ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 1598/2023
28 Ιανουαρίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
M.D.K.
Αιτήτριας
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
................................................
Η Αιτήτρια παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου
Ανδρέας Δημητρίου για Μούσουλος, Κανέλλα και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόρος για την Αιτήτρια
Χριστίνα Δημητρίου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η Αιτήτρια προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 10/02/2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Η Αιτήτρια είναι υπήκοος του Κονγκό και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 05/01/2021 αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Στις 05/01/2021, η Αιτήτρια παρέλαβε την Βεβαίωση υποβολής αιτήματος Διεθνούς Προστασίας (Confirmation of Submission of an Application for International Protection), από το Επαρχιακό γραφείο Αλλοδαπών Λευκωσίας.
Στις 09/12/2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (στο εξής «EUAA»). Στις 30/01/2023, ο αρμόδιος λειτουργός της EUAA ετοίμασε Έκθεση και Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με την συνέντευξη της Αιτήτριας. Στη συνέχεια, ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου εξέτασε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας στις 10/02/2023. Στις 12/05/2023, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή, στην οποία συμπεριέλαβε την απόφασή της σχετικά με το αίτημα της Αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από την Αιτήτρια. Στη συνέχεια, καταχωρήθηκε η υπό εξέταση προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσία Ασύλου.
Η Αιτήτρια, μέσω της γραπτής αγόρευσης που υπέβαλε ο συνήγορος που την εκπροσωπεί, προωθεί ως λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης τη μη δέουσα έρευνα εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, καθώς και ότι δεν δόθηκε η δυνατότητα στην αιτήτρια να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους φοβάται να επιστρέψει στη χωρα καταγωγής της.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει πως αυτή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους καθ' ων η αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και εισηγείται πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η Ατήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου έτσι ώστε να της αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να της χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί και η προσβαλλόμενη απόφαση να επικυρωθεί από το Δικαστήριο.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω τον ισχυρισμό που προωθείται περί του ότι εσφαλμένα και λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας, το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε η Αιτήτρια σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας.
Η Αιτήτρια κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας στην Υπηρεσία Ασύλου, δήλωσε ότι οι γονείς της, την εξανάγκασαν να παντρευτεί έναν φίλο του πατέρα της ο οποίος ήταν πολύ μεγαλύτερός της ηλικιακά. Όπως ανέφερε, απέκτησαν το πρώτο τους παιδί αν και δεν τον αγάπησε ποτέ, επειδή την πίεζαν οι γονείς της. Ανέφερε ότι κατά την γέννηση του δεύτερου τους παιδιού η Αιτήτρια υπεβλήθη σε καισαρική τομή, όπου υπέστη επιπλοκές. Μετά την επέμβαση ο σύζυγός της, την χτυπούσε, την κακομεταχειριζόταν ενώ της συμπεριφερόταν ως φυλακισμένη. Όπως υποστήριξε, μία μέρα της έριξε καυτό νερό και δεχόταν πολλαπλές απειλές και τότε ότε αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της με τη βοήθεια κάποιου φίλου του συζύγου της (ερυθρό 10-9, του διοικητικού φακέλου).
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της και ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι είναι υπήκοος της Λ.Δ.Κ. με τόπο καταγωγής και προηγούμενης συνήθους διαμονής την πόλη Kinshasa (ερυθρό 37, 2χ του διοικητικού φακέλου). Ως προς τις θρησκευτικές της πεποιθήσεις δήλωσε Χριστιανή Καθολική (ερυθρό 38 του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με το μορφωτικό της επίπεδο, δήλωσε ότι έλαβε συνολικά 17 χρόνια εκπαίδευσης μεταξύ των οποίων και ένα χρόνο πανεπιστημιακής φοίτησης στο πανεπιστήμιο της Κινσάσα στην επιστήμη της οδοντιατρικής, την οποία διέκοψε επειδή απεβίωσε ο πατέρας της που την επιχορηγούσε οικονομικά και ανέφερε πως επτά μήνες φοίτησε στον τομέα των οικονομικών (ερυθρό 37, 3χ του διοικητικού φακέλου). Επίσης δήλωσε ότι ομιλεί Lingala και Γαλλικά (ερυθρό 37, 1χ του διοικητικού φακέλου).
Σε σχέση με την επαγγελματική της πείρα δήλωσε ότι δεν εργαζόταν, ωστόσο οικονομικά τη στήριζε η μητέρα της (ερυθρό 36, 2χ του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με την οικογενειακή της κατάσταση δήλωσε άγαμη, μητέρα ενός ανήλικου τέκνου η οποία διαμένει με τη μητέρα της Αιτήτριας στην Kinshasa (ερυθρό 36, 3χ του διοικητικού φακέλου). Ο πατέρας του παιδιού της είναι ομοεθνής της ωστόσο σύμφωνα με την Αιτήτρια είναι σε διάσταση από το 2019 και δεν διατηρεί καμία επαφή μαζί του ( ερυθρό 35 1χ του διοικητικού φακέλου).
Όσον αφορά τη πατρική της οικογένεια ανέφερε ότι ο πατέρας της έχει αποβιώσει από ασθένεια, ενώ συνολικά είναι δώδεκα αδέλφια που διαμένουν επίσης στη Kinshasa. Με τη μητέρα της ανέφερε ότι έχει συχνή επικοινωνία ενώ με τα αδέλφια της επικοινωνεί συχνά κυρίως μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (ερυθρά 35, 3χ και 34 1χ του διοικητικού φακέλου). Επιπλέον, ανέφερε ότι πέραν από τους συγγενείς της σε διάφορες περιοχές της Κινσάσα έχει και έναν θείο ο οποίος διαμένει στη Γαλλία.
Εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές περί τον Νοέμβριο του 2020 αφού πρώτα παρέμεινε στις κατεχόμενες περιοχές για περίπου εννέα μήνες όπου φοιτούσε σε πανεπιστήμιο. Ωστόσο αντιμετώπισε οικονομικές δυσκολίες και αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές της. Επιπλέον, ανέφερε ότι το ταξίδι το διευθέτησε η αδελφή της η οποία επίσης την στήριζε οικονομικά καθ’ όλη τη παραμονή της στις κατεχόμενες περιοχές ενώ λάμβανε βοήθεια και από τον θείο της που διαμένει στη Γαλλία (ερυθρό 33, του διοικητικού φακέλου).
Ως προς τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης δήλωσε πως υπέστη κακομεταχείριση από τον πατέρα του παιδιού της. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι περί το 2018 ενώ διέμενε με τον σύντροφό της και την οικογένεια του είχαν έντονη συζήτηση για το ενδεχόμενο να φύγει από το σπίτι όπου ζούσαν με την οικογένειά του. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι, κατά τη διάρκεια της διαμάχης, ο σύζυγος της, πήρε ένα δοχείο με καυτό χυλό και τον πέταξε επάνω της. Η Αιτήτρια κατάφερε να διαφύγει, ωστόσο υπέστη εγκαύματα στο χέρι της. Όπως ανέφερε, ήταν τυχαίο που δεν κάηκε όλο της το σώμα, καθώς ο άνδρας σκόπευε να της ρίξει τον καυτό χυλό σε όλο της το σώμα.
Μετά το περιστατικό αυτό, αποφάσισε να επιστρέψει στο σπίτι της και στη συνέχεια η αδελφή της διευθέτησε την αναχώρησή της από τη χώρα για λόγους ασφάλειας και έτσι η Αιτήτρια εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της. Αφού έφτασε στη Κύπρο, ο πατέρας της κόρης της άρχισε να την καλεί επανειλημμένα, ζητώντας συγχώρεση, ωστόσο εκείνη δεν επιθυμούσε να επικοινωνήσει μαζί του και δεν ήταν έτοιμη να τον συγχωρέσει. Σε σχετική διευκρινιστική ερώτηση η Αιτήτρια επανέλαβε ότι ο λόγος που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της ήταν η βίαιη συμπεριφορά του συγκεκριμένου άνδρα, ο οποίος την κακοποιούσε και την απειλούσε όποτε τη συναντούσε. Για τον λόγο αυτό, η αδελφή της έκρινε ότι η Αιτήτρια έπρεπε να απομακρυνθεί από εκείνον, για τη δική της ασφάλεια (ερυθρό 32, 1χ του διοικητικού φακέλου).
Σε ερώτηση σχετικά με το τι πιστεύει ότι θα της συμβεί σε περίπτωση επιστροφής της στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, η Αιτήτρια απάντησε ότι δεν γνωρίζει τι θα μπορούσε να συμβεί αν εκείνος την εντοπίσει, καθώς είναι εξαιρετικά θυμωμένος μαζί της, την απειλεί και δεν μπορεί να δεχτεί ότι τον εγκατέλειψε. Δήλωσε ότι φοβάται πολύ, εξαιτίας των όσων έχει ήδη υποστεί, και ότι βρίσκεται σε κατάσταση έντονου στρες. Ανέφερε επίσης ότι ο άνδρας έχει απειλήσει την αδελφή της, γεγονός που εντείνει τον φόβο της ότι θα της προκαλέσει σοβαρή βλάβη (Ερυθρό 32, 2χ του διοικητικού φακέλου).
Σε διάφορες διευκρινιστικές ερωτήσεις για τον τότε σύντροφό της και πατέρα του παιδιού της η Αιτήτρια ανέφερε ότι είναι ομοεθνής της ότι προέρχεται από εύπορη οικογένεια, ωστόσο πρόκειται για άνθρωπο με πολύ κακό χαρακτήρα. Είναι επιχειρηματίας και ασχολείτο με το εμπόριο ειδών ένδυσης και ταξίδευε στη Τουρκία αλλά και εντός της Λ.Δ.Κ. Επιπλέον η Αιτήτρια ανέφερε ότι τον βοηθούσε στην επιχείρησή του καθώς και η ίδια κάποιες φορές πωλούσε είδη ένδυσης σε γυναίκες και νεαρές κοπέλες (ερυθρό 31, 1χ,2χ του διοικητικού φακέλου). Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις σχετικές με την οικογένεια του τότε συντρόφου της η Αιτήτρια ανέφερε ότι η μητέρα του ασχολείτο με το εμπόριο κοσμημάτων και διέθετε σχετικό χώρο στην αγορά Makete που είναι αγορά χρυσαφικών. Ο πατέρας του εκτός από επιχειρηματίας εργαζόταν στην Κεντρική Τράπεζα του Κονγκό ενώ τα αδέλφια του ασχολούνταν με το εμπόριο ειδών ένδυσης στο Dubai και στην Τουρκία (Ερυθρό 30 1χ του διοικητικού φακέλου).
Η Αιτήτρια δήλωσε ότι διέμενε με τον σύντροφό της, τους γονείς του και τη μικρότερή του αδελφή. Κληθείσα να περιγράψει τη καθημερινότητά τους η Αιτήτρια ανέφερε ότι η μητέρα του συντρόφου της και η αδελφή του έφευγαν το πρωί για τις επιχειρήσεις του. Η ίδια παρέμενε στο σπίτι τόσο για τη φροντίδα του παιδιού της, όσο και για την εκτέλεση διάφορων εργασιών που σχετίζονταν με την πώληση των ειδών ένδυσης όπως παράδοση/παραλαβή παραγγελιών. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι διατηρούσαν σχέση από το 2010 μέχρι το 2018, ενώ η ίδια μετοίκησε στην οικία της οικογένειάς του συντρόφου της, το 2017 (ερυθρό 29, 1χ του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με τον τρόπο που γνωρίστηκε με τον τότε σύντροφό της η Αιτήτρια ανέφερε ότι συναντήθηκαν τυχαία όταν η ίδια επισκεπτόταν μία φίλη της ενώ αυτός βρισκόταν στην συγκεκριμένη περιοχή για την επιχείρησή του. Της ζήτησε τα στοιχεία της ενώ έδειξε άμεσα το ενδιαφέρον του προς την Αιτήτρια. Όπως ανέφερε, την φρόντιζε και της πρόσφερε δώρα, περνούσαν όμορφα το χρόνο τους, έβγαιναν έξω, ενώ πήγαν και ταξίδι μαζί στη Boma. Ωστόσο σύμφωνα με την Αιτήτρια η συμπεριφορά του συντρόφου της άλλαξε όταν έμεινε έγκυος (ερυθρό 29 2χ του διοικητικού φακέλου).
Η Αιτήτρια δήλωσε ότι η κακομεταχείριση ξεκίνησε όταν μετακόμισε για να ζήσει μαζί του, δηλαδή όταν έμεινε έγκυος. Δήλωσε ότι έμεινε έγκυος τον Δεκέμβριο του 2016 και γέννησε το 2017, επισημαίνοντας σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε από το λειτουργό, ότι δεν είναι πάντα εφικτό να θυμάται κανείς με ακρίβεια ημερομηνίες ή μήνες σημαντικών γεγονότων. Ανέφερε ότι από εκείνη τη στιγμή ο σύντροφός της άρχισε να θεωρεί ότι δεν έχει αξία, καθώς εξαρτιόταν από αυτόν και διέμενε στο σπίτι των γονέων του. Δεν επιθυμούσε πλέον να βγαίνουν μαζί και όταν του ζητούσε κάτι, αρνείτο να της το προσφέρει. Αυτό οδήγησε σε καθημερινές διαφωνίες, παρεξηγήσεις και στη συνέχεια, σε σωματική βία, καθώς εκείνος δεν την άκουγε. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι σταδιακά άρχισε να χάνει τα αισθήματα αγάπης που είχε για εκείνον.
Διευκρίνισε πως δεν αποφάσισε η ίδια να μετακομίσει στο σπίτι της οικογένειάς του, εφόσον μετά την εγκυμοσύνη της, οι γονείς της και συγκεκριμένα η μητέρα της, αποφάσισαν να ζήσει με την οικογένεια του πατέρα του παιδιού της. Δήλωσε ότι η ίδια αισθανόταν ντροπή για την εγκυμοσύνη και ότι δεν είχε άλλη επιλογή. Η αιτήτρια ανέφερε πως πίστευε πως αυτό θα βοηθούσε τη ζωή τους ως ζευγάρι και θα οδηγούσε στο γάμο τους και στη δημιουργία οικογένειας (ερυθρό 27, 1χ του διοικητικού φακέλου).
Η αιτήτρια ανέφερε πως σύμφωνα με αφρικανική παράδοση, όταν ένας άνδρας αφήσει έγκυο μια γυναίκα, εκείνη πρέπει να μετακομίσει στο σπίτι της οικογένειάς του και συνεπώς η απόφαση για να μείνουν στο ίδιο σπίτι δεν ήταν δική του επιθυμία. Πρόσθετα, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ο σύντροφός της ήταν χαρούμενος που θα γινόταν πατέρας για πρώτη φορά. Τέλος, ανέφερε ότι η σωματική κακοποίηση δεν ήταν συχνή, αλλά συνέβαινε κατά τη διάρκεια έντονων διαφωνιών, από το 2017 μέχρι το 2019, όπου και εγκατέλειψε το σπίτι της οικογένειάς του (ερυθρό 27, 2χ του διοικητικού φακέλου).
Η Αιτήτρια δήλωσε πως μόνο η μητέρα και η αδελφή της γνώριζαν για την κακοποίηση. Όπως εξήγησε δεν επιθυμούσε να το κοινοποιήσει σε άλλους, διότι, όπως ανέφερε, στην Αφρική ο κόσμος σχολιάζει υπερβολικά τέτοια ζητήματα (ερυθρό 26 1χ του διοικητικού φακέλου). Σε ερώτηση εάν κατήγγειλε την κακοποίηση στις αρχές της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, η Αιτήτρια δήλωσε ότι προσέφυγε στις αρχές μόνο μία φορά, όταν κάηκε από τον χυλό. Τα προηγούμενα περιστατικά δεν τα είχε καταγγείλει. Κληθείσα να περιγράψει την επίσκεψή της στην αστυνομία, ανέφερε ότι μετέβη στο αστυνομικό τμήμα, όπου συνάντησε τον αρμόδιο αστυνομικό και κατήγγειλε το περιστατικό. Όλα καταγράφηκαν και οι αστυνομικοί την ενημέρωσαν ότι θα αποστελλόταν κλήση στον άνδρα για να παρουσιαστεί και να δώσει εξηγήσεις. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν γνωρίζει τι κατέθεσε εκείνος, καθώς ο δικός της ρόλος ήταν αποκλειστικά να καταγγείλει το περιστατικό και να ανοίξει σχετικός φάκελος. Πρόσθετα, ανέφερε πως ο τότε σύντροφός της τιμωρήθηκε από την αστυνομία, καθώς κρατήθηκε για μία εβδομάδα στο κρατητήριο.
Η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν θυμάται πότε εγκατέλειψε το σπίτι της οικογένειας του τότε συντρόφου της, καθώς βρισκόταν σε κατάσταση έντονου στρες(ερυθρό 26, 2χ του διοικητικού φακέλου). Σε ερώτηση σχετικά με την ασυνέπεια ως προς τον χρόνο του περιστατικού με τον χυλό και την αποχώρησή της από την οικία του συντρόφου της, αφού αρχικά ανέφερε ότι το περιστατικό συνέβη το 2018 και ότι αποχώρησε αμέσως μετά, ενώ στη συνέχεια δήλωσε ότι έφυγε από το σπίτι στα μέσα του 2019, η Αιτήτρια απάντησε ότι είχε ήδη εξηγήσει πως δυσκολεύεται να ανακαλέσει με ακρίβεια μήνες, έτη και ημερομηνίες. Όταν κλήθηκε να διευκρινίσει συγκεκριμένα το έτος κατά το οποίο εγκατέλειψε την οικία του συντρόφου της, δηλαδή εάν αυτό συνέβη το 2018 ή το 2019, η Αιτήτρια ανέφερε το έτος 2019, όπου έλαβαν χώρα όλα τα προβλήματα που αντιμετώπιζε (ερυθρό 25, 1χ του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με τη ζωή της μετά την αποχώρησή της από την οικία του συντρόφου της και μέχρι την αναχώρησή της από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, η Αιτήτρια δήλωσε ότι επιστρέφοντας στην οικογένειά της, βρισκόταν σε ψυχική αναστάτωση εξαιτίας των όσων είχε υποστεί και δήλωσε πως δεν είχε ποτέ φανταστεί ότι θα της συνέβαινε μια τέτοια κατάσταση. Κληθείσα να εξηγήσει περαιτέρω τι εννοούσε όταν δήλωσε ότι ήταν ψυχικά αναστατωμένη, η Αιτήτρια ανέφερε ότι καθώς μεγάλωνε, αναγνώριζε πως είχε κάνει ένα λάθος, ωστόσο πίστευε ότι η ζωή της ακολουθούσε μια σωστή πορεία. Τα γεγονότα που της συνέβησαν τα εξέλαβε ως αντανάκλαση του ότι είχε καταστρέψει ολόκληρη τη ζωή της.
Σε ερώτηση εάν ο σύντροφός της την ενόχλησε μετά την αποχώρησή της από το σπίτι του και μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν την ενοχλούσε ιδιαίτερα μέχρι τη στιγμή που έμαθε ότι είχε εγκαταλείψει τη χώρα. Τότε, όπως ανέφερε, αναζήτησε τον αριθμό τηλεφώνου της και άρχισε να την καλεί, απειλώντας και εξυβρίζοντάς την. Κληθείσα να εξηγήσει αναλυτικότερα γιατί δεν την ενοχλούσε πριν από την αναχώρησή της από τη χώρα, η Αιτήτρια δήλωσε ότι αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι εκείνος είχε τιμωρηθεί από την αστυνομία και ότι οι γονείς του δεν τον επισκέφθηκαν κατά τη διάρκεια της κράτησής του, επειδή την αγαπούσαν. Εκτίμησε ότι η τιμωρία που του επιβλήθηκε από την αστυνομία ήταν ο λόγος που εκείνος δεν την ενοχλούσε εκείνη την περίοδο (ερυθρό 25, 2χ του διοικητικού φακέλου).
Σε επόμενη ερώτηση για το εάν την ενόχλησε μετά την αποχώρησή της από την οικία του και μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν τον συνάντησε ποτέ αυτοπροσώπως, αλλά λάμβανε μηνύματα τα οποία ήταν προσβλητικά προς την ίδια και την οικογένειά της. Κληθείσα να αποσαφηνίσει τις δηλώσεις της αφού σε προηγούμενή δήλωσή της είχε αναφέρει πως ο σύντροφός της την καλούσε ζητώντας συγχώρεση, ενώ αργότερα ανέφερε ότι την καλούσε απειλώντας και εξυβρίζοντάς την, η Αιτήτρια εξήγησε ότι ο σύντροφός της, την κάλεσε συνολικά περίπου πέντε φορές. Κατά την πρώτη κλήση η Αιτήτρια ανέφερε ότι της ζήτησε να τον συγχωρέσει ενώ, μετά την απόρριψη της όλες οι επόμενες κλήσεις περιείχαν απειλές και προσβολές (ερυθρό 24, 1χ του διοικητικού φακέλου).
Η Αιτήτρια πρόσθετα ανέφερε ότι ο πρώην σύντροφός της χρησιμοποιούσε νεαρούς φίλους του για να μιλούν άσχημα στην αδελφή της και να της μεταφέρουν απειλητικά μηνύματα ότι η ίδια δεν θα πετύχει ποτέ στη ζωή της. Όσον αφορά το περιεχόμενο των απειλών, η Αιτήτρια δήλωσε ότι, κατά τον χρόνο που συνέβαιναν, η ίδια βρισκόταν ήδη εκτός της χώρας και δεν γνώριζε όλες τις λεπτομέρειες. Ανέφερε ότι απλώς ενημερώθηκε πως εκείνος απειλούσε την οικογένειά τους. Σε ερώτηση εάν γνωρίζει οτιδήποτε άλλο σχετικά με το περιεχόμενο των απειλών, η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά (ερυθρό 24, 2χ του διοικητικού φακέλου). Όταν της ζητήθηκε να εξηγήσει γιατί, ενώ διατηρεί επικοινωνία με την οικογένειά της, δεν γνωρίζει το περιεχόμενο και τη συχνότητα των απειλών, η Αιτήτρια δήλωσε ότι, όταν τα μέλη της οικογένειάς της αρχίζουν να της μιλούν για τα περιστατικά αυτά, τους παρακαλεί να σταματήσουν, διότι δεν επιθυμεί να θυμάται την κατάσταση που έχει βιώσει.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης εντοπίστηκαν αντιφάσεις στο αφήγημα της αιτήτριας μεταξύ των όσων κατέγραψε στην αίτησή της και στη συνέντευξή της. Κληθείσα να εξηγήσει την αναφορά της, κατά την υποβολή της αίτησής της όπου κατέγραψε πως οι γονείς της την ανάγκασαν να παντρευτεί έναν πλούσιο άνδρα, φίλο του πατέρα της, ενώ κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της δήλωσε ότι ερωτεύτηκε τον σύντροφό της ωστόσο ουδέποτε παντρευτήκαν, η Αιτήτρια εξήγησε ότι αναφερόταν στην πίεση που της άσκησε η οικογένειά της να μεταβεί και να ζήσει μαζί του. Όσον αφορά την αναφορά της στην αίτηση, σε σχέση με τη φιλία που κατέγραψε ότι ο σύντροφός της είχε με τον πατέρα της, δήλωσε ότι διαπίστωσε εκ των υστέρων πως φίλος του πατέρα της, ήταν ο πατέρας του συντρόφου της και όχι ο ίδιος.
Επιπλέον, κληθείσα να εξηγήσει την δήλωσή της κατά την υποβολή της αίτησης της όπου ανέφερε πως δεν αγάπησε ποτέ τον σύζυγό της και ότι βρισκόταν μαζί του λόγω οικογενειακής πίεσης, ωστόσο κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της ανέφερε ότι αγαπούσε τον σύντροφό της και ότι η σχέση τους ήταν καλή μέχρι το 2017 που ξεκίνησε η κακοποίηση, η Αιτήτρια απάντησε ότι κατά την ημέρα καταγραφής του αιτήματός της , βρισκόταν σε ψυχική αναστάτωση και έντονο στρες και δεν ήταν σε θέση να οργανώσει σωστά όσα ανέφερε (ερυθρό 24 του διοικητικού φακέλου).
Κληθείσα να αποσαφηνίσει την αναφορά της κατά την καταγραφή του αιτήματός της ότι είναι μητέρα δύο παιδιών και ότι τα προβλήματα ξεκίνησαν με τη γέννηση του δεύτερου παιδιού, ενώ κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της ανέφερε ότι έχει μόνο ένα παιδί, η Αιτήτρια διευκρίνισε ότι έχει μόνο μία κόρη και όταν διέμενε με τον σύντροφό της ζούσε, φρόντιζε το παιδί του αδελφού του, ο οποίος είχε αποβιώσει και το θεωρούσε ως δικό της παιδί (ερυθρό 23 του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με την ασυνέπεια σχετικά με το περιστατικό κακοποίησης, όπου κατά τη καταγραφή το αιτήματός της ανέφερε ότι ο σύντροφός της, της έριξε καυτό νερό, ενώ κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της ανέφερε ότι της έριξε χυλό, η Αιτήτρια διευκρίνισε ότι επρόκειτο για χυλό.
Σε ερώτηση σχετικά με το γεγονός ότι κατά τη καταγραφή του αιτήματός της είχε δηλώσει πως ένας φίλος του συζύγου της τη βοήθησε να διαφύγει από τη χώρα, ωστόσο κατά τη διάρκεια της συνέντευξης της ανέφερε ότι το ταξίδι της οργανώθηκε από την αδελφή της, η Αιτήτρια εξήγησε ότι, κατά τον χρόνο καταγραφής του αιτήματός της, δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι θα χρειαζόταν να κοινοποιήσει ολόκληρη την ιστορία της ή να την καταγράψει λεπτομερώς. Ανέφερε ότι δεν υπήρχε επαρκής χώρος κατά της καταγραφή, για την πλήρη αφήγηση της ιστορίας και ότι, ακόμη και όταν αφηγείται κανείς τα γεγονότα, υπάρχουν ορισμένα πράγματα που επιθυμεί να κρατήσει για τον εαυτό του. Δήλωσε ότι αισθάνεται πολύ άσχημα όταν μιλά για όσα της συνέβησαν και ότι ακόμη και κατά τη διάρκεια της συνέντευξης αισθανόταν ψυχική δυσφορία (ερυθρό 23 του διοικητικού φακέλου).
Κληθείς να αναφέρει το λόγο που φοβάται ότι θα υποστεί βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, δεδομένου ότι ο σύντροφός της δεν υλοποίησε τις απειλές του, ούτε μετά την αποχώρησή της από το σπίτι του, ούτε μέχρι σήμερα απέναντι στην οικογένειά της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι πιστεύει πως εκείνος παραμένει θυμωμένος μαζί της και ότι το ενδεχόμενο να τη δει από κοντά θα μπορούσε να τον ωθήσει να της προκαλέσει κακό.
Όταν της ζητήθηκε να αναφερθεί στις δηλώσεις της ότι μετά την καταγγελία στην αστυνομία ο άνδρας τιμωρήθηκε και δεν της προκάλεσε περαιτέρω βλάβη, ωστόσο πιστεύει ότι θα της προκαλέσει κακό σε περίπτωση επιστροφής της, η Αιτήτρια απάντησε ότι πρόκειται για άτομο με προβληματική συμπεριφορά και ότι θεωρεί πως δεν είναι εύκολο να αλλάξει (ερυθρό 23, 1χ διοικητικού φακέλου).Κληθείς να αναφέρει για το εάν οι αρχές της χώρας καταγωγής της θα ήταν σε θέση να την προστατεύσουν σε περίπτωση επιστροφής της, η Αιτήτρια απάντησε καταφατικά (ερυθρό 23 του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείσα εάν θα μπορούσε να μετεγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της χώρας καταγωγής της η Αιτήτρια ανέφερε ότι υπάρχουν περιοχές στις οποίες θα μπορούσε να διαμείνει ασφαλής, ωστόσο δεν μπορεί πλέον να μετοικήσει σε αυτές καθώς πλέον έχει ωριμάσει και αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να εξαρτάται από κανέναν πέραν του εαυτού της (ερυθρά 23 και 22 του διοικητικού φακέλου).
Στη βάση των ανωτέρω ισχυρισμών, ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις της Αιτήτριας ως ακολούθως: (α) τα προσωπικά στοιχεία και προφίλ της Αιτήτριας και (β) ότι η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι αντιμετώπισε κακοποιητική συμπεριφορά και παρενόχληση από τον πρώην σύντροφό της κατά την εγκυμοσύνη της.
Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τους καθ' ων η αίτηση, καθότι κρίθηκε ότι πληρούται τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία, των δηλώσεων της αιτήτριας.
Ο δεύτερος ισχυρισμός έγινε επίσης αποδεκτός, καθώς ο αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας της Αιτήτριας ότι οι δηλώσεις της υπήρξαν συνεκτικές, λεπτομερείς και συγκεκριμένες. Ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι Αιτήτρια παρείχε επαρκείς και συγκεκριμένες λεπτομέρειες αναφορικά με τα στοιχεία του συντρόφου της και την οικογένεια του. Επιπλέον, ο αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε ότι οι αναφορές της Αιτήτριας σχετικά με τον τρόπο που γνωρίστηκαν με τον πρώην σύντροφό της υπήρξαν επίσης λεπτομερείς και συγκεκριμένες, όπως επίσης και τα όσα ανέφερε σε σχέση με τη καθημερινότητα της με τον πρώην συντροφό της και την οικογένεια του.
Αναφορικά με την κακοποιητική συμπεριφορά του πρώην συντρόφου της ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε ότι οι δηλώσεις της Αιτήτρια υπήρξαν λεπτομερείς και συγκεκριμένες. Όσον αφορά τις δηλώσεις της Αιτήτριας ότι προέβη σε καταγγελία εναντίον του πρώην συντρόφου της μετά το περιστατικό όπου της έριξε καυτό χυλό, ο αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε ότι οι περιγραφές της Αιτήτριας επίσης υπήρξαν σαφείς και λεπτομερείς. Οι αναφορές της Αιτήτριας αναφορικά με τις απειλές και της ενοχλήσεις που λάμβανε μετά την αποχώρησή της από την οικία όπου διέμενε με τον τότε σύντροφό της και μετά την αναχώρησή της από την χώρα καταγωγής της, κρίθηκαν επίσης περιγραφικές.
Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας της Αιτήτριας ο αρμόδιος λειτουργός ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης κατά τις οποίες επιβεβαίωσε ότι η ενδοοικογενειακή βία είναι ευρέως διαδεδομένη στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Λαμβάνοντας υπόψη τις λεπτομέρειες των δηλώσεων της Αιτήτριας, καθώς και του γεγονότος ότι οι δηλώσεις αυτές υποστηρίζονται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την ύπαρξη ενδοοικογενειακής βίας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, ο λειτουργός συνήγαγε ότι έχει τεκμηριωθεί τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών της Αιτήτριας, σύμφωνα με τους οποίους υπέστη κακοποίηση και παρενόχληση από τον πρώην σύντροφό της από τη στιγμή που έμεινε έγκυος το παιδί της.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση κινδύνου λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ισχυρισμούς και τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας και συγκεκριμένα αναφορικά με τον πρώτο αποδεκτό ουσιώδη ισχυρισμό ο αρμόδιος λειτουργός κατόπιν αξιολόγησης πληροφοριών αναφορικά με τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στη Λ.Δ.Κ. και συγκεκριμένα στην πόλη Kinshasa, περιοχή στην οποία αναμένεται να επιστρέψει, έκρινε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής της, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Αναφορικά με τον δεύτερο αποδεκτό ουσιώδη ισχυρισμό ο αρμόδιος λειτουργός διαπιστώνει ότι παρότι η Αιτήτρια υπέστη παρενόχληση από τον πρώην σύντροφό της, αφού έμεινε έγκυος, προκύπτει ωστόσο ότι ήταν σε θέση να αναζητήσει και να λάβει αποτελεσματική προστασία από τις αρχές της χώρας καταγωγής της και δήλωσε ότι αυτές θα μπορούσαν να την προστατεύσουν και σε περίπτωση επιστροφής της. Δεδομένου, επιπλέον ότι οι απειλές δεν υλοποιήθηκαν και οι φόβοι της περί μελλοντικής βλάβης βασίζονται σε υποθέσεις, ο αρμόδιος λειτουργός καταλήγει ότι δεν στοιχειοθετείται εύλογος βαθμός πιθανότητας δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στην Κινσάσα, της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο λειτουργός κατέληξε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας σε ένα από τους λόγους που προβλέπονται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου, κατέληξε πως δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς. Αναφορικά με το άρθρο 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου, του Ν. 6 (Ι)/2000, και το άρθρο 15 της Ευρωπαϊκής Οδηγίας (2011/95/EU), ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε πως δεν υφίστανται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής της, η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό την έννοια των παραγράφων (α) και (β) των πιο πάνω άρθρων.
Αξιολογώντας τις προϋποθέσεις της παραγράφου (γ) του άρθρου 15 της Οδηγίας, ο αρμόδιος λειτουργός, παρέπεμψε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σε σχέση με την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στην πόλη Kinshasa στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, εκ της οποίας προέκυψε ότι δεν υφίστανται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής της, η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη. Ως εκ τούτου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι η Αιτήτρια δεν δύναται να υπαχθεί ούτε σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και συνεπώς το αίτημα της απορρίφθηκε στο σύνολό του. Τέλος, ο αρμόδιος λειτουργός προσέθεσε ότι η πιθανή επιστροφή της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της, λαμβάνοντας υπόψη την απουσία οποιασδήποτε απειλής να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την επιστροφή της στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, δεν αντίκειται στην αρχή της μη επαναπροώθησης και το Άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα της Αιτήτριας λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από το συνήγορό της, αλλά και από την συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου και αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμό, εφόσον προκύπτει πως ορθά έγινε αποδεκτός.
Αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό, θα συμφωνήσω με τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού, ο οποίος έκρινε πως οι δηλώσεις της αιτήτριας είναι συνεπείς και λεπτομερείς. Μολονότι λοιπόν η Αιτήτρια, ισχυρίζεται πως υπήρξε θύμα παρενόχλησης εκ μέρους του πρώην συντρόφου της μετά την εγκυμοσύνη της, εντούτοις διαπιστώνεται ότι είχε τη δυνατότητα να προσφύγει στις αρμόδιες αρχές της χώρας καταγωγής της και να τύχει από αυτές ουσιαστικής και αποτελεσματικής προστασίας. Περαιτέρω, η ίδια έχει δηλώσει ότι η εν λόγω προστασία θα μπορούσε να της παρασχεθεί και σε περίπτωση επανόδου της στη χώρα αυτή. Διαφαίνεται λοιπόν πως η αιτήτρια τεκμηρίωσε την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών της.
Ανέτρεξα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης προκειμένου να διαπιστώσω την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής της σε σχέση πάντοτε με τους ισχυρισμούς που πρόβαλε. Πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) χαρακτηρίζεται από βαθιά ριζωμένα πατριαρχικά πρότυπα[1], που περιλαμβάνουν νόμους και παραδοσιακά έθιμα[2] καθώς και έμφυλα στερεότυπα στην κοινωνία, οδηγώντας σε «συστηματική έμφυλη ανισότητα, διακρίσεις και τον αποκλεισμό των γυναικών και των κοριτσιών»[3]. Η σεξουαλική και έμφυλη βία (SGBV) στη ΛΔΚ αναφέρθηκε ότι «παρέμεινε διαδεδομένη»[4] και ότι είναι «συχνή»[5] και «εκτεταμένη», περιλαμβάνοντας την ενδοοικογενειακή βία και τη βία από οικείους ή συντρόφους, τη σεξουαλική βία, καθώς και τη βία στον χώρο εργασίας. Στη βάση πηγών πληροφόρησης που παρέθεσε ο αρμόδιος λειτουργός στην έκθεσή του, αλλά και των πληροφοριών που ανέτρεξα προς επιβεβαίωση των όσων ισχυρίστηκε η αιτήτρια διαπιστώνω πως ορθά έγινε αποδεκτή η εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού της. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός, εφόσον όπως προκύπτει αποδεκτός έγινε και από την Υπηρεσία Ασύλου.
Λαμβανομένου επιπλέον υπόψη ότι οι φερόμενες απειλές δεν μετουσιώθηκαν σε πράξεις και ότι οι επικαλούμενοι φόβοι περί μελλοντικής βλάβης ερείδονται σε εικασίες, κρίνεται ότι δεν συντρέχει επαρκής βαθμός πιθανολόγησης δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στην Κινσάσα της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό. Ανέτρεξα σε πηγές πληροφόρησης από τις οποίες προέκυψε πως μία έρευνα Δημογραφίας και Υγείας (DHS) 2023/2024 διαπίστωσε ότι, μεταξύ των ερωτώμενων (γυναικών και κοριτσιών ηλικίας 15–49 ετών) που είχαν υποστεί σωματική ή σεξουαλική βία και αναζήτησαν βοήθεια, μόλις το 1,5% απευθύνθηκε στην αστυνομία και το 0,4% μίλησε με κοινωνικό λειτουργό[6].
Πηγές αναφέρουν ότι η ΛΔΚ έχει συστήσει κινητά στρατιωτικά δικαστήρια, τα οποία μεταβαίνουν σε αγροτικές περιοχές για την εκδίκαση παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ιδίως υποθέσεων σεξουαλικής βίας[7]. Σύμφωνα με άρθρο του Γραφείου της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (OHCHR), από τον Ιανουάριο του 2023 έως τον Νοέμβριο του 2024, 13 κοινές ομάδες έρευνας και 19 κινητά δικαστήρια εξέδωσαν 777 καταδικαστικές αποφάσεις για «σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής βίας[8].
Η ίδια πηγή αναφέρει ως παράδειγμα την υπόθεση του πρώην ηγέτη της ένοπλης ομάδας Ra?a Mutomboki, ο οποίος το 2024 καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη και υποχρεώθηκε να καταβάλει χρηματική αποζημίωση σε 127 θύματα, μεταξύ άλλων για βιασμό και εξαναγκαστική εγκυμοσύνη[9]. Το πρακτορείο Reuters αναφέρει ότι τον Μάρτιο του 2023, κινητό στρατιωτικό δικαστήριο έκρινε 12 στρατιωτικούς αξιωματικούς ένοχους για βιασμό, μεταξύ των οποίων έναν πρώην συνταγματάρχη που καταδικάστηκε σε επτά έτη φυλάκισης[10]
Από τις πιο πάνω πηγές προκύπτει, αφενός, ότι υφίστανται διαρθρωτικές δυσχέρειες στην προσφυγή των θυμάτων έμφυλης και σεξουαλικής βίας στις επίσημες αρχές, γεγονός που αντανακλάται στα χαμηλά ποσοστά αναζήτησης βοήθειας από την αστυνομία ή κοινωνικές υπηρεσίες. Αφετέρου, οι ίδιες πηγές καταδεικνύουν ότι το κράτος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό έχει προβεί στη σύσταση και ενεργοποίηση ειδικών μηχανισμών απονομής δικαιοσύνης, όπως κινητά στρατιωτικά δικαστήρια και κοινές ομάδες έρευνας, τα οποία λειτουργούν και σε απομακρυσμένες περιοχές και έχουν οδηγήσει σε σημαντικό αριθμό καταδικαστικών αποφάσεων για σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τα ανωτέρω στοιχεία καταδεικνύουν πως παρά τις υφιστάμενες κοινωνικές και πρακτικές δυσχέρειες, οι κρατικές αρχές δεν παραμένουν αδρανείς, αλλά αναπτύσσουν διάφορους βοηθητικούς μηχανισμούς.
Η αιτήτρια διέμεινε στη χώρα της μέχρι 25/1/2020 που αποχώρησε, ενώ το 2019 εγκατέλειψε την οικία του συντρόφου της, χωρίς να την παρενοχλήσει με οποιονδήποτε τρόπο από τότε ο σύντροφός της και χωρίς να της δημιουργήσει οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα. Λαμβάνω υπόψη μου βεβαίως ότι η αιτήτρια απευθύνθηκε στις αρχές της χώρας της για να προστατευθεί και όπως δήλωσε, κατήγγειλε το σύντροφό της στις αστυνομικές αρχές οι οποίες στη συνέχεια προχώρησαν στην κράτησή του για μια βδομάδα στο κρατητήριο. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου δεν προκύπτει ότι η αιτήτρια θα διατρέξει οποιοδήποτε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής της στη χωρά καταγωγής της.
Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Αδιαμφισβήτητα όπως προκύπτει από το άρθρο 18 (5) του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6 (Ι)/2000), η αιτήτρια που επιθυμεί την υπαγωγή της στο ειδικό προστατευτικό καθεστώς της Σύμβασης, οφείλει να εκθέσει στη διοίκηση με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής της. Η αιτήτρια δεν είναι υποχρεωμένη να προσκομίσει για την απόδειξη των ισχυρισμών της, τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, αυτό όμως δεν αίρει την υποχρέωσή της να επικαλεσθεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αίτημα που υπέβαλε στις αρμόδιες αρχές.
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, διαπιστώνεται ότι η Αιτήτρια δεν αντιμετώπισε πράξεις δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά τη διαμονή της στη χώρα καταγωγής της, ενώ είχε τη δυνατότητα να αναζητήσει και να λάβει αποτελεσματική προστασία από τις αρμόδιες αρχές. Ενόψει δε του γεγονότος ότι οι φερόμενες απειλές δεν υλοποιήθηκαν και δεν προκύπτουν στοιχεία που να καταδεικνύουν επιδείνωση ή κλιμάκωση του κινδύνου, κρίνεται ότι σε περίπτωση επιστροφής της δεν συντρέχει εύλογος και εξατομικευμένος κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης της αιτήτριας να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι η αιτήτρια έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020). Ούτως ή άλλως η αιτήτρια μπορεί να ζητήσει προστασία από τις αρχές της χώρας της.
Όλο το πιο πάνω ιστορικό στο οποίο στηρίζεται το αίτημα διεθνούς προστασίας που υπέβαλε η αιτήτρια δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής της. Η Αιτήτρια ενώ κρίθηκε αξιόπιστη στις δηλώσεις της οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί της δεν μπορούσαν να την εντάξουν στον ορισμό του πρόσφυγα προκειμένου να επωφεληθεί των ευεργετημάτων τέτοιου καθεστώτος. Κατά συνέπεια, ενόψει των προβαλλόμενων ισχυρισμών δεν θα μπορούσε να παραχωρηθεί στην Αιτήτρια καθεστώς πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 3, του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.
Πρόσθετα, από το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου κρίνω ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 για να παραχωρηθεί στην Αιτήτρια το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619.
Ο αρμόδιος λειτουργός, έχοντας αποδεχθεί ότι ο τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της είναι η πρωτεύουσα Kinshasa, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στην εν λόγω τοποθεσία, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Σύμφωνα με τη διαδικτυακή πύλη RULAC «Η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (Λ.Δ.Κ.) εμπλέκεται σε πολλές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις (NIAC) εντός των εδαφών της εναντίον αριθμού ενόπλων ομάδων στις περιοχές Ituri, Kasai και Kivu»[4], σημειώνεται ωστόσο, ότι δεν αναφέρεται η δραστηριοποίηση ενεργών, μη κρατικών, ένοπλων ομάδων στην Kinshasa, περιχή στην οποία αναμένεται η αιτήτρια να επιστρέψει. Επιπρόσθετα, Έκθεση (2024) της Διεθνούς Αμνηστίας για τη Λ.Δ.Κ. αναφέρει ότι οι ένοπλες συγκρούσεις στα ανατολικά συνεχίστηκαν, με τις κυβερνητικές δυνάμεις να μάχονται εναντίον ένοπλων ομάδων∙ ενώ η διακοινοτική βία επεκτάθηκε και στις επαρχίες Kasai, Kwango, Kwilu, Mai-Ndombe και Tshopo, και οδήγησε σε περαιτέρω σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.[5] Ως διαφαίνεται από τις ανωτέρω πληροφορίες, στην Kinshasa δεν επικρατούν συνθήκες εσωτερικής ένοπλης σύρραξης και η κατάσταση ασφαλείας παρουσιάζεται σταθερή.
Παραθέτοντας περαιτέρω ποιοτικά και ποσοτικά στοιχεία της ανωτέρω σύγκρουσης, το Δικαστήριο προέβη σε σχετική έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED (“Armed Conflict Location and Event Data Project”) και όσον αφορά γενικότερα τη ΛΔΚ, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τον Ιανουάριο του 2026) έχουν καταγραφεί 3,353 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 7,220 θάνατοι[11].
Όσον αφορά τη Κινσάσα, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, έχουν καταγραφεί κατά τη πιο πάνω αναφερόμενη περίοδο, 47 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 56 θάνατοι[12].
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τόπο συνήθους διαμονής της, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας της να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή της. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις της αιτήτριας, παρατηρώ ότι είναι γυναίκα υγιής, με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, πλήρως ικανή προς εργασία, με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα της και χωρίς οποιαδήποτε στοιχεία ευαλωτότητας. Η Αιτήτρια δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα.
Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε η αιτήτρια, διεξήγαγαν τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Συνεπώς, ο ισχυρισμός του ευπαίδευτου συνηγόρου της Αιτήτριας περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου απορρίπτεται στο σύνολό του.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα της Αιτήτριας εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής και/ή δέουσα αιτιολόγηση εκ μέρους του αποφασίζοντος οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι απόλυτα ορθή και νόμιμη.
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον της Αιτήτριας.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Bertelsmann Stiftung, BTI 2024 Country Report: Congo, DR, 19 March 2024, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2024_COD.pdf , σελ. 23; UN CEDAW, Concluding observations on the report of the Democratic Republic of the Congo submitted under the exceptional reporting procedure, 27 February 2025, https://docs.un.org/en/CEDAW/C/COD/EP/CO/1 , παράγρ. 8, 13
[2] Bertelsmann Stiftung, BTI 2024 Country Report: Congo, DR, 19 March 2024, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2024_COD.pdf , σελ. 23
[3] UN CEDAW, Concluding observations on the report of the Democratic Republic of the Congo submitted under the exceptional reporting procedure, 27 February 2025, https://docs.un.org/en/CEDAW/C/COD/EP/CO/1, παράγρ.8
[4] AI, The State of the World's Human Rights; Democratic Republic of the Congo 2023, 24 April 2024, https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2024/04/POL1072002024ENGLISH.pdf, σελ. 148
[5] Freedom House, Freedom in the World 2024 - Democratic Republic of the Congo, 2024, https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2024
[6] Institut national de la statistique (INS) of DRC & ICF. 20/02/2025. Enqu?te d?mographique et de sant? EDS-RDC III 2023–2024 διαθέσιμο σε: https://drc.unfpa.org/sites/default/files/pub-pdf/2025-02/RDC%2C%20EDS%202023-2024.pdf σελ.495
[7] Reuters, 17/03/2023 Crispin Kyala. "Mobile Court Offers Rare Chance of Justice for East Congo Rape Victims." Διαθέσιμο σε: https://www.reuters.com/world/africa/mobile-court-offers-rare-chance-justice-east-congo-rape-victims-2023-03-17/ United Nations (UN). 02/01/2025. Office of the High Commissioner for Human Rights (OHCHR). "In DRC, Mobile Courts Fight Impunity and Bring Dignity to Victims." Διαθέσιμο σε: https://www.ohchr.org/en/stories/2025/01/drc-mobile-courts-fight-impunity-and-bring-dignity-victims
[8] United Nations (UN). 02/01/2025. Office of the High Commissioner for Human Rights (OHCHR). "In DRC, Mobile Courts Fight Impunity and Bring Dignity to Victims." Διαθέσιμο σε: https://www.ohchr.org/en/stories/2025/01/drc-mobile-courts-fight-impunity-and-bring-dignity-victims
[9] United Nations (UN). 02/01/2025. Office of the High Commissioner for Human Rights (OHCHR). "In DRC, Mobile Courts Fight Impunity and Bring Dignity to Victims." Διαθέσιμο σε: https://www.ohchr.org/en/stories/2025/01/drc-mobile-courts-fight-impunity-and-bring-dignity-victims
[10] Reuters, 17/03/2023 Crispin Kyala. "Mobile Court Offers Rare Chance of Justice for East Congo Rape Victims." Διαθέσιμο σε: https://www.reuters.com/world/africa/mobile-court-offers-rare-chance-justice-east-congo-rape-victims-2023-03-17/
[11] Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: Democratic Republic of Congo, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer
[12] Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: Democratic Republic of Congo, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο