C. I. U. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Μέσω του Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 228/25, 29/1/2026
print
Τίτλος:
C. I. U. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Μέσω του Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 228/25, 29/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

 Υπόθεση Αρ. 228/25

 

29 Ιανουαρίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ: 

 

 

C. I. U.

Αιτητή

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας

Μέσω του Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας,

 Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η αίτηση

 

...................................................

 

Ο αιτητής παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου

 

Ρενέ Μάρκου, για Κλεοπάτρα Νικολάου, Δικηγόρος για τον Αιτητή

 

Κατερίνα Χρυσοστόμου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση

 

 [Παρούσα η κυρία Μυροφόρα Σταυρινίδου για πιστή μετάφραση από Αγγλικά  σε Ελληνικά και αντίστροφα.]

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 4/12/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω:  Ο αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 20/5/2022.  Στις 23/5/2022, ο αιτητής παρέλαβε τη βεβαίωση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας.

 

Ακολούθως, ο αιτητής κλήθηκε τηλεφωνικώς στις 17/08/2023, 21/08/23, 23/08/2023 ώστε να παρευρεθεί σε διευθετημένη συνέντευξη, χωρίς ωστόσο να καταστεί δυνατός ο εντοπισμός του. Στις 04/09/2023 κλήθηκε με επιστολή, ώστε να παρευρεθεί σε διευθετημένη συνέντευξη για τις 27/09/2023. Παρά τις προσπάθειες τηλεφωνικής επικοινωνίας και την αποσταλείσα επιστολή, δεν ήταν εφικτή η πραγματοποίηση της συνέντευξης, προς εξέταση του αιτήματος του για διεθνή προστασία.

 

Στις 04/10/2023, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση και Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το κλείσιμο του φακέλου του Αιτητή και τη διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης του. Συνεπώς, η Υπηρεσία Ασύλου θεώρησε ότι ο αιτητής σιωπηρά είχε αποσύρει την αίτηση του ή έχει υπαναχωρήσει από αυτήν.  Στις 04/10/2023 ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την Έκθεση/Εισήγηση για κλείσιμο του φακέλου του αιτητή και επιστροφή του στη Νιγηρία. 

 

Στις 17/10/2023 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή σχετικά με το αίτημα του Αιτητή η οποία στάλθηκε ταχυδρομικώς στις 20/10/2023.  Στις 16/02/2024, ο Αιτητής συμπλήρωσε αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του για παροχή διεθνούς προστασίας.  Στις 20/03/2024 αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Σημείωμα/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του αιτητή για παροχή διεθνούς προστασίας με το οποίο εφαρμόστηκε αυτόματο επανάνοιγμα του φακέλου.

 

Στις 10/8/2024 πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου.  Στις 4/12/2024, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε έκθεση και εισήγηση σε σχέση με το αίτημα του αιτητή.  Η αρμόδια από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, αφού εξέτασε την έκθεση εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού στις 4/12/2024, αποφάσισε την απόρριψη του αιτήματός του.

 

Στη συνέχεια, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε από τον αιτητή, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου της από διερμηνέα.  Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Θα πρέπει να αναφερθεί πως η συνήγορος του αιτητή κατά την δικάσιμο όπου η υπόθεση ήταν ορισμένη για διευκρινίσεις και παρουσίαση φακέλου, απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που προωθούσε μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης, εκτός από το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης.  Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ’ων η αίτηση αντικρούοντας τον μοναδικό ισχυρισμό που προώθησε η συνήγορος του αιτητή εισηγείται πως το αρμόδιο όργανο διεξήγαγε τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.  Όπως αναφέρει, το αρμόδιο όργανο αποφάσισε εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και εισηγείται πως η προσβαλλόμενη απόφαση θα πρέπει να επικυρωθεί από το Δικαστήριο και κατά συνέπεια, η υπό εξέταση προσφυγή να απορριφθεί.

 

Προχωρώ να εξετάσω τον ισχυρισμό του αιτητή περί του ότι εσφαλμένα και λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας, το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημά του για χορήγηση καθεστώτος πρόσφυγα ή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.  Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας. 

 

Ο αιτητής στην αίτηση που υπέβαλε στην Υπηρεσία Ασύλου, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του για να μεταβεί στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές λόγω των συνεχών τρομοκρατικών επιθέσεων που λάμβαναν χώρα στην κοινότητά του και οι οποίες κόστισαν τη ζωή της μητέρας του και κατέστρεψαν τον τρόπο βιοπορισμού της οικογένειάς του.  Υποστήριξε πως η ζωή του είναι σε σοβαρό κίνδυνο και πως βρίσκεται στη Δημοκρατία για να προστατευθεί.

 

Στη συνέχεια, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση και Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το κλείσιμο του φακέλου του αιτητή και τη διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης του, επειδή ο αιτητής δεν ανταποκρίθηκε στα τηλεφωνήματα της Υπηρεσίας Ασύλου προκειμένου να προχωρήσει η διαδικασία εξέτασης του αιτήματός του. Συνεπώς, η Υπηρεσία Ασύλου θεώρησε ότι ο αιτητής σιωπηρά είχε αποσύρει την αίτηση του ή έχει υπαναχωρήσει από αυτήν και ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την Έκθεση/Εισήγηση για κλείσιμο του φακέλου του αιτητή και επιστροφή του στη Νιγηρία. 

 

Ο αιτητής υπέβαλε αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του μέσω του οποίου δήλωσε πως επιθυμεί το επανάνοιγμα του φακέλου του για να παραμείνει νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία και να εργαστεί νόμιμα χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε προβλήματα με την Κυπριακή κυβέρνηση.  Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του ο αιτητής δήλωσε πως γεννήθηκε στην πόλη Obeleagu, της πολιτείας Enugu στην οποία διέμενε μέχρι και την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του.  Ανέφερε βέβαια πως την περίοδο 2000-2002 διέμενε στην πρωτεύουσα Abuja και την περίοδο του έτους 2013 διέμενε στο Lagos.  Ο αιτητής ανέφερε πως είναι Χριστιανός στο θρήσκευμα.

 

Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του λόγω του ότι, η ζωή ήταν δύσκολη στην κοινότητα του και μέσω της εκκλησίας είχε επιλεχθεί για να έλθει και να εργαστεί και με τη σειρά του να βοηθήσει τους συμπολίτες του να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο. Όπως ισχυρίστηκε, δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα στη χώρα του.  Δεν εξέφρασε οποιοδήποτε φόβο δίωξης του σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής.  Ο αιτητής τη χρονική στιγμή της συνέντευξης (έτος 2024) αναφέρει ότι επιθυμεί να παραμείνει στη Δημοκρατία για ακόμη 3 χρόνια πριν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του.  Ο αιτητής ουδέποτε έχει συλληφθεί ή κρατηθεί στη χώρα καταγωγής του και επεσήμανε πως οι αρχές της χώρας του θα του επιτρέψουν την επιστροφή του.

 

Στη βάση των ανωτέρω ισχυρισμών, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου στην έκθεση-εισήγησή του σχημάτισε δύο ουσιώδης ισχυρισμούς.  Ο πρώτος ισχυρισμός αφορά την ταυτότητα, την χώρα καταγωγής του και τα προσωπικά στοιχεία του αιτητή.  Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά τους οικονομικούς λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα του.  Και οι δύο ισχυρισμοί έγιναν αποδεκτοί από την Υπηρεσία Ασύλου.  Ο αρμόδιος λειτουργός εισηγήθηκε μέσω της έκθεσής του πως οι λόγοι για τους οποίους ο αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα του είναι οικονομικοί και επομένως δεν δύνανται να αποτελέσουν λόγο παραχώρησης καθεστώτος πρόσφυγα ή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, όπως προνοείται στα άρθρα 3 και 19 (1) και (2) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000. Την έκθεση/εισήγηση του αρμόδιου  λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε το αρμόδιο εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών πρόσωπο που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.

 

Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, ο αιτητής δεν επικαλείται στη συνέντευξή του κανέναν απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα, το μόνο πρόβλημα που επικαλέστηκε είναι τα οικονομικά προβλήματα που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, στοιχεία που δεν θα μπορούσαν να τον εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, έτσι όπως αυτή η έννοια ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000. 

 

Σύμφωνα με την παράγραφο 62 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων που εκδόθηκε από την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες«62. Μετανάστης είναι το πρόσωπο που για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στον ορισμό εγκαταλείπει οικειοθελώς τη χώρα του με σκοπό να εγκατασταθεί αλλού. Μπορεί δε να ωθείται από την επιθυμία για αλλαγή ή για περιπέτεια ή από οικογενειακούς ή άλλους προσωπικούς λόγους. Εάν ωθείται αποκλειστικά από οικονομικά κίνητρα, είναι οικονομικός μετανάστης και όχι πρόσφυγας.»

 

Στην πιο πάνω παράγραφο, το Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων που εκδόθηκε από την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες προβαίνει σε ένα διαχωρισμό μεταξύ μεταναστών και προσφύγων.  Όπως έχει κατ’ επανάληψην νομολογηθεί, οι οικονομικοί μετανάστες δεν εμπίπτουν στην έννοια του πρόσφυγα (βλ. ενδεικτικά Md Jakir Hossain v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 2319/2006, ημερομηνίας 16/7/2008, Barakan Petrosyan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 883/2008, ημερομηνίας 10/2/2012, Irene Ferenko v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 1051/2010, ημερομηνίας 21/12/2011).

 

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3, του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (§37 και §38 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών), κάτι που βεβαίως δεν αποδείχθηκε στην υπό εξέταση υπόθεση.  Ούτως ή άλλως ο αιτητής δεν δήλωσε πως οποιοσδήποτε φορέας τον εμποδίζει να διαμείνει και να εργαστεί στη χώρα καταγωγής του.

 

Πρόσθετα, κρίθηκε από το αρμόδιο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6 (Ι)/2000 για να παραχωρηθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6 (Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι».  Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.  Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.  Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.  

 

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην πολιτεία Enugu της Νιγηρίας, στην οποία υπάγεται ο τόπος προηγούμενης συνήθους διαμονής του αιτητή το χωριό Obeleagu, κατά το τελευταίο έτος, με τελευταία ενημέρωση στις 23/01/2026 καταγράφηκαν 80 περιστατικά ασφαλείας (που περιλαμβάνει περιστατικά πολιτικής βίας, διαδηλώσεων, καταστολής) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 59 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές[1]. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με εκτιμήσεις για το έτος 2022, ο πληθυσμός της Νιγηρίας ανέρχεται σε 216,783,400 κατοίκους[2]. Επιπλέον, ο πληθυσμός της πολιτείας Enugu ανέρχεται σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2022, στα 4,690,100 κατοίκους.[3]

 

Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, υγιής, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, πλήρως ικανός προς εργασία και χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.

 

Επιπρόσθετα, λαμβάνεται υπόψη ότι ο Υπουργός Εσωτερικών στα πλαίσια των εξουσιών του  δυνάμει του άρθρου 12 Β τρις του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6 (Ι)/2000) με την Κ.Δ.Π. 145/2025, καθόρισε τη χώρα καταγωγής του αιτητή ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, εφόσον ικανοποιήθηκε βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, ότι στην οριζόμενη χώρα γενικά και μόνιμα δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική  μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.

 

Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.

 

Οι καθ’ ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, δεν είχαν υποχρέωση να διεξάγουν οποιαδήποτε εξειδικευμένη έρευνα, αλλά προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα, εκδίδοντας με τον τρόπο αυτό πλήρως αιτιολογημένη απόφαση και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας.  Ως εκ τούτου, ο μοναδικός προβαλλόμενος νομικός ισχυρισμός περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου απορρίπτεται στο σύνολό του, εφόσον το αρμόδιο όργανο διενήργησε τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα και εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.

 

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση.  Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη εισήγηση της αρμόδιας λειτουργού, στην οποία αναφέρονται οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της ήταν απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.

 

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.

 

 

 

 

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Projecthttps://acleddata.com/platform/explorer  (βλπλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: All Events, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Nigeria, Enugu)

[2]Nigeria: States & Agglomerations, Nigeria Population, διαθέσιμο σε https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/  

[3] Nigeria: States & Agglomerations, Enugu State Population, διαθέσιμο σε https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/   

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο