Υπηρεσία Ασύλου ως και υπόδειξη προς αυτόν να προσκομίσει κατά την εν λόγω ημερ. όλα τα έγγραφα που αφορούσαν στην υπόθεση του . Παρά τα πιο πάνω το Δικαστήριο εξέτασε το υλικό το οποίο προσκομίστηκε από τον Αιτητή ωστόσο δεν προκύπτει σε τι αφορά το περιστατικό ως επίσης δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής αναζητείται από την αστυνομία συνεπώς το εν λόγω υλικό ουδόλως ενισχύει την αξιοπιστία του Αιτητή
Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή/Αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατάφερε τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, αλλά ούτε κατά την ενώπιον μου διαδικασία.
Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην Έκθεση-Εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.
Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358). Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι η συνοχή μεταξύ των δηλώσεων του Αιτητή συνιστά δείκτη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του[1]. Όταν αιτητής κρίνεται αναξιόπιστος, δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης (βλ. υπόθ. αρ. 1964/06, ημερ. 11.3.08 Obaidul Haque v. Δημοκρατίας).
Στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων,"Το ευεργέτημα της αμφιβολίας πρέπει να δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί και εξετασθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντος. Οι ισχυρισμοί του αιτούντος πρέπει να παρουσιάζουν συνοχή και αληθοφάνεια και να μην έρχονται σε αντίφαση με γεγονότα που είναι γενικά γνωστά σε όλους".
Επομένως, ορθά δεν παραχωρήθηκε σε αυτήν το ευεργέτημα της αμφιβολίας και ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης της για διεθνή προστασία.
Περαιτέρω, θα εξετάσω ενδεχόμενη υπαγωγή του Αιτητή στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου (αντίστοιχο άρθρο 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ), παραθέτοντας επικαιροποιημένες πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής.
Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους όλων των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα, στη διάρκεια ενός έτους (Past year of ACLED Data) και συγκεκριμένα κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 28/11/2025), όσον αφορά την πόλη Adana της της Τουρκίας, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν έχουν καταγραφεί περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), ούτε έχει καταγραφεί οποιοσδήποτε θάνατος[2].
Να σημειωθεί επίσης, ότι ο πληθυσμός της πόλης Adana,της Τουρκίας καταγράφεται στα 2,274,106 [3].
Συνεπώς, δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή ότι θα υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, σε περίπτωση επιστροφής του στην Τουρκία, ή σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94 Elgafaji, σκέψη 43].
Η κατάσταση γενικευμένης βίας θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από διαρκή, γενικά και παρατεταμένα επίπεδα βίας σε μια χώρα ή σε μια περιοχή. Δεν αρκεί για τη συνδρομή των προϋποθέσεων της παραπάνω διάταξης η διαπίστωση σποραδικών και μεμονωμένων περιστατικών τρομοκρατικών ενεργειών ή άλλων βίαιων επεισοδίων ούτε αυξημένης εγκληματικότητας, η οποία αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο της έννομης τάξης και των μέτρων για τη δημόσια ασφάλεια κάθε οργανωμένου κράτους.
Τα παραπάνω υποδηλώνουν, στο σύνολό τους, ότι στην πόλη Adana της Τουρκίας, τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή και μέρος όπου ευλόγως αναμένεται να επιστρέψει άμα τη επιστροφή του στη χώρα καταγωγής, δεν επικρατούν συνθήκες ένοπλης εσωτερικής σύγκρουσης και κατ΄ επέκταση συνθήκες βίας ασκούμενης αδιακρίτως κατά αμάχων, υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Αναλύοντας δε, τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, σημειώνεται ότι πρόκειται για νεαρό άτομο, μορφωμένο, με υποστηρικτικό δίκτυο στην χώρα καταγωγής (γονείς και αδέλφια), υγιή και χωρίς να εντοπίζεται κάποια ευαλωτότητα στο πρόσωπό του (από τα στοιχεία που έδωσε κατά τη συνέντευξη του).
Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα δεδομένα για την κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Adana της Τουρκίας, καθώς και τo ατομικό προφίλ του Αιτητή, με βάση και τον ορισμό της «αδιάκριτης βίας» (ως η σχετική νομολογία του ΔΕΕ σύμφωνα με την απόφαση C-465/07 - Elgafaji, σκέψη 37), διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην πόλη Adana, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας ως άμαχος πολίτης, κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του Νόμου, εναπόκειται στον Αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση του για διεθνή προστασία και εν προκειμένω ο Αιτητής με τα όσα δήλωσε στη συνέντευξη του αλλά και όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και καταγράφονται στην έκθεση του αρμόδιου λειτουργού, ουδόλως τον ενέτασσαν στις περιπτώσεις της αναγκαιότητας παροχής του καθεστώτος της συμπληρωματικής προστασίας. Εν προκειμένω, ορθά κρίθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί οτιδήποτε εκ μέρους του Αιτητή που να στοιχειοθετεί τον ισχυρισμό του για βάσιμο φόβο ότι αυτός θα υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη.
Ως εκ τούτου ορθά δεν του χορηγήθηκε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας ως προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου, αφού αυτός δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο ότι θα υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη, ως καθορίζεται στο άρθρο 19(2).
Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.
Συνεπώς, η προσφυγή απορρίπτεται με €1500 εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση.
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] EASO, 'Practical Guide: Evidence Assessment, 2015, διαθέσιμο σε: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/public/EASO-Practical-Guide_-Evidence-Assessment.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 26/09/2025).
[2] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Turkey, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 09/12/2025)
[3] City popylation, Turkey: Provinces and Major Cities - Population Statistics, Maps, Charts, Weather and Web Information: https://www.citypopulation.de/en/turkey/cities/: (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 09/12/2025)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο