ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 308/2024
26 Ιανουαρίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
V. U. O.
Αιτήτριας
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση.
…………………….
Η αιτήτρια παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου
Τζόναθαν Μπετίτο, Δικηγόρος για την αιτήτρια
Κάλια Σάββα για Νικόλα Κουρσάρη, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η αιτήτρια προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 6/9/2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπούσε τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, η κυρία Παραδεισιώτη τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Η αιτήτρια είναι υπήκοος της Νιγηρίας και την 01/12/2022 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές. Αυθημερόν, η αιτήτρια παρέλαβε τη Βεβαίωση Υποβολής Αίτησης Διεθνούς Προστασίας (Confirmation of Submission of an Application for International Protection).
Στις 09/08/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της αιτήτριας από λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (στο εξής: E.U.A.A). Στις 31/08/2023 λειτουργός του E.U.A.A ετοίμασε Έκθεση - Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με τη συνέντευξη της αιτήτριας. Στη συνέχεια, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αφού εξέτασε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας στις 06/09/2023, αποφάσισε την απόρριψη του αιτήματος της αιτήτριας. Στις 26/01/2024 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή προς την αιτήτρια στην οποία συμπεριέλαβε την απόφασή της για απόρριψη του αίτηματός της και την αιτιολόγηση αυτής, η οποία και παραλήφθηκε ιδιοχείρως από την αιτήτρια την ίδια ημέρα. Στη συνέχεια, η αιτήτρια καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας προώθησε τους ακολούθους νομικούς ισχυρισμούς μέσω της Γραπτής του Αγόρευσης: (1) Δεν ακολουθήθηκε η ορθή / νόμιμη διαδικασία κατά τη διεκπεραίωση της συνέντευξης, ετοιμασία της έκθεσης- εισηγήσης, και το τελικό στάδιο της λήψης της απόφασης και παραβιάστηκε το άρθρο 13 του Περί Προσφύγων νόμου, (2) Μη δέουσα έρευνα εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, (3) Η απόφαση λήφθηκε υπό καθεστώς πλάνης και (4) Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη και/ή μη δεόντως αιτιολογημένη.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, υποστήριξε τη νομιμότητα και ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και ανέφερε ότι η εν λόγω προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται πως η απόφαση λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας όλων των στοιχείων που παρουσίασε ο αιτητής. Επιπλέον εισηγείται ότι ο αιτητής φέρει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, το οποίο δεν κατάφερε ο αιτητής να αποσείσει στην προκειμένη περίπτωση καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου έτσι ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο συνήγορος της αιτήτριας με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως ισχυρίζεται πως δεν ακολουθήθηκε η ορθή / νόμιμη διαδικασία κατά τη διεκπεραίωση της συνέντευξης, ετοιμασία της έκθεσης- εισήγησης, και το τελικό στάδιο της λήψης της απόφασης και παραβιάστηκε το άρθρο 13 του Περί Προσφύγων νόμου. Συγκεκριμένα ο συνήγορος της αιτήτριας ισχυρίζεται πως ο κύριος Καζαντζής δεν είχε την αρμοδιότητα να εγκρίνει την έκθεση εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού. Θα πρέπει να αναφερθεί πως από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει πως ο κύριος Παντελής Καζαντζής είναι εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών για να ασκεί μέρος των εξουσιών ή να εκτελεί μέρος των καθηκόντων του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, όπως προκύπτει από το ερυθρό 70, του διοικητικού φακέλου. Πρόσθετα, εισηγείται αναρμοδιότητα του λειτουργού που συνέταξε έκθεση και εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου. Ο συνήγορος των καθ’ων η αίτηση έδωσε στον συνήγορος της αιτήτριας επιστολή εξουσιοδότησης της λειτουργού και ο συνήγορος της αιτήτριας απέσυρε στο σύνολό του τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας του οργάνου που συνέταξε της έκθεση και εισήγηση αλλά και που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον ικανοποιήθηκε πως τα πρόσωπα έχουν νόμιμα εξουσιοδοτηθεί για την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου δεν προκύπτει οποιαδήποτε αναρμοδιότητα είτε του οργάνου που συνέταξε την έκθεση, είτε του προσώπου που έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός του συνηγόρου της αιτήτριας αφού αποσύρθηκε και ούτως ή άλλως δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε σφάλμα στη διαδικασία που ακολουθήθηκε, απορρίπτεται στο σύνολό του.
Προχωρώ να εξετάσω τον δεύτερο ισχυρισμό που προωθεί ο αιτητής περί του ότι εσφαλμένα και λόγω έλλειψης δέουσας και/ή επαρκούς έρευνας, το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημά του για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας.
Η αιτήτρια στην αίτηση που υπέβαλε στην Υπηρεσία Ασύλου, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της επειδή δέχτηκε απειλές εναντίον της ζωής της. Ισχυρίστηκε ότι είναι Χριστιανή που παντρεύτηκε έναν μουσουλμάνο, ενώ και οι δύο οικογένειές τους, ήταν ενάντια στο γάμο τους και πρόσθεσε ότι έπεισε τον σύζυγό της να συμμετάσχει σε δικές της θρησκευτικές τελετές, κατά τη διάρκεια του Πάσχα. Ισχυρίστηκε πως όταν η οικογένεια του συζύγου της πληροφορήθηκε την συμμετοχή του σε Χριστιανικές θρησκευτικές τελετές, τον ενημέρωσαν πως θα κινηθούν εναντίον της. Εξαιτίας τούτου, οι δυο σύζυγοι συμφώνησαν, ότι η ίδια θα πρέπει να εγκαταλείψει τη χώρα της και να έρθει στην Κύπρο για λόγους προστασίας και ασφάλειας (ερυθρό 1, του διοικητικού φακέλου).
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της, η αιτήτρια ως προς τα προσωπικά της στοιχεία δήλωσε ότι είναι υπήκοος της Νιγηρίας, με τόπο γέννησης την κοινότητα Umudobia, της πολιτείας Abia, ενώ τόπος προηγούμενης συνήθους διαμονής της ήταν η περιοχή Oyibo, της πόλης Port Harcourt στην πολιτεία River, όπου μετακόμισε το 2000 και παρέμεινε μέχρι την ημερομηνία αναχώρησής της από τη χώρα καταγωγής της, δηλαδή το Νοέμβριο του 2022 (ερυθρά 50 2Χ, 47 2Χ του διοικητικού φακέλου). Περαιτέρω, ανέφερε πως στις 07 Οκτωβρίου 2006 παντρεύτηκε και έχει πέντε παιδιά, μια κόρη από προηγούμενη σχέση και τέσσερα παιδιά από το γάμο της με τον σύζυγό της, τα οποία όλα διαμένουν στην περιοχή Oyibo με τον πατέρα τους (ερυθρό 49 2Χ του διοικητικού φακέλου). Επίσης, δήλωσε Χριστιανή Πεντηκοστιανή, μέλος της εθνοτικής ομάδας Igbo (ερυθρό 50 1Χ του διοικητικού φακέλου) και πως μιλά αγγλικά και την διάλεκτο Igbo (ερυθρό 48 2Χ του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο, ισχυρίστηκε ότι έχει ολοκληρώσει την δευτεροβάθμια εκπαίδευση (ερυθρό 48 2x του διοικητικού φακέλου), ενώ σε σχέση με την επαγγελματική της απασχόληση, ισχυρίστηκε ότι εργαζόταν ως οικιακή βοηθός καθώς και ως προμηθευτής κατασκευαστικών υλικών, κυρίως τούβλων (ερυθρά 48 3 Χ και 47 1 Χ του διοικητικού φακέλου). Τέλος, δήλωσε ότι οι γονείς της απεβίωσαν, ενώ έχει τρία ανήλικα αδέλφια, τα οποία διαμένουν στην κοινότητα Umudobia, της πολιτείας Abia στη χώρα καταγωγής της (ερυθρά 49 2Χ, 48 1Χ του διοικητικού φακέλου).
Κληθείσα να παραθέσει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η αιτήτρια κατά την ελεύθερη αφήγησή της επιβεβαίωσε τα όσα κατέθεσε στο στάδιο της καταγραφής ότι δηλαδή εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπισε από μέλη της οικογένειάς του συζύγου της, λόγω της μεταστροφής του στο Χριστιανισμό. Όπως ανέφερε, ο Μουσουλμάνος στο θρήσκευμα σύζυγός της, αποφάσισε το Πάσχα του 2022 να ασπαστεί τον Χριστιανισμό και τότε μέλη της οικογένειάς του άρχισαν να την κατηγορούν, θεωρώντας την υπεύθυνη για την μεταστροφή του συζύγου της. Ισχυρίστηκε πως ένα βράδυ, καθώς δειπνούσε με την οικογένειά της πέντε ένοπλοι επιτέθηκαν στην οικία του ζεύγους, προσπαθώντας να τη βρουν και να λογαριαστούν μαζί της. Σύμφωνα με την ίδια, κατάφερε να ξεφύγει από τους δράστες, φεύγοντας από την πίσω πόρτα της οικίας. Το συγκεκριμένο βράδυ διέμενε σε φιλικό της σπίτι. Η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι μετά το περιστατικό της επίθεσης πήγαν με τον σύζυγό της στις αστυνομικές αρχές και ανέφεραν το τί είχε συμβεί, ενώ ενημέρωσε σχετικά και τον βασιλιά της κοινότητας της. Όπως η ίδια δήλωσε στη συνέντευξη φοβούμενη για τη ζωή της, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα. Όταν ρωτήθηκε αν υπήρχαν άλλοι λόγοι οι οποίοι την ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της, η αιτήτρια απάντησε αρνητικά (ερυθρό 45 του διοικητικού φακέλου).
Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων που ακολούθησε, δόθηκε η ευκαιρία στην αιτήτρια μέσω πρόσθετων ερωτήσεων να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία της και να αποσαφηνίσει τα κρίσιμα γεγονότα της αφήγησής της. Η αιτήτρια δήλωσε ότι ο σύζυγός της ήταν θρησκευόμενος Μουσουλμάνος, καθώς προσευχόταν πέντε φορές την ημέρα (ερυθρό 45 3Χ του διοικητικού φακέλου), ενώ η ίδια διευκρίνισε ότι μεγάλωσε ως καθολική και μετά το γάμο της έγινε Πεντηκοστιανή (ερυθρό 45 1Χ, 2Χ του διοικητικού φακέλου). Όπως ανέφερε, μετά από δική της επιθυμία, το ζεύγος παντρεύτηκε σε εκκλησία, ενώ ισχυρίστηκε ότι η οικογένεια του συζύγου της επέτρεψαν σ’ αυτόν να την παντρευτεί, επειδή τους υποσχέθηκε ότι θα συνεχίσει να πηγαίνει στο τζαμί (ερυθρό 44 1Χ, 2Χ του διοικητικού φακέλου).
Η αιτήτρια έδωσε συμπληρωματικές πληροφορίες για τη μεταστροφή του συζύγου της στο Χριστιανισμό, λέγοντας ότι επισκέφθηκε μαζί με την ίδια και τα παιδιά της την εκκλησία τους το Πάσχα του 2022 και άρχισε να διαβάζει τη Βίβλο (ερυθρό 42 2Χ του διοικητικού φακέλου). Διευκρίνισε πως η επίθεση στο σπίτι τους έγινε τον Οκτώβριο του 2022 (ερυθρό 41 2Χ του διοικητικού φακέλου), ενώ έδωσε πληροφορίες και για το πώς κατάφερε να ξεφύγει από τους ένοπλους δράστες, λέγοντας ότι αυτοί ήταν στο διάδρομο του σπιτιού, έσπρωξαν τον σύζυγό της, αυτός άνοιξε τα χέρια του και έτσι αυτή κατάφερε να τρέξει προς την πίσω πόρτα του σπιτιού, από όπου και ξέφυγε (ερυθρό 40 1Χ του διοικητικού φακέλου).
Ανέφερε επίσης ότι μετά την επίθεση στην οικογενειακή τους οικία τον Οκτώβριο του 2022, δεν αντιμετώπισε κάποιο άλλο πρόβλημα, ούτε είχε άμεση επαφή με μέλη της οικογένειας του συζύγου της, ωστόσο λόγω του ότι φοβόταν για τη ζωή της εγκατέλειψε την χώρα τον Νοέμβριο του 2022 (ερυθρό 39 του διοικητικού φακέλου). Συμπληρωματικά ανέφερε πως μετά τη φυγή της από τη Νιγηρία, το Μάρτιο του 2023, τρεις συγγενείς του συζύγου της, πήγαν εκ νέου στην οικία τους στη Νιγηρία, ψάχνοντας την ίδια και γρονθοκόπησαν τον σύζυγό της (ερυθρό 39 3Χ, 39 4Χ του διοικητικού φακέλου).
Τέλος, η αιτήτρια ανέφερε πως, σε περίπτωση επιστροφής της στη Νιγηρία, οι συγγενείς του συζύγου της θα κινηθούν ξανά εναντίον της (ερυθρό 45 1Χ του διοικητικού φακέλου), ενώ δήλωσε επίσης ότι δεν μπορεί να ζήσει με ασφάλεια ούτε σε άλλη περιοχή της χώρας της (ερυθρό 38 του διοικητικού φακέλου).
Στη βάση των ανωτέρω ισχυρισμών, ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις της αιτήτριας ως ακολούθως: (α) προσωπικά στοιχεία και προφίλ της αιτήτριας και (β) ισχυριζόμενες απειλές και κατηγορίες από την οικογένεια του συζύγου της, επειδή αυτός από Μουσουλμάνος ασπάστηκε τον Χριστιανισμό. Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τους καθ’ ων η αίτηση καθότι κρίθηκε ότι πληρούται τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία, λαμβανομένων υπόψη και του αποδεικτικού της ταυτότητας της αιτήτριας, εγγράφου. Ωστόσο, ο δεύτερος ισχυρισμός δεν έτυχε αποδοχής.
Αναφορικά με το δεύτερο ισχυρισμό, δηλαδή τις απειλές και κατηγορίες από την οικογένεια του συζύγου της, επειδή αυτός από Μουσουλμάνος ασπάστηκε τον Χριστιανισμό, οι καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματος της.
Ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι ισχυρισμοί της δεν είχαν την απαιτούμενη εξειδίκευση και επάρκεια λεπτομερειών. Ειδικότερα, είναι η θέση του αρμόδιου οργάνου, ότι οι δηλώσεις της αιτήτριας σχετικά με τα προβλήματα και τους κινδύνους που αντιμετώπισε από τα μέλη της οικογένειας του συζύγου της ήταν γενικές και όχι λεπτομερείς, καθώς ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η αιτήτρια περιέγραψε να έχει πάντα πολύ καλή σχέση με τον σύζυγό της, χωρίς την οικογένειά του να έχει κάποια σχετική παρέμβαση ( ερυθρό 43 1Χ, 2Χ του διοικητικού φακέλου). Συγκεκριμένα, η αιτήτρια δήλωσε, ότι όταν γνώρισε για πρώτη φορά το σύζυγό της, η θρησκεία δεν αποτέλεσε πρόβλημα μεταξύ τους και παρόλο που και οι δύο γνώριζαν ότι οι οικογένειές τους, δεν θα αποδέχονταν τον γάμο τους, εντούτοις συμφώνησαν να παντρευτούν σε εκκλησία (ερυθρά 46 1Χ και 45 3Χ του διοικητικού φακέλου).
Επιπλέον, ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε πως όταν κλήθηκε η αιτήτρια να εξηγήσει, πώς μεγάλωσαν τα παιδιά τους αναφορικά με το θρήσκευμα, δήλωσε σαφώς, ότι ήταν κοινή απόφαση του ζευγαριού να μεγαλώσουν τα παιδιά τους ως Χριστιανούς, καθώς ανέφερε ότι είπε στον σύζυγό της ότι τα παιδιά τους θα έρθουν μαζί της στην Εκκλησία και ισχυρίστηκε ότι ο άνδρας της, της απάντησε κανένα πρόβλημα (ερυθρό 43 2Χ). Επίσης, ο αρμόδιος λειτουργός επεσήμανε τις δηλώσεις της αιτήτριας, ότι μετά τον γάμο τους, οι δύο σύζυγοι συνέχισαν να λατρεύουν τις διαφορετικές θρησκείες τους χωρίς κανένα πρόβλημα (ερυθρό 46 1Χ του διοικητικού φακέλου), ενώ κατέγραψε πως όταν ρωτήθηκε η αιτήτρια για το αν αντιμετώπισε προβλήματα με την οικογένεια του συζύγου της (πριν την αναφερόμενη μεταστροφή του στο Χριστιανισμό το 2022) αυτή δήλωσε πως όχι, επειδή σπάνια πήγαινε επίσκεψη σε αυτούς (δηλαδή την οικογένεια του συζύγου της), καθώς δεν την ήθελαν στη ζωή τους (ερυθρό 43 1Χ του διοικητικού φακέλου).
Σχετικά με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας για τη μεταστροφή του συζύγου της στο Χριστιανισμό τον Απρίλιο του 2022, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν ήταν συγκεκριμένοι και λεπτομερείς. Αναφορικά με αυτό το ζήτημα, οι καθ’ ών η αίτηση θεώρησαν ότι η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς λεπτομέρειες και πληροφορίες με συνοχή, ως προς το γιατί το Πάσχα του 2022 (ενώ ήταν ήδη παντρεμένος με Χριστιανή από το 2006) ο σύζυγος της αποφάσισε την μεταστροφή του. Ο αρμόδιος λειτουργός καταγράφοντας την δήλωση της, ότι ο σύζυγός της αποφάσισε να μεταστροφεί στο Χριστιανισμό, καθώς τα παιδιά του, του μιλούσαν πάντα για την εκκλησία τους και του ζητούσαν να γίνει Χριστιανός (ερυθρό 42 1Χ του διοικητικού φακέλου).
Επιπρόσθετα, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με την απαιτούμενη εξειδίκευση και επάρκεια λεπτομερειών την εσωτερική διαδικασία που οδήγησε τον σύζυγό της να λάβει την εν λόγω απόφαση εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή, καθώς και πώς άλλαξε την καθημερινότητά του η μεταστροφή στο Χριστιανισμό (ερυθρό 42 2 Χ, 3Χ του διοικητικού φακέλου). Ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε, ότι η αιτήτρια απλώς ανέφερε, ότι αυτή και τα παιδιά τους δεν τον πίεσαν να μεταστραφεί στον Χριστιανισμό και πως αυτό συνέβη σταδιακά. Συμπλήρωσε ότι τα παιδιά του προσπάθησαν να του πουν, να έρθει στην εκκλησία γιατί θα είναι ωραία και έτσι τελικά από το συγκεκριμένο Πάσχα άρχισε να πηγαίνει μαζί τους και αποφάσισε τελικά τη μεταστροφή του στον Χριστιανισμό (ερυθρό 43 2 Χ του διοικητικού φακέλου).
Όσον αφορά την διαδικασία αυτή καθαυτή της μεταστροφής του συζύγου της, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε πως οι δηλώσεις της αιτήτριας δεν ήταν συγκεκριμένες, αναφέροντας ότι η ίδια δήλωσε σχετικά ότι σκόπευαν να τον βαφτίσουν πριν από τα περιστατικά (δηλαδή της αναφερόμενης επίθεσης) καότι θα ενταχθεί στην επόμενη βάπτιση, όταν θα είναι στην εκκλησία για να γίνει πλήρες μέλος, χωρίς όμως κατά τον αρμόδιο λειτουργό να διευκρινίσει περαιτέρω τις δηλώσεις της (ερυθρό 43 3 Χ και 42 1 Χ του διοικητικού φακέλου). Ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις της αιτήτριας για το πώς πρακτικά ο σύζυγός της ασπάστηκε το Χριστιανισμό και εγκατέλειψε το Ισλάμ ήταν αόριστες και χωρίς επάρκεια λεπτομερειών (ερυθρό 42 1Χ και 42 2Χ του διοικητικού φακέλου), αναφέροντας ως παράδειγμα την δήλωση της αιτήτριας ότι μετά από την πρώτη λατρεία μαζί τους συμμετείχε σε όλες τις εκκλησιαστικές δραστηριότητες, δεν ασκούσε πλέον το μουσουλμανικό θρησκευτικό δόγμα και συνέχιζε να μαθαίνει και να προσαρμόζεται με τον τρόπο που ενεργούν οι Χριστιανοί (ερυθρό 42 2χ του διοικητικού φακέλου).
Επιπλέον, οι καθ’ων η αίτηση έκριναν ότι οι δηλώσεις της αιτήτριας σχετικά με την αντίδραση της οικογένειας του συζύγου της μετά τη μεταστροφή του στο Χριστιανισμό δεν ήταν λεπτομερείς και συνεκτικές. Ο αρμόδιος λειτουργός ανέφερε ότι η αιτήτρια αρχικά δήλωσε ότι όλοι από το φιλικό περιβάλλον τους, όπως άνθρωποι από την γειτονιά τους, γνώριζαν για τη μεταστροφή του συζύγου της και ήταν χαρούμενοι για αυτό, καθώς θεώρησαν καλό που εντάχθηκε στην εκκλησία με την οικογένειά του (ερυθρό 41 1Χ του διοικητικού φακέλου). Ωστόσο, ο αρμόδιος λειτουργός θεώρησε ότι δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει ρητά το πώς ενημερώθηκαν τα μέλη της οικογένειάς του συζύγου της για την μεταστροφή του και ποιος από την οικογένειά του, τους τηλεφωνούσε για να τους απειλήσει (αφού έμαθαν για την μεταστροφή), καθώς στο θέμα αυτό ο αρμόδιος λειτουργός θεώρησε ότι η αιτήτρια δήλωσε αόριστα ότι ήταν οι αδελφές του και κάποιοι θείοι που τηλεφωνούσαν και ανέφερε πως είναι μια μεγάλη οικογένεια, ο παππούς είχε πολλές συζύγους και η πλειοψηφία είναι μουσουλμάνες, οπότε η αιτήτρια κατέληξε ότι ήταν οι μουσουλμάνοι που τηλεφωνούσαν (ερυθρό 41 2 Χ του διοικητικού φακέλου).
Στη συνέχεια, οι καθ’ων η αίτηση προχώρησαν σε εξέταση των δηλώσεων της αιτήτριας ότι την πρώτη εβδομάδα του Οκτωβρίου του έτους 2022 αυτή, ο σύζυγός της και τα παιδιά τους δέχτηκαν επίθεση στο σπίτι τους, όταν σύμφωνα με τις δηλώσεις της πέντε άτομα έτρεξαν μέσα στο σπίτι, φωνάζοντας το όνομά της, αυτή έφυγε αμέσως από το σπίτι από την πίσω πόρτα, ενώ τα παιδιά της κρυβόντουσαν στην κουζίνα (ερυθρά 41 3Χ και 40 1Χ του διοικητικού φακέλου). Ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι όταν κλήθηκε να διευκρινίσει την ταυτότητα αυτών των πέντε ατόμων, οι απαντήσεις της ήταν αρκετά γενικές και αόριστες, καθώς η αιτήτρια δήλωσε ότι τρείς ανάμεσά τους ήταν συγγενείς του συζύγου της, οι άλλοι δυο ήταν απλώς μουσουλμάνοι και συμπλήρωσε ότι μάλλον ήταν φίλοι των πρώτων τριών που ενώθηκαν για να έρθουν να την πολεμήσουν (ερυθρό 41 Χ του διοικητικού φακέλου).
Σε σχέση με τον τρόπο που κατάφερε να δραπετεύσει από το σπίτι της, χωρίς να την ακολουθήσει κανείς από τους πέντε επιτιθέμενους, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε τις δηλώσεις της ως μη λεπτομερείς και συνεκτικές, καθώς δήλωσε σχετικά ότι τους άκουσε να φωνάζουν το όνομά της, τέντωσε το κεφάλι της και είδε αυτόν που έμπαινε και έτρεξε εκείνη τη στιγμή για να φύγει από το σπίτι (ερυθρό 42 Χ του διοικητικού φακέλου). Επιπρόσθετα, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η αιτήτρια δεν μπόρεσε να απαντήσει με λεπτομέρειες και ακρίβεια για το πώς κατάφερε να δει πόσα άτομα βρίσκονταν στο σπίτι, τι κρατούσαν στα χέρια τους, χωρίς κανείς τους να μην την δει, καθώς και για το ότι είχε το χρόνο να δραπετεύσει από άλλη πόρτα (ερυθρό 40 1 Χ, 2Χ του διοικητικού φακέλου).
Ο αρμόδιος λειτουργός ανέφερε πως η αιτήτρια μετά το περιστατικό της επίθεσης, δεν επέστρεψε ποτέ στην οικία της, έμεινε στο σπίτι ενός φίλου, ενώ ταξίδεψε και στο χωριό της για να ενημερώσει τον βασιλιά της περιοχής, ώστε ο λαός της να την προστατεύσει σε περίπτωση που χρειαστεί στο μέλλον (ερυθρό 39 2Χ, 39 3Χ του διοικητικού φακέλου). Περίπου τρεις εβδομάδες μετά το περιστατικό της επίθεσης, εγκατέλειψε τη χώρα της, επειδή φοβόταν για τη ζωή της, χωρίς ωστόσο να συμβεί τίποτα άλλο σε αυτήν ή την οικογένειά της (ερυθρό 39 3Χ του διοικητικού φακέλου). Ο αρμόδιος λειτουργός πρόσθετα επισημαίνει πως η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι αφού έφτασε στην Κύπρο, τον Νοέμβριο του 2022, τρία ξαδέρφια του συζύγου της πήγαν ξανά στην οικία της, περίπου τον Μάρτιο του 2023, αναζητώντας την ίδια και πάλεψαν με τον σύζυγό της, ο οποίος πήγε στην αστυνομία να αναφέρει το περιστατικό, αλλά δεν θέλησε τη σύλληψή τους, πάρα μόνο να τους καλέσουν και να συμφιλιωθούν ενώπιον της αστυνομίας, πράγμα το οποίο, όπως ισχυρίστηκε, επιτεύχθηκε και δεν προκλήθηκαν περαιτέρω απειλές ή προβλήματα μεταξύ της οικογένειας (ερυθρό 39 4 Χ του διοικητικού φακέλου).
Σχετικά με τις παραπάνω δηλώσεις της αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός θεώρησε πως δεν μπόρεσε να εξηγήσει με συνεκτικό και λεπτομερή τρόπο, γιατί ο σύζυγός της δεν ήθελε η αστυνομία να συλλάβει τους συγγενείς του, που του επιτέθηκαν και απείλησαν τη ζωή της συζύγου του, αν και είχε την ευκαιρία να το κάνει (ερυθρό 38 1Χ του διοικητικού φακέλου), καθώς και το ότι η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει και να προσδιορίσει το περιστατικό της δεύτερης επίθεσης εναντίον του συζύγου της και το τι συνέβη αργότερα στο αστυνομικό τμήμα (ερυθρό 75 του διοικητικού φακέλου). Επισημαίνεται πως κατά την επίθεση στο σπίτι τους, κάλεσαν την αστυνομία για να αναφέρουν το περιστατικό, ωστόσο σύζυγός της δεν ζήτησε τη σύλληψη των δραστών και ήθελε να το αποφύγει, καθώς επιθυμούσε να εξαλείψει τα προβλήματα με τα μέλη της οικογένειας του (ερυθρό 39 1Χ του διοικητικού φακέλου).
Ενόψει των ανωτέρω ευρημάτων, η εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών της δεν ήταν δυνατόν να θεμελιωθεί. Όσον αφορά στην εξωτερική αξιοπιστία, είναι η θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι παρά το γεγονός ότι περιστατικά βίας ανάμεσα στις θρησκευτικές κοινότητες της Νιγηρίας επιβεβαιώνονται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, η εσωτερική αξιοπιστία της αιτήτριας δεν καθίσταται επαρκής, με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός να απορριφθεί στο σύνολό του.
Υπό το φως του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού σχετικά με τα προσωπικά στοιχεία της αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός συνήγαγε κατά την αξιολόγηση κινδύνου, αφού παρέθεσε πληροφορίες αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής της, ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι συντρέχει εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής της, τη Νιγηρία.
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, κρίθηκε πως η αιτήτρια κατά την επιστροφή της στη Νιγηρία, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στην Νιγηρία και συγκεκριμένα στην πολιτεία Rivers, η αιτήτρια δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, αφού η κατάσταση στην Νιγηρία, δεν χαρακτηρίζεται από καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης υιοθέτησε ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου και απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα της αιτήτριας λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τoν συνήγορό της αλλά και από την συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου και αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ της αιτήτριας, διαπιστώνω πως ορθώς έχει γίνει αποδεκτός καθώς η αιτήτρια κρίθηκε ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστη στις δηλώσεις της.
Ακολούθως, θα συμφωνήσω με τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου περί αναξιοπιστίας της αιτήτριας ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό. Ειδικότερα, όπως ορθώς επισημαίνεται στην Έκθεση-Εισήγησή του, η αιτήτρια δεν παρέθεσε επαρκείς πληροφορίες και λεπτομέρειες για τον πυρήνα του αιτήματός της. Η αιτήτρια δεν είχε υποστεί οτιδήποτε περαιτέρω ούτε παρουσίασε οτιδήποτε συγκεκριμένο ενώπιον μου που τροποποιεί την εικόνα που διαμορφώθηκε από το λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου ενόψει των ισχυρισμών της, όπως αυτοί καταγράφηκαν με λεπτομέρεια στην έκθεση/εισήγηση του λειτουργού. Από το αφήγημά του, διαπιστώνεται πως η αιτήτρια παρουσίασε τον πυρήνα του αιτήματός της με επιφανειακό τρόπο, με γενικές και αόριστες δηλώσεις οι οποίες δεν παρουσιάζουν βιωματικά περιστατικά και κατά συνέπεια δεν μπορεί να κριθεί εσωτερικά αξιόπιστος στις δηλώσεις της.
Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού ανέτρεξα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, όπως η πιο πρόσφατη έκθεση του υπουργείου εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών για τις θρησκευτικές ελευθερίες στη Νιγηρία (2023), η οποία αναφέρει ότι ‘Σύμφωνα με το κέντρο ερευνών Pew, το 2015, η χώρα αποτελείτο από 50% μουσουλμάνους και 48,1 χριστιανούς, ενώ περίπου 2% ανήκει σε άλλες ή καθόλου θρησκευτικές ομάδες[1]…. Σύμφωνα με πολυάριθμες πηγές, οι κοινωνικές συμπεριφορές σχετικά με τη βλασφημία, την αποστασία και τη μεταστροφή εμπόδισαν πολλά άτομα, ειδικά στο βόρειο τμήμα της χώρας, να δηλώνουν ανοιχτά πεποιθήσεις που ήταν αντίθετες με τους κοινωνικούς κανόνες χωρίς φόβο αντιποίνων. Τον Ιούνιο ένα πλήθος στο Σοκότο λιθοβολούσε μέχρι θανάτου έναν μουσουλμάνο άντρα που κατηγορούνταν για βλασφημία του Ισλάμ κατά τη διάρκεια ενός καυγά σε μια αγορά. Σε ένα βίντεο που κατέγραψε μέρος της επίθεσης, το θύμα εθεάθη να χτυπιέται από ξύλα και πέτρες, καθώς τα παιδιά ενθαρρύνονταν να πετούν πέτρες. Η έκθεση του Απριλίου για το Open Doors ανέφερε ότι, στις βόρειες περιοχές της χώρας, οι χριστιανοί που προσηλυτίστηκαν από το Iσλάμ συχνά έπρεπε να καταφύγουν σε άλλες περιοχές για να αποφύγουν να κινδυνεύουν και ότι η κοινοποίηση της μεταστροφής τους σε μέλη της οικογένειάς τους θα μπορούσε να αποτελέσει σοβαρό κίνδυνο.
Οι δικηγόροι που εκπροσωπούν ή εξετάζουν το ενδεχόμενο να εκπροσωπήσουν άτομα που κατηγορούνται επίσημα για σκόπιμη προσβολή της θρησκείας η βλασφημία, δήλωσαν ότι ήταν διακριτικοί όσον αφορά την αυτοαναγνώριση τους από φόβο μήπως δεχτούν απειλές οι οποίες, όπως δηλωσαν, είχαν δημιουργήσει ένα καταπιεστικό περιβάλλον για τους υποστηρίζει για τους υποστηρικτές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εμπόδιζαν την πρόσβαση στη δικαιοσύνη’.[2]
Επίσης έκθεση της ευρωπαϊκής υπηρεσίας ασύλου για τη Νιγηρία που εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 2021 αναφέρει ότι ‘Οι συγκρούσεις που αφορούν χριστιανικές και μουσουλμανικές κοινότητες επικεντρώνονται στις βόρειες πόλεις και στη μέση ζώνη, όπου οι αγρότες είναι κυρίως χριστιανοί και οι κτηνοτρόφοι είναι κυρίως μουσουλμάνοι. Οι συγκρούσεις μεταξύ αγροτών και κτηνοτρόφων έχουν επίσης επεκταθεί στη νότια Νιγηρία. Αυτές οι συγκρούσεις συχνά προκαλούνται ή επιδεινώνονται από άλλες έντασης, όπως εντάσεις μεταξύ των τοπικών κοινοτήτων υποδοχής (‘ιθαγενών’) και των εσωτερικών μεταναστευτικών κοινοτήτων (‘αποίκων’) . Σε αυτές τις συγκρούσεις οι θρησκευτικοί παράγοντες συνυπάρχουν με κοινωνικοοικονομικούς και εθνοτικούς παράγοντες.
Οι χριστιανοί αντιμετωπίζουν μια ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση στη βορειοανατολική Νιγηρία λόγω της παρουσίας της Μπόκο Χαράμ, αν και η ομάδα στοχεύει επίσης μετριοπαθείς μουσουλμάνους.
Οι χριστιανοί ανέφεραν επίσης έλλειψη προστασίας από τις αρχές για τις εκκλησίες και τις χριστιανικές κοινότητες, ειδικά στις κεντρικές και βόρειες πολιτείες όπου επικρατεί η Σαρία και στην εισαγωγή σε πανεπιστήμια, καθώς και στην απόκτηση άδειας γης για την κατασκευή εκκλησιών.
Μουσουλμάνοι που ζουν σε περιοχές όπου αποτελούν μειονότητα έχουν αναφέρει διακρίσεις από τις αρχές, ιδίως εις βάρος γυναικών που φορούν χιτζάμπ. Τον Μάιο του 2017, και χρήση του χιτζάμπ απαγορεύτηκε στα δημόσια σχολεία στην πολιτεία Λάγος’.[3]
Σε σχέση με τις πιο πάνω παρατεθείσες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, εντοπίζονται αφενός πληροφορίες που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη βίαιων περιστατικών ανάμεσα σε μέλη των θρησκευτικών κοινοτήτων της Νιγηρίας, πλην όμως αυτό από μόνο του δεν επαρκεί για να αποδείξει τους ισχυρισμούς της αιτήτριας που προωθεί σε σχέση με τον πυρήνα του αιτήματός της. Αν και οι δηλώσεις της αιτήτριας φαίνεται να συνάδουν σε ένα βαθμό με πληροφορίες που αντλούνται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση στη χώρα καταγωγής της, σε σχέση με τον ουσιώδη ισχυρισμό, η εξωτερική αξιοπιστία δεν αρκεί από μόνη της για να τεκμηριώσει την αλήθεια των ισχυρισμών της. Για να καταστούν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί της, απαιτείται να συνοδεύονται από σαφή, λεπτομερή και εξατομικευμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν τον ουσιώδη ισχυρισμό της αιτήτριας. Οι δηλώσεις της αιτήτριας κρίνω ότι είναι ασαφείς και επιφανειακές, στερούμενες τις αναγκαίας πειστικότητας ώστε να θεμελιώνουν το αίτημά της. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Όλο το πιο πάνω ιστορικό στο οποίο στηρίζεται το αίτημα διεθνούς προστασίας που υπέβαλε η αιτήτρια δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής της. Η αιτήτρια είχε την ευκαιρία στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία να προσκομίσει με το ορθό δικονομικό διάβημα οτιδήποτε θεωρούσε ότι έπρεπε να γνωρίζει το Δικαστήριο πράγμα που δεν έπραξε.
Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, η αιτήτρια δεν προώθησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. Τα στοιχεία αυτά, δεν θα μπορούσαν να εντάξουν την αιτήτρια στην έννοια του πρόσφυγα έτσι όπως αυτή η έννοια ερμηνεύεται από την Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.
Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής».
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το προαναφερόμενο άρθρο, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (§37,38 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Οι διαπιστώσεις του αρμόδιου εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργού που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου και του λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, περί του ότι η αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα (άρθρο 3, του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000), συνιστούν διαπιστώσεις εύλογα επιτρεπτές ενόψει των στοιχείων που είχε ο Προϊστάμενος ενώπιον του, όπως αυτά διαφαίνονται από τον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1.
Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται επικουρική προστασία.
Ορθά κρίθηκε από τον αρμόδιο εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργό που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ότι δεν στοιχειοθετούνταν ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6 (Ι)/2000 για να παραχωρηθεί στην αιτήτρια το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1) του Ν. 6 (Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19 του Ν. 6 (Ι)/2000, σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619.
Στα πλαίσια του κατ' ουσίαν ελέγχου της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης διεξήγαγα επικαιροποιημένη έρευνα σε πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής της αιτήτριας, αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφάλειας στον τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής της αιτήτριας.
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην πολιτεία Rivers της Νιγηρίας, στην οποία υπάγεται o τόπος προηγούμενης συνήθους διαμονής της αιτήτριας η περιοχή Oyibo, της πόλης Port Harcourt, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τον Ιανουάριο του 2026), καταγράφηκαν 75 περιστατικά ασφαλείας (που περιλαμβάνει περιστατικά πολιτικής βίας, διαδηλώσεων, καταστολής) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 57 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[4] Σημειώνεται ότι σύμφωνα με εκτιμήσεις για το έτος 2022, ο πληθυσμός της Νιγηρίας ανέρχεται σε 216,783,400 κατοίκους[5]. Επιπλέον, ο πληθυσμός της πολιτείας Rivers ανέρχεται σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2022, στα 7,476,800 κατοίκους[6], ενώ ο πληθυσμός της πόλης Port Harcourt ανέρχεται σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2022, στα 2,120,000 κατοίκους[7]
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας της να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή της. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις της αιτήτριας, παρατηρώ ότι αυτή είναι γυναίκα, υγιής, πλήρως ικανή προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της. Η αιτήτρια δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στην διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωση του για επαρκή έρευνα.
Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε η αιτήτρια διεξήγαγαν τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Συνεπώς, ο ισχυρισμός του ευπαίδευτου συνηγόρου τής αιτήτριας περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, αλλά και ότι το αρμόδιο όργανο δεν μελέτησε διεξοδικά τους ισχυρισμούς της αιτήτριας, απορρίπτεται στο σύνολό του.
Ο συνήγορος της αιτήτριας με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως προβάλλει πως το αρμόδιο όργανο κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ενήργησε υπό πλάνη περί τα πράγματα. Καταρχάς θα πρέπει να αναφερθεί πως το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού για την ύπαρξη πλάνης το έχει η αιτήτρια (βλ. Παπαδόπουλος v. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (1190) 3ΑΑΔ 262, 267). Ο προβαλλόμενος ισχυρισμός δεν στοιχειοθετείται επαρκώς από την αιτήτρια, και είναι γενικόλογος. Από τους ισχυρισμούς της ευπαίδευτης δικηγόρου της αιτήτριας, δεν στοιχειοθετείται οποιουδήποτε είδους πλάνη, τόσο ως προς την διαδικασία που ακολουθήθηκε, όσο και ως προς τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε η Υπηρεσία Ασύλου με βάση και τα στοιχεία που είχε ενώπιον της, αλλά ούτε και ως προς τα γεγονότα που έλαβε η Υπηρεσία Ασύλου υπόψη της.
Πλάνη περί τα πράγματα στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται η αντικειμενική ανυπαρξία γεγονότων που έλαβε υπόψη του το αρμόδιο όργανο για να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν υφίσταται πλάνη περί τα πράγματα όταν η προσβαλλόμενη πράξη στηρίζεται σε υπαρκτά γεγονότα, τα οποία όμως έχουν εκτιμηθεί από το αρμόδιο όργανο διαφορετικά κατ’ ισχυρισμόν της αιτήτριας (βλ. Σύγγραμμα του Επαμεινώνδα Π. Σπηλιωτόπουλου, «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Τόμος 2, 15η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη 2015, σελίδες 144-145, παράγραφοι 510 και 511). Η αιτήτρια δεν παραπέμπει σε γεγονότα τα οποία οι καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να λάβουν υπόψη με αποτέλεσμα να αποφασίσουν κατά πλάνη περί τα πράγματα. Στη βάση των ανωτέρω, είναι προφανές πως δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός της αιτήτριας περί πραγματικής πλάνης ή/και οποιασδήποτε άλλης ουσιώδους πλάνης και ως εκ τούτου ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του.
Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως ο συνήγορος της αιτήτριας εισηγείται πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη εφόσον κατά την εισήγησή τους καταλήγουν σε απόφαση χωρίς να είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Οι καθ’ων η αίτηση αντιτείνουν πως η απόφαση είναι δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη.
Η αιτιολόγηση των αποφάσεων της διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (Γρηγορόπουλος κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, (1997) 4 ΑΑΔ 1414).
Μέσα από την αιτιολογία του οργάνου θα πρέπει να διαφαίνεται ο συλλογισμός του, ο οποίος οδήγησε στην προσβαλλόμενη απόφαση ή τουλάχιστον να υπάρχουν στοιχεία στον φάκελο της υπόθεσης που να μπορούν να συμπληρώσουν την αιτιολογία της απόφασης του αρμόδιου οργάνου (βλ. Στέφανος Φράγκου v. Κυπριακή Δημοκρατίας, (1998) 3ΑΑΔ 270).
Η αιτιολογία της απόφασης του διοικητικού οργάνου συμπληρώνεται από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου (άρθρο 29 του Ν. 158 (Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371). Η δυνατότητα αυτή υπάρχει όταν τα στοιχεία που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου συνδέονται με την απόφαση και αποκαλύπτουν τους λόγους που οδήγησαν στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Θα πρέπει να αναφερθεί πως το Δικαστήριο ασκώντας πλήρη έλεγχο κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, προχώρησα και εξέτασα το αίτημα της αιτήτριας με βάση τα επικαιροποιημένα πραγματικά δεδομένα και διαπίστωσα ότι δεν συντρέχει έλλειψη νόμιμης αιτιολογίας. Κατά συνέπεια, ενόψει της πιο πάνω ανάλυσης, ο προαναφερόμενος νομικός ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του.
Επιπρόσθετα, λαμβάνεται υπόψη ότι ο Υπουργός Εσωτερικών στα πλαίσια των εξουσιών του δυνάμει του άρθρου 12Β τρις του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6 (Ι)/2000) με την Κ.Δ.Π. 145/2025, καθόρισε τη χώρα καταγωγής της αιτήτριας ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, εφόσον ικανοποιήθηκε βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, ότι στην οριζόμενη χώρα γενικά και μόνιμα δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα της αιτήτριας εξετάστηκε με επάρκεια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και στην οποία αναφέρονται οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή τους ήταν απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον της αιτήτριας.
[1]USDOS, 2023 Report on International Religious Freedom: Nigeria, 26 June 2024, σελ. 5, Διαθέσιμο σε: https://www.state.gov/reports/2023-report-on-international-religious-freedom/nigeria/
[2] USDOS, 2023 Report on International Religious Freedom: Nigeria, 26 June 2024, σελ. 21, Διαθέσιμο σε: https://www.state.gov/reports/2023-report-on-international-religious-freedom/nigeria/
[3] EUAA, 'Country Guidance: Nigeria; Common analysis and guidance note', σ. 72, Διαθέσιμο σε: Country Guidance Nigeria 2021 | European Union Agency for Asylum
[4] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, https://acleddata.com/platform/explorer (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Nigeria, Rivers)
[5] Nigeria: States & Agglomerations, Nigeria Population, διαθέσιμο σε https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/
[6]Nigeria: States & Agglomerations, River State Population, διαθέσιμο σε https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/
[7]Nigeria: States & Agglomerations, River State Port Harcourt, Population, διαθέσιμο σε https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο