ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
18 Δεκεμβρίου, 2025
[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ - ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
K.W.Y. από την Ακτή Ελεφαντοστού και τώρα στη Λάρνακα
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Μ. Δημητρίου (κος), για Ερμίνα Παπασολωμού και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τον Αιτητή
Α. Πάλλη (κα), για Κ. Μιχαηλίδου (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση
Ο Αιτητής είναι παρών
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο Αιτητής αιτείται δήλωσης του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 05/09/2024, η οποία του κοινοποιήθηκε στις 20/09/2024 και με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή Διεθνούς προστασίας καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου 6(Ι)/2000 είναι άκυρη, παράνομη και στερείται κάθε νόμιμου αποτελέσματος.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (στο εξής δ.φ.) που βρίσκονται ενώπιον μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Ακτής Ελεφαντοστού και στις 26/08/2024 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, αφού προηγουμένως εισήλθε νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 13/08/2024 μέσω του αερολιμένα της Λάρνακας. Στις 03/09/2024, διεξήχθη συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 05/09/2024 υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την εισήγηση όπως απορριφθεί το αίτημα του Αιτητή. Ακολούθως, στις 05/09/2024, ο δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, ενέκρινε την πιο πάνω Έκθεση-Εισήγηση αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή και εξέδωσε απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του. Στις 20/09/2024, εκδόθηκε απορριπτική του αιτήματος του Αιτητή επιστολή από την Υπηρεσία Ασύλου συνοδευόμενη από αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή αυθημερόν. Στις 16/10/2024, ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Δια της αίτησης ακυρώσεως του ο Αιτητής, μέσω των συνηγόρων του, πρόβαλε πλείονες λόγους ακυρώσεως, τους οποίους έθεσε με αοριστία και γενικότητα.
Οι συνήγοροι του Αιτητή, με τη γραπτή τους αγόρευση προωθούν:
1) Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ελλείψει δέουσας έρευνας, αφού δεν διεξήχθη εμπεριστατωμένη έρευνα για τα ΛΟΑΤ άτομα στην Ακτή Ελεφαντοστού και συγκεκριμένα για τη βία, τις διώξεις και τον κοινωνικό αποκλεισμό που υφίσταντο αλλά και για την έλλειψη προστασίας τους από τις αρχές.
2) Η προσβαλλόμενη λήφθηκε υπό πλάνη περί τα πράγματα και το Νόμο καθώς δεν υπήρξε κατανόηση της πραγματικής κατάστασης που αντιμετώπιζε ο Αιτητής στην Ακτή Ελεφαντοστού αλλά και της εκεί κοινωνικής και νομικής διάκρισης κατά των ΛΟΑΤ ατόμων. Περαιτέρω, έγινε λανθασμένη εφαρμογή του προσφυγικού δικαίου και των σχετικών διεθνών συμβάσεων.
3) Η διοίκηση άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια κατά τρόπο που παραβίαζε τις αρχές της αναλογικότητας και της αντικειμενικότητας.
4) Η προσβαλλόμενη παραβιάζει τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου, ως προς την αρχή της αμεροληψίας, αφού δεν λήφθηκαν υπόψιν τα εν προκειμένω δεδομένα και στοιχεία κατά τρόπο αντικειμενικό, ως προς την αρχή της αναλογικότητας, αφ’ ης στιγμής δεν υπήρξε ισορροπημένη στάθμιση μεταξύ της ανάγκης προστασίας του Αιτητή και της υποχρέωσης εξέτασης του αιτήματος του στη βάση των σχετικών προτύπων και ως προς την αρχή της αιτιολογημένης απόφασης, δεδομένου του ότι η απόφαση δεν παρέχει σαφή και επαρκή εξήγηση των λόγων απόρριψης του αιτήματος.
5) Η προσβαλλόμενη αντίκειται στην κείμενη νομοθεσία που διέπει την προστασία των αιτητών ασύλου.
6) Η προσβαλλόμενη παραβιάζει τα άρθρα 3, 3Α-3Δ του περί Προσφύγων Νόμου λόγω του ότι ο Αιτητής υφίσταται δίωξη για το λόγο του ότι ανήκει σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, εξαιτίας του σεξουαλικού του προσανατολισμού και επομένως, εμπίπτει στον ορισμό του πρόσφυγα.
7) Η προσβαλλόμενη παραβιάζει το άρθρο 17 του περί Προσφύγων Νόμου με δεδομένο το ότι δεν λήφθηκαν υπόψιν τα σχετικά κριτήρια και δεν παραχωρήθηκε στον Αιτητή το προσφυγικό καθεστώς.
Οι Καθ' ων η αίτηση, μέσω της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου τους, υποβάλλουν ότι οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλει ο Αιτητής μέσω της προσφυγής του δεν εγείρονται σύμφωνα με τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 και για αυτόν τον λόγο δεν μπορούν να εξεταστούν. Επιπρόσθετα, οι Καθ΄ ων η Αίτηση, ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης λόγω του γενετήσιου προσανατολισμού του έτσι ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση, αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση, χωρίς να εμφιλοχωρήσει καμία πλάνη στη λήψη της και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.
Οι συνήγοροι του Αιτητή, με την απαντητική γραπτή τους αγόρευση, θέτουν περαιτέρω ότι ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στα άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου συνεπεία του ότι αν τυχόν επιστρέψει στη χώρα του, πιθανόν να αντιμετωπίσει εξευτελιστική μεταχείριση και εκ νέου κακομεταχείριση και βιασμό.
Κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων, ημερομηνίας 09/10/2025, ο συνήγορος του Αιτητή, περιόρισε τους λόγους ακύρωσης στην έλλειψη δέουσας έρευνας.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς, παρατηρείται ότι οι λόγοι ακύρωσης που εγείρονται στην παρούσα αίτηση, παρατίθενται με γενικότητα και αοριστία. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Κανονισμού 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.
«Η αναφορά, για παράδειγμα, ότι «Η απόφαση πάσχει γιατί λήφθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα» (το ίδιο αοριστολόγοι είναι και οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης), δεν εξηγεί καθόλου, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα, ή σε πλάνη κλπ. Η προσφυγή θα μπορούσε να απορριφθεί για τους πιο πάνω διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αντανακλούν βεβαίως και επί της ουσίας. Αυστηρώς ομιλούντες, τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση του δικηγόρου της Αιτήτριας δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων (δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384) (δέστε Υπόθεση Αρ. 1119/2009 ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και Κυπριακής Δημοκρατίας).
Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672:
«Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης.»
Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).
Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636: «Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγόρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».
Σύμφωνα με την Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671: «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»
«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56»
Στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου, 2010).
Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. The Republic (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης» (Δημοκρατίας ν. Γιαλλουρίδη και Άλλων), Αναθεωρητικές Εφέσεις 868, 868, ημερομηνίας 13.12.90)».
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται, τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου.
Στα πλαίσια των εξουσιών του Δικαστηρίου έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων ο Αιτητής δήλωσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, όσο και όσα προβάλλει με την παρούσα προσφυγή.
Σύμφωνα με τα στοιχεία στο φάκελο του Αιτητή, αυτός είναι ενήλικας από την Ακτή Ελεφαντοστού.
Η συνέντευξη που διεξήγαγε ο αρμόδιος λειτουργός στον Αιτητή εμφαίνεται στα ερ. 33-18 δ.φ.
Υπό το φως των πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό συνέντευξης του Αιτητή και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε την Έκθεση-Εισήγηση του επί τη βάση των εξής δυο (2) ουσιωδών ισχυρισμών:
(1) Προσωπικά στοιχεία και προφίλ Αιτητή.
(2) Σεξουαλικός προσανατολισμός του Αιτητή ως ομοφυλόφιλο άτομο.
Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε αυτόν ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και συνεπώς τον έκανε αποδεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ του Αιτητή όπως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση-Εισήγηση. Συγκεκριμένα, τα στοιχεία του Αιτητή εξακριβώθηκαν από το αντίγραφο του διαβατηρίου το οποίο προσκόμισε και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Ως προς το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι το Σεξουαλικό του προσανατολισμό ως ομοφυλόφιλο άτομο, ο αρμόδιος λειτουργός ακολούθησε το ειδικό ερωτηματολόγιο DSSH Model με ειδική διαμόρφωση για άτομα ανήκοντα στη μειονοτική ομάδα LGBTQI+ με σκοπό να διαπιστώσει εάν ο Αιτητής συγκέντρωνε τα χαρακτηριστικά της διαφορετικότητας (difference), του στίγματος (stigma), της ντροπής (shame) και της βλάβης (harm).
Διαφορετικότητα (Difference)
Σχετικά με το σεξουαλικό του προσανατολισμό, ο Αιτητής ανέφερε ότι η πρώτη του επαφή με άτομο του ιδίου φύλου έγινε το 2009, όταν συνευρέθηκε ερωτικά με το θείο του, συνευρέσεις οι οποίες συνεχίστηκαν μέχρις ότου ο θείος του σκοτωθεί σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα το 2010. Πρόσθεσε ότι μετά την πρώτη τους ερωτική συνεύρεση, άρχισε να τρέφει αισθήματα για τα άτομα του ιδίου φύλου. Αυτές του οι αναφορές αντίβαιναν στις μετέπειτα δηλώσεις του, αφού σε κατοπινό σημείο ισχυρίστηκε ότι ξεκίνησε να παρατηρεί τη διαφορετικότητά του στην ηλικία των 11-12 ετών πλην όμως δεν μπορούσε να εξηγήσει το εν λόγω συναίσθημα ενώ άρχισε την έρευνα για τη σεξουαλικότητά του ακολούθως της σεξουαλικής εκμετάλλευσης που υπέστη από το θείο του στα 18 του χρόνια. Περαιτέρω, δεν αιτιολόγησε τι εννοούσε αναφέροντας ότι δεν μπορούσε να εξηγήσει το ανομολόγητο συναίσθημα και ερωτηθείς γι’ αυτό, απάντησε μη σχετικώς ότι φοβόταν καθώς οι γονείς του ήταν χριστιανοί και στη χώρα του η ομοφυλοφιλία απαγορευόταν και άρα, φοβόταν να εκφραστεί. Ούτε παρέσχε πληροφορίες για το είδος της έρευνας στην οποία προέβη περιοριζόμενος στο να δηλώνει ότι αφότου συνευρέθηκε ερωτικά με το θείο του, άρχισε την έρευνα για τις προτιμήσεις του. Ερωτηθείς ως προς το πως βίωνε τη διαφορετικότητά του πριν το περιστατικό με το θείο του, απάντησε ότι η ζωή του ήταν φυσιολογική και ότι δεν είχε αισθήματα για τα άτομα του αντίθετου φύλου. Πέραν του ότι υπέπεσε σε αντίφαση αφ’ ης στιγμής προηγουμένως μίλησε για μια μη φυσιολογική ζωή, οι αναφορές του χαρακτηρίζονταν γενικές και αόριστες και περαιτέρω απ’ αυτές απουσίαζε το προσωπικό στοιχείο που να κατάθετε το από πλευράς του προσωπικό βίωμα.
Ντροπή (Shame) και Στίγμα (Stigma)
Σε σχέση με το πώς αισθανόταν στη χώρα καταγωγής του ως ομοφυλόφιλο άτομο, δεν παρέσχε ικανοποιητικές πληροφορίες, αφού αρκέστηκε στο να αναφέρει ότι τα ομοφυλόφιλα άτομα διώκονταν και ότι ο ίδιος δέχτηκε ξυλοδαρμό και δεν ζούσε ελεύθερα. Περαιτέρω, οι δηλώσεις του ότι το 2015, όταν μοιράστηκε με τους γονείς του την αλήθεια για το σεξουαλικό του προσανατολισμό, εκείνοι τον έδιωξαν από το σπίτι, αντίβαιναν στον ισχυρισμό του περί του ότι από το 2012 μέχρι το 2015, διέμενε μαζί με τη θεία του στην πόλη Abidjan. Ερωτηθείς ως προς την από πλευράς της οικογένειάς του αντίδραση ακολούθως της αποκάλυψης, απάντησε γενικά και αόριστα ότι αντέδρασαν άσχημα και ήταν θυμωμένοι καθώς τους κάλεσε όλους για να τους το πει. Για το πως σκόπευε να προστατεύσει τον εαυτό του δεδομένου του ότι, ως ο ίδιος δήλωσε, γνώριζε ότι θα αντιδρούσαν κατ’ αυτόν τον τρόπο, ανέφερε ότι απλώς ήθελε να απελευθερωθεί, χωρίς ωστόσο να παραθέσει τυχόν σκέψεις, προβληματισμούς ή ενδοιασμούς που μπορεί να είχε προτού λάβει την απόφαση να μιλήσει στην οικογένειά του. Επιπλέον, αντιφατικές ήταν και οι δηλώσεις του για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο έμενε με τους τρεις ομοφυλόφιλους άντρες. Ενώ στην αρχή πρόβαλε ότι διέμεναν κάτω από την ίδια στέγη για ένα μήνα, στην πορεία ισχυρίστηκε ότι ζούσαν μαζί για 4 χρόνια. Ερωτηθείς για το πως ένοιωθε αναγκαζόμενος να ασκήσει πορνεία, απάντησε ανεπαρκώς ότι δεν ήταν φυσιολογικό αλλά δεν είχε άλλη επιλογή. Τέλος, δεν περιέγραψε το πως η διαφορετικότητά του τον επηρέαζε όπως και ούτε το στίγμα που βίωνε ως ομοφυλόφιλο άτομο.
Βλάβη (Harm)
Για τις ερωτικές του συνευρέσεις με το θείο του, ισχυρίστηκε ότι ενόσω διέμενε στο σπίτι του θείου και της θείας του, ο θείος του, του έλεγε ότι αν κοιμόταν μαζί του, θα του έδινε κάποιο χρηματικό ποσό. Δεν αναφέρθηκε σε περιστατικά που να του προκάλεσαν αίσθηση κινδύνου ή φόβου ενώ πρόσθεσε ότι βλέποντας το θείο του να επιμένει, ενέδωσε σ’ αυτές του τις επιθυμίες. Αργότερα δε, μίλησε για τον από πλευράς του θείου του βιασμό, ισχυρισμός που αντίβαινε στις προγενέστερες δηλώσεις του περί του ότι συνειδητά και με δική του συγκατάθεση συνευρέθηκε ερωτικά με το θείο του. Ακόμη, δεν παρέσχε ικανοποιητικές πληροφορίες για το βιασμό, αφού αδυνατούσε να περιγράψει τις σκέψεις του, τους προβληματισμούς του και τη συναισθηματική του κατάσταση ακολούθως του περιστατικού. Ούτε για το άτομο του ιδίου φύλου με το οποίο σύναψε ερωτικό δεσμό το 2019, μπόρεσε να παραθέσει επαρκή στοιχεία περιοριζόμενος σε γενικές αναφορές του τύπου ότι ήταν ηλικίας περίπου 56 χρονών και εργαζόταν ως υπεύθυνος ασφαλείας άλλου πολιτικού. Ισχυρίστηκε ακόμη ότι πήγε να μείνει στην πόλη Man όπου βρισκόταν για 2 χρόνια και εργαζόταν, και εκεί ο εν λόγω άντρας του έστελνε απειλητικά μηνύματα και ως εκ τούτου, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα και να μεταβεί στη Ρωσία. Περαιτέρω, δήλωσε ότι ενόσω διέμενε εκεί δεν του συνέβη το οτιδήποτε, αλλά αν τυχόν επέστρεφε, το άτομο αυτό ίσως τον έβρισκε. Ερωτηθείς ως προς το λόγο που το πίστευε αυτό, δεν απάντησε κατά τρόπο που να δικαιολογούσε τον κατ’ ισχυρισμόν φόβο του, καθώς ανέφερε ότι όταν ο εν λόγω άντρας συναντούσε τους φίλους του, τους έλεγε ότι αν τον έβλεπε, θα τον σκότωνε. Επιπλέον, δεν γνώριζε τι σήμαινε το ακρώνυμο ΛΟΑΤ, γεγονός που δεν σύναδε με τη συμπεριφορά που είχε υιοθετήσει στη χώρα του, ήτοι την κατ’ ισχυρισμόν έρευνα στην οποία προέβη για τη σεξουαλικότητά του. Επίσης, πρόβαλε ότι έφυγε από την Ακτή Ελεφαντοστού εξαιτίας του σεξουαλικού του προσανατολισμού και μετέβηκε στη Ρωσία όπου - ως και ο ίδιος δήλωσε - τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα δέχονταν στίγμα και βίαιες επιθέσεις, πράξη που δείκνυε επιπολαιότητα και δεν είχε καμία λογική. Ακόμη, ενώ ισχυρίστηκε ότι μεγάλωσε σε ένα χριστιανικό πλαίσιο και ότι φοβόταν να μιλήσει στους γονείς του λόγω τούτου, εντούτοις παρέλειψε να αναφέρει ικανοποιητικά στοιχεία για το πως αντιμετώπιζε η θρησκεία τα εν λόγω άτομα ενώ αρκέστηκε στο να δηλώσει ότι η ομοφυλοφιλία καταδικαζόταν στη χώρα του και αποτελούσε ταμπού.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός μετά από έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, αναφέρθηκε στην μη ύπαρξη άρθρου στο ποινικό δίκαιο της χώρας για την καταδίκη των πρακτικών των ΛΟΑΤ. Περαιτέρω, τόνισε ότι οι διακρίσεις και η βία κατά των ΛΟΑΤ, εξακολουθούσαν να αποτελούν κοινωνικό πρόβλημα, με ένα μέρος του πληθυσμού να θεωρεί την ομοφυλοφιλία ως ένα είδος διαφθοράς και ανατροπής της κοινωνικής τάξης, ή «έγκλημα», ενώ άλλο μέρος του να μην έχει προκαταλήψεις για τον σεξουαλικό προσανατολισμό των ΛΟΑΤ ατόμων. Τέλος, ως ανέφερε, τα ΛΟΑΤ άτομα αντιμετώπιζαν βία και παρενόχληση από την κρατική ασφάλεια αλλά και τις δυνάμεις του κράτους. Τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με τις ανεπαρκείς, ασαφείς, αντιφατικές και μη πειστικές δηλώσεις του, οδήγησαν στην απόρριψη του ισχυρισμού.
Εν συνεχεία o αρμόδιος λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα του και συγκεκριμένα στην πόλη Man της περιφέρειας Montagnes όπου διέμενε τα τελευταία δυο χρόνια προτού εγκαταλείψει την Ακτή Ελεφαντοστού. Εξετάζοντας τα ουσιώδη περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά και αναλύοντας την κατάσταση ασφαλείας διαπιστώθηκε ότι, δεν υπήρχαν εύλογοι - βάσιμοι λόγοι, σε περίπτωση που επέστρεφε στη χώρα του, την Ακτή Ελεφαντοστού, και συγκεκριμένα στην πόλη Man, να αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ως απόρροια της εκεί επικρατούσας κατάστασης ασφαλείας.
Ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε το κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούτο παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 (1) και έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 (2), (α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στην Ακτή Ελεφαντοστού δεν υπήρχαν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους να προέκυπτε ότι θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υφίστατο θανατική ποινή ή εκτέλεση, όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(α) ή βασανιστήρια, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(β) ή πραγματικό κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ως το άρθρο 19 (2)(γ) προνοεί, αφού η περιφέρεια Montagnes όπου εντασσόταν η πόλη Man δεν βρισκόταν σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Ως εκ τούτου ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι o Αιτητής δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα ακόλουθα:
Καταρχάς, κρίνω ως ορθή την αποδοχή από τους Καθ' ων η Αίτηση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος και αφορά την ταυτότητα και τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή.
Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή περί του σεξουαλικού του προσανατολισμού ως ομοφυλόφιλου, διαπιστώνω πως αυτός ορθώς απορρίφθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση ως εσωτερικά αναξιόπιστος, αφού ο Αιτητής δεν στοιχειοθέτησε με συνεκτικότητα, σαφήνεια και λεπτομέρεια τον ανωτέρω ισχυρισμό του περί σεξουαλικού του προσανατολισμού ώστε να προκύπτει ο βιωματικός χαρακτήρας αυτού. Παρά την πληθώρα ερωτήσεων που τέθηκαν στον Αιτητή από τον αρμόδιο λειτουργό, εντούτοις δεν κατέστη εφικτή η δημιουργία μιας ξεκάθαρης και σαφούς εικόνας για τον τρόπο με τον οποίον διαμορφώθηκε και εξελίχθηκε η σεξουαλική του ταυτότητα. Ο Αιτητής, περιέπεσε σε αντιφάσεις σχετιζόμενες με το χρονικό διάστημα κατά το οποίο συνειδητοποίησε την ταυτότητά του ενώ δεν ήταν σε θέση να μοιραστεί στοιχεία που να φανέρωναν την εσωτερική διεργασία που υπέστη για την εν λόγω συνειδητοποίηση. Πλέον, δεν έδειξε αισθήματα ντροπής, φόβου, απομόνωσης ή δυσκολίας εξαιτίας της διαφορετικότητάς του και ούτε είχε αντίληψη της κατάστασης στη χώρα του όσον αφορά την αντιμετώπιση της κοινωνίας και της Κυβέρνησης ως προς τα ομοφυλόφιλα άτομα.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ισχυρισμού, πληροφορίες από την χώρα καταγωγής στις οποίες ανέτρεξε το Δικαστήριο για σκοπούς πληρότητας της έρευνας καταγράφουν ότι στην Ακτή Ελεφαντοστού υπάρχει διαθέσιμη κρατική προστασία για ΛΟΑΤΚΙ πρόσωπα παρόλο που αυτή είναι αργή και δεν είναι επαρκώς αποτελεσματική[1]. Υπάρχουν δε περιστατικά σωματικής επίθεσης εναντίον προσώπων ΛΟΑΤΚΙ[2] και/ή διακρίσεις[3]. Υπάρχει, όμως, παρόλα τα προβλήματα και/ή των διαδικασιών που ακολουθούνται, δικαστική προστασία σε αδικήματα που συνδέονται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου[4].
Οι ως άνω πληροφορίες δεικνύουν την εκεί βία και τις διακρίσεις κατά των ΛΟΑΤ ατόμων ως επίσης και την αναποτελεσματική αυτών προστασία από πλευράς της Κυβέρνησης. Παρά ταύτα δεν προκύπτει ότι πρόκειται για συμπεριφορές τέτοιες ένεκα της φύσης ή της επανάληψής τους που να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και σε συνδυασμό με τη μη στοιχειοθετηθείσα εσωτερική αξιοπιστία αυτού, ο ισχυρισμός του Αιτητή περί του σεξουαλικού του προσανατολισμού, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Περαιτέρω αναφορικά με το αντίγραφο επιβεβαίωσης μέλους οργάνωσης ημερ. 14/10/2024 και τα δυο αντίγραφα στιγμιότυπων οθόνης τα οποία επισυνάφθηκαν στην προσφυγή του Αιτητή ως παραρτήματα Γ και Δ, σημειώνεται ότι δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά, αφού προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο με ανορθόδοξο δικονομικά τρόπο, αφ’ ης στιγμής θα έπρεπε να συνοδεύουν ένορκη δήλωση του Αιτητή και πλέον δεν εξηγήθηκε γιατί δεν προσκομίστηκαν έγκαιρα ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου (.καν.3(β)του περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2019 (3/2019 -31/2022).
Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή/Αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, αλλά ούτε κατά την ενώπιον μου διαδικασία.Περαιτερω οποιαδηποτε έγγραφα ήθελε προσκομίσει ο Αιτητής αυτά δεν δεύμευουν το δικαστηριο ως προς την κρίση και έχουν μονο υποστηρικτικό χαρακτήρα .
Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι ο αρμόδιος λειτουργός, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.
Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358). Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι η συνοχή μεταξύ των δηλώσεων του Αιτητή συνιστά δείκτη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του[5]. Όταν ο Αιτητής κρίνεται αναξιόπιστος, δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης (βλ. υπόθ. αρ. 1964/06, ημερ. 11.3.08 Obaidul Haque v. Δημοκρατίας).
Στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, "Το ευεργέτημα της αμφιβολίας πρέπει να δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί και εξετασθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντος. Οι ισχυρισμοί του αιτούντος πρέπει να παρουσιάζουν συνοχή και αληθοφάνεια και να μην έρχονται σε αντίφαση με γεγονότα που είναι γενικά γνωστά σε όλους".
Επομένως, ορθά δεν παραχωρήθηκε σε αυτόν το ευεργέτημα της αμφιβολίας και ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησής του για διεθνή προστασία.
Περαιτέρω, συμφωνώ με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο αρμόδιος λειτουργός στη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με τη μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για έναν από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο Άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.
Σημειώνεται πως λόγω του ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή αναφορικά με το λόγο που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα του απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος, δεν πληρούνταν και οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορούσε να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα του, ο Αιτητής θα κινδύνευε να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β) ακόμα και αν το Δικαστήριο δεχόταν τον ισχυρισμό του Αιτητή αναφορικά με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό λαμβάνοτας υπόψη και της επίσημες πηγές πληροφοόρισης στις οποίες το ίδιο το Δικαστήριο ανέτρεξε.
Για τους ίδιους λόγους, κρίνω ότι ορθά κρίθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν στοιχειοθετούνταν ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2)(β) του Νόμου για να παρασχεθεί στον Αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα του.
Αναφορικά με τη μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:
Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[1]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).
Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.
Εν προκειμένω, το Δικαστήριο προχώρησε σε έρευνα και για τις κρατούσες συνθήκες στην περιφέρεια Montagnes όπου βρίσκεται η πόλη Man, πόλη στην οποία και ζούσε ο Αιτητής από το 2020 μέχρι τη στιγμή που εγκατέλειψε τη χώρα του το Φεβρουάριο του 2022.
Ως προς τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας, σύμφωνα με το διαδραστικό χάρτη του portal RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), πρωτοβουλίας της Ακαδημίας της Γενεύης για το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο και το Δίκαιο των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, στην Ακτή Ελεφαντοστού δεν λαμβάνει χώρα οιαδήποτε ένοπλη σύρραξη[6]. Σύμφωνα με έκθεση του Freedom House του 2024, η Ακτή Ελεφαντοστού συνεχίζει να ανακάμπτει από μια ένοπλη σύγκρουση που έληξε το 2011 και παρά το ξέσπασμα βίας κατά την εκλογική περίοδο του 2020, οι πολιτικές ελευθερίες προστατεύτηκαν καλύτερα τα τελευταία χρόνια και η κοινωνία των πολιτών και η αντιπολίτευση λειτουργούν πιο ελεύθερα από τις εκλογές εκείνης της χρονιάς[7].
Περαιτέρω, βάσει πληροφοριών της διαδικτυακής πλατφόρμας Crisis 24 καταγράφεται πως η ασφάλεια της Ακτής Ελεφαντοστού έχει βελτιωθεί αισθητά από το τέλος ενός δεύτερου εμφυλίου πολέμου το 2011 και δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η χώρα θα διολισθήσει ξανά σε σύγκρουση βραχυπρόθεσμα έως μεσοπρόθεσμα[8]. Επίσης, ως αναφέρεται στην ανωτέρω πλατφόρμα, η έκθεση σε εγκληματική δραστηριότητα είναι η πιο πιθανή απειλή για τους επισκέπτες, η οποία εκδηλώνεται κυρίως με τη μορφή ευκαιριακών περιστατικών όπως μικροκλοπές σε πολυσύχναστες περιοχές, ενώ έξω από την εμπορική πρωτεύουσα, ένοπλοι ληστές αποτελούν απειλή στους αυτοκινητόδρομους της χώρας, ειδικά στα βόρεια και δυτικά της χώρας[9].
Σημειώνεται συναφώς ως προς την κατάσταση ασφαλείας στην περιφέρεια Montagnes του Καμερούν, όπου υπάγεται και η πόλη Man, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 28/11/2025), καταγράφηκαν 5 περιστατικά πολιτικής βίας (“political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/ απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία δεν προκλήθηκε κανένας θάνατος.[10] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της περιφέρειας Montagnes ανέρχεται σε 3,027,023 κατοίκους σύμφωνα με εκτίμηση του 2021[11].
Δεδομένων των πιο πάνω, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθώς η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του.
Λαμβάνοντας υπόψιν και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Αιτητή, κρίνω ότι ο Αιτητής δεν έχει κάποιο προσωπικό χαρακτηριστικό που να αυξάνει το ρίσκο του. Πρόκειται για άνδρα νεαρής ηλικίας, υγιή, αρκούντως πεπαιδευμένο, που ομιλεί γαλλικά και λίγα αγγλικά, πλήρως ικανό προς εργασία και του οποίου οι γονείς και τα έξι αδέλφια διαβιούν στην Ακτή Ελεφαντοστού. Συνεπώς, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή του στη χώρα του θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη και ως εκ τούτου δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στο άρθρο 19(2)(γ) του Περί Προσφύγων Νόμου.
Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.
Συνεπώς, η προσφυγή απορρίπτεται με € 1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση.
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] USDOS - US Department of State (Author): 2022 Country Report on Human Rights Practices: Cote d'Ivoire, 20 March 2023 διαθέσιμο στο: https://www.ecoi.net/en/document/2089133.html (ημ. τελευταίας πρόσβασης στις 17/12/2025).
[2] Human Rights Watch (HRW). 14 January 2020. "Côte d'Ivoire." Rapport mondial 2020 : événements de 2019, διαθέσιμο στο: https://www.hrw.org/fr/world-report/2020/country-chapters/336482 (ημ. τελευταίας πρόσβασης στις 17/12/2025).
[3] IRB - Immigration and Refugee Board of Canada (Author): Côte d'Ivoire: Treatment of individuals with diverse sexual orientation and gender identity and expression (SOGIE) by society and authorities, including legislation, state protection and support services (2019-August 2021) [CIV200766.FE], 1 October 2021 διαθέσιμο στο: https://www.ecoi.net/en/document/2063714.html (ημ. τελευταίας πρόσβασης στις 17/12/2025)
[4] IRB - Immigration and Refugee Board of Canada (Author): Côte d'Ivoire: Treatment of individuals with diverse sexual orientation and gender identity and expression (SOGIE) by society and authorities, including legislation, state protection and support services (2019-August 2021) [CIV200766.FE], 1 October 2021 διαθέσιμο στο: https://www.ecoi.net/en/document/2063714.html (ημ. τελευταίας πρόσβασης στις 17/12/2025)
[5] EASO, 'Practical Guide: Evidence Assessment, 2015, διαθέσιμο σε:
https://euaa.europa.eu/sites/default/files/public/EASO-Practical-Guide_-Evidence-Assessment.pdf (ημ. τελευταίας πρόσβασης στις 17/12/2025).
[6] ULAC, διαθέσιμο στο: https://www.rulac.org/browse/map (ημ. τελευταίας πρόσβασης στις 17/12/2025)
[7] Freedom House, 'Freedom in the World 2024, Côte d'Ivoire', διαθέσιμο στο: Côte d'Ivoire: Freedom in the World 2024 Country Report | Freedom House (ημ. τελευταίας πρόσβασης στις 17/12/2025)
[8] Crisis24, 'Côte d'Ivoire Country Report', last updated 05/12/2023, διαθέσιμο στο: https://crisis24.garda.com/insights-intelligence/intelligence/country-reports/cote-divoire (ημ. τελευταίας πρόσβασης στις 17/12/2025)
[9] Crisis24, 'Côte d'Ivoire Country Report', last updated 05/12/2023, διαθέσιμο στο: https://crisis24.garda.com/insights-intelligence/intelligence/country-reports/cote-divoire (ημ. τελευταίας πρόσβασης στις 17/12/2025)
[10] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Ivory Coast, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη στο: https://acleddata.com/platform/explorer (ημ. τελευταίας πρόσβασης στις 17/12/2025)
[11] City Population - Ivory Coast - Montagnes, διαθέσιμο στο: https://www.citypopulation.de/en/ivorycoast/cities/ (ημ. τελευταίας πρόσβασης στις 17/12/2025)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο