ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υποθ. Αρ. Δ.Κ. 43/25
3 Δεκεμβρίου 2025
[Β.ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, ΠΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
C.S.K.W.D. ARC 5756XXX εκ ΧΩΚΑΜ Μενόγειας
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω:
1) Υφυπουργoύ Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας
2) Διευθύντριας Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης
Καθ’ ων η Αίτηση
Νατάσα Χαραλαμπίδου (κα) και Ζωή Μουντούκου (κα), για Νατάσα Χαραλαμπίδου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για την Αιτήτρια.
Μαρίνα Φιλίππου, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Η Αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα προσφυγή μέσω της οποίας ζητά δήλωση του Δικαστηρίου που να ακυρώνει την απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση ημερομηνίας 31/10/2025, σύμφωνα με την οποίαν εκδόθηκε διάταγμα κράτησής της δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 9ΣΤ(2)(β) και (δ) του περί Προσφύγων Νόμου (Ν.6(I)/2000) και να διατάζει την άμεση απελευθέρωσή της.
Β. Διαζευκτικά της παραγράφου «Α», δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται και/ή τροποποιείται η απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση ημερομηνίας 31/10/2025 με την οποίαν εκδόθηκε διάταγμα κράτησης της Αιτήτριας δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 9ΣΤ(2) (β) και (δ) του περί Προσφύγων Νόμου (Ν.6(Ι)/2000), και με την οποία να διατάζονται εναλλακτικά, της κράτησής της, μέτρα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Η Αιτήτρια, υπήκοος Σρι Λάνκα (γεννηθείσα στις 26/03/1988), αφίχθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία με άδεια εισόδου στις 24/12/2016 .Στις 20/01/2017, ενεγράφη ως αλλοδαπή και υπέβαλε αίτηση για άδεια παραμονής και εργασίας η οποία της παραχωρήθηκε με τελευταία ημερ. ισχύος τις 24/12/2018 η οποία ακυρώθηκε. Στις 13/09/2017, υπέβαλε αίτηση για ανανέωση της άδειας παραμονής και εργασίας της σε νέο εργοδότη αφού αποδεσμεύτηκε στις 8/10/2017 από τον προηγούμενο εργοδότη και της παραχωρήθηκε έως τις 13/09/2020 η οποία επίσης ακυρώθηκε. Ακολούθως στις 29/11/2017 δόθηκαν οδηγίες για να μπει στο “stop list”. Στις 2/3/2018 υπόγραψε συμβόλαιο με τρίτο εργοδότη και στις 21/03/2018, υπέβαλε εκ νέου αίτηση για ανανέωση της άδειας παραμονής και εργασίας της. Στις 25/8/2018 αναχώρησε από τη Δημοκρατία και στις 25/9/2018 επέστρεψε . H αίτηση της ο οποία εκκρεμούσε για εξέταση απορρίφθηκε. Στις 30/1/2020 , δεκαέξι μήνες περίπου μετά, στις 05/08/2019, υπέβαλε αίτηση στην Υπηρεσία Ασύλου για διεθνή προστασία που απορρίφθηκε στις 25/05/2020 λόγω ρητής απόσυρσης εφόσον σύναψε γάμο με ευρωπαίο πολίτη στις 14/8/2019.(ερ. 162) του Δ.Φ. Η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή ημερ. 25/05/2020 μαζί με αιτιολόγηση της απόφασής της. Στις 21/05/2020, υπέβαλε αίτηση για άδεια παραμονής ως σύζυγος Ευρωπαίου, που της δόθηκε μέχρι τις 06/07/2025 ωστόσο και εν συνεχεία ακυρώθηκε λόγω έρευνας της γνησιότητα του γάμου της ο οποίος στις 29/1/2021 κρίθηκε ως εικονικός (ερ. 200) του Δ.Φ. και περαιτέρω στις 20/5/2025, κλήθηκε να αναχωρήσει από την Κύπρο. Στις 16/09/2025, αφού προσήλθε στα γραφεία της ΥΑΜ Λεμεσού ,συνελήφθη για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής και τέθηκε υπό κράτηση στα κρατητήρια Ομορφίτας. Στις 16/09/2025, εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης της, δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, καθώς διαπιστώθηκε ότι παρέμενε στη Δημοκρατία παράνομα από τις 27/06/2025, όταν παρήλθε η προθεσμία αναχώρησής της από την Κύπρο. Στις 13/10/2025, η Αιτήτρια, μέσω των συνηγόρων της, καταχώρησε την προσφυγή υπ’ αριθμόν 1148/2025 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου. Στις 25/09/2025 και ενώ τελούσε υπό κράτηση, υπέβαλε μεταγενέστερο αίτημα και στις 20/10/2025, ο φάκελος της επανάνοιξε. Στις 31/10/2025, ετοιμάστηκε σημείωμα από την κα. Α.Κ., με αναφορά στο ιστορικό της και σχετική εισήγηση προς τη Διευθύντρια Τμήματος Μετανάστευσης. Στις 31/10/2025, ανεστάλη το διάταγμα απέλασης έως την εξέταση του αιτήματός της για άσυλο από την Υπηρεσία Ασύλου και ακυρώθηκε το διάταγμα κράτησης ημερ. 16/09/2025. Στις 31/10/2025, εκδόθηκε νέο διάταγμα κράτησης βάσει του περί Προσφύγων Νόμου δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ(2)(β) και (δ).
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η Αιτήτρια προβάλλει ισχυρισμούς περί έλλειψης δέουσας έρευνας και έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας από τους Καθ’ ων η Αίτηση. Βασικό επιχείρημά της αποτελεί ότι τόσο από την πράξη της κράτησης όσο και από το διοικητικό φάκελο, απουσιάζει η απαιτούμενη αιτιολόγηση των λόγων και της έρευνας που διεξήχθη και που οδήγησαν στο να ληφθεί η απόφαση για κράτηση παρά για επιβολή εναλλακτικών μέτρων. Περαιτέρω, η προϋπόθεση της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 9ΣΤ του Νόμου, την οποίαν και επικαλούνται οι Καθ’ ων η Αίτηση επί του διατάγματος, δεν πληρείται στην περίπτωσή της. Προβάλλει πως σύμφωνα με την παράγραφο (β), η κράτηση επιτρέπεται για να προσδιοριστούν στοιχεία της αίτησης, όταν αυτά δεν μπορούν να αποκτηθούν διαφορετικά - ιδίως υπό την ύπαρξη κινδύνου διαφυγής. Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι ούτε από το διάταγμα όπως ούτε και από το διοικητικό φάκελο φαίνεται ξεκάθαρα ποια είναι τα στοιχεία αυτά που είναι αδύνατον να εξασφαλιστούν χωρίς την κράτησή της και για ποιο λόγο δεν μπορούν να εξασφαλιστούν χωρίς να της στερούν το δικαίωμα της ελευθερίας της.
Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια θέτει ότι η αιτιολογία που δίδεται στο διάταγμα κράτησης η οποία αφορά την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 9ΣΤ του Νόμου, είναι ανυπόστατη, ατεκμηρίωτη και λανθασμένη καθώς δεν υπέβαλε τις δυο αιτήσεις (για άσυλο και για επανάνοιγμα φακέλου) με σκοπό να ματαιώσει τη διαδικασία επαναπατρισμού της. Ως προς την αρχική αίτηση, την υπέβαλε στις 05/08/2019, χρόνια πριν τη σύλληψη και κράτησή της και δεν θα μπορούσε εκ των προτέρων να γνωρίζει για την εκ των υστέρων σύλληψη της και έκδοση εναντίον της των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης. Πλέον, το αρχικό αίτημα το απέσυρε προτού αυτό εξεταστεί επί της ουσίας με ρητή απόσυρση στις 25/05/2020, καθώς είχε ήδη τελέσει γάμο με Ευρωπαίο και δεν μπορούσε να διατηρεί ταυτόχρονα δυο καθεστώτα αλλά και για να σκοπούς έκδοσης του δελτίου διαμονής της. Ως προς το μεταγενέστερο αίτημα για διεθνή προστασία , το γεγονός ότι το υπέβαλε μετά τη σύλληψή της, δεν αρκεί για να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι προέβη στην εν λόγω πράξη για να εμποδίσει την επιστροφή της.
Επιπλέον, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι υπέβαλε μεταγενέστερο αίτημα από τις 25/09/2025, το οποίο όμως μέχρι σήμερα δεν έχει εξεταστεί παρά την υποχρέωση των Καθ’ ων η Αίτηση για εξέταση του με ταχύρρυθμες διαδικασίες.
Η Αιτήτρια επικαλείται την προστασία του άρθρου 5 της ΕΣΔΑ, καθώς η κράτηση δεν συνδέεται αναλογικά με τον επιδιωκόμενο σκοπό και υποστηρίζει καταληκτικά ότι η κράτηση είναι αυθαίρετη και δυσανάλογη.
Αντικρούοντας τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση, υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη λήφθηκε νόμιμα και κατόπιν δέουσας έρευνας, σύμφωνα με το άρθρο 9ΣΤ(2)(β) και (δ) του περί Προσφύγων Νόμου και είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Υποστηρίζει ότι έγινε εξατομικευμένη αξιολόγηση της περίπτωσης της Αιτήτριας, κατά την οποία ελήφθησαν υπόψιν αντικειμενικά κριτήρια που τεκμηριώνουν τον κίνδυνο διαφυγής, τη μη συμμόρφωση με προηγούμενες αποφάσεις επιστροφής, και την καταχρηστικότητα της αίτησης ασύλου.
Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια υπέβαλε μεταγενέστερο αίτημα μόνο μετά τη σύλληψή της και την έκδοση διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, στοιχείο που κατά την άποψή των Καθ’ ων η Αίτηση τεκμηριώνει ότι επιδίωκε τη ματαίωση της επιστροφής της.
Ακόμη, επικαλείται τα ακόλουθα στοιχεία ως αντικειμενικά τεκμήρια κινδύνου διαφυγής: 1. Παροχή πρόσβασης στη διαδικασία παροχής διεθνούς προστασίας. 2. Μη συμμόρφωση με την εκ του Νόμου απορρέουσα υποχρέωση ενημέρωσης των αρχών για τον τόπο διαμονής. 3. Υποβολή νέας αίτησης ενώ τελούσε ήδη υπό κράτηση. Υποστηρίζει ότι αυτά τα δεδομένα τεκμηριώνουν βάσιμα την εφαρμογή του άρθρου 9ΣΤ(2)(β) (ανάγκη προσδιορισμού στοιχείων της αίτησης λόγω κινδύνου διαφυγής) και του (δ) (κράτηση στο πλαίσιο επιστροφής).
Τέλος υποστηρίζεται, ότι εξετάστηκε η δυνατότητα λιγότερο περιοριστικών μέτρων, πλην όμως κρίθηκε ότι θα ήταν αναποτελεσματικά, λόγω της προχωρημένης φάσης επιστροφής και της συμπεριφοράς της Αιτήτριας τονίζοντας ότι η κράτηση εφαρμόστηκε ως έσχατο και απολύτως αναγκαίο μέτρο.
Κατά τις διευκρινίσεις η συνήγορος της Αιτήτριας πρόσθεσε πως ότι η αίτηση ασύλου της Αιτήτριας είχε αρχικά υποβληθεί χρόνια προηγουμένως πριν την σύλληψη της και υπέβαλε αίτηση επανανοίγματος του φακέλου της όταν της αναφέρθηκε από την ΥΑΜ Λεμεσού, ότι δεν της επιτρεπόταν να ανανεώσει το προηγούμενο νόμιμο καθεστώς ως πρώην σύζυγος ευρωπαίου πολίτη. Το οποίο κατείχε προηγουμένως, εξόν και η διαφοροποίηση με την υπόθεση ΔΚ12/22, στην οποία η συνήγορος των Καθ’ων η αίτηση αναφέρεται, στην σελίδα 12 της αγόρευσης της. Επίσης τόνισε ότι η διαφοροποίηση στην στη παρούσα υπόθεση είναι ότι η Αιτήτρια παρουσιάστηκε αυτοβούλως στην ΥΑΜ Λεμεσού με σκοπό την ανανέωση της άδειας παραμονής της, γεγονός που δεικνύει τον χαρακτήρα της.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Επισημαίνεται ότι το άρθρο 9ΣΤ του Ν.6(Ι)/2000 προβλέπει, για ότι εδώ ενδιαφέρει, τα ακόλουθα:
«9ΣΤ.-(1) Απαγορεύεται η κράτηση αιτητή λόγω μόνο της ιδιότητας του ως αιτητή, καθώς και η κράτηση ανήλικου αιτητή.
(2) Εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3), και εφόσον κρίνεται αναγκαίο και κατόπιν ατομικής αξιολόγησης κάθε περίπτωσης, ο Υπουργός δύναται να εκδίδει γραπτό διάταγμα με το οποίο να θέτει υπό κράτηση αιτητή, μόνο για οποιοδήποτε από τους ακόλουθους λόγους:
(δ) όταν κρατείται στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή ή/και να διεξάγεται η διαδικασία απομάκρυνσης, και ο Υπουργός τεκμηριώνει βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι το πρόσωπο είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου, ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι το πρόσωπο υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας, προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής.
[.]
(3) Ο Υπουργός δύναται, αντί να θέσει τον αιτητή υπό κράτηση, να του επιβάλει εναλλακτικά, για όσο χρονικό διάστημα κρίνει σκόπιμο υπό τις περιστάσεις, ορισμένες υποχρεώσεις που στοχεύουν στην αποφυγή του κινδύνου διαφυγής, όπως -
(α) Τακτική εμφάνιση ενώπιον των αρχών της Δημοκρατίας,
(β) κατάθεση χρηματικής εγγύησης,
(γ) υποχρέωση διαμονής σε υποδεικνυόμενο μέρος, περιλαμβανομένου κέντρου φιλοξενίας,
(δ) επιτήρηση από επόπτη.
(4)(α) Η κράτηση αιτητή έχει τη μικρότερη δυνατή διάρκεια και διαρκεί μόνο για όσο διάστημα ισχύει λόγος κράτησης που προβλέπεται στο εδάφιο (2).
(β) Οι διοικητικές διαδικασίες που συνδέονται με λόγο κράτησης που προβλέπεται στο εδάφιο (2) εκτελούνται χωρίς περιττές καθυστερήσεις. Καθυστερήσεις των διοικητικών διαδικασιών που δεν μπορούν να αποδοθούν στο αιτητή δεν δικαιολογούν την συνέχιση της κράτησης.
(5) Το προβλεπόμενο στο παρόν άρθρο διάταγμα παραθέτει τους πραγματικούς και νομικούς λόγους βάσει των οποίων εκδίδεται και αντίγραφό του επιδίδεται στον επηρεαζόμενο αιτητή.
(6)(α) Το διάταγμα κράτησης υπόκειται σε προσφυγή βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω Άρθρου και υπό τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το εν λόγω Άρθρο επιτρέπει τέτοια προσφυγή.
(β)(i) Η πρωτοβάθμια εκδίκαση προσφυγής, η οποία αναφέρεται στην παράγραφο (α), ολοκληρώνεται το συντομότερο δυνατό και η δικαστική απόφαση εκδίδεται, εκτός αν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας, εντός τεσσάρων (4) εβδομάδων από την καταχώριση της προσφυγής. Προς επίτευξη της πιο πάνω προθεσμίας και ανεξαρτήτως οποιουδήποτε Διαδικαστικού Κανονισμού, το εκδικάζον δικαστήριο δύναται να δίνει ανάλογες οδηγίες για ταχεία ανταλλαγή των δικογράφων και των συνακόλουθων αγορεύσεων, ή/και δύναται να ακούει προφορικά τους διαδίκους αντί γραπτών αγορεύσεων.
[.]».
Καταρχάς πρέπει να λεχθεί ότι οι λόγοι ακύρωσης είναι με γενικότητα και αοριστία που εγείρονται στην παρούσα αίτηση. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως. «Η αναφορά, για παράδειγμα, ότι «Η απόφαση πάσχει γιατί λήφθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα» (το ίδιο αοριστόλογοι είναι και οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης), δεν εξηγεί καθόλου, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ΄ ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα, ή σε πλάνη, ή καταπάτηση των αρχών της ίσης μεταχείρισης κλπ. Η προσφυγή θα μπορούσε να απορριφθεί για τους πιο πάνω διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αντανακλούν βεβαίως και επί της ουσίας. Αυστηρώς ομιλούντες τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων. (δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384) (δεστεΥπόθεση Αρ. 1119/2009 ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και Κυπριακής Δημοκρατίας).
Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: "Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης.
Στην παρούσα περίπτωση η απλή επίκληση της παραβίασης ενός συνταγματικού άρθρου, συγκεκριμένων νόμων και γενικών διοικητικών αρχών, χωρίς οποιαδήποτε συγκεκριμενοποίηση δεν είναι αρκετή. Η Αιτ απέτυχε να συνοδεύσουν τους ισχυρισμούς με εκείνα τα στοιχεία και γεγονότα τα οποία θα εφοδίαζαν το Δικαστήριο με το απαραίτητο υλικό που θα επέτρεπε την εξέταση της νομιμότητας της διοικητικής απόφασης. (Βλ. Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598.)"
Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση.
Έχω εξετάσει προσεκτικά την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των θέσεων των δυο πλευρών και έχω εντοπίσει στους διοικητικούς φάκελους που κατατέθηκαν ως τεκμήρια, τα στοιχεία που καταδεικνύουν ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση βρίσκεται σε εύλογη σχέση με τις προϋποθέσεις του Νόμου και τον επιδιωκόμενο σκοπό που αφορά στον κίνδυνο διαφυγής της Αιτήτριας, ως ο σκοπός αυτός ειδικά ρυθμίζεται δια των προβλεπόμενων εξαιρέσεων του άρθρου 9ΣΤ(2) του Νόμου. Από τα έγγραφα που βρίσκονται στο διοικητικό φάκελο συνάγεται ότι έγινε η απαιτούμενη εξατομικευμένη εκτίμηση των περιστάσεων της Αιτήτριας με τρόπο που να ανταποκρίνεται στην απαίτηση της κατά περίπτωση τεκμηρίωσης του ως άνω σχετικού πλαισίου.
Το δικαστήριο αντλεί καθοδήγηση και από την απόφαση στην Μehmet Arslan C-534/11 30/5/2013 όπου κρίθηκε ότι η οδηγία επιστροφής 2008/115/ΕΚ δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση Αιτητή ασύλου πριν την έκδοση απόφασης επί του αιτήματος του.
Θα πρέπει όμως να τονιστεί ότι, καίτοι η Οδηγία 2008/115 είναι μεν προσωρινώς ανεφάρμοστη κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας εξετάσεως της αιτήσεως ασύλου, τούτο ουδόλως σημαίνει ότι ως εκ τούτου θα τερματιζόταν οριστικά η διαδικασία επιστροφής, καθόσον αυτή μπορεί να συνεχιστεί σε περίπτωση που θα απορριπτόταν η αίτηση ασύλου. Είναι ξεκάθαρο ότι θα θιγόταν ο σκοπός της οδηγίας αυτής, δηλαδή η αποτελεσματική επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, αν αυτοί ήταν δυνατό, με την υποβολή αιτήσεως ασύλου, να επιτυγχάνουν αυτομάτως την απόλυσή τους (βλ. κατ’ αναλογία, απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2011, C‑329/11, Achughbabian, Συλλογή 2011, σ. Ι‑12695, σκέψη 30).
Λαμβανομένης όμως υπόψη της σημασίας του δικαιώματος στην ελευθερία που κατοχυρώνει το άρθρο 6 του Χάρτη και της βαρύτητας της επεμβάσεως στο δικαίωμα αυτό, την οποία συνιστά το υπό κρίση μέτρο κρατήσεως, οι περιορισμοί της ασκήσεως του δικαιώματος πρέπει να μην υπερβαίνουν τα όρια του απολύτως αναγκαίου (βλ. κατ’ αναλογίαν, όσον αφορά το δικαίωμα του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, απόφαση Digital Rights Ireland κ.λπ., C‑293/12 και C‑594/12, EU:C:2014:238, σκέψη 52).
Όσον αφορά δε την αναλογικότητα της διαπιστωθείσας επεμβάσεως, υπενθυμίζεται ότι η αρχή της αναλογικότητας επιτάσσει, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, να μην υπερβαίνουν οι πράξεις των οργάνων της Ένωσης το πρόσφορο και αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη των θεμιτών σκοπών που επιδιώκει η σχετική ρύθμιση, εξυπακουομένου ότι τα αρνητικά αποτελέσματα του μέτρου δεν πρέπει να είναι υπερβολικά σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς (βλ. αποφάσεις Afton Chemical, C‑343/09, EU:C:2010:419, σκέψη 45· Nelson κ.λπ., C‑581/10 και C‑629/10, EU:C:2012:657, σκέψη 71, καθώς και Sky Österreich, C‑283/11, EU:C:2013:28, σκέψη 50).
Ακόμα επισημαίνεται ότι το άρθρο 8 της οδηγίας 2013/33 προβλέπει, όπως αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις 15 και 20 της εν λόγω οδηγίας, σημαντικούς περιορισμούς της παρεχόμενης στα κράτη μέλη εξουσίας να επιβάλλουν κράτηση.
Πράγματι, από το άρθρο 8, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προκύπτει ότι τα κράτη μέλη δεν δύνανται να υποβάλλουν σε κράτηση ένα πρόσωπο απλώς και μόνο διότι υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Επιπλέον, το άρθρο 8, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας επιτάσσει η κράτηση να επιβάλλεται μόνον εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο και κατόπιν ατομικής αξιολογήσεως κάθε περιπτώσεως, εάν άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα δεν είναι δυνατό να εφαρμοστούν κατά τρόπο αποτελεσματικό.
Το άρθρο 8, παράγραφος 4, της οδηγίας 2013/33 ορίζει ότι τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το εθνικό δίκαιο να προβλέπει κανόνες που αφορούν εναλλακτικές της κρατήσεως λύσεις, όπως η τακτική εμφάνιση ενώπιον των αρχών, η κατάθεση χρηματικής εγγυήσεως ή η υποχρέωση διαμονής σε υποδεικνυόμενο μέρος. Ομοίως, το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/33 ορίζει ότι η κράτηση αιτούντος έχει τη μικρότερη δυνατή διάρκεια και εφαρμόζεται μόνο για όσο διάστημα ισχύουν οι λόγοι που καθορίζονται στο άρθρο 8, παράγραφος 3, της ίδιας οδηγίας.
Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση/εισήγηση της αρμόδιας λειτουργού στο διοικητικό φάκελο του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης στην οποία στήριξε την απόφαση της η Δ/ντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης στο εξής «Τ.Α.Π.Μ.» με την οποία να καταδεικνύεται ότι αυτή εξέτασε αν πληρούνται οι αντικειμενικές προϋποθέσεις του άρθρου 9ΣΤ, καθώς και οποιαδήποτε εξατομικευμένη αξιολόγησης της υποκειμενικής συμπεριφοράς της Αιτήτριας όπου καταγράφεται με λεπτομέρειες το μεταναστευτικό ιστορικό της Αιτήτριας και παραπέμπω στα ερ. 231-230, κρίνω ότι προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου που είχε ενώπιον της η Δ/ντρια, ότι έχει εξετάσει ότι η κράτηση είναι το μοναδικό πρόσφορο μέτρο για να διασφαλιστεί η επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού του Νόμου και δεν βαίνει πέραν αυτού που είναι απαραίτητο για την επίτευξή ώστε να είναι σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας.[S.K. v. Russia -52722 (14.2.17)]. Κρίνω ότι ο ισχυρισμός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει ως προς την δέουσα έρευνα και επαρκή αιτιολογία δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης.
Περαιτέρω η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97, Α.Ε.2371,Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).
Η υπό κρίση απόφαση λήφθηκε στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, ήτοι της Δ/ντριας του Τμήματος Αρχείου πληθυσμού και Μετανάστευσης, κατόπιν συνεκτίμησης των πραγματικών στοιχείων και δεδομένων, στηριζόμενη στο ορθό νομικό υπόβαθρο όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω στην απόφαση μου και εφόσον στο φάκελο βρίσκονται τα απαιτούμενα εκείνα στοιχεία που δικαιολογημένα καθορίσαν και την απόφαση της Δ/ντριας του Τ.Α.Π.Μ.
Από το ιστορικό της Αιτήτριας στο υπ. αρ. Β 16-03747 Ι, ΙΙ, αυτή αφίχθηκε στη Δημοκρατία το 2016 και αφού άλλαξε 3 εργοδότες και ενώ η άδεια παραμονής της ακυρώθηκε υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία περί τα 3 χρόνια αργότερα από την άφιξη της . Ακολούθως απέσυρε την εν λόγω αίτηση της εφόσον προχώρησε σύμφωνα με απόφαση του ΤΑΠΜ σε εικονικό γάμο. Αφού εκδόθηκε απόφαση για οικειοθελή αναχώρηση της από τη Δημοκρατία και αφού συνελήφθη από τις αρχές κατά την προσπάθεια της να ανανεώσει την άδεια παραμονής της προχώρησε αίτηση επανανοίγματος του φακέλου της στην Υπηρεσία Ασύλου
Το πιο πάνω αναφερόμενο ιστορικό της Αιτήτριας προκύπτει πως αυτή προέβη σε σειρά ενεργειών και παραλείψεων επίσης για να αποφύγει την αναγκαστική αναχώρηση της από την Δημοκρατία. Το γεγονός ότι τα ταξιδιωτικά της έγγραφα βρίσκονται στη διάθεση των αρχών από μόνο του δεν αποκλείει την κράτηση της στη βάση των προϋποθέσεων του άρθρου 9ΣΤ (2)(δ)του Ν.6(Ι)/2000.
Στη βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν βρίσκουν έρεισμα οι ισχυρισμοί περί έλλειψης δέουσας έρευνας και παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας και/ή υπέρβασης εξουσίας εκ μέρους της Διοίκησης, οι οποίοι επίσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Η απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη και η αιτιολογία της συμπληρώνεται περαιτέρω από τα έγγραφα στους διοικητικούς φακέλους.
Η αιτιολογία μιας απόφασης για να θεωρείται ότι είναι σύμφωνη με τις Γενικές αρχές του Διοικητικού Δικαίου, Άρθρα 26 και 28 του Νόμου 158(Ι)/1999 και την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θα πρέπει να περιέχει τους πραγματικούς λόγους και την νομική βάση στην οποία υπήγαγε τα γεγονότα ώστε να καταλήξει στη συγκεκριμένη απόφαση. Όμως η διατύπωση θα πρέπει να γίνεται με τρόπο που να δίνει την δυνατότητα στο Δικαστήριο να ελέγξει τη νομιμότητα της (Βλ. Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998)3 Α.Α.Δ.270).
Κρίνω ότι τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου τα συγκεκριμένα και απαραίτητα στοιχεία, επιδεκτικά δικαστικής εκτίμησης, που επιτρέπουν τη διενέργεια του δικαστικού ελέγχου (βλ. ενδεικτικά Χρίστος Πετρώνδας ν. Δημοκρατίας (1969) 3 Α.Α.Δ. 214 και Παπαγεωργίου ν. Δημοκρατίας (1984) 3 Α.Α.Δ. 1348).
Σύμφωνα με τα στοιχεία στο φάκελο της Αιτήτριας η απόφαση έκδοσης διατάγματος κράτησης του λήφθηκε δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ(2) του Νόμου, στο οποίο ρητά προβλέπονται οι εξαιρέσεις, σύμφωνα με τις οποίες νομιμοποιείται η κράτηση αιτητή ασύλου.
Όπως ακριβώς κρίθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και στην υπό εξέταση περίπτωση η Αν. Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης άσκησε ορθά τη διακριτική της ευχέρεια εξέτασε την περίπτωση της Αιτήτριας σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 9ΣΤ (2)(δ) και έκρινε ότι η κράτηση της ήταν αναγκαία κατόπιν ατομικής αξιολόγησης της περίπτωσής της και έκρινε ότι δεν ήταν εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά μέτρα, για το λόγο ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι, ο οποίος κρατείται στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του Κεφαλαίου 105, ζήτησε επανάνοιγμα του φακέλου του στη Υπηρεσία Ασύλου, προκειμένου να καθυστερήσει απλώς ή να εμποδίσει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής του, εφόσον είχε ήδη αυτός την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου.
Αυτό εξάλλου προκύπτει από το ιστορικό της Αιτήτριας όπως καταγράφεται στα αναντίλεκτα γεγονότα στο Διοικητικό φάκελο της Αιτήτριας.
Αφού εξέτασα τα αδιαμφισβήτητά στοιχεία στο διοικητικό φάκελο της Αιτήτριας καταρχάς δεν μπορώ να μην λάβω υπόψιν ότι η Αιτήτρια υπόβαλε την αίτηση της σχεδόν τρία (3) περίπου χρόνια μετά την άφιξη της στη Δημοκρατία με άδεια παραμονής ως οικιακής βοηθού και αφού η άδεια παραμονής της ακυρώθηκε . Ως επίσης ότι απέσυρε την αίτηση της για διεθνή προστασία επειδή τέλεσε εικονικό κατά τους Καθ΄ων η αίτηση γάμο και αφού πλέον δεν είχε άλλο τρόπο για να παρατείνει την παραμονή της στη Δημοκρατία ζήτησε το επανάνοιγμα του φακέλου της στην Υπηρεσία Άσυλου.
Το γεγονός ότι η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας αφού είχε ήδη συλληφθεί για παράνομη παραμονή στην Κυπριακή Δημοκρατία υπέβαλε αίτηση επανανοίγματος καταδεικνύει πρόσωπο το οποίο προσπαθεί να διασφαλίσει παραμονή εδώ και όχι να προστατευθεί από δίωξη. (δέστε Υπόθεση Αρ. 1119/2009 ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και Κυπριακής Δημοκρατίας).
Η ταχύτητα, με την οποία κινείται ένας αιτητής είναι ένδειξη της ενδεχόμενης γνησιότητας του προβλήματος που αντιμετωπίζει. Το γεγονός αυτό, τόσο της καθυστέρησης της υποβολής του αιτήματος του για διεθνή προστασία, όσο και ότι αυτή υποβλήθηκε αφού η άδεια παραμονής του Αιτητή στην Δημοκρατία ακυρώθηκε, θέτει σε αμφιβολίες τους ισχυρισμούς του, όσον αφορά τους πραγματικούς λόγους, για τους οποίους υπέβαλε την αίτηση αυτή. (δέστε Mahfuja Akter ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 1669/2011, ημερ. 22.3.2013, Md Jakir Hossain v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 2319/06, ημερ. 16.7.2008, . Σχετική είναι και η υπόθεση Postolachi Konstantin v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 1458/2009. Αυτό το στοιχείο δεν είναι βέβαια καθοριστικό λαμβάνεται όμως υπόψη ως κριτήριο που να αιτιολογεί την υπαγωγή ενός αιτητή στην περίπτωση του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ).
Περαιτέρω δεν μπορεί το Δικαστήριο να μη λάβει υπόψη ότι η Αιτήτρια από την άφιξη της στη Δημοκρατία επισκέφτηκε δύο φορές την χώρα καταγωγής της ήτοι στις 25/8/2018 και στις 10/3/2024 ενώ στις 05/08/2019, υπέβαλε αίτηση στην Υπηρεσία Ασύλου για διεθνή προστασίας.
Συνεπώς το βάρος απόδειξης ότι η Αίτηση της Αιτήτριας για διεθνή προστασία είναι γνήσια έχει η Αιτήτρια .
Εκείνο δε που προκύπτει από το ιστορικό και τις ενέργειες της Αιτήτριας είναι ότι στην προσπάθεια της να παρατείνει την παραμονή του στη Δημοκρατία καθότι κρατούνταν ως απαγορευμένη μετανάστρια, υπόβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας και ενώ εκκρεμούσε η διαδικασία απέλασης της υπόβαλε αίτηση για επανάνοιγμα του φακέλου της στην Υπηρεσία Ασύλου με αποτέλεσμα η αξιοπιστία της να πλήττεται σε βαθμό που να καταδεικνύει προφίλ αιτήτριας που καταχράται τις διαδικασίες με αποκλειστικό σκοπό να παρεμποδίσει την απέλαση του. Δεν μπορεί επίσης να μην ληφθεί υπόψη ότι τα ταξιδιωτικά της έγγραφα δεν εντοπίζονται στοιχείο που ενισχύει την αιτιολογία της απόφασης των καθ΄ων η αίτηση .
Όλα τα πιο πάνω καθιστούν ως ορθή την εκτίμηση της . Διευθύντριας του Τμήματος Αρχείου πληθυσμού και Μετανάστευσης ότι η Αιτήτρια προκειμένου να καθυστερήσει απλώς ή να εμποδίσει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής της, υπέβαλε την αίτηση διεθνούς προστασίας στην Υπηρεσία Ασύλου.
Σχετική επί του θέματος είναι και η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-534/11, Mehmet Arslan ν. Police ημερ.30/05/2013, όπου στο σκεπτικό 57 και 58 διατυπώθηκαν τα ακόλουθα:
«57. Όσον αφορά μια κατάσταση όπως η επίμαχη της κύριας δίκης, στην οποία, αφενός, ο υπήκοος τρίτης χώρας τέθηκε υπό κράτηση βάσει του άρθρου 15 της οδηγίας 2008/115 για τον λόγο ότι η συμπεριφορά του δημιουργούσε φόβους ότι, αν δεν ετίθετο υπό κράτηση, θα διέφευγε και θα παρεμπόδιζε την απομάκρυνσή του, και, αφετέρου, η αίτηση ασύλου φαίνεται να έχει υποβληθεί με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει, ή ακόμη και να υπομονεύσει, την εκτέλεση της αποφάσεως περί επιστροφής που εκδόθηκε κατ’ αυτού, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι περιστάσεις αυτές μπορούν πράγματι να δικαιολογήσουν τη διατήρηση της κρατήσεως του εν λόγω υπηκόου ακόμη και μετά την υποβολή αιτήσεως»
Συνεπώς, όπως προκύπτει από τα πιο πάνω γεγονότα η περίπτωση της Αιτήτριας αποτελεί περίπτωση που μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 9 ΣΤ (2) (δ), σύμφωνα με το οποίο επιτρέπεται η κράτηση αιτητή ασύλου όταν κρατείται στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή ή/και να διεξάγεται η διαδικασία απομάκρυνσης, όπως συμβαίνει και στην παρούσα περίπτωση και τεκμηριώνεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου και του γεγονότος ότι το πρόσωπο είχε ήδη πρόσβαση στη διαδικασία χορήγησης ασύλου .
Περαιτέρω αναφορικά με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι η Διοίκηση δεν εξέτασε την επιβολή εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, όπως προκύπτει από το νομοθετικό πλαίσιο, αυτά πρέπει να αποκλείονται μόνον στην περίπτωση που κρίνεται ότι αυτά δεν θα ήταν αποτελεσματικά συνεπώς η κράτηση πρέπει να είναι το ύστατο μέτρο και αναλογική στις συγκεκριμένες συνθήκες προς επίτευξη ενός από τους σκοπούς που καθορίζει το άρθρο 9 ΣΤ (2) του περί Προσφύγων Νόμου κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις το ιστορικό της Αιτήτριας δεν δικαιολογεί την επιβολή εναλλακτικών μέτρων.
Κρίνεται σκόπιμο στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με την ημεδαπή νομολογία, η κήρυξη προσώπου ως απαγορευμένου μετανάστη «εμπεριέχει λογικά τον κίνδυνο διαφυγής του ανά πάσα στιγμή». Αυτό λέχθηκε και στην MAGDALIN MENSAH ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 5735/2013, ημερ. 9.8.2013, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι «στον ορισμό του «κινδύνου διαφυγής» καταγράφεται ότι αυτός ο κίνδυνος συναρτάται προς κάθε «ατομική περίπτωση», ο δε κίνδυνος αυτός εκτιμάται κατά «εικασία» ότι ο υποκείμενος σε διαδικασία επιστροφής «μπορεί να διαφύγει».
Στην υπό εξέταση υπόθεση, αυτός βεβαίως ο κίνδυνος δεν φαίνεται να εξέλιπε, αλλά προφανώς και συνέχισε να υφίσταται και κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης. (βλ. Υπόθεση Αρ. 755/2018, A.A.S. ν. Αν. Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ημερ. 29.6.2018)
Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι τα εναλλακτικά μέτρα στη παρούσα περίπτωση ορθά αποκλείστηκαν από τη Διοίκηση εφόσον αυτά δεν θα ήταν αποτελεσματικά, λαμβανομένου υπόψη ότι στην Αιτήτρια αποστάλθηκε επιστολή αναφορικά με την ανάκληση της άδειας παραμονής στις 25/5/2025 και αυτή προσήλθε στην ΥΑΜ Λεμεσού περί τους πέντε μήνες αργότερα για να ανανεώσει την άδεια της. Οι ισχυρισμοί της συνηγόρου της σχετικά με τους λογούς καθυστέρησης της που αφορούν στην υποβολή αιτήματος ανανέωση του διαβατηρίου της, κατά πρώτο δεν μπορούν να αποτελέσουν μαρτυρία και αφετέρου δεν ενισχύουν την θέση της ότι η Αιτήτρια εμπίπτει στις περιπτώσεις που δικαιολογούν την έκδοση απόφασης για εναλλακτικά μέτρα .
Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι η διοίκηση ενήργησε στα πλαίσια των γενικών αρχών του Διοικητικού Δικαίου του περί Προσφυγών Νόμου και της Νομολογίας. Το επίδικο διάταγμα κράτησης εκδόθηκε αφού η αρμόδια Αρχή εξέτασε το σύνολο το στοιχείων του φακέλου στα πλαίσια της αρχής της αναλογικότητας ορθά έκρινε ότι στην προκείμενη περίπτωση η απόφαση της εξυπηρετεί τον επιδιωκόμενο σκοπό.
Προκύπτει δε με επάρκεια ότι ο λόγος για τον οποίο εκδόθηκε το εν λόγω διάταγμα κράτησης, στη βάση του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ) του Νόμου, οφείλεται απόλυτα στη συμπεριφορά της Αιτήτριας όπως πιο πάνω και σύμφωνα με τα αναντίλεκτα γεγονότα καταδεικνύεται.
Εναλλακτικές επιλογές αντί της κράτησης της Αιτήτριας, μέτρα που προβλέπονται στο προαναφερθέν άρθρο 9ΣΤ(3) του Νόμου και οι οποίες είναι, όντως, λιγότερο επεμβατικές και λιγότερο επαχθείς για τα δικαιώματά της, δεν θα μπορούσαν, στην υπό κρίση περίπτωση, να εξυπηρετήσουν αποτελεσματικά τον σκοπό .
Περαιτέρω οποιοδήποτε άλλο μέτρο μπορούσε να επιβληθεί υπό τις περιστάσεις, θα ήταν αναποτελεσματικό και ανεπαρκές αφού η χρονική στιγμή στην οποία επιβλήθηκε η κράτηση με βάση το επίδικο διάταγμα ήταν το τελικό στάδιο απομάκρυνσης της Αιτήτριας από τη Δημοκρατία και υπήρχε μεγάλη πιθανότητα η Αιτήτρια να μη συμμορφωθεί με εναλλακτικά μέτρα με σκοπό να αποφύγει ην επιστροφή της στη χώρα καταγωγής της και να παραμείνει στο έδαφος της Δημοκρατίας. Εξάλλου αυτό προκύπτει και από τα στοιχεία του φακέλου. Η Αιτήτρια παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία και καταδεικνύεται από τη συμπεριφορά της ότι η αίτηση της για διεθνή προστασία προωθήθηκε με μοναδικό σκοπό να εξασφαλίσει την νόμιμη παραμονή της στη Δημοκρατία .
Προς τούτο παραπέμπω υιοθετώ τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση στην προσφυγή υπ’ αριθμόν Δ.Κ. 34/20 G.S. από την Ινδία και Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Αναπληρωτή Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ημερομηνίας 05/10/2020:
«Διά τούτο, παρόλο που δέχομαι την εισήγηση της συνηγόρου του αιτητή ότι σε κρατήσεις δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου του Νόμου ο κίνδυνος διαφυγής δεν είναι κριτήριο αυτό καθ’ αυτό, αλλά εξετάζεται βεβαίως ως παράμετρος που συνθέτει τον επιδιωκόμενο δια της κράτησης ή των εναλλακτικών μέτρων σκοπό, είναι επί τούτου κατάληξή μου ότι οι προϋποθέσεις που θέτει το επίδικο άρθρο πληρούνται.
Σε σχέση με τη δυνατότητα επιβολής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, ενόψει των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα, και λαμβανομένου υπόψη του ότι η εξέταση της αίτησης για παροχή διεθνούς προστασίας προχώρησε και κατάληξε με γοργό ρυθμό, αλλά και του ότι μπορεί να συναχθεί εκ της συμπεριφοράς του αιτητή πριν τον εντοπισμό του τον Μάϊο του τρέχοντος έτους από τις αρχές ότι υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις για την πρόθεση του να μην συμμορφωθεί, αν και εφόσον δεν επιτύχει ούτε η προσφυγή κατά της απορριπτικής απόφασης που έχει βεβαίως το δικαίωμα να ασκήσει με τη διαταγή απομάκρυνσης του δυνάμει του υπό αναστολή διατάγματος απέλασης, κρίνω ότι κανένα εναλλακτικό της κράτησης μέτρο θα μπορούσε να διασφαλίσει τον επιδιωκόμενο δια της προσβαλλόμενης πράξης σκοπό, ήτοι την εξασφάλιση της εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής του, ενόψει και της ήδη εκφρασθείσας δια της συμπεριφοράς του απροθυμίας του να συμμορφωθεί με τους κανόνες που αφορούν την νομιμότητα της προηγούμενος διαμονής του στο έδαφος της Δημοκρατίας. Είναι σε αυτό ακριβώς το σημείο που αποκτά πλέον ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα ο βαθμός πιθανολόγησης επί του όποιου κινδύνου διαφυγής του αιτητή με αναφορά στην προηγούμενη της αιτήσεως ασύλου συμπεριφορά του αιτητή, στην στάθμιση του καταλληλότερου υπό τις περιστάσεις μέτρου (βλ. απόφαση ΕΔΑΔ στην υπόθεση S.K. v. Russia, αρ.52722/15, ημ. 14/12/17, παρ. 111).
Είναι δια μέσου της στάθμισης αυτής που μπορεί να εκφρασθεί τελική κρίση επί του αν η επιλογή του επαχθέστερου μέτρου της κράτησης απολήγει να είναι η καταλληλότερη υπό τις περιστάσεις, στη βάση της αρχής της αναλογικότητας, που είναι και η κατάληξή μου στην παρούσα, ως ανωτέρω εξηγώ, και δια τούτο η μόνη ενδεδειγμένη και συνεπώς αναγκαία, στη βάση της αρχής της αναγκαιότητας».
Αναφορικά δε με τις αποφάσεις που η συνήγορος της Αιτήτριας επικαλείται, αυτές εξετάστηκαν στη βάση των γεγονότων που είχε ενώπιον του το Δικαστήριο και λήφθηκαν στη βάση εξατομικευμένης εξέτασης σε σχέση με τα συγκεκριμένα γεγονότα κάθε φορά και δεν έχουν σχέση με την παρούσα και δεν δεσμεύουν το παρόν Δικαστήριο.
Περαιτέρω η απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη και η αιτιολογία της συμπληρώνεται περαιτέρω από τα έγγραφα στους διοικητικούς φακέλους.
Κρίνω ότι τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου τα συγκεκριμένα και απαραίτητα στοιχεία, επιδεκτικά δικαστικής εκτίμησης, που επιτρέπουν τη διενέργεια του δικαστικού ελέγχου (βλ. ενδεικτικά Χρίστος Πετρώνδας ν. Δημοκρατίας (1969) 3 Α.Α.Δ. 214 και Παπαγεωργίου ν. Δημοκρατίας (1984) 3 Α.Α.Δ. 1348).
Αναφορικά με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ, θα συμφωνήσω με την θέση της ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση ότι δεν τυγχάνουν αναλογικής εφαρμογής τα όσα έχουν νομολογηθεί για την εφαρμογή του άρθρου 5 (1) (στ), εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε με βάση τον περί Προσφύγων Νόμο, Ν. 6 (Ι)/2000.
Υιοθετώ δε τα όσα αναφέρει στην απόφαση της η αδελφή Δ. Χρ. Μιχαηλίδου στην υπ. Αρ. Υποθ. ΔΚ 40/20 ημερ. 27 Οκτωβρίου, 2020 :
«Το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ αποσκοπεί στην προστασία της προσωπικής ελευθερίας του ανθρώπου. Η παράγραφος 1 του άρθρου 5, απαριθμεί τις εξαιρέσεις και/ή τους εξαντλητικούς λόγους που επιτρέπουν την επέμβαση στο θεμελιώδες δικαίωμα της προσωπικής ελευθερίας (ΕΔΔΑ, Saadi v. United Kingdom, Αρ. υποθ. 13229/03, ημερομηνίας 29/1/2008, σκέψη 43). Το άρθρο 6 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθορίζει πως κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια.
Επομένως, κάθε στέρηση της ελευθερίας πρέπει να είναι νόμιμη, να διενεργείται καλόπιστα και να συνδέεται στενά με τον σκοπό της, έχοντας πάντοτε υπόψη ότι το μέτρο εφαρμόζεται σε πρόσωπα που συχνά φοβούνται για τη ζωή τους και εγκαταλείπουν τη χώρα τους (Saadi ανωτέρω σκέψεις 67, 74 και ΕΔΔΑ, Conka v. Βελγίου, Αρ. υποθ. 13229/03, ημερομηνίας 5/2/2000, σκέψη 39). Η στέρηση της ελευθερίας θα πρέπει να είναι σύμφωνη με το εθνικό δίκαιο αλλά και να διασφαλίζει τα όσα καθορίζει το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ, δηλαδή να προστατεύει τον αιτητή ασύλου από την πιθανή αυθαιρεσία των κρατών.
Στην υπόθεση ΕΔΔΑ, S. D. v. Greece, Αρ. υποθ. 53541/07, ημερομηνίας 11/6/09 (σκέψεις 62 και 64) το ΕΔΔΑ αποφάσισε ότι η απέλαση μπορεί να εκτελεσθεί μόνο μετά την οριστική εξέταση του αιτήματος ασύλου (ΕΔΔΑ, R.U. v. Greece, Αρ. υποθ. 2237/08, ημερομηνίας 7/9/11 σκέψη 95). Επίσης στην υπόθεση του ΕΔΔΑ, Abdolkhani and Karimnia v. Turkey, Αρ. υποθ. 30471/08, ημερομηνίας 22/9/09 (σκέψεις 128 μέχρι 130), αποφασίστηκε ότι η στέρηση της ελευθερίας κάτω από το άρθρο 5 (1) (στ) της ΕΣΔΑ, δηλαδή λόγω απέλασης, είναι επιτρεπτή εφόσον οι διαδικασίες προχωρούν με δέουσα επιμέλεια. Οποιαδήποτε άλλη συμπεριφορά από το αρμόδιο όργανο οδηγεί στην παραβίαση του άρθρου 5 της ΕΣΔΑ, δηλαδή στην αρχή που επιβάλλει στα κράτη να προστατεύουν την ελευθερία του προσώπου από οποιαδήποτε αυθαιρεσία.
Θα πρέπει να αναφερθεί πως το διάταγμα κράτησης και απέλασης δεν έχει ακυρωθεί αλλά έχει ανασταλεί λόγω του υποβληθέντος αιτήματος επανανοίγματος του φακέλου του αιτητή για παραχώρηση διεθνούς προστασίας. Η αναστολή του διατάγματος κράτησης και απέλασης δεν φαίνεται να αμφισβητήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο από τον αιτητή».
Υπό το φως των πιο πάνω, στην υπό κρίση περίπτωση, οι Καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν ορθά και νόμιμα και εντός των αρμοδιοτήτων και εξουσιών που τους προσδίδει η σχετική νομοθεσία. Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε συννόμως της κείμενης νομοθεσίας και του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου στη βάση των ενώπιον του αποφασίζοντας οργάνου πραγματικών δεδομένων.
Με βάση τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.
.
Βούλα Κουρουζίδου – Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο