ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
16 Δεκεμβρίου 2025
[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ - ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Y.K.S. από Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Α.Ιωάννου (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Χ.Καστανάς (κος), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση
Ο Αιτητής είναι παρών (Παρών η διερμηνέας κα Ζωή Αγαπίου για πιστή μετάφραση από Γαλλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα)
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο Αιτητής αιτείται δήλωσης του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 14/10/2024, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 11/11/2024 και με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή Διεθνούς προστασίας καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου 6(Ι)/2000 και είναι παράνομη, άκυρη και στερείται κάθε νόμιμου αποτελέσματος. Περαιτέρω αιτείται δήλωσης του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται στον Αιτητή καθεστώς προστασίας.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (στο εξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιόν μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (Λ.Δ.Κ.) και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 15/01/2022, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Στις 26/01/2022 παρέλαβε Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας από το Επαρχιακό Γραφείο Αλλοδαπών Λευκωσίας. Στις 11/10/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 14/10/2024 ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε έκθεση-εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με τη συνέντευξη του Αιτητή. Στη συνέχεια, και δη στις 14/10/2024 ο προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή και αποφάσισε την επιστροφή του Αιτητή στη Λαίκή Δημοκρατία του Κονγκό.
Στις 11/11/2024 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή που συνοδεύει την την απόφαση της σχετικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφθηκε από τον ίδιον αυθημερόν.
Στις 3/12/2024, ο Αιτητής καταχώρισε την υπό εξέταση προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας με την οποία αμφισβητεί την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο Αιτητής, δια της δικηγόρου του, προβάλει διάφορους νομικούς ισχυρισμούς προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, οι οποίοι τίθενται με γενικότητα και χωρίς να συναρτώνται με τα επίδικα γεγονότα, και οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν προωθούνται με την Γραπτή Αγόρευση.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή μέσω της Γραπτής του Αγόρευσης υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρουσιάζει έλλειψη δέουσας έρευνας καθότι υπήρξε κακή/πλημμελής εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από τη Διοίκηση, οδηγούμενοι εξαιτίας αυτού σε πλάνη περί τα πράγματα. Συγκεκριμένα προβάλλει πως η Υπηρεσία Ασύλου δεν αξιολόγησαν τον ισχυρισμό του, ήτοι ως ιατρός που κατά την διάρκεια της εργασίας του έλαβε χώρα το περιστατικό που περιγράφει και λόγω αυτού λάμβανε απειλές καθότι δεν δέχτηκαν προκαταρτικά την ιδιότητα του ως ιατρός. Αμφισβητεί δε για πρώτη φορά δια της γραπτής του αγόρευσης τις πήγες τις οποίες επικαλείται ο λειτουργός αναφορικά με χρόνο φοίτησης στην ιατρική σχολή του πανεπιστημίου. Επιπλέον, παραβιάζει την αρχής της μη επαναπροώθησης, καθώς αποφασίσθηκε η επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του χωρίς να προηγηθεί δέουσα έρευνα.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης, υποβάλλει ότι οι εγειρόμενοι λόγοι προσφυγής δεν προβάλλονται σύμφωνα με τις επιταγές του Κανονισμού 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962. Υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει πως αυτή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους καθ' ων η αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και εισηγείται πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου έτσι ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί και η επίδικη απόφαση να επικυρωθεί σύμφωνα με το άρθρο 146.3(α) του Συντάγματος.
Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων προσφυγής. Σε κάθε περίπτωση αντιτείνουν ότι η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς, παρατηρείται ότι οι λόγοι ακύρωσης που εγείρονται στην παρούσα αίτηση, παρατίθενται με γενικότητα και αοριστία. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Κανονισμού 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.
«Η αναφορά, για παράδειγμα, ότι «Η απόφαση πάσχει γιατί λήφθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα» (το ίδιο αοριστολόγοι είναι και οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης), δεν εξηγεί καθόλου, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα, ή σε πλάνη κλπ. Η προσφυγή θα μπορούσε να απορριφθεί για τους πιο πάνω διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αντανακλούν βεβαίως και επί της ουσίας. Αυστηρώς ομιλούντες, τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση του δικηγόρου της Αιτήτριας δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων (δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384) (δέστε Υπόθεση Αρ. 1119/2009 ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και Κυπριακής Δημοκρατίας).
Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672:
«Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης.»
Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).
Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636: «Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγόρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».
Σύμφωνα με την Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671: «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»
«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56»
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται, τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου.
Το Δικαστήριο στα πλαίσια των εξουσιών του
που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2020, προχωρεί να εξετάσει την ουσία του αιτήματος του Αιτητή και ως δικαστήριο ουσίας εξετάζει το αίτημα εξ υπαρχής (και ex nunc), κατά το νόμο και κατά την ουσία και δύναται να τροποποιήσει την απόφαση της διοίκησης σύμφωνα με το άρθρο 146 (4)(δ) του Συντάγματος .
Στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου, 2010).
Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. The Republic (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης» (Δημοκρατίας ν. Γιαλλουρίδη και Άλλων), Αναθεωρητικές Εφέσεις 868, 868, ημερομηνίας 13.12.90)».
Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων ο Αιτητής δήλωσε κατά τη καταγραφή του αιτήματος του, τη διάρκεια της συνέντευξής του, όσο και όσα προβάλλει με την παρούσα προσφυγή.
Ο Αιτητής κατά την καταγραφή του αιτήματός του για διεθνή προστασία δήλωσε ότι είναι υπήκοος της Δημοκρατίας του Κογκό, γεννηθείς στις 18/10/1994 στη πόλη της Kinshasha. Εισήλθε παράνομα μέσω των κατεχόμενων περιοχών στη Κυπριακή Δημοκρατία στις 23/11/2021 με το διαβατήριο του. Ομιλεί Λινγκάλα και Γαλλικά
Ως προς του λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του ο Αιτητής περιγράφει ότι ενώ εργαζόταν ως νοσηλευτής, όταν ένα βράδυ μερικοί στρατιώτες μετέφεραν έναν ασθενή ο οποίος αργότερα απεβίωσε. Οι στρατιώτες, επιχείρησαν να δωροδοκήσουν τον Αιτητή ώστε να μην αποκαλύψει την αιτία θανάτου του εν λόγω ασθενή. Την επόμενη μέρα του συμβάντος, ο Αιτητής συναντήθηκε με τους ανωτέρους του όπου τους ενημέρωσε για το συμβάν και ότι η αποδοχή του θα παραβίαζε τον όρκο του. Αυτό επέφερε απειλές κατά της ζωής του, κάτι που τον οδήγησε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του (Ερ. 14 του Δ.Φ.).
Κατά το στάδιο της συνέντευξης, ο Αιτητής επανέλαβε τα προσωπικά του στοιχεία, συμπληρώνοντας ότι διέμενε στη Κινσάσα μέχρι τη μέρα που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του. Ανέφερε περαιτέρω ότι στη Κινσάσα διαμένουν οι γονείς του και ο αδελφός του με τους οποίους διατηρεί επικοινωνία.
Ως προς το μορφωτικό του υπόβαθρο, ανέφερε ότι ολοκλήρωσε τη φοίτηση του από το λύκειο το 2011 ενώ στη συνέχεια φοίτησε στην ιατρική για οκτώ χρόνια στο Πανεπιστήμιο Kimbangu, παρακολούθησε ένα χρόνο ιατρικής εκπαίδευσης και ολοκλήρωσε τις σπουδές του το 2020. Ανέφερε ότι είναι γενικός παθολόγος (doctor specialist) (Ερ.29 χ 3 του Δ.Φ.).
Ως προς το επαγγελματικό του υπόβαθρο ανέφερε ότι στη χώρα καταγωγής του εργαζόταν ως γιατρός στο Γενικό Νοσοκομείο DE-Kinta-Bo από το 2020 μέχρι το 2021 ενώ προηγουμένως κατά το έτος 2019-2020 εργαζόταν στο Νοσοκομείο Bolingo (Ερ. 27, χ7 του Δ.Φ.). Στη Κύπρο, δήλωσε ότι εργάζεται ως βοηθός κουζίνας (Ερ. 29, χ8 του Δ.Φ.).
Κατά την ελεύθερη αφήγηση του, ο Αιτητής ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας τον απειλών που λάμβανε.
Συγκεκριμένα ανέφερε, ότι κατά τις 22/10/2021 ενώ εργαζόταν το βράδυ, 5 στρατιώτες έφεραν έναν τραυματία, τον οποίον ζήτησαν από τον Αιτητή να τον περιθάλψει. Ο αιτητής τους ζήτησε να αποχωρήσουν από το χώρο εξέτασης, για να μπορέσει να περιθάλψει τον ασθενή, οι οποίοι τον απείλησαν ότι εάν «ο Αιτητής έχει σκοπό να παίξει μαζί τους, θα τον σκοτώσουν». Ο Αιτητής τους ανέφερε ότι δεν δύναται να προβεί σε οποιαδήποτε εξέταση εάν παραμείνουν στον χώρο εξέτασης, οπότε και αποχώρησαν.
Κατά την εξέταση του ασθενή, ο Αιτητής διαπίστωσε ότι ο τραυματίας είχε χτυπηθεί σοβαρά σωματικά, δεν είχε αντίληψη για το περιβάλλον του, οπότε και ζήτησε από μία νοσοκόμα να του χορηγήσει σχετική φαρμακευτική αγωγή.
Ο Αιτητής αναφέρει, ότι στη συνέχεια και αφού ο ασθενής του αισθάνθηκε καλύτερα, προέβη σε ερωτήσεις σχετικές με τη κατάστασή του και τι του έχει συμβεί όπου ο ασθενής του ζήτησε να τον βοηθήσει και ότι είχε απαχθεί για 2 μέρες καθότι είχε προβλήματα με κάποιους αξιωματικούς του στρατού. Ο Αιτητής στη συνέχεια τον ρώτησε εάν ασχολείται με τα πολιτικά δρόμενα όπου ο ασθενής του απάντησε καταφατικά. Ο Αιτητής, ανέφερε επιπλέον, ότι ζήτησε από νοσοκόμα να προβούν σε περαιτέρω εξετάσεις και εντόπισαν ότι ο ασθενής είχε εγκεφαλική κάκωση και αίμα στους πνεύμονες. Μετά τη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής σταθεροποιήθηκε και ζήτησε από τον Αιτητή αν μπορεί να καλέσει την οικογένειά του και να τον βοηθήσει. Ο Αιτητής στη συνέχεια, ζήτησε όπως μεταφερθεί ο ασθενής του σε άλλο θάλαμο, καθώς μέχρι τη δεδομένη στιγμή βρισκόταν στο τμήμα επειγόντων περιστατικών.
Στη συνέχεια, σύμφωνα με τον Αιτητή, ο ίδιος κάλεσε τους στρατιωτικούς που είχαν μεταφέρει τον ασθενή και ρώτησε που τον βρήκαν. Οι στρατιωτικοί του ανέφεραν ότι ο αξιωματικός του στρατού τον εντόπισε αλλά ο ασθενής είχε αναφέρει ήδη στον ασθενή ότι ήταν πολιτικός (Ερ. 28, χ3 του Δ.Φ.).
Την επόμενη ημέρα, ήτοι στις 23/10/2021, όταν επέστρεψε στο νοσοκομείο για να εργαστεί ενημερώθηκε πως ο ασθενής είχε αποβιώσει. Ο Αιτητής κάλεσε την νοσοκόμα που εργαζόταν μαζί του για να ενημερωθεί και αυτή τον πληροφόρησε ότι αφότου έφυγε από το νοσοκομείο ο Αιτητής, οι στρατιωτικοί σκότωσαν τον ασθενή. Ερωτηθείσα εάν η σωρός του εν λόγω προσώπου, βρισκόταν ακόμη εντός του νοσοκομείου, απάντησε πως δεν γνωρίζει και πως κανένας δεν ήθελε να αναφερθεί σε αυτό. Ο Αιτητής ενημέρωσε τον προϊστάμενό του για το συμβάν ενώ στη συνέχεια εμφανίστηκαν 10 πρόσωπα στο νοσοκομείο. Ο ένας εξ αυτών ήταν παρών την προηγούμενη νύχτα και του ζήτησε να μπει σε αυτοκίνητο. Ο Αιτητής τους ακολούθησε στο αυτοκίνητο και τον μετέφεραν σε ένα σημείο που δεν αναγνώρισε. Εκεί ένας αξιωματικός τον ρώτησε εάν αυτός δέχτηκε τον τραυματία το προηγούμενο βράδυ ζήτησε να ενημερωθεί τι του ανέφερε ο τραυματίας. Ο Αιτητής επικαλούμενος την ιατρική του ιδιότητα αρνήθηκε να απαντήσει. Τότε ο αξιωματικός του ζήτησε να καταστρέψει οποιοδήποτε έγγραφο υπάρχει για τον ασθενή με αντάλλαγμα χρηματικό ποσό. Ο Αιτητής επικαλέστηκε εκ νέου τον ιατρικό του όρκο ενώ ανέφερε στον αξιωματικό ότι δεν είναι ψεύτης. Ο αξιωματικός τότε τον απείλησε, έδωσε εντολή να τον χτυπήσουν και μετά τον άφησαν ελεύθερο (Ερ. 27, χ1 του Δ.Φ.).
Ο Αιτητής ανέφερε πως ακολούθως άρχισε να αντιμετωπίζει διάφορες προκλήσεις στην εργασία του. Την επόμενη ημέρα είχε εκ νέου επικοινωνία με τον προϊστάμενό του, όπου τον ενημέρωσε ότι ήταν ο ίδιος που περιέθαλψε τον συγκεκριμένο ασθενή στις 22/10/2021.
Μετά την συνομιλία με τον προϊστάμενό του, ο Αιτητής ερωτήθηκε τηλεφωνικά εάν κατέστρεψε τα έγγραφα όπως του ζητήθηκε και απάντησε αρνητικά.
Επιπλέον ο Αιτητής, ανέφερε, ότι σταμάτησε να εργάζεται βράδυ λόγω των απειλών που είχε λάβει. Αφού κάλεσαν την οικογένεια του αποβιώσαντα, τη μητέρα και 2 αδέρφια του να προσέλθουν στο νοσοκομείο, ο προϊστάμενος τους ενημέρωσε ότι ο εν λόγω ασθενής εισήχθη στο νοσοκομείο το προηγούμενο βράδυ ωστόσο απεβίωσε. Στη συνέχεια ο προϊστάμενος οδήγησε την οικογένεια του αποβιώσαντα στο νεκροτομείο για επιβεβαίωση. Ο Αιτητής, δήλωσε πως τους ενημέρωσε για το τι είχε συμβεί, και τους ρώτησε εάν πράγματι επρόκειτο για πολιτικό πρόσωπο. Οι συγγενείς του αποθανόντα απάντησαν καταφατικά, ενώ ο Αιτητής τους ανέφερε ότι ο αποβιώσαντας του είχε αναφέρει ότι τον είχαν απαγάγει Στη συνέχεια, ενημέρωσε του συγγενείς του αποθανόντα ότι θα μπορούσαν να προβούν σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία.
Το βράδυ εκείνο, και όταν ο Αιτητής επέστρεψε σπίτι του, περί τις 22:00 έλαβε κλήση από πρόσωπο που του ανέφερε πως αφού επιθυμεί πόλεμο, θα τον έχει. Μετά από το τηλεφώνημα αυτό άρχισαν να ψάχνουν τον Αιτητή και ο ίδιος αισθάνθηκε ότι παρακολουθείτο. Ανέφερε περαιτέρω ότι έπειτα από επικοινωνία με τους γονείς του αντιλήφθηκε επίσης ότι άγνωστα πρόσωπα έκλεψαν χρήματα από τη μητέρα του.
Ανέφερε, περαιτέρω ότι ζήτησε βοήθεια από συνάδελφο ιατρό, καθώς πλέον αισθανόταν ανασφαλής. Εξαιτίας της ανασφάλειας που αισθανόταν άρχισε να παραμένει σπίτι και απέφευγε να κάνει οτιδήποτε, ενώ παράλληλα προσπαθούσε να δουλέψει από το σπίτι του. Ταυτόχρονα, ξέσπασε η επιδημία της νόσου Covid-19 όπου και παρέμεινε σπίτι. Ο συνάδελφός του, σύμφωνα με τον Αιτητή, τον βοήθησε να αναχωρήσει νόμιμα από τη χώρα του (Ερ. 27, χ3 του Δ.Φ.).
Κατόπιν διευκρινιστικών ερωτήσεων, αναφορικά με τον λόγο που εγκατέλειψε της χώρα καταγωγής και αν αυτός σχετίζεται με τα προβλήματα που αντιμετώπισε λόγω της επαγγελματικής του ιδιότητας ως ιατρού, μετά τον θάνατο του προαναφερόμενου ασθενή ο Αιτητής απάντησε καταφατικά. Επίσης, επιβεβαίωσε ότι τα εν λόγω προβλήματα δεν θα είχαν προκύψει εάν δεν ασκούσε το επάγγελμα του γιατρού (Ερ. 26, χ1, χ2 του Δ.Φ.).
Ο Αιτητής κλήθηκε να αναφερθεί στη φοίτηση του στην ιατρική σχολή όπου ανέφερε ότι δεν έχει κάποιο έγγραφο καθώς με τον τρόπο που αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του δεν πήρε κανένα έγγραφο μαζί του (Ερ. 26, χ4 του Δ.Φ.) ανέφερε ωστόσο ότι θα μπορούσε να λάβει κάποιες φωτογραφίες από τα εν λόγω πιστοποιητικά. Ερωτηθείς, γιατί από τον Νοέμβριο 2022 που ο Αιτητής βρίσκεται εντός της Δημοκρατίας δεν έχει ζητήσει ποτέ τα πιστοποιητικά από τη χώρα καταγωγής του ο Αιτητής ανέφερε ότι θα ζητήσει από κάποιο πρόσωπο να του στείλει τα εν λόγω έγγραφα, ενώ τον κάλεσαν τηλεφωνικά τη προηγούμενη βδομάδα. Ωστόσο δεν είχε χρόνο να τους καλέσει ο ίδιος για να ζητήσει τα εν λόγω έγγραφα. Ανέφερε δε ότι δεν έχει στη κατοχή του ούτε κάποια επαγγελματική κάρτα (Ερ. 26, χ7,χ8,χ9 του Δ.Φ.).
Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με τη φοίτηση του στην ιατρική σχολή του πανεπιστημίου Simon Kimbangu, ο Αιτητής ανέφερε ότι φοίτησε για διάρκεια 8 ετών ενώ έτυχε αποδοχής έπειτα από σχετικές εξετάσεις που παρακάθησε. Πρόσθεσε ότι η αποπληρωμή των διδάκτρων γίνεται αφού αποστείλει ο ενδιαφερόμενος επιστολή και τη καταβολή των 10 δολαρίων και γίνει αποδοχή. Ανέφερε ότι οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να παρακαθήσουν σε κάποιες εξετάσεις και αν συγκεντρώσουν την απαιτούμενη βαθμολογία τότε γίνονται αποδεκτοί στο πανεπιστήμιο. Ανέφερε ότι δεν χρειάζεται οποιαδήποτε άλλη ενέργεια για την εισαγωγή των ενδιαφερόμενων στο εν λόγω πανεπιστήμιο. Ανέφερε δε ότι τα δίδακτρα ανέρχονται στα 350 δολάρια.
Ο Λειτουργός επισήμανε στον Αιτητή ότι, σύμφωνα με πληροφορίες που ο ίδιος εντόπισε στο διαδίκτυο, τα δίδακτρα ανέρχονται σε 627 δολάρια. Ο Αιτητής ανέφερε ότι, πέραν των διδάκτρων, καταβάλλεται επιπλέον ποσό ύψους 100 δολαρίων για τον απαραίτητο εξοπλισμό.
Όταν κλήθηκε να παραθέσει λεπτομέρειες σχετικά με το πρόγραμμα σπουδών στην ιατρική, ο Αιτητής ανέφερε ότι παρακολούθησε τόσο το θεωρητικό όσο και το πρακτικό μέρος της εκπαίδευσης, επισημαίνοντας ότι υπήρχαν πολλά μαθήματα και, στο τέλος εκάστου, απαιτείτο η συμμετοχή σε σχετική πρακτική άσκηση. Σε σχετική ερώτηση για το έτος αποφοίτησής του, ο Αιτητής ανέφερε το 2019. Κατόπιν επιπλέον ερώτησης για να αποσαφηνιστεί το γεγονός ότι σε προηγούμενη αναφορά του είχε δηλώσει πως αποφοίτησε το 2020, ο Αιτητής διευκρίνισε ότι ολοκλήρωσε τις σπουδές του το 2019 και στη συνέχεια παρακολούθησε ένα έτος πρακτικής εκπαίδευσης. Ο Λειτουργός επισήμανε εκ νέου ότι, σύμφωνα με την προηγούμενη αναφορά του Αιτητή, είχε δηλωθεί πως η αποφοίτηση έλαβε χώρα το 2020 και ακολούθησε ένα έτος πρακτικής εκπαίδευσης.
Στη συνέχεια, ερωτηθείς σχετικά με την ενδυμασία κατά την τελετή αποφοίτησης, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο ίδιος φόρεσε λευκά ρούχα, παρόλο που το πανεπιστήμιο είχε παραχωρήσει στους φοιτητές του πράσινη ενδυμασία. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Αιτητή, όσοι από τους φοιτητές δεν είχαν λάβει την εν λόγω πράσινη ενδυμασία μπορούσαν να φορέσουν λευκά ρούχα με δική τους πρωτοβουλία. Ανέφερε δε ότι η εν λόγω ενδυμασία αντιπροσώπευε την θρησκεία του Simon Kimbangu (Ερ. 25, χ1-χ14 του Δ.Φ.).
Περαιτέρω ο Λειτουργός επισήμανε στον Αιτητή, ότι από πληροφορίες που υπάρχουν στο διαδίκτυο διαπιστώνει ότι όλοι οι απόφοιτοι φοράνε συγκεκριμένη λευκή ενδυμασία ο Αιτητής ανέφερε ότι ο ίδιος κατά την τελετή αποφοίτησης του φόρεσε λευκή ενδυμασία και το καπέλο του. Κληθείς να περιγράψει την ημέρα της τελετής αποφοίτησής του ο Αιτητής ανέφερε ότι η τελετή αποφοίτησής έλαβε χώραν ένα Σάββατο του Νοεμβρίου. Στη συνέχεια ο Αιτητής κλήθηκε να αποσαφηνίσει το γεγονός ότι ο ίδιος ανέφερε ότι φοίτησε στην ιατρική για 8 έτη ενώ οι πληροφορίες στο διαδίκτυο στις οποίες ανέτρεξε ο λειτουργός κατά τη συνέντευξη ανέφεραν 3 χρόνια ο Αιτητής ανέφερε ότι η φοίτηση του κράτησε 8 έτη και ότι το σύστημα στη χώρα καταγωγής του άλλαξε. Εν συνεχεία ο λειτουργός κάλεσε τον Αιτητή να αποσαφηνίσει και το γεγονός ότι από πληροφορίες που βρίσκονται στο διαδίκτυο η εισδοχή στο πανεπιστήμιο γίνεται με την προσκόμιση συγκεκριμένων εγγράφων, τα οποία ο Αιτητής δεν είχε αναφέρει κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι το σύστημα είχε αλλάξει τότε και ο ίδιος είχε λάβει σε βαθμολογία 57 που ήταν κάτω του απαιτούμενου 70 ως βάση, οπότε και παρακάθησε σε εξετάσεις (Ερ. 24, χ1-χ7 του Δ.Φ.).
Ερωτηθείς ο Αιτητής να περιγράψει το περιστατικό όπου κλήθηκε να περιθάλψει έναν ασθενή στα επείγοντα περιστατικά, ανέφερε ότι το εν λόγω περιστατικό συνέβη στις 22/10/2021, όταν ο ίδιος εργαζόταν στο γενικό νοσοκομείο Kitambo κατά τις βραδινές ώρες. Δήλωσε πως ο ασθενής αιμορραγούσε. Ερωτηθείς να αναφερθεί στη φαρμακευτική αγωγή που έδωσε στον εν λόγω ασθενή αυτός ανέφερε ότι του χορήγησε diazepam και dufalact. Ερωτηθείς για τη χρήση του diazepam ο Αιτητής ανέφερε ότι είναι ηρεμιστικό φάρμακο που χορηγείται σε περιπτώσεις επιληψίας. Κληθείς να εξηγήσει γιατί χορήγησε στον ασθενή που σύμφωνα με τις προηγούμενες αναφορές του ήταν σε σύγχυση και δεν αναγνώριζε το περιβάλλον του φάρμακο ηρεμιστικό, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο ασθενής ήταν ανήσυχος. Ερωτηθείς για το φάρμακο ‘dufalact’ ο Αιτητής ανέφερε ότι το χορήγησε καθώς ο ασθενής είχε αιματέμεση (Ερ. 23, χ 1-χ7 του Δ.Φ.).
Κληθείς να περιγράψει πως οι εν λόγω στρατιωτική σκότωσαν το ασθενή ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν γνωρίζει καθώς ο ίδιος είχε επιστρέψει στο σπίτι του και έμαθε ότι ο ασθενής απεβίωσε την επόμενη μέρα όταν επέστρεψε στο χώρο εργασίας του (Ερ. 23 χ8 του Δ.Φ.).
Στη συνέχεια ο Αιτητής κλήθηκε να περιγράψει το περιστατικό απαγωγής του όπου ανέφερε ότι το εν λόγω περιστατικό συνέβη περί τις 27 ή 28/10/2021, όπου τον μετέφεραν σε μία περιοχή με κατοικίες υπό κατασκευή ενώ του ζήτησαν να διαγράψει τα σχετικά έγγραφα από την εισαγωγή του ασθενή του στο νοσοκομείο κατά τη διάρκεια της βάρδιας του Αιτητή. Ανέφερε ότι τον κτύπησαν μία φορά ενώ τον άφησαν ελεύθερο αυθημερόν. Ερωτηθείς εάν του συνέβη οτιδήποτε άλλο ο Αιτητής ανέφερε ότι έλαβε κάποιες τηλεφωνικές κλήσεις. Ερωτηθείς για την αναφορά του ότι αισθανόταν ότι παρακολουθείτο ο Αιτητής ανέφερε ότι αισθανόταν ανασφαλής και ότι κάτι κακό θα του συνέβαινε (Ερ. 23, χ9-χ11 του Δ.Φ.).
Κληθείς να αναφερθεί στις απειλές που έλαβε ο Αιτητής δήλωσε ότι λάμβανε τηλεφωνικές κλήσεις για να διαγράψει το αρχείο. Ανέφερε ότι η πρώτη φορά που έλαβε απειλές ήταν αφότου τον άφησαν ελεύθερο. Ερωτηθείς που βρισκόταν κατά την πρώτη απειλή που έλαβε ανέφερε την ‘επόμενη μέρα’. Ερωτηθείς πόσες φορές έλαβε τέτοιες απειλές ο Αιτητής ανέφερε «πολλές» όπου του ανέφεραν αν διαγράψει τα έγγραφα και να μην αναφέρει στην οικογένεια του αποβιώσαντα ασθενή οτιδήποτε. Ανέφερε ότι δεν του συνέβη οτιδήποτε εξαιτίας των απειλών αυτών. Ο Αιτητής δήλωσε ότι εκτός από τις απειλές αυτές, η μητέρα του έπεσε θύμα κλοπής (Ερ. 22,χ2-χ4 του Δ.Φ.).
Σε διευκρινιστική ερώτηση ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν το συνέβη οτιδήποτε πλην το αίσθημα ανασφάλειας που ο ίδιος αισθανόταν (Ερ. 22χ5-χ7 του Δ.Φ.).
Ερωτηθείς τι ενδέχεται να του συμβεί εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει ενώ ερωτηθείς εάν μπορεί να επιστρέψει σε άλλη περιοχή της χώρας καταγωγής του ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν γνωρίζει (Ερ. 22, χ9, χ10 του Δ.Φ.).
Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό της συνέντευξης του Αιτητή και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου σχημάτισε την Έκθεση-Εισήγησή της επί τη βάση των εξής τριών (3) ουσιωδών ισχυρισμών:
1. Κονγκολέζος Υπήκοος, περιοχή καταγωγής και διαμονής του μέχρι και την αναχώρησή του από την χώρα DRC-πόλη Kinshasa
2. Εξαιτίας της ιδιότητας του ως γιατρός
3. Ισχυριζόμενες απειλές του Αιτητή εξαιτίας ενός περιστατικού
Κατά την εξέταση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι Κονγκολέζος Υπήκοος, περιοχή καταγωγής και διαμονής του μέχρι και την αναχώρησή του από την χώρα DRC-πόλη Kinshasa έγινε δεκτός, καθώς στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού. Περαιτέρω λήφθηκε υπ' όψιν ότι ο Αιτητής παρέδωσε το διαβατήριο του.
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά την ιδιότητας του Αιτητή ως γιατρός. Υπό το σκέλος της εσωτερικής αξιοπιστίας, ο λειτουργός προέβη τις εξής επισημάνσεις: ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με την ιδιότητά του ως γιατρός ενώ ο Αιτητής υπέπεσε σε αντιφάσεις και έλλειψη επαρκών πληροφοριών. Συγκεκριμένα, ο λειτουργός θεώρησε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή ότι εάν δεν είχε την ιδιότητα του γιατρού δεν θα εγκατέλειπε τη χώρα καταγωγής του, καθώς δεν θα αντιμετώπιζε προβλήματα χαρακτηρίζονταν από ανεπάρκεια και έλλειψη πληροφοριών, ενώ σε διευκρινιστικές ερωτήσεις γύρω από τις σπουδές του και οποιοδήποτε έγγραφο που να αποδεικνύει την φοίτηση του σε ιατρική σχολή ο Αιτητής απάντησε χωρίς να προβαίνει σε σαφείς επεξηγήσεις. Ο αρμόδιος λειτουργός παρατήρησε αντίφαση και έλλειψη πληροφοριών στα λεγόμενα του Αιτητή, αναφορικά με την φοίτησή του στο πανεπιστήμιο καθότι οι αναφορές του ήταν σε αντίθεση με την διαδικτυακή έρευνα του του λειτουργού κατά την οποία εντόπισε σοβαρές αντιφάσεις στις δηλώσεις του Αιτητή. Ο αρμόδιος λειτουργός παρατήρησε επιπλέον αντιφατικές αναφορές όσον αφορά τις δηλώσεις του Αιτητή για την τελετή αποφοίτηση του και την ενδυμασία του τη συγκεκριμένη μέρα, αφού ο Αιτητής ανέφερε ότι η ενδυμασία θα έπρεπε να είναι πράσινο, ωστόσο εάν κάποιος δεν λάμβανε την εν λόγω ενδυμασία μπορούσε να ντυθεί από μόνος του στα λευκά. Ο Λειτουργός του επισήμανε ότι στην ιστοσελίδα του εν λόγω πανεπιστημίου αναφέρεται ότι η ενδυμασία είναι εξολοκλήρου άσπρη γεγονός που δεν αιτιολογήθηκε από τον Αιτητή.
Υπό το σκέλος της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο λειτουργός δεν προέβη σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σημειώνοντας ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν οποιαδήποτε ανάλυση των δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης λόγω της υποκειμενικής φύσης αυτών.
Καταληκτικά, ο λειτουργός κατέγραψε ότι δεδομένων των αντιφάσεων και της έλλειψης επαρκών και λεπτομερειών, ο ισχυρισμός δεν γίνεται δεκτός.
Στη συνέχεια ο Λειτουργός προέβη στην αξιολόγηση του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού ήτοι οι ισχυριζόμενες απειλές του Αιτητή εξαιτίας ενός περιστατικού. Υπό το σκέλος της εσωτερικής αξιοπιστίας και αναφορικά με την αναφορά του Αιτητή στο περιστατικό αρπαγής του εξαιτίας της ιδιότητας του ως γιατρός, και δεδομένου ότι ο ουσιώδης ισχυρισμός 2 δεν έγινε αποδεκτός αφού ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει την ιδιότητα του γιατρού, ο λειτουργός έκρινε ότι το εν λόγω περιστατικό αρπαγής του δεν γίνεται αποδεκτό και δεν χρήζει περαιτέρω ανάλυσης. Υπό το σκέλος της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο λειτουργός δεν προέβη σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σημειώνοντας ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν οποιαδήποτε ανάλυση των δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης λόγω της υποκειμενικής φύσης αυτών.
Στη συνέχεια ο Λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση Κινδύνου κατά την οποία έκρινε ότι με βάση τις πληροφορίες/δεδομένα που αφορούν τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά 1 που προέκυψαν στο αίτημα του Αιτητή και λαμβάνοντας υπόψη, μετά από εξατομικευμένη εξέταση του αιτήματος, το προσωπικό προφίλ του Αιτητή καθώς και το γεγονός ότι δεν διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής είχε υποστεί στη χώρα καταγωγής του οποιασδήποτε μορφή δίωξης ή σοβαρής βλάβης, κρίνεται ότι δεν υπάρχουν εύλογοι βάσιμοι λόγοι σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, να αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ειδικότερα, αναφορικά με τους ανωτέρω ισχυρισμούς του Αιτητή ότι κινδυνεύει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, σημειώνεται ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν έγιναν αποδεκτοί κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του. Περαιτέρω, ο Λειτουργός σημειώνει ότι ο Αιτητής είναι αυτόνομος υγιής άντρας, μορφωμένος, απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, και δεν παρουσιάζει θέματα υγείας και ευαλωτότητας.
Ο Λειτουργός διαπιστώνει επίσης από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, ότι στην περιοχή Bandalungwa της πόλης Kinshasa, DR Congo, περιοχή συνήθης διαμονής του Αιτητή δεν υφίστανται συνθήκες αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ο Λειτουργός περαιτέρω σημειώνει ότι παρόλο που παρατηρούνται ένοπλες συγκρούσεις στη χώρα, οι εν λόγω συγκρούσεις περιορίζονται κυρίως στις κεντρικές και ανατολικές επαρχίες και ως αποτέλεσμα, δεν επηρεάζουν τον Αιτητή σε προσωπικό επίπεδο, αφού δεν διέμενε στην εν λόγω περιοχή. Καταληκτικά, ο λειτουργός κατέγραψε ότι με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες/δεδομένα σε συνάρτηση με το αποδεκτό πραγματικό περιστατικό και λαμβάνοντας υπόψη, μετά από την εξατομικευμένη εξέταση του αιτήματος του Αιτητή, το προσωπικό προφίλ του, καθώς και το γεγονός ότι δεν διαπιστώθηκε ότι έχει υποστεί στη χώρα καταγωγής του οποιασδήποτε μορφής δίωξη ή σοβαρής βλάβη, κρίνεται ότι δεν υπάρχουν εύλογοι/ βάσιμοι λόγοι να αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, και συγκεκριμένα στη περιοχή Kinshasa, Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.
Υπό το σκέλος της νομικής ανάλυσης, ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται προσφυγικού καθεστώτος, καθώς λαμβανομένων υπόψη των ισχυρισμών του, διαφαίνεται ότι στο πρόσωπό του δεν συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 3 του Περί Προσφύγων Νόμου του 2000 και του άρθρου 1 Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.
Αντιστοίχως, ο λειτουργός κατέληξε ότι βάσει των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών, του προφίλ του Αιτητή και της εκτίμησης κινδύνου δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 (2) (α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 για τη χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας.
Ειδικά ως προς τος εδάφιο (γ) ο/η λειτουργός σχολίασε ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως το άρθρο 19 (2) (γ) προνοεί, αφού η χώρα καταγωγής του δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Προσέθεσε ότι με βάση τις πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στη περιοχή της Kinshasa, όπου αναμένεται να επιστρέψει ο Αιτητής, δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων, στοιχείο που αποτελεί βασικό όρο προκειμένου να εξεταστεί η υπαγωγή στις πρόνοιες του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα ακόλουθα:
Καταρχάς, κρίνω ως ορθή την αποδοχή από τους Καθ' ων η αίτηση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος και αφορά την ταυτότητα και τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή.
Ομοίως βάσει της αξιολόγησης τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας των λοιπών υπό εξέταση ισχυρισμών, το Δικαστήριο καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με τον λειτουργό και οι υπό εξέταση ισχυρισμοί απορρίπτονται στο σύνολό τους ως μη αξιόπιστοι.
O Αιτητής δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει καταρχάς την ιδιότητα ως γιατρός. Ο ισχυρισμός τόσο του ίδιου όσο και του συνηγόρου του σχετικά με την ελλιπή διερεύνηση σχετικά με την ιδιότητα του Αιτητή ως γιατρού δε με βρίσκει σύμφωνη .
Συμφώνα με διερεύνηση που το ίδιο το Δικαστήριο προέβη σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τη φοίτηση του Αιτητή στο Πανεπιστήμιο Simon Kimbangu στο Τμήμα Ιατρικής, διαπιστώνονται τα εξής:
Η επίσημη ιστοσελίδα του εν λόγω Πανεπιστημίου δεν αναφέρει διάρκεια φοίτησης στην συγκεκριμένη σχολή[1]. Αναφέρει ωστόσο κάποιες από τις προϋποθέσεις εγγραφής στο Πανεπιστήμιο[2].
Επιπλέον η ιστοσελίδα Free-Apply.com που αποτελεί έναν παγκόσμιο κατάλογο πανεπιστημίων και κολεγίων ως μία ανοιχτή πλατφόρμα, με πληροφορίες για πανεπιστήμια και κολέγια που παρουσιάζονται από τους χρήστες του ιστότοπου, αναφέρει ότι στο εν λόγω πανεπιστήμιο η φοίτηση στην ιατρική σχολή διαρκεί για 3 έτη[3].
Περαιτέρω δεν γίνεται αποδεκτός ως ευλογοφανής ο ισχυρισμός του Αιτητή πως δεν είχε χρόνο να ζητήσει τα έγγραφα που τεκμηριώνουν την ιδιότητα του ως ιατρός στη χώρα καταγωγής του. Ο Αιτητής αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής του στις 5/11/21 ενώ το διαβατήριο του εκδόθηκε στις 27/9/2021, το περιστατικό στο οποίο στηρίζει το αίτημα του συνέβη περί τις 27/10/ 21. Η συνέντευξη διεξήχθη περί τα 3 χρόνια αργότερα από την έξοδο του από τη χωρά καταγωγής του, στις 11/10/24 και ως άτομο με το μορφωτικό και διανοητικό επίπεδο του Αιτήτη ως ιατρός, αναμένετε ότι θα φρόντιζε να προσκομίσει τα εν λόγω έγγραφα ειδικότερα μάλιστα όταν αυτά αποτελούν ουσιώδη στοιχεία προς ενίσχυση του πυρήνα του αιτήματος του λαμβανομένου πως έχει την οικογένεια του στη χώρα του που θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν. .
Περαιτέρω ο Αιτητής είχε την ευκαιρία ακόμα και μετά την ενημέρωση του από την Υπηρεσία Ασύλου σχετικά με το εν λόγω ζήτημα να προσκομίσει τα σχετικά έγγραφα και κατά την ενώπιον μου διαδικασία ωστόσο δεν το έπραξε .
Θα συμφωνήσω ωστόσο με την θέση του Αιτητή ότι ο αρμόδιος λειτουργός περιορίστηκε στην έρευνα του σχετικά με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του Αιτητή, αυτό γιατί κρίθηκε ως αναξιόπιστος ο ισχυρισμός του που αφορά στην ιδιότητα του ως ιατρός και λόγω ακριβώς αυτής του της ιδιότητας χειρίστηκε και είχε ανάμειξη στο περιστατικό που αφηγήθηκε. Συνεπώς κρίνω πως αυτή η κρίση συμπαρασύρει και όλους του υπόλοιπους του ισχυρισμούς ήτοι τον περιστατικό στο νοσοκομείο, την απαγωγή του από τους στρατιωτικούς και τις απειλές που δέχτηκε .
Στα πλαίσια της επί της ουσίας εξέτασης το Δικαστήριο αν και θεωρεί ορθή τη κρίση του αρμόδιου λειτουργού να περιοριστεί στο βασικό ισχυρισμό του Αιτητή στην κρίση περί της αξιοπιστίας του ισχυρισμού του που αφορά στην ιδιότητα του ως ιατρού, στον οποίο στηρίζεται το αφήγημα του Αιτητή, προχώρησε και στην εξέταση της αξιοπιστίας και των υπόλοιπων ισχυρισμών του Αιτητή και εντόπισε αντιφάσεις ειδικότερα αναφορικά με τον ισχυρισμό του σε σχέση με το φόβο που αντιμετωπίζει και ιδιαίτερα το περιστατικό απαγωγής του από τους στρατιωτικούς . Αρχικά ο Αιτητής ανέφερε ότι το περιστατικό περίθαλψης του τραυματία συνέβη στις 22/10/21 και την επόμενη τον απήγαγαν και του ζήτησαν να διαγράψει το περιστατικό από το αρχείο του Νοσοκομείου ενώ αργότερα σε διευκρινιστική ερώτηση τοποθέτησε το περιστατικό απαγωγής του στις 27/10/21 ή 28/10/21. Αναφορικά δε με το περιστατικό στο νοσοκομείο και ειδικότερα με τα συμπτώματα που παρουσίαζε ο τραυματίας ήτοι σύγχυση και προβλήματα εγκεφάλου όσο και αιμορραγία πνευμόνων, αν και το δικαστήριο δεν επιδιώκει να υπείσελθε σε ιατρικά ζητήματα κρίνει πρώτον ότι η περιγραφή δεν καταδεικνύει πρόσωπο το οποίο γνωρίζει ιατρικές ορολογίες όσο και η φαρμακευτική αγωγή που δόθηκε στον ασθενή δεν συνάδει με τα συμπτώματα καθότι από μια απλή έρευνα διαπιστώθηκε πως το «Dufalct» είναι φάρμακο που χορηγείται για την αντιμετώπιση της χρόνιας δυσκοιλιότητας με κύριο δραστικό συστατικό την λακτουλόζη (lactulose)[4] και όχι για το λόγο που ανέφερε ο Αιτητής ήτοι εμετό.
Περαιτέρω ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι δεν γνωρίζει πως ο ασθενής αποβίωσε γιατί κανένας δεν επιθυμεί να μιλήσει δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ως ευλογοφανείς. Καταρχάς το ιατρικό ιστορικό καταγράφεται από τον γιατρό που περίθαλψε τον ασθενή όσο και η αιτία θανάτου από τον ιατρό που επιβεβαίωσε τον θάνατο του ασθενή συνεπώς οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν γίνονται αποδεκτοί.
Αναφορικά δε με το ισχυρισμό του Αιτητή περί του φόβου δίωξης του από τους εν λόγω στρατιωτικούς καθότι αυτός αρνήθηκε να διαγράψει το περιστατικό, στερείται επίσης ευλογοφάνειας καθότι σύμφωνα με το αφήγημα του, τα γεγονότα πλέον είναι γνωστά στη διοίκηση του νοσοκομείου συνεπώς δεν υφίσταται πλέον η δυνατότητα να ενεργήσει σύμφωνα με τις επιθυμίες των διωκτών του .
Περαιτέρω ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει με σαφή και συνεκτικό τρόπο και δεν παρείχε περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με αυτό τον ισχυρισμό. του περί απειλών και κίνδυνο για τη ζωή του .
Επίσης απέτυχε να συνδέσει την κλοπή των χρήματων της μητέρας του με τους κατ΄ ισχυρισμό διώκτες του.
Αναφορικά δε με τους ισχυρισμούς του περί της ιατρικής του ιδιότητας κρίνω ως ορθή την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου να απορρίψει τον υπό εξέταση ισχυρισμό καθότι ο Αιτητής υπέπεσε σε αντιφάσεις, έλλειψη ευλογοφάνειας και έλλειψη επαρκών πληροφοριών. Αντίφαση επίσης διακρίνω στη καταγραφή του αιτήματος του Αιτητή αναφορικά με την ιδιότητα του ως νοσηλευτής και όχι ως ιατρός ως δηλώνει κατά τη συνέντευξη του .
Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή/Αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατάφερε τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, αλλά ούτε κατά την ενώπιον μου διαδικασία.
Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358). Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι η συνοχή μεταξύ των δηλώσεων του Αιτητή συνιστά δείκτη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του[5]. Όταν ο Αιτητής κρίνεται αναξιόπιστος, δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης (βλ. υπόθ. αρ. 1964/06, ημερ. 11.3.08 Obaidul Haque v. Δημοκρατίας).
Συνεπώς, υπό το φως των ανωτέρω, τάσσομαι υπέρ της κρίσης της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν πληρείται η γενική αξιοπιστία του Αιτητή και δεν θεμελιώνεται βάσιμος φόβος δίωξης, ώστε να υπαχθεί αυτός στο προσφυγικό καθεστώς βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου
Περαιτέρω, από το σύνολο των στοιχείων του προφίλ του Αιτητή και των προσωπικών του περιστάσεων, δεν προκύπτει περίπτωση υπαγωγής του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας βάσει του άρθρου 19(2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, αφού ο κίνδυνος που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, δεν συνιστά πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης (σύμφωνα και με το άρθρο 15(α) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ), ή πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας για τον Αιτητή (σύμφωνα και με το άρθρο 15(β) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ).
Περαιτέρω, θα εξετάσω ενδεχόμενη υπαγωγή του Αιτητή στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου (αντίστοιχο άρθρο 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ), παραθέτοντας επικαιροποιημένες πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής.
Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους όλων των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα, στη διάρκεια ενός έτους (Past year of ACLED Data) και συγκεκριμένα με ημερομηνία καταγραφής κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 10/10/2025) τη Κινσάσα, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, έχουν καταγραφεί 37 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 41 θάνατοι[6].
Να σημειωθεί επίσης, ότι ο πληθυσμός της ΛΔΚ καταγράφεται στους 101,935,800, ενώ στη πόλη Κινσάσα ο πληθυσμός καταγράφεται στους 14.565.700 κατοίκους σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση που έλαβε χώρα το έτος 2020 [7].
Τα παραπάνω υποδηλώνουν, στο σύνολό τους, ότι στην πόλη Κινσάσα, τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή και μέρος όπου ευλόγως αναμένεται να επιστρέψει άμα τη επιστροφή του στη χώρα καταγωγής, δεν επικρατούν συνθήκες ένοπλης εσωτερικής σύγκρουσης και κατ΄ επέκταση συνθήκες βίας ασκούμενης αδιακρίτως κατά αμάχων, υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Αναλύοντας δε, τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, σημειώνεται ότι πρόκειται για νεαρό άτομο, μορφωμένο, με υποστηρικτικό δίκτυο στην χώρα καταγωγής (αδέλφια), υγιή και χωρίς να εντοπίζεται κάποια ευαλωτότητα στο πρόσωπό του (από τα στοιχεία που έδωσε κατά τη συνέντευξη του).
Επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.
Συνεπώς, κρίνω, με βάση τα ανωτέρω, ότι οι λόγοι ακυρώσεως της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ευσταθούν.
Υπό το φως των πιο πάνω η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π
[1] Simon Kimbangu University | Official Website: https://www.universitesk.net/index.php# (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 16/12/2025)
[3] Bachelor of Medicine – University Simon Kimbangu – Free-Apply.com : https://free-apply.com/en/university/1018000022/programs/cbe0dad2-8f5d-4a48-8fbe-b4e8f4122533?utm_source
[4] About Duphalac® - Duphalac: https://www.duphalac.com/constipation/about-duphalac/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/10/2025)
[5] EASO, 'Practical Guide: Evidence Assessment, 2015, διαθέσιμο σε: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/public/EASO-Practical-Guide_-Evidence-Assessment.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 30/04/2025).
[6] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/10/2025)
[7] Congo (Dem. Rep.): Provinces, Major Cities & Towns - Population Statistics, Maps, Charts, Weather and Web Information: https://citypopulation.de/en/drcongo/cities/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/10/2025)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο