G.K.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2170/2025, 19/1/2026
print
Τίτλος:
G.K.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2170/2025, 19/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 2170/2025

 

19 Ιανουαρίου 2025

[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ - ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

G.K.M.από Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό ARC 581XXXXX

Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 Καθ' ων η Αίτηση

 

Ε.Μυριάνθους, Δικηγόρος για τον Αιτητή

Α. Χατζηιωσήφ, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση

Ο Αιτητής είναι παρών (Παρούσα η διερμηνέας κα Βαρβάρα Καλυδιανού για πιστή μετάφραση από Αγγλικά  σε Ελληνικά και αντίστροφα)

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Ο Αιτητής αιτείται δήλωσης και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 28/05/2025, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 13/08/2025 και με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή Διεθνούς προστασίας καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου 6(Ι)/2000  και είναι παράνομη, άκυρη και στερείται κάθε νόμιμου αποτελέσματος. Περαιτέρω αιτείται απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται στην Αιτήτρια καθεστώς διεθνούς προστασίας

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (στο εξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιόν μου, Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Δημοκρατίας του Κογκό και κάτοχος διαβατηρίου με αριθμό 0Ρ08ΧΧΧΧΧ.

Ο Αιτητής συμπλήρωσε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 24/05/2022 αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Στις 26/05/2022 ο Αιτητής παρέλαβε τη Βεβαίωση υποβολής αιτήματος Διεθνούς Προστασίας. Στη συνέχεια και δη στις 24/03/2025 και στις 09/05/2025 πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις του Αιτητή στο Εξεταστικό Λεμεσού ΥΑΜ Λεμεσού

Στις 15/05/2025 αρμόδιος Λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με την συνέντευξη του Αιτητή. Στη συνέχεια ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή στις 28/05/2025 και για έκδοση απόφασης επιστροφής του Αιτητή στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό.

 Στις 13/08/2025 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της από σχετικά με το αίτημα του αλλοδαπού, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή στις 13/08/2025

Στις 25/08/2025 καταχωρήθηκε και σφραγίστηκε η προσφυγή υπ. αρ. 2170/2025 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π) με αριθμό υπόθεσης Δ.Δ.Π. 2170/2025.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ.

Δια της συνηγόρου του και της αίτησης ακυρώσεως, ο Αιτητής, πρόβαλε πλείονες νομικούς ισχυρισμούς προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, οι οποίοι τίθενται με γενικότητα και χωρίς να συναρτώνται με τα επίδικα γεγονότα.

Συγκεκριμένα, προωθεί αρχικά τον ισχυρισμό ότι προσβαλλόμενη  απόφαση με την οποία απορρίπτεται το αίτημά του διεθνούς προστασίας, είναι αντίθετη με και/ή παραβιάζει το Νόμο και/ή τον Σύνταγμα και/ή την υπάρχουσα Νομολογία και/ή τις Αρχές του Διοικητικού Δικαίου, και ειδικότερα τον Περί Προσφύγων Νόμο του 2000 Ν.6(1)/2000, τα άρθρα 3, 4, 34, 38, 3Γ, 3Δ, 13, 134, 17, 18, 184, 19, 20ΣΤ, 21, και/ή τους σχετικούς κανονισμούς και/ή ελήφθη κατά παράβαση των άρθρων 7, 8, 9, 11, 28, 29 και 30 του Συντάγματος. Επιπλέον προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη πράξη και/ή η απόφαση αντιβαίνει προς το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο και/ή της Οδηγίας 2005/85/ΕΚ και/ή της Σύμβασης της Γενεύης για τους πρόσφυγες που υπέγραψε η Κυπριακή Δημοκρατία. Περαιτέρω προωθεί ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ελήφθη καθ' υπέρβαση και/ή κατάχρηση εξουσίας ενώ ελήφθη χωρίς να διεξαχθεί η δέουσα έρευνα και παρατίθεται σε γλώσσα μη αντιληπτή ή κατανοητή από τον Αιτητή.  Είναι δε προϊόν νομικής και/ή πραγματικής πλάνης και ελήφθη χωρίς την διεξαγωγή της δέουσας έρευνας και ή ορθής αξιολόγησης όλων των γεγονότων και περιστατικών της υπόθεσης. Επιπροσθέτως προωθεί ότι η απόφαση λήφθηκε καθ' υπέρβαση και/ή κατάχρηση εξουσίας και/ή με άδικη χρήση διακριτικής εξουσίας και ή καθ' υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής εξουσίας και ή συμμετοχής αναρμόδιου οργάνου.

Οι καθ’ ων η Αίτηση με την ένστασή τους προωθούν ότι η προσβαλλόμενη πράξη και/ή απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Συμβάσεις, τους κανόνες Φυσικής Δικαιοσύνης, τις διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, των εκδοθέντων επ' αυτών Κανονισμών και των Γενικών αρχών του Διοικητικού Δικαίου, μετά από επαρκή και ή δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση, κατ' εφαρμογή των αρχών του Διοικητικού Δικαίου και αφού λήφθηκαν υπόψη καινή αξιολογήθηκαν όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, είναι, δε, επαρκώς και ή δεόντως αιτιολογημένη.

Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, τα έτερα μέρη αγόρευσαν προφορικώς. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή προέβαλε ως λόγους ακύρωσης τη μη δέουσα έρευνα και τη μη επαρκή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ειδικότερα, ως προς τον λόγο της μη δέουσας έρευνας, η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή παρέπεμψε στο Ερυθρό 24.10, στο οποίο ο Αιτητής ανέφερε ότι άρχισε να κρύβεται από την οικογένεια της συντρόφου του, γεγονός το οποίο αποτέλεσε τον κύριο λόγο που τον ώθησε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του. Περαιτέρω, παρέπεμψε στο Ερυθρό 23.1, όπου ο Αιτητής ανέφερε ότι η οικογένειά του δέχθηκε επίθεση, περιστατικό το οποίο επίσης συνέβαλε στην απόφασή του να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του. Επιπλέον, η συνήγορος του Αιτητή παρέπεμψε στο Ερυθρό 23.13(χ), κατά το οποίο ο Αιτητής περιέγραψε στον εξεταστή τον λόγο και τον τρόπο με τον οποίο κατάφερε να κρυφτεί από τον πατέρα της συντρόφου του. Η συνήγορος του Αιτητής, υποστηρίζει συναφώς, ότι οι αναφορές του Αιτητή υπήρξαν συνεπείς και πλήρεις.

Από την πλευρά των Καθ’ ων η Αίτηση η ευπαίδευτη συνήγορος τους υιοθέτησε το περιεχόμενο της ένστασής τους. Συμπλήρωσε περαιτέρω ότι, αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι τον ισχυρισμό περί καταζήτησής του από τις αστυνομικές αρχές, ο ίδιος ο Αιτητής είχε δηλώσει ότι δεν εκκρεμεί οποιοδήποτε ένταλμα σύλληψης εις βάρος του, ενώ εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του νομίμως, κάνοντας χρήση του διαβατηρίου του.

Η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή, αντικρούοντας τον ανωτέρω ισχυρισμό των καθ’ ων η Αίτηση, ανέφερε ότι ο Αιτητής είχε καταθέσει πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του με τη βοήθεια φίλου του παππού του.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Ο Αιτητής κατά τη καταγραφή του Αιτήματός του δήλωσε υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής ΛΔΚ) γεννηθείς στις 15/01/1998 στη πόλη Κινσάσα. Ανέφερε ότι είναι χριστιανός, άγαμος και άτεκνος ενώ ομιλεί Λινγκάλα που είναι η μητρική του γλώσσα και Γαλλικά. Εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές παράνομα μέσω των κατεχόμενων περιοχών στις 26/04/2022.

Αναφορικά με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι έλαβε απειλές κατά της ζωής του από στρατιωτικό. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι διατηρούσε σχέση με την κόρη του εν λόγω στρατιωτικού ο οποίος μόλις το αντιλήφθηκε απείλησε τον Αιτητή ότι θα τον σκοτώσει. Επιπλέον, ανέφερε ότι ο στρατιωτικός απέστειλε εκτελεστές για να τον αναζητήσουν και να τον σκοτώσουν. Επιπροσθέτως δήλωσε ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του καθότι φοβάται τον συγκεκριμένο στρατηγό ο οποίο έχει επίσης προκαλέσει βασανιστήρια στην οικογένεια του.

Κατά την πρώτη του συνέντευξη, ημερομηνίας 24/03/2025, ο Αιτητής επανέλαβε τα προσωπικά του στοιχεία. Αναφορικά με το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι είναι απόφοιτος λυκείου και ότι δεν έχει λάβει οποιαδήποτε περαιτέρω εκπαίδευση. Πρόσθεσε ότι ομιλεί λίγα Γαλλικά και λίγα Αγγλικά.

Σε σχέση με το οικογενειακό του δίκτυο, ανέφερε ότι ουδέποτε συνάντησε τους γονείς του, οι οποίοι, όταν ο ίδιος ήταν περίπου δύο (2) ετών, τον εγκατέλειψαν στους παππούδες του από την πατρική του οικογένεια και αναχώρησαν αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον. Ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν γνωρίζει τον τόπο διαμονής τους και ότι, παρά τις προσπάθειές του να αντλήσει πληροφορίες από τους παππούδες του, ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε σχετική ενημέρωση (Ερ. 29, 1χ–5χ Δ.Φ.).

Επιπλέον, ανέφερε ότι ουδέποτε είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με τους γονείς του, ούτε έλαβε οικονομική στήριξη από αυτούς, ενώ αγνοεί τον προορισμό στον οποίο μετέβησαν μετά την εγκατάλειψή του (Ερ. 28, 1χ Δ.Φ.).

Ο Αιτητής διέμενε με τους παππούδες του στην Κινσάσα μέχρι την ημέρα που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του. Ο παππούς του απεβίωσε ενώ ο Αιτητής βρισκόταν στην Κύπρο. Διατηρούσε επικοινωνία με τη γιαγιά του, η οποία όμως απώλεσε το τηλέφωνό της και έκτοτε δεν υπάρχει μεταξύ τους επικοινωνία.

Αναφορικά με συγγενείς στη χώρα καταγωγής του, δήλωσε ότι έχει πέντε (5) θείους από την πατρική του οικογένεια, τα παιδιά των οποίων δεν γνώρισε ποτέ. Τους θείους του τούς συναντούσε περιστασιακά κατά τις επισκέψεις τους στους παππούδες του. Δήλωσε επίσης ότι δεν έχει αδέλφια ή, εάν έχει, δεν τα έχει γνωρίσει ποτέ.

Ο παππούς του εργαζόταν στην Κυβέρνηση, χωρίς ωστόσο ο Αιτητής να γνωρίζει περαιτέρω λεπτομέρειες, ενώ η γιαγιά του δεν εργαζόταν (Ερ. 28, 1χ–6χ Δ.Φ.).

Ο Αιτητής δήλωσε ότι στη χώρα καταγωγής του εργαζόταν κατά την περίοδο 2015–2020 ως προπονητής ποδοσφαίρου σε διάφορες ομάδες, ενώ διατηρούσε και δική του ομάδα με την ονομασία «Sans Malanda». Ανέφερε ότι διέκοψε την εργασία του στις 20/02/2020. Οικονομικά στηριζόταν από τον παππού του, ο οποίος εξασφάλιζε εισόδημα από την ενοικίαση ακινήτων. Συγκεκριμένα, ο παππούς του είχε ανεγείρει, στον ίδιο χώρο με την οικία τους, ακόμη δέκα (10) κατοικίες, τις οποίες ενοικίαζε (Ερ. 27, 1χ–5χ Δ.Φ.).

Αναφορικά με τη χώρα καταγωγής του ανέφερε ότι γεννήθηκε στη Κινσάσα. Περί το 2019 όταν χρειάστηκε να διαφύγει, διέμενε με έναν φίλο του επίσης στη Κινσάσα. Περί του 2020 μετοίκησε στη κοινότητα Barubu  όπου και διέμενε μέχρι τις 19/04/2022. Ως τελευταίο τόπο διαμονής δήλωσε την κοινότητα Barubu της περιοχής  Mombele της πόλης Κινσάσα, όπου διέμενε με την οικογένεια φίλου του (Ερ. 26, 1χ-3χ Δ.Φ.).

Εισήλθε στη Κυπριακή Δημοκρατία παράνομα μέσω κατεχομένων περιοχών αφού πρώτα ταξίδεψε στη Κωνσταντινούπολη με φοιτητική θεώρηση και το διαβατήριο του, χωρίς να αντιμετωπίσει οιονδήποτε πρόβλημα κατά την έξοδο του από τη χώρα καταγωγής του. Επιπλέον ανέφερε ότι δεν θα αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα από τις αρχές τις χώρας του εάν επιστρέψει πίσω στη χώρα καταγωγής του (Ερ. 24, 4χ, 5χ και Ερ.25, 1χ-3χ).

Αναφορικά με τους λόγους που οδήγησαν τον Αιτητή στην εγκαταλείψει της χώρας καταγωγής του, κατά την ελεύθερη αφήγησή του, ανέφερε ότι περί τις 19/02/2019 διατηρούσε σχέση με μία κοπέλα, η οποία ήταν η θυγατέρα αξιωματικού του στρατού. Κατά τη διάρκεια της σχέσης, ο πατέρας της κοπέλας απουσίαζε σε αποστολή στην επαρχία Kananga, ενώ η σύντροφός του δεν τον είχε ενημερώσει σχετικά με το επάγγελμα του πατέρα της.

Όταν ο πατέρας της κοπέλας επέστρεψε, ο Αιτητής άρχισε να αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα. Ανέφερε ότι σε μία περίπτωση ο πατέρας της τον εντόπισε μαζί με τη σύντροφό του στο δρόμο και του επιτέθηκε, χτυπώντας τον με το πίσω μέρος του όπλου που είχε στην κατοχή του. Ο Αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας της συνέχισε να τον στοχοποιεί και να τον αναζητεί σε κάθε του κίνηση.

Η σύντροφός του δεν διέκοψε τη σχέση τους και συνέχισε να συναντιέται με τον Αιτητή, επισκεπτόμενη τον ακόμη και στην οικία της γιαγιάς του. Παράλληλα, ενημέρωσε τον πατέρα της ότι, εάν δεν σταματούσε να τον ενοχλεί, θα εγκατέλειπε την οικία της, πράξη την οποία και πραγματοποίησε.

Τα αδέλφια της συντρόφου του, τα οποία γνώριζαν τον τόπο διαμονής του Αιτητή, τον κατηγόρησαν ότι την απήγαγε. Ο πατέρας της επισκέφθηκε τον παππού του Αιτητή, απειλώντας ότι, εάν δεν βρισκόταν η κόρη του, θα τον σκότωναν. Παράλληλα, οι αναζητήσεις του Αιτητή συνεχίστηκαν ακόμη και στους χώρους όπου προπονούσε τις ομάδες του.

Ο Αιτητής συμπλήρωσε ότι τα αδέλφια της συντρόφου του και ορισμένοι στρατιώτες τον αναζητούσαν συστηματικά, ενώ η σύντροφός του τελικά έλαβε δηλητήριο και απεβίωσε (Ερ. 25, 4χ Δ.Φ.).

Ερωτηθείς στη συνέχεια πότε απεβίωσε η σύντροφός του ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ωστόσο ο ίδιος έλαβε σχετική ενημέρωση στις 30/06/2019. Ανέφερε ότι όταν η σύντροφός του εγκατέλειψε την οικία της, δεν γνώριζε που μετέβη. Ερωτηθείς εάν είχα διακόψει τη σχέση τους ο Αιτητής ανέφερε ότι διατηρούσαν τη σχέση τους ωστόσο της απέφευγε εξαιτίας των προβλημάτων της σχέσης τους.

Ερωτηθείς πότε ήταν η τελευταία φορά που συνάντησε την σύντροφό του, ανέφερε τον Μάϊο του 2019. Όσον αφορά τον πατέρα της συντρόφου του ανέφερε ότι τον συνάντησε τελευταία φορά τον Ιούνιο του 2019 όταν μετέβη με τους στρατιώτες του στο χώρο όπου προπονούσε την ομάδα του ο Αιτητής.  Όσον αφορά τον αδελφό της συντρόφου του ανέφερε ότι τελευταία φορά τον συνάντησε τον Απρίλιο του 2019 (Ερ. 24, 1χ, 2χ, 4χ Δ.Φ.).

Αναφορικά με την επίσκεψη του πατέρα της συντρόφου του στο χώρο εργασίας του Αιτητή, ανέφερε ότι μετέβη απειλώντας τον ότι εάν δεν βρεθεί η κόρη του θα τον σκοτώσει. Ο ίδιος ωστόσο του ανέφερε ότι δεν γνωρίζει που βρίσκεται η σύντροφός του, παρόλα αυτά ο πατέρας της επέμενε στις απειλές του. Ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι την συγκεκριμένη μέρα ήταν και η τελευταία φορά που ήρθε σε οποιαδήποτε επαφή με τον εν λόγω άντρα και ουδέποτε είχε οιανδήποτε άλλη επικοινωνία (Ερ. 24, 3χ,5,6χ Δ.Φ).

Ερωτηθείς να περιγράψει τι συνέβη αφού απεβίωσε η σύντροφός του, ο Αιτητής ανέφερε ότι ξέσπασε σε κλάματα και δεν επέστρεψε ποτέ στο σπίτι των παππούδων του και άρχισε να κρύβεται στις οικίες των φίλων του και παρόλο που κρυβόταν γενικότερα, συνέχισε να μεταβαίνει στο χώρο εργασίας του. Ερωτηθείς να εξηγήσει με ποιο τρόπο κατάφερε να κρύβεται ενώ παράλληλα διατηρούσε την εργασία του Αιτητής ανέφερε ότι μετέβαινε στην εργασία του έδινε σχετικές οδηγίες στους βοηθούς του και έφευγε ενώ διεξάγονταν ποδοσφαιρικά παιγνίδια κατά την περίοδο εκείνη (Ερ. 24, 7χ, 8χ,9χ,10χ Δ.Φ.).

Ερωτηθείς εάν συνέβη οποιοδήποτε άλλο περιστατικό εις βάρος του ο Αιτητής ανέφερε ότι προσωπικά δεν του συνέβη οτιδήποτε άλλο ωστόσο επιτέθηκαν στους παππούδες του με σκοπό να μάθουν που βρισκόταν ο Αιτητής, Ερωτηθείς για το πότε συνέβη το περιστατικό αυτό ο Αιτητής ανέφερε ένα μήνα αφού είχε αποβιώσει η σύντροφός του, ήτοι τον Ιούλιο. Ανέφερε περαιτέρω ότι δεν συνέβη οποιονδήποτε επιπλέον περιστατικό. Ερωτηθείς τι τον ώθησε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του 3 χρόνια μετά τον θάνατο της συντρόφου του ο Αιτητής ανέφερε έπρεπε να διαφύγει για να προστατεύσει τη ζωή του εξαιτίας του προβλήματος που κατηγορήθηκε ότι προκάλεσε, χωρίς ωστόσο να ευθύνεται ο ίδιος για τον θάνατο της συντρόφου του.

Ερωτηθείς εάν υπάρχει καταγγελία στην αστυνομία εις βάρος του ο Αιτητής απάντησε καταφατικά. Ερωτηθείς πως γνωρίζει αυτό το γεγονός ο Αιτητής ανέφερε ότι οι φίλοι του επισκέπτονταν τους παππούδες του για να τους μεταφέρουν τα νέα του Αιτητή, όπου και τον προειδοποίησαν να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός γιατί ανακαλύψαν ότι οι γονείς της συντρόφου του προέβησαν σε καταγγελία εναντίον του στην αστυνομία (Ερ. 23, 4χ,5χ Δ.Φ.). Ερωτηθείς εάν έχει επίσημη ενημέρωση από την Αστυνομία για  καταγγελία εναντίον του ο Αιτητής απάντησε αρνητικά. Ερωτηθείς εάν εκκρεμεί υπόθεση εναντίον του ο Αιτητής απάντησε καταφατικά, ωστόσο επικοινώνησαν τηλεφωνικώς με τους παππούδες του καθώς δεν μπορούσαν να βρουν τον ίδιο. Ερωτηθείς τι ακριβώς εκκρεμεί εναντίον του, ο Αιτητής ανέφερε ότι κατηγορείται για ανθρωποκτονία. Σε διευκρινιστική ερώτηση ότι εάν κατηγορείται για ανθρωποκτονία σημαίνει επίσης ότι καταζητείται ο Αιτητής απάντησε καταφατικά. Ανέφερε επιπλέον ότι δεν γνωρίζει από πότε κατηγορείται καθώς δεν ήταν παρόν ενώ δεν γνωρίζει αν εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του καθώς δεν διέμενε με τους παππούδες του και δεν ήθελαν να τον αγχώσουν περισσότερο. Πιθανόν ωστόσο, δήλωσε να εκκρεμεί ένταλμα εναντίον του (Ερ. 23,6χ,7χ,8χ,9χ,10χ,11χ Δ.Φ.).

Κληθείς να αναφερθεί στο γεγονός ότι αφού ο πατέρας της συντρόφου του ήταν συνταγματάρχης θα μπορούσε να τον είχε αναζητήσει και να τον βρει κατά τη περίοδο των τριών χρόνων που ο Αιτητής παρέμεινε στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν άφηνε οποιαδήποτε στοιχεία για να μπορεί να τον βρει ενώ δεν είχε επικοινωνία ούτε με τους παππούδες του. ερωτηθείς ωστόσο ότι συνέχισε να μεταβαίνει στη δουλειά του και με αυτό τον τρόπο θα μπορούσε να τον έχει βρει ο Αιτητής ανέφερε για σύντομο χρονικό διάστημα μετέβαινε στο χώρο εργασίας του, έδινε οδηγίες στου βοηθούς του ενώ μετά σταμάτησε και έδινε σχετικές οδηγίες μέσω τηλεφώνου. Ανέφερε ότι σταμάτησε να μεταβαίνει στην εργασία του στις 20/02/2020 (Ερ. 23,12χ,13χ,14χ, Δ.Φ.).

Ερωτηθείς για το γεγονός ότι η σύντροφός του απεβίωσε στις 30/06/2019, ωστόσο ο ίδιος συνέχισε να εργάζεται μέχρι τις 20/02/2020 χωρίς να συλληφθεί ή να υποστεί οποιαδήποτε βλάβη  κάτι που θα μπορούσε να συμβεί εάν ήθελαν, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν άφηνε ίχνη για να μπορέσουν να τον εντοπίσουν (Ερ. 22, 7χ Δ.Φ.).

Ερωτηθείς εάν εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής το νομίμως ο Αιτητής απάντησε καταφατικά ενώ ερωτηθείς πως κατάφερε να εγκαταλείψει τη χώρα του νόμιμα αφού εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του και είναι ύποπτος για φόνο ο Αιτητής ανέφερε ότι τον βοήθησε ένας γνωστός του παππού του που εργαζόταν στο αεροδρόμιο. Ερωτηθείς εάν είχε διέλθει  από τον έλεγχο διαβατηρίων ο Αιτητής ανέφερε ότι το πρόσωπο αυτό γνώριζε τι έκανε και τον βοήθησε να διέλθει από τον έλεγχο διαβατηρίων νόμιμα. Ερωτηθείς για το πρόσωπο αυτό ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν τον γνωρίζει, όπως δεν γνωρίζει ούτε το επάγγελμά του  ενώ πρόκειται για φίλο του παππού του που ο ίδιος συνάντησε για πρώτη φορά στο αεροδρόμιο (Ερ. 22, 1χ-4χ Δ.Φ.).

Ερωτηθείς για την έκδοση του διαβατηρίου του ο Αιτητής ανέφερε ότι την όλη διαδικασία διευθέτησε ο παππούς του με τον φίλο του. ερωτηθείς πως κατάφερε να μεταβεί στο τμήμα πληθυσμού και μετανάστευσης αφού επρόκειτο για καταζητούμενο πρόσωπο, ο Αιτητής ανέφερε ότι πήρε το ρίσκο να μεταβεί στο συγκεκριμένο τμήμα με τον φίλο του πατέρα του αφού τον διαβεβαίωσε ότι όλα θα ήταν εντάξει (Ερ. 22, 6χ Δ.Φ.).

Κατά τη δεύτερη συνέντευξη του και ερωτηθείς για τη σύντροφό του και αναφορικά με τη διάρκεια της σχέσης τους ο Αιτητής δήλωσε ότι διατηρούσαν τη σχέση για κάποιους μήνες. Ερωτηθείς συγκεκριμένα για τη διάρκεια αυτών των μηνών ο Αιτητής ανέφερε 8 μήνες, ήτοι από τον Δεκέμβριο του 2018 μέχρι τον Ιούνιο του 2019. Η λειτουργός του επισήμανε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ότι η περίοδος που ανάφερε είναι 6 μήνες και όχι 8 μήνες όπου απάντησε ότι αυτό θυμόταν. Ερωτηθείς να παραθέσει πληροφορίες για την σύντροφό του όπως με τι ασχολείτο, απάντησε ότι γνώριζε ότι σπούδαζε και δεν γνώριζε κάτι άλλο. Στην συνέχεια η λειτουργός ρώτησε τον Αιτητή ότι διατηρούσε δεσμό με την κοπέλα του για 6-8 μήνες και ωστόσο το μόνο που γνώριζε ήταν ότι  σπούδαζε, ο Αιτητής ανέφερε ότι μόνο αυτό γνώριζε για την κοπέλα του ότι σπούδαζε (Ερ. 36, 1χ2χ και Ερ. 35, 1χ,2χ,3χ, 4χ, 5χ Δ.Φ.).

Κληθείς να αναφερθεί στον πατέρα της συντρόφου του, δήλωσε ότι ήταν στρατηγός ενώ γνώριζε μόνο το όνομά του (Βίνσεντ), ενώ τον είχε συναντήσει μόνο από απόσταση και δεν του μίλησε ποτέ (Ερ. 35, 5χ, 6χ, Δ.Φ.)

Επιπλέον ζητηθείς να αναφέρει τον λόγο που απεβίωσε η κοπέλα του απάντησε ότι λόγω της πίεσης που λάμβαναν εξαιτίας της σχέσης τους ο ίδιος φοβόταν να την συναντήσει ενώ επιπλέον η σύντροφός του εγκατέλειψε την οικία της, και απεβίωσε χωρίς ωστόσο να γνωρίζουν την αιτία θανάτου της (Ερ. 35, 7χ Δ.Φ.).

Ερωτηθείς να εξηγήσει το λόγο που στην πρώτη συνέντευξη ισχυρίστηκε ότι η κοπέλα του απεβίωσε  αφού έλαβε δηλητήριο κάτι το οποίο δεν ανάφερε στην δεύτερη συνέντευξη, ο Αιτητής απάντησε ότι η κοπέλα του, του είπε ότι εάν η οικογένεια της την πιέσει θα πάρει δηλητήριο αλλά ο Αιτητής ανάφερε ότι δεν γνωρίζει αν πήρε δηλητήριο (Ερ. 34 Δ.Φ.).

Ερωτηθείς ποιος βρήκε την κοπέλα του νεκρή, απάντησε ότι δεν γνωρίζει απλά άκουσαν τα νέα από τους γείτονες. Ερωτηθείς εάν η οικογένεια της ζήτησε από το νοσοκομείο να γίνουν εξετάσεις για να δουν πως απεβίωσε η σύντροφός του ο Αιτητής ανέφερε ότι οι γονείς της συντρόφου του επισκέπτονταν τη γιαγιά και στον παππού του και τους έλεγαν ότι η κόρη τους απεβίωσε λόγω της σχέσης τους, ωστόσο το νοσοκομείο δεν είχε προσκομίσει οποιανδήποτε σχετική πληροφορία. Ο Αιτητής στην συνέχεια ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει εάν η οικογένεια της έμαθε την αιτία θανάτου  της θυγατέρας τους. Ερωτηθείς για ποιο λόγο θεωρεί ότι η οικογένεια της κοπέλας του κατηγορεί τον ίδιο για τον θάνατο της, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας της κοπέλας του, την πίεζε να διακόψει τη σχέση της με τον Αιτητή αλλά εκείνη δεν το επιθυμούσε και αυτό της κόστισε τον θάνατο της. Ερωτηθείς εκ νέου γιατί κατηγορήθηκε ο ίδιος, ο Αιτητής ανέφερε εξαιτίας του γεγονότος ότι η σύντροφός του είχε εγκαταλείψει την πατρική της οικία (Ερ. 34, 1χ-4χ Δ.Φ.).

Σε επιπλέον διευκρινιστική ερώτηση αναφορικά με το περιστατικό που περιέγραψε κατά τη πρώτη του συνέντευξη όπου ο πατέρας της συντρόφου του τους εντόπισε μαζί στο δρόμο και τότε επιτέθηκε στον Αιτητή και τον κτύπησε με το πίσω μέρος του όπλου του κοντά στη περιοχή των ματιών ενώ κατά τη δεύτερή του συνέντευξη ανέφερε ότι συνάντησε τον πατέρα της συντρόφου του μόνο από απόσταση ενώ δήλωσε ότι ουδέποτε είχε επικοινωνία μαζί του ο Αιτητής ανέφερε ότι ο συνταγματάρχης έστειλε τους στρατιώτες του για να επιτεθούν στον Αιτητή. Επιπλέον ανέφερε ότι ουδέποτε συνάντησε τον εν λόγω συνταγματάρχη κατ’ ιδίαν (Ερ. 33, Δ.Φ.).

Κατά την αξιολόγηση της αίτησης ασύλου του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός διαμόρφωσε τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς, ήτοι

1.    Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προφίλ του αιτούντα

2.    Λόγω φόβου δίωξης από την οικογένεια της πρώην συντρόφου του

3.    Λόγω του ότι τον αναζητά η αστυνομία για τον θάνατο της κοπέλας του

Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό ο Αρμόδιος Λειτουργός έκρινε ότι οι απαντήσεις του Αιτητή δόθηκαν με ακρίβεια και συνέπεια και για αυτό και τον έκανε αποδεκτό, διαπιστώνοντας πως πληρούνται τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία.

Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή και δη ο ισχυριζόμενος φόβος δίωξης του από την οικογένεια της πρώην συζύγου του, ο Λειτουργός κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή διαπίστωσε ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς και ικανοποιητικές πληροφορίες και λεπτομέρειες σε σχέση με το αίτημα του. Συγκεκριμένα ο Λειτουργός καταγράφει ότι όταν ο αιτητής κλήθηκε να δώσει πληροφορίες για την σχέση του με την κοπέλα του, απάντησε ότι αφορούσε μια σχέση μεταξύ ενός άντρα και μιας γυναίκας ενώ επιπλέον ισχυρίστηκε ότι δεν γνώρισε την οικογένεια της κοπέλας του. Ερωτηθείς για πόσο καιρό ήταν μαζί, απάντησε για κάποιους μήνες. Ζητήθηκε από τον Αιτητή να δηλώσει  συγκεκριμένα πόσους μήνες ήταν μαζί απάντησε 8 μήνες από τον Δεκέμβριο του 2018 μέχρι τον Ιούνιο του 2019. Η λειτουργός ανάφερε στον Αιτητή ότι η περίοδος που ανάφερε είναι 6 μήνες και όχι 8 μήνες και ο Αιτητής απάντησε ότι αυτό θυμόταν. Ζητήθηκε από τον Αιτητή να δώσει πληροφορίες για την κοπέλα του ωστόσο κρίθηκε ότι δεν έδωσε επαρκείς πληροφορίες για την σχέση που διατηρούσε με την κοπέλα του καθώς θα αναμενόταν να παραθέσει περισσότερες πληροφορίες για εκείνη και όχι να αναφέρει ότι το μόνο που γνώριζε ήταν ότι ήταν φοιτήτρια.

Ερωτηθείς για το πότε πέθανε η κοπέλα του απάντησε ότι δεν γνωρίζει, αλλά έμαθε τα νέα στις 30 Ιουνίου το 2019. Ερωτηθείς εάν ήταν μαζί ή είχαν χωρίσει απάντησε ότι δεν χώρισαν αλλά την απέφευγε λόγω του προβλήματος που δημιούργησε αυτή η σχέση. Ρωτήθηκε ο αιτητής πότε είδε τελευταία φορά την κοπέλα του και απάντησε τον Μάιο του 2019. Ερωτηθείς πότε ήταν η τελευταία φορά που είδε τον πατέρα της κοπέλας του απάντησε στις 20 Ιουνίου του 2019, ενώ προπονούσε την ομάδα του, πήγε ο πατέρας της με τους στρατιώτες του στο μέρος που έκανε προπόνηση ο αιτητής. Ο πατέρας της κοπέλας του φώναζε και του είπε ότι εάν δεν βρουν την κόρη του θα τον σκοτώσουν. Ο αιτητής ανάφερε ότι αυτή ήταν η τελευταία φορά που είδε τον πατέρα της, τα αδέλφια της τα είδε τελευταία φορά τον Απρίλιο του 2019. Μετά τον Ιούνιο του 2019 ούτε είδε ξανά τον πατέρα της, ούτε μίλησε μαζί του στο τηλέφωνο. Ο αιτητής κρίθηκε ότι δεν έδωσε επαρκείς πληροφορίες, καθώς πέραν τον λεκτικών απειλών που δέχτηκε δεν συνέβη κάτι άλλο εναντίον του. Η κοπέλα του απεβίωσε τον Ιούνιο του 2019 και ο ίδιος έφυγε από την χώρα του στις 19/04/2022 σχεδόν 3 χρόνια μετά χωρίς να συμβεί κάτι άλλο εναντίον του. Επιπλέον οι δηλώσεις του κατά τη διάρκεια της δεύτερης συνέντευξης κρίθηκαν ως αντίθετες με τις δηλώσεις του στην πρώτη συνέντευξη καθώς κατά τη δεύτερη συνέντευξη ισχυρίστηκε ότι τον πατέρα της κοπέλας του τον είδε από μακριά και δεν μίλησαν ποτέ συνεπώς δεν δέχτηκε και οποιαδήποτε απειλή. Γενικότερα ο Λειτουργός σημειώνει ότι οι δηλώσεις του στις δύο συνεντεύξεις είναι αντιφατικές μεταξύ τους

Επιπλέον ο αρμόδιος λειτουργός σημειώνει ότι οι αναφορές του Αιτητή σχετικά με την εργασία του ως προπονητής δεν ήταν επαρκείς καθώς αρχικά είπε ότι εργαζόταν μέχρι το 2020 στην συνέχεια είπε ότι όταν ξεκίνησε το πρόβλημα τα άφησε όλα στον βοηθό του. Επίσης ανάφερε ότι πήγαινε στις προπονήσεις ενώ παράλληλα κρυβόταν, δηλώσεις που κρίθηκαν ότι δεν έχουν την απαραίτητη ευλογοφάνεια καθώς  δεν θα γινόταν εκ των πραγμάτων να προπονεί ποδοσφαιρική ομάδα και ταυτόχρονα να κρύβεται.

Η λειτουργός ρώτησε τον Αιτητή εάν συνέβη οποιοδήποτε γεγονός εναντίον του και απάντησε αρνητικά. Στην συνέχεια ερωτηθείς εάν συνέβη κάτι εναντίον της γιαγιάς του και του παππού του απάντησε ότι τους χτύπησαν για να ομολογήσουν που βρισκόταν ο Αιτητής ενώ ερωτηθείς πότε χτύπησαν την γιαγιά του και τον παππού του απάντησε ένα μήνα μετά τον θάνατο της συντρόφου του. Πέραν αυτού του γεγονότος δεν συνέβη οποιοδήποτε άλλο γεγονός. Ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε ότι η αναφορά αυτή του Αιτητή αφορά μεμονωμένο περιστατικό που συνέβη εναντίον της γιαγιάς του ενώ για τα επόμενα χρόνια μέχρι και σήμερα δεν συνέβη οτιδήποτε άλλο εναντίον τους ή εναντίον του ιδίου.

Ερωτηθείς τι τον ώθησε να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγή του 3 χρόνια μετά τον θάνατο της κοπέλας του, απάντησε ότι έτρεχε για να σωθεί από το πρόβλημα το οποίο δεν προκάλεσε ο ίδιος ωστόσο κατηγορήθηκε ότι προκάλεσε τον θάνατο της κοπέλας του. Ο λειτουργός έκρινε ότι οι αναφορές αυτές του Αιτητή δεν ήταν επαρκείς σε πληροφορίες ενώ ανέφερε ότι αναγκάσθηκε να διαφύγει για να σωθεί αφού είχαν ήδη περάσει 3 χρόνια από τον θάνατο της συντρόφου του  χωρίς να του συμβεί οποιοδήποτε γεγονός. Οι Αναφορές του Αιτητή  κρίθηκαν ότι δεν έχουν την απαιτούμενη ευλογοφάνεια καθώς ισχυριζόταν ότι τον έψαχνε η οικογένεια της κοπέλας του και η αστυνομία ενώ ο  ίδιος συνέχιζε να πηγαίνει στην εργασία του για τους επόμενους 8 μήνες χωρίς να συμβεί κάτι εναντίον του. Ο φόβος του Αιτητή ότι θα συνέβαινε κάτι εναντίον του όπως σημειώνει ο Λειτουργός, είναι αβάσιμος.

Ο Λειτουργός διαπίστωσε αντίφαση μεταξύ των δηλώσεων του Αιτητή αναφορικά με την αιτία θανάτου της συντρόφου του αφού κατά τη πρώτη του συνέντευξη ισχυρίστηκε με σιγουριά ότι η κοπέλα του έλαβε δηλητήριο και απεβίωσε κάτι το οποίο δεν ανάφερε στην δεύτερη συνέντευξη. Οι δηλώσεις του Αιτητή, σύμφωνα με τον λειτουργό δεν συνάδουν μεταξύ τους ενώ θα αναμενόταν και στις δύο συνεντεύξεις να αναφέρει τον ίδιο λόγο από τον οποίο απεβίωσε η κοπέλα του. κατά την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού αυτού ο λειτουργός διέκρινε ότι οι αναφορές του Αιτητή κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεών του, αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Συμπερασματικά ο Λειτουργός έκρινε ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή δεν γίνεται αποδεκτός, καθώς όπως σημειώνει εντοπίστηκε έλλειψη επαρκών πληροφοριών, αντιφάσεις και επιπλέον υπάρχει έλλειψη ευλογοφάνειας. Επιπλέον σημειώνει ότι ο φόβος δίωξης του Αιτητή από την οικογένεια της κοπέλας του, η οποία απεβίωσε δεν γίνεται αποδεκτός καθώς ο Λειτουργός δεν έκρινε ως αποδεκτό ούτε τον ισχυρισμό του Αιτητή περί σχέσεως με την συγκεκριμένη κοπέλα.

Προχωρώντας στην αξιολόγηση του 3ου ουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι ότι τον αναζητούσε η αστυνομία για τον θάνατο της κοπέλας του και κατά την εκτίμηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή, ο Λειτουργός έκρινε ότι  το μέρος του αιτήματος του Αιτητή δεν γίνεται αποδεκτό καθώς δεν έχει γίνει αποδεκτός ο θάνατος της κοπέλας του. Συγκεκριμένα ο Λειτουργός διέκρινε ότι ο Αιτητής ερωτηθείς πως γνωρίζει ότι τον κατάγγειλαν στην αστυνομία, ανέφερε ότι οι φίλοι του πήγαιναν στην γιαγιά του και στον παππού του, για να τους μεταφέρουν τα νέα του Αιτητή, οι οποίοι τον συμβούλευσαν να είναι ιδιαίτερα προσεχτικός καθώς ανακάλυψαν ότι η οικογένεια της κοπέλας του μετέβη στην αστυνομία και προέβησαν σε καταγγελία εις βάρος του Αιτητή. Ερωτηθείς εάν η αστυνομία επικοινώνησε μαζί του επίσημα για να πάει να δώσει κατάθεση απάντησε ότι δεν το έκανε. Ο λειτουργός διαπιστώνει ότι ο Αιτητής  δεν παρέθεσε σε επαρκείς πληροφορίες για την ισχυριζόμενη καταγγελία εναντίον του ενώ παράλληλε ανέφερε ότι δεν επικοινώνησε μαζί του η αστυνομία.  Επιπλέον ο αρμόδιος λειτουργός διακρίνει σε ερώτηση προς τον Αιτητή εάν υπάρχει υπόθεση εναντίον του ο ίδιος απάντησε ότι υπάρχει κάποιος φάκελος ενώ τηλεφώνησαν στην γιαγιά του και τον παππού του επειδή δεν βρήκαν τον ίδιο. Ερωτηθείς για ποιο λόγο έχει αποκτήσει φάκελο στην αστυνομία απάντησε ότι τον κατηγόρησαν ότι σκότωσε κάποιο άτομο. Η λειτουργός ανάφερε ότι εάν κάποιος κατηγορηθεί για φόνο σημαίνει ότι είναι καταζητούμενος και ο αιτητής συμφώνησε. Στην συνέχεια ρωτήθηκε πότε τον κατηγόρησαν για φόνο και απάντησε ότι δεν ήταν εκεί, δεν γνωρίζει απλά του μετέφεραν τα νέα. Ερωτηθείς εάν έχει εκδοθεί  ένταλμα σύλληψης απάντησε ότι από την στιγμή που δεν έμενε με τους παππούδες του, δεν του είπαν κάτι για να μην τον αγχώσουν, το πιο πιθανό να είχε ένταλμα σύλληψης αλλά δεν του είπαν. Τα λεγόμενα αυτά του Αιτητή, κρίθηκαν  ότι δεν έχουν την απαιτούμενη ευλογοφάνεια και εάν επρόκειτο για  καταζητούμενο άτομο η αστυνομία θα έψαχνε να τον βρει ή θα τον είχαν καλέσει για κατάθεση. Επιπλέον ο λειτουργός σημειώνει ότι ο Αιτητής ερωτηθείς  εάν εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του, νόμιμα απάντησε καταφατικά ενώ κληθείς να εξηγήσει πως εγκατέλειψε την χώρα του  αφού σύμφωνα με τα λεγόμενά του εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης, ανέφερε ότι ο παππούς του γνώριζε κάποιο πρόσωπο που εργαζόταν στο αεροδρόμιο και τον βοήθησε να φύγει από την χώρα νόμιμα. Ερωτηθείς ποιο είναι το πρόσωπο αυτό που τον βοήθησε απάντησε ότι δεν γνωρίζει το όνομα του, ούτε το επάγγελμα του ενώ τον συνάντησε για πρώτη φορά στο αεροδρόμιο. Ερωτηθείς πως έκδωσε διαβατήριο εφόσον ήταν καταζητούμενο πρόσωπο ο Αιτητής ανέφερε ότι ο παππούς του με τον φίλο του τα διευθέτησαν όλα. Στην συνέχεια και ερωτηθείς πως επισκέφθηκε υπηρεσία στη χώρα καταγωγής του που εκδίδει διαβατήρια ενώ ήταν καταζητούμενος και κατάφερε να εκδώσει διαβατήριο ο Αιτητής ανέφερε ότι πήρε το ρίσκο και πήγε με τον φίλο του πατέρα του ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι είναι εντάξει να πάει. Οι δηλώσεις αυτές του Αιτητή, κρίθηκαν ως ελλιπείς αφού ο λειτουργός διαπιστώνει ότι δεν έχουν την απαιτούμενη ευλογοφάνεια για το πώς κατάφερε να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του ενώ όπως ισχυριζόταν ήταν καταζητούμενος για φόνο. Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή ο Λειτουργός σημειώνει ότι τα όσα ανέφερε κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεών του ο Αιτητής, αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Καταληκτικά ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο 3ου ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή απορρίπτεται.

Εν συνεχεία ο Λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην πόλη Kinshasa. Εξετάζοντας τα ουσιώδη περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά και αναλύοντας την κατάσταση ασφαλείας τόσο στη χώρα όσο και στον τελευταίο τόπο διαμονής, o Λειτουργός διαπίστωσε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι από τους οποίους προκύπτει ότι υπάρχει περίπτωση, εάν ο Αιτητής επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του,  να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω της κατάστασης ανασφάλειας η οποία επικρατεί στην Kinshasa.  

 

Επιπλέον, αναφορικά με τη δυνατότητα οικονομικής επιβίωσης του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, και λαμβάνοντας υπόψη το γενικό προφίλ του, σε συνδυασμό με το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, ο Λειτουργός διαπιστώνει ότι οι συνθήκες διαβίωσης που θα αντιμετωπίσει ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του, δύναται να εγγυηθούν ένα επαρκές επίπεδο διαβίωσης. Πρόκειται δε για πρόσωπο απόφοιτο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ικανό να εξασφαλίσει εργασία ενώ δεν αντιμετωπίζει οιονδήποτε πρόβλημα υγείας.

 

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο Λειτουργός έκρινε ότι από τους προβαλλόμενους και αποδεκτούς ισχυρισμούς του Αιτητή διαφαίνεται ότι στο πρόσωπό του δε συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχειά τα οποία θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων  σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς του πρόσφυγα. 

Ο Λειτουργός εν συνεχεία προέβη σε εξέταση του κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 (1) και έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 (2), (α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000. Συγκεκριμένα, ο Λειτουργός έκρινε ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη Λ.Δ.Κ. δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους να προκύπτει ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(α) ή βασανιστήρια, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(β) ή πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ως το άρθρο 19 (2)(γ) προνοεί, καθώς η Kinshasa, περιοχή στην οποία ο Αιτητής αναμένεται να επιστρέψει, δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. 

Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα ακόλουθα:

Καταρχάς, κρίνω ως ορθή την αποδοχή από τους Καθ' ων η αίτηση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος και αφορά την ταυτότητα και τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή.

Ομοίως βάσει της αξιολόγησης τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας των λοιπών υπό εξέταση ισχυρισμών, το Δικαστήριο καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με τον λειτουργό και οι υπό εξέταση ισχυρισμοί απορρίπτονται στο σύνολό τους ως μη αξιόπιστοι.

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει την αξιοπιστία του καθότι δεν προέκυψε επαρκής πειστικότητα ως προσ αυτήν .

Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή/Αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατάφερε τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, αλλά  ούτε  κατά την ενώπιόν μου διαδικασία.

Εν πάση περιπτώσει  κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή  και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.

Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358). Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι η συνοχή μεταξύ των δηλώσεων του Αιτητή συνιστά δείκτη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του[1]. Όταν ο Αιτητής κρίνεται αναξιόπιστος, δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης (βλ.  υπόθ. αρ. 1964/06, ημερ. 11.3.08  Obaidul Haque v. Δημοκρατίας).

Επομένως, ορθά δεν παραχωρήθηκε σε αυτόν το ευεργέτημα της αμφιβολίας και ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του για διεθνή προστασία.

Περαιτέρω, συμφωνώ με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο λειτουργός στη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για ένα από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο  Άρθρο  3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

Σημειώνεται πως λόγω του ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή αναφορικά με τον λόγο που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος, δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).

Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:

Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakit? v. Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλK.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[1]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).

Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.

Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους όλων των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα, στη διάρκεια ενός έτους (Past year of ACLED Data) και συγκεκριμένα με ημερομηνία καταγραφής κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 12/12/2025) ,όσον αφορά τη Κινσάσα, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, έχουν καταγραφεί 43 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 54 θάνατοι[2].

Να σημειωθεί επίσης, ότι ο πληθυσμός της ΛΔΚ καταγράφεται στους 101,935,800, ενώ στη πόλη Κινσάσα ο πληθυσμός καταγράφεται στους 14.565.700 κατοίκους σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση που έλαβε χώρα το έτος 2020 [3].

Ως εκ των ανωτέρω, συμπεραίνεται ότι οι ένοπλες συγκρούσεις στην Kinshasa δεν έχουν φτάσει σε σημείο που να στοχοποιούνται αδιακρίτως άμαχοι πολίτες μόνο και μόνο λόγω της παρουσίας τους.

Δεδομένων  των πιο πάνω, καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι ο Αιτητής θα εκτεθεί σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας εάν επιστρέψει στον τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής του.

Τα εν λόγω στοιχεία καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πολιτεία, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Από τα πιο πάνω, δεν προκύπτει οτιδήποτε που να δημιουργεί τέτοιες προϋποθέσεις ώστε, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στην περιοχή συνήθους διαμονής του, να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή λόγω της παρουσίας του και μόνο στην εν λόγω περιοχή, αφού πρόκειται για άμαχο πολίτη, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του στη χώρα καταγωγής του.

Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας νεαρής ηλικίας, υγιής, ικανός προς εργασία και αρκούντως μορφωμένος. Επομένως, λαμβάνοντας υπόψιν επίσης και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Αιτητή, οι οποίες δεν παρουσιάζουν δείκτες ευαλωτότητας, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

Στη βάση των παραπάνω δεν προκύπτει ότι με την επιστροφή του στην Kinshasa ο Αιτητής θα έλθει αντιμέτωπος με σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης βάσει του άρθρου 19 (2) (γ).

Βάσει λοιπόν, και της επικαιροποιημένης έρευνας του Δικαστηρίου, κρίνεται ότι το ενδεχόμενο χορήγησης συμπληρωματικής προστασίας στον Αιτητή σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου απορρίπτεται, λόγω του ότι δεν πληρούνται οι προβλεπόμενες εκ του Νόμου προϋποθέσεις.

Επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.

Περαιτέρω η συνήγορος του Αιτητή δήλωσε πως ο τελευταίος απέκτησε  στη Κύπρο τέκνο με την ομοεθνή σύντροφο του, ωστόσο το στοιχείο αυτό πάρα ότι δε τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου με τον ορθό δικονομικό τρόπο, επί της ουσίας δεν δύναται να διαφοροποιήσει την απόφαση του δικαστηρίου

Συνεπώς, κρίνω, με βάση τα ανωτέρω, ότι οι λόγοι ακυρώσεως της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ευσταθούν.

Υπό το φως των πιο πάνω η  προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.

 

                                                

 

                                         Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 

 

 

 

 



[1] EASO, 'Practical Guide: Evidence Assessment, 2015, διαθέσιμο σε: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/public/EASO-Practical-Guide_-Evidence-Assessment.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 30/04/2025). 

[2] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/12/2025)

 

 

[3] Congo (Dem. Rep.): Provinces, Major Cities & Towns - Population Statistics, Maps, Charts, Weather and Web Information: https://citypopulation.de/en/drcongo/cities/ ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/12/2025

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο