M. B. S. ΙΙ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 3339/2024, 28/1/2026
print
Τίτλος:
M. B. S. ΙΙ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 3339/2024, 28/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 3339/2024

28 Ιανουαρίου, 2026

[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ

M. B. S. ΙΙ 

Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ’ ων η Αίτηση

 

Ο Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως

Ελ. Ιωάννου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η Αίτηση

[Παρούσα η κα Ζωή Αγαπίου, για πιστή μετάφραση από Ελληνικά σε Γαλλικά και αντίστροφα]

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π:  Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση, ημερομηνίας 26/07/2024, η οποία του κοινοποιήθηκε στις 08/08/2024 και με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία.

 

Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ως έχουν τεθεί στην Ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση και υποστηρίζονται από τον διοικητικό φάκελο (στο εξής αναφερόμενος ως «δ.φ.») που κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α κατά τις διευκρινίσεις, έχουν ως ακολούθως:

 

Ο Αιτητής είναι υπήκοος Καμερούν και εισήλθε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Στις 23/02/2022 συμπλήρωσε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας και στις 24/02/2022 παρέλαβε σχετική βεβαίωση υποβολής αυτής. Στις 26/06/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από εμπειρογνώμονα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο - ΕΥΥΑ, (στο εξής αναφερόμενος ως «λειτουργός») προς εξέταση του αιτήματός του για διεθνή προστασία. Μετά τη συνέντευξη, ο λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση ημερομηνίας 19/07/2024 προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 26/07/2024 εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου,  ενέκρινε την ανωτέρω εισήγηση και απέρριψε την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία. Στις 08/08/2024 ετοιμάστηκε απορριπτική επιστολή συνοδευόμενη με την αιτιολόγηση αυτής, η οποία επιδόθηκε στον Αιτητή δια χειρός αυθημερόν, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου της από διερμηνέα σε γλώσσα κατανοητή από αυτόν.

 

Στις 28/08/2024 καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή στο Δικαστήριο.

 

Ο Αιτητής εμφανίζεται προσωπικά ενώπιον του Δικαστηρίου και προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία προβάλλοντας πραγματικούς ισχυρισμούς. Ειδικότερα, στο δικόγραφο της προσφυγής του ο Αιτητής κατέγραψε ότι ο πρόεδρος της ομοσπονδίας ποδοσφαίρου του Καμερούν απειλεί τη ζωή του, λόγω του ότι αρνήθηκε να ενταχθεί στην αίρεσή τους για να εξελιχθεί στο ποδόσφαιρο.

 

Με την γραπτή του αγόρευση, ο Αιτητής δήλωσε πως η αίτησή του απορρίφθηκε λόγω της έλλειψης κατανόησης εκ μέρους του εξεταστή ο οποίος, ενώ του είπε να αναφερθεί με συντομία στα γεγονότα που τον αφορούν χωρίς να παραθέσει πολλές λεπτομέρειες, απέρριψε το αίτημά του λόγω έλλειψης λεπτομερειών. Δήλωσε ότι διατρέχει σοβαρό κίνδυνο στη χώρα του και εάν επιστρέψει θα τον δολοφονήσουν μέσα στους πρώτους δύο μήνες, διότι τα άτομα αυτά ασκούν σημαντική επιρροή και ελέγχουν τη χώρα. Πρόσθεσε ότι είναι ένθερμος χριστιανός και τα άτομα αυτά ήθελαν να τον υποχρεώσουν να προβεί σε διαβολικές πράξεις και επειδή αρνήθηκε θέλουν να τον σκοτώσουν.

 

Η συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση υπέβαλε δια της γραπτής της αγόρευσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η Αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, είναι δε επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Ως εκ τούτου εισηγήθηκε όπως απορριφθεί η παρούσα προσφυγή και επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. 

 

Κατά την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης ημερομηνίας στις 23/09/2025, ο Αιτητής σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν δήλωσε ότι ήθελε να ενταχθεί στην ποδοσφαιρική ομάδα του Καμερούν “Botafogo”. Η συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση υιοθέτησε τη γραπτή της αγόρευση, αναφέροντας ότι ο Αιτητής είχε την ευκαιρία κατά την ελεύθερη αφήγηση του να αναφέρει όσα επιθυμούσε και ότι του επεξηγήθηκε ότι έπρεπε να είναι λεπτομερής και συγκεκριμένος ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα του, ενώ στο τέλος της συνέντευξης σε σχετική ερώτηση δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να αναφέρει οτιδήποτε περαιτέρω. Τέλος είναι η θέση της ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος της απόδειξης που φέρει.

 

Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εξετάσει και την ορθότητα της παρούσας υπόθεσης, η οποία απορρέει από τα εδάφια (2), (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/ 2018), εφόσον η αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία υποβλήθηκε στις 24/02/2022. Λαμβάνω δε υπόψη μου, ότι ο Αιτητής δεν εκπροσωπείται από συνήγορο, αλλά εμφανίζεται προσωπικά και δεν αναμένεται από αυτόν να προωθήσει νομικούς ισχυρισμούς εμπεριστατωμένα και αιτιολογημένα ως προνοούν οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί σε υποθέσεις όπου τα μέρη εκπροσωπούνται από δικηγόρο (βλ. συναφώς Διαδικαστικός Κανονισμός 7 του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962). Προς το σκοπό αυτό, κρίνω σκόπιμη την παράθεση των ισχυρισμών του Αιτητή, ως αυτοί προβλήθηκαν καθ’ όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός του.

 

Κατά το στάδιο υποβολής της αίτησης διεθνούς προστασίας ο Αιτητής κλήθηκε να καταγράψει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και τους λόγους για τους οποίους δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν. Ο Αιτητής κατέγραψε ότι έλαβε απειλές κατά της ζωής του από τον πρόεδρο του ποδοσφαιρικού του συλλόγου. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω άτομο του ζήτησε να συνευρεθούν ερωτικά στα αποδυτήρια, ώστε να του επιτρέψει να γίνει ένας σπουδαίος ποδοσφαιριστής και όταν ο ίδιος αρνήθηκε τον απείλησε με θάνατο. Πρόσθεσε ότι το άτομο αυτό χρησιμοποίησε τη θέση του για να τον φυλακίσει για δύο μήνες χωρίς κανένα λόγο. Μετά από αυτούς τους δύο μήνες, αναγκάστηκε να τον πείσει ότι θα αποδεχτεί την πρότασή του, για να τον αφήσει ελεύθερο. Ακολούθως, με τη βοήθεια των γονέων του εγκατέλειψε τη χώρα και ήρθε στη Δημοκρατία αναζητώντας προστασία. Πρόσθεσε ότι έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του.

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι γαλλόφωνος υπήκοος Καμερούν, με τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του την Douala. Σχετικά με την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι δεν είναι νυμφευμένος, έχει ωστόσο ένα ανήλικο τέκνο στη Δημοκρατία με υπήκοο του Καμερούν, επίσης αιτήτρια ασύλου. Ως προς την πατρική του οικογένεια, ο Αιτητής ανέφερε ότι οι γονείς του και τα δύο αδέρφια του διαμένουν στην Douala. Σε σχετική ερώτηση δήλωσε ότι διατηρεί επικοινωνία κυρίως με την μητέρα του. Σε σχέση με το μορφωτικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και μετά από ένα χρόνο πανεπιστημιακών σπουδών ξεκίνησε την καριέρα του ως ποδοσφαιριστής. Υπήρξε επαγγελματίας ποδοσφαιριστής για επτά χρόνια και η τελευταία του ομάδα ήταν η Botafogo. Δήλωσε ότι συμμετείχε και στην ομάδα Leones Vegetarianos της Ισημερινής Γουινέας μεταξύ 2017-2018.

 

Ερωτηθείς σχετικά με τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του, ο Αιτητής κατά την ελεύθερη αφήγησή του ανέφερε ότι όταν ήταν ποδοσφαιριστής, επικοινώνησαν μαζί του ο πρόεδρος της ομάδας του, ο μάνατζερ του και ένα τρίτο άτομο μετά από έναν αγώνα και του έκαναν μια πρόταση με την οποία δεν συμφώνησε. Η πρόταση ήταν να συνευρεθεί ερωτικά με τον πρόεδρο της ομάδας και να γίνει μέλος μιας αίρεσης (“cult”). Ανέφερε ότι το τρίτο άτομο θα διευθετούσε να ταξιδέψει για ένα συμβόλαιο ποδοσφαίρου στη Γερμανία, αλλά πριν το ταξίδι έπρεπε να συμφωνήσει στην πρότασή τους. Ερωτηθείς τι φοβάται σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι θα φυλακιστεί και θα τον σκοτώσουν, διότι πριν αναχωρήσει από το Καμερούν βρισκόταν υπό κράτηση.

 

Σε διερευνητικά ερωτήματα, ο Αιτητής εξέφρασε φόβο από τον πρόεδρο της ποδοσφαιρικής ομάδας και από τον πρόεδρο της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας του Καμερούν. Κληθείς να περιγράψει τη ζωή του ως ποδοσφαιριστής, ο Αιτητής ανέφερε ότι ήταν επαγγελματίας ποδοσφαιριστής και έπαιζε στις εθνικές ομάδες του Καμερούν στις ηλικίες κάτω των 16 και κάτω των 17 ετών και ήταν πολύ γνωστός στο Καμερούν. Πρόσθεσε ότι είχε μία καλή ζωή, αμειβόταν με καλό μισθό, περίπου 300.000 CFA (500 ευρώ), δεν πλήρωνε ενοίκιο, ούτε διαμονή και ακόμα όταν σπούδαζε, δεν κατέβαλλε δίδακτρα, καθώς είχε υποτροφία. Ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο σε ηλικία 6-7 ετών και το 2014-2015 ξεκίνησε να παίζει επαγγελματικά στην International Football of Douala στην οποία έπαιξε για περίπου ενάμιση με δύο χρόνια. Η εν λόγω ποδοσφαιρική ομάδα ως ισχυρίστηκε ότι τον εντόπισε όταν βρισκόταν στην ακαδημία ποδοσφαίρου του Samuel Etoo.

 

Ως προς το περιστατικό κατά το οποίο του πρότειναν να συνευρεθεί σεξουαλικά με τον πρόεδρο της ποδοσφαιρικής του ομάδας, ο Αιτητής ανέφερε ότι έγινε μετά από ένα αγώνα. Τον κάλεσαν ο πρόεδρος, ο μάνατζερ του και ένα άγνωστο τρίτο άτομο, το οποίο τον παρακολουθούσε κατά τη διάρκεια του αγώνα. Του εξήγησαν ότι για να ταξιδέψει στη Γερμανία και να υπογράψει συμβόλαιο έπρεπε να έρθει σε σεξουαλική επαφή με τον πρόεδρο και να γίνει μέλος μιας αίρεσης. Ως διευκρίνισε, η σεξουαλική συνεύρεση με τον πρόεδρο της ομάδας ήταν μέρος της ένταξης στην αίρεση. Σε διερευνητικά ερωτήματα, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο αγώνας έλαβε χώρα στις 5 Αυγούστου του 2021 και το περιστατικό που περιέγραψε έγινε στις 9 Αυγούστου, στην περιοχή Beede, στην οικία του τρίτου προσώπου.

 

Ως ανέφερε ο Αιτητής στις 5 Αυγούστου το τρίτο άτομο τον συνεχάρη για την επίδοσή του στον αγώνα και ο πρόεδρος του είπε να συναντηθούν στις 9 Αυγούστου. Εκείνη τη μέρα τηλεφώνησε στον πρόεδρο και έστειλαν κάποιον να τον παραλάβει. Στη συνέχεια, μπήκε σε ένα γραφείο όπου υπήρχαν πολλές φωτογραφίες Καμερουνέζων ποδοσφαιριστών. Το τρίτο άτομο του είπε ότι η δουλειά του είναι να εντοπίζει καλούς ποδοσφαιριστές και να τους προτείνει σε ομάδες του εξωτερικού. Του είπε επίσης ότι πρέπει να είναι πνευματικά δυνατός και τότε του πρότειναν την ένταξη στην αίρεση και με σκοπό να φτάσει στο ίδιο επίπεδο πνευματικότητας θα έπρεπε να συνευρεθεί σεξουαλικά με τον πρόεδρο της ομάδας του και να κάνει κάποιες τελετές στο νεκροταφείο όπου θα παρέμενε για τρεις μέρες. Όταν αρνήθηκε την πρότασή τους, του είπαν ότι δεν έβλεπε το μέλλον και ότι θα έπρεπε να είναι πρόθυμος να κάνει θυσίες. Ως ισχυρίστηκε ο Αιτητής, τους είπε ότι θα το σκεφτεί και του έδωσαν δύο μέρες.

 

Κληθείς να εξηγήσει με ποιο τρόπο η ένταξη στην αίρεση και οι σεξουαλικές πράξεις θα προωθούσαν την καριέρα του σε πνευματικό επίπεδο, ο Αιτητής δήλωσε ότι με βάση όσα του είπαν, το ποδόσφαιρο είναι 50% σωματικό και 50% πνευματικό και ότι οι περισσότεροι παίκτες στην Αφρική καταφεύγουν σε marabout[1] για να πετύχουν στην καριέρα τους.

 

Ερωτηθείς για το τρίτο πρόσωπο, ο Αιτητής δήλωσε ότι γνωρίζει μόνο το επώνυμό του (“Allain”) και ότι πληροφορήθηκε ότι είναι ατζέντης ποδοσφαιριστών ο οποίος στέλνει παίκτες στο εξωτερικό και προβαίνει στις ίδιες ενέργειες σχετικά με την αίρεση. Κληθείς να δώσει περισσότερες πληροφορίες για την αίρεση στην οποία του ζητήθηκε να γίνει μέλος, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε για την εν λόγω αίρεση και ότι δεν έγινε ποτέ μέλος. Ισχυρίστηκε ότι γνώριζε άλλους ποδοσφαιριστές με τους οποίους είχαν πραγματοποιηθεί παρόμοιες συναντήσεις, οι οποίοι του είπαν ότι έχει να κάνει με προστασία και ότι αν δεν είσαι μέλος αυτής της αίρεσης, δεν θα υπήρχαν ευκαιρίες για ανέλιξη.

 

Απαντώντας σε διευκρινιστικά ερωτήματα, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι δύο ημέρες αργότερα τους απάντησε αρνητικά λόγω του ότι η πρόταση ήταν ενάντια στις πεποιθήσεις του. Ως ανέφερε βρισκόταν στην οικία του προέδρου, ο οποίος προσπαθούσε να τον μεταπείσει. Σε σχετική ερώτηση, ο Αιτητής δήλωσε ότι μοιράστηκε το περιστατικό αυτό με συναδέλφους και με την οικογένειά του. Όταν του ζητήθηκε να αναπτύξει με ποιο τρόπο εξελίχθηκε η κατάσταση, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πρόεδρος και το τρίτο πρόσωπο πληροφορήθηκαν ότι ο Αιτητής είχε μιλήσει για το θέμα αυτό και άρχισαν να τον απειλούν. Ο πρόεδρος τον κάλεσε εκ νέου σε συνάντηση στο γραφείο του γύρω στις 15 με 16 Αυγούστου και του είπε ότι είτε θα συμφωνούσε, ή θα τελείωνε η καριέρα του και θα υπέφερε.

 

Δύο μέρες μετά τη συνάντησή τους, ήρθε η αστυνομία στο σπίτι του και τον μετέφεραν στο αστυνομικό τμήμα, όπου τον κατηγόρησαν για κλοπή χρημάτων από την οικία του προέδρου. Σύμφωνα με τις κατηγορίες, ο πρόεδρος ισχυρίστηκε ότι έχασε 700.000 CFA την ημέρα που τον επισκέφθηκε ο Αιτητής στην οικία του. Ως δήλωσε δεν υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία, ούτε επίσημη καταγγελία. Τέθηκε υπό κράτηση στο αστυνομικό τμήμα για δύο εβδομάδες κατά τις οποίες δεν του επιτρέπονταν επισκέψεις, ούτε η οικογένειά του γνώριζε πού βρισκόταν. Ο μόνος που τον επισκεπτόταν ήταν ο μάνατζερ του με σκοπό να τον πείσει να αποδεχτεί τους όρους, καθώς ήταν παίκτης της ακαδημίας που ανήκει στον Samuel Etoo, ο οποίος είναι ο πρόεδρος της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας του Καμερούν και εάν δεν δεχόταν, η ζωή του θα γινόταν χειρότερη.

 

Ως προς την αντίδρασή του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι αρχικά του είπε ότι δεν μπορούσε να το κάνει λόγω πεποιθήσεων και αργότερα συμφώνησε να προχωρήσει υπό τον όρο να δει τη μητέρα του. Όταν έφεραν τη μητέρα του, αυτή γνώριζε ήδη όλα όσα συνέβαιναν και είχε ήδη επικοινωνήσει με τον θείο του (αδελφό του πατέρα του) ο οποίος βρίσκεται στη Γαλλία και ο οποίος τους συμβούλεψε ότι το καλύτερο θα ήταν να αναχωρήσει από το Καμερούν, ενέργεια η οποία ωστόσο θα χρειαζόταν 7 με 10 ημέρες. Η μητέρα του τους είπε ότι θα αποδέχονταν την πρόταση, μόνο εάν τον άφηναν ελεύθερο. Τότε η μητέρα και ο μάνατζερ του, αφού μίλησαν στο αστυνομικό τμήμα, συνάντησαν τον πρόεδρο της ομάδας και του μετέφεραν ότι ο Αιτητής δεν βρισκόταν σε καλή κατάσταση. Η μητέρα του ζήτησε να τον αφήσουν ελεύθερο και να του δώσουν λίγο χρόνο να αναρρώσει και να συνέλθει και ακολούθως θα προχωρούσε με την συμφωνία. Ο πρόεδρος είπε ότι θα αποσύρει την καταγγελία, του έδωσε μία με δύο εβδομάδες για να αναρρώσει και έδωσε εντολή να μην πάει πουθενά, καθότι θα έχει δικούς του ανθρώπους παντού να τον παρακολουθούν. Όταν αφέθηκε ελεύθερος, μετέβη στην πατρική του οικία και σε σχετική ερώτηση δήλωσε ότι δεν του συνέβη οτιδήποτε μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα τον Οκτώβριο του 2021. Κληθείς να εξηγήσει, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι τους έλεγε ότι θα εντασσόταν στην αίρεσή τους και ότι χρειαζόταν χρόνο για να αναρρώσει, πήγαινε στο χώρο προπόνησης και μιλούσε με όλους, ενώ παράλληλα η μητέρα του και ο θείος του διευθετούσαν την αναχώρησή του.

 

Μετά την αναχώρησή του από τη χώρα, ισχυρίστηκε ότι τον Νοέμβριο του 2021 ο πρόεδρος και ο μάνατζερ του παρενόχλησαν τη μητέρα του, λέγοντάς της ότι δεν ήταν αυτή η συμφωνία που είχαν κάνει και ζητούσαν να μάθουν πού βρίσκεται. Η μητέρα του κατήγγειλε το περιστατικό στην αστυνομία, χωρίς ωστόσο να υπάρξει εξέλιξη. Ερωτηθείς κατά πόσο θα ήταν ασφαλής στη Yaounde, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, διότι ως δήλωσε τα ίδια άτομα βρίσκονται ακόμη στην εξουσία.

 

Οι ισχυρισμοί του Αιτητή αξιολογήθηκαν από τον λειτουργό ο οποίος εντόπισε στην Έκθεση - Εισήγησή του τρεις (3) ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του Αιτητή:

1) Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προφίλ του Αιτητή.

2) Ο Αιτητής εξαναγκάστηκε να γίνει μέλος σε αίρεση μέσω σεξουαλικών τελετουργιών με σκοπό να ανελιχθεί ως ποδοσφαιριστής.

3) Ο Αιτητής συνελήφθη με την ψευδή κατηγορία κλοπής χρημάτων από την οικία του προέδρου της ποδοσφαιρικής ομάδας του.

 

Ως προς τον πρώτο ισχυρισμό του Αιτητή, ο λειτουργός αξιολόγησε αυτόν ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και τον έκανε δεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ του Αιτητή, καθώς απάντησε με συνέπεια και με επαρκείς λεπτομέρειες σε όλα τα ερωτήματα που του τέθηκαν σε ό,τι αφορά αυτό το ουσιώδες θέμα και οι δηλώσεις του επιβεβαιώθηκαν τόσο από το έγγραφο διαβατηρίου που προσκόμισε, όσο και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, δεν έγινε αποδεκτός από τον λειτουργό. Συγκεκριμένα, ως κατέγραψε, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι τον ανάγκασαν να συνευρεθεί σεξουαλικά με τον πρόεδρο της ομάδας του, προκειμένου να γίνει επιτυχημένος ποδοσφαιριστής με συμβόλαια σε ευρωπαϊκές ομάδες και ειδικότερα στη Γερμανία. Ωστόσο, ως σημείωσε ο λειτουργός, η περιγραφή που έδωσε ο Αιτητής δεν ήταν επαρκώς λεπτομερής. Αναφέρθηκε σε ένα τρίτο άτομο το οποίο ήταν παρών τόσο στον αγώνα, όσο και στη συνάντηση και το οποίο με βάση τον Αιτητή θα διευθετούσε την όλη διαδικασία. Ωστόσο ο Αιτητής δεν γνώριζε το όνομα του εν λόγω ατόμου, ούτε την ιδιότητά του, παρά το γεγονός ότι πήγε στο σπίτι του άνδρα αυτού όπου έλαβε χώρα και η συζήτησή τους.

 

Κληθείς να αναπτύξει τι συζήτησαν, ο Αιτητής δήλωσε με ασάφεια «μόνο αυτό» και όταν του ζητήθηκε να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες απάντησε αόριστα ότι του είπαν ότι δεν έβλεπε μπροστά, ότι είναι ενήλικας και πρέπει να είναι πρόθυμος να κάνει θυσίες. Περαιτέρω, ο Αιτητής ενώ ήταν σε θέση να αναφέρει το πλήρες όνομα μόνο του προέδρου της ομάδας, “Celestin Ketchanga”, για τον μάνατζερ του ανέφερε μόνο ότι τον έλεγαν “Tigana” και για το τρίτο άτομο δήλωσε ότι γνώριζε μόνο το επίθετό του “Allain”.  Ως επεσήμανε ο λειτουργός, θα ήταν αναμενόμενο από τον Αιτητή να γνωρίζει τουλάχιστον το όνομα του μάνατζερ του και του ατόμου με το οποίο συναντήθηκε.

 

Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι δεν του ανέφεραν το όνομα της ομάδας στην οποία θα συμμετείχε στη Γερμανία. Ούτε το όνομα της αίρεσης/λατρευτικής ομάδας στην οποία θα έπρεπε να ενταχθεί γνώριζε ο Αιτητής.  Ερωτηθείς για τα τελετουργικά, τα οποία έπρεπε να διενεργήσει, ο Αιτητής απάντησε ότι έπρεπε να περάσει τρεις μέρες σε ένα νεκροταφείο και ότι ο ηγέτης της αίρεσης θα εκτελούσε τελετουργικά πάνω του. Σχετικά με την αντίδρασή του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι παρέλυσε από το φόβο, τους είπε ότι είναι Χριστιανός και δεν μπορεί να εμπλακεί σε τέτοια πράγματα και του έδωσαν δύο ημέρες για να σκεφτεί την πρόταση.

 

Ο Αιτητής αναφέρθηκε σε συνάντηση μόνο με τον πρόεδρο της ομάδας, κατά την οποία αρνήθηκε την πρόταση και στην οποία απειλήθηκε ότι θα υποφέρει. Εντούτοις, ο Αιτητής δεν παρείχε λεπτομερή περιγραφή της συνάντησης, της συζήτησης που είχε με τον πρόεδρο, των απειλών που έλαβε και με ποιο τρόπο κατάφερε να αναχωρήσει από την οικία του προέδρου χωρίς να του συμβεί οτιδήποτε. Ως προς την πρόταση που δέχτηκε, ο Αιτητής ανέφερε ότι όλη αυτή η κατάσταση που σχετίζεται με τη λατρεία είναι γνωστή στους παίκτες της ποδοσφαιρικής του ομάδας, καθώς είχαν παρόμοιες συναντήσεις και το θεωρούσαν «πνευματική προστασία», καθότι το να μην είναι κανείς μέλος της εν λόγω λατρείας/αίρεσης, περιορίζει την καριέρα των ποδοσφαιριστών. Ο Αιτητής δήλωσε ότι μοιράστηκε αυτά τα περιστατικά με τρεις από τους συναδέλφους του, ένας εξ αυτών συμφώνησε ότι αυτό που του προτάθηκε ήταν απαράδεκτο, άλλος ήταν σκεπτικός, καθώς το είχε ήδη ακούσει, και ο τρίτος ισχυρίστηκε ότι του είχε γίνει η ίδια πρόταση και συμφώνησε, καθώς το θεωρούσε φυσιολογικό. Ως έκρινε ο λειτουργός, η αφήγηση του Αιτητής δεν ήταν συνεκτική, δεν έδωσε επαρκείς περιγραφές των συναντήσεων που είχε και δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με ποιο τρόπο αυτή η ένταξή του στην αίρεση, θα συνέβαλλε στην πνευματικότητα και στην ανέλιξή του.

 

Αξιολογώντας την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο λειτουργός προέβη σε έρευνα βάσει της οποίας στο ποδόσφαιρο του Καμερούν έχουν υπάρξει ισχυρισμοί και κατηγορίες ότι παίκτες χρησιμοποιούν μαγεία, μαραμπού (παραδοσιακούς θεραπευτές) και λατρείες για να προωθήσουν την καριέρα τους, να επηρεάσουν τα αποτελέσματα των αγώνων, να βελτιώσουν την απόδοσή τους και να εξασφαλίσουν τη θέση τους στην ομάδα. Με βάση πηγές πληροφόρησης στις οποίες παραπέμπει ο λειτουργός, αρκετοί  υψηλού προφίλ παίκτες έχουν κατηγορηθεί ότι συρρέουν σε απομακρυσμένα χωριά για να συμβουλευτούν μαραμπού, ιδιαίτερα πριν από σημαντικές διοργανώσει όπως το παγκόσμιο κύπελλο ή το Κύπελλο Εθνών Αφρικής. Ο Samuel Eto, πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου του Καμερούν αμφισβήτησε αυτούς τους ισχυρισμούς και ζήτησε αποδείξεις από τα μέσα ενημέρωσης, τονίζοντας ότι τέτοιες κατηγορίες είναι αβάσιμες, αλλά και προσβλητικές για τις γενιές των παικτών που έχουν επιτύχει χάρη στις προσπάθειές τους και το ταλέντο τους (βλ. ερυθρό 55 του δ.φ.).

 

Ως κατέγραψε ο λειτουργός, παρά το γεγονός ότι οι  δηλώσεις του Αιτητή βρίσκουν έρεισμα στις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι η αφήγησή του δεν ήταν επαρκώς λεπτομερής, συνεκτική και συγκεκριμένη με συνέπεια να μην στοιχειοθετείται η εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού και ως εκ τούτου δεν τον έκανε αποδεκτό.

 

Σχετικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι ο Αιτητής κατηγορήθηκε για κλοπή χρημάτων από την οικία του προέδρου της ομάδας του μετά την άρνησή του να συνευρεθεί σεξουαλικά μαζί του και να ενταχθεί σε αίρεση, ο λειτουργός δεν τον έκανε αποδεκτό. Συγκεκριμένα, όταν ζητήθηκε από τον Αιτητή να περιγράψει το περιστατικό, ισχυρίστηκε ότι δύο ημέρες μετά την απόρριψη της πρότασης του προέδρου μεταφέρθηκε στο αστυνομικό τμήμα του Deido, χωρίς αποδεικτικά στοιχεία εναντίον του και χωρίς να του απαγγελθούν επίσημα κατηγορίες. Παρά το γεγονός ότι παρέμεινε στο τμήμα για διάστημα δύο εβδομάδων, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με ικανοποιητική λεπτομέρεια την περίοδο της κράτησής του. Σε σχετική ερώτηση, ισχυρίστηκε αόριστα ότι τον χτυπούσαν το πρωί, και ότι αυτό το αποκαλούσαν «ζεστό καφέ», και αργότερα του έφερναν πρωινό, ενώ το βράδυ του έδιναν ρύζι ή μακαρόνια.

 

Κληθείς εκ νέου να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες, ανέφερε ότι ήταν μια πολύ δύσκολη περίοδος διότι δεν είχε την ελευθερία του. Εν τέλει, μετά από μερικές επισκέψεις του μάνατζερ του, ο Αιτητής προσποιήθηκε ότι αποδέχτηκε την πρόταση, με σκοπό να επιτραπεί στη μητέρα του να τον επισκεφθεί.  Κληθείς να εξηγήσει για ποιο λόγο δεν του επιτρεπόταν να έχει επισκέψεις, εκτός από τον μάνατζερ του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η αστυνομία ήταν ενήμερη για την όλη κατάσταση, ότι τότε ο πρόεδρος της ομάδας του ήταν και γερουσιαστής και ότι το Καμερούν είναι μια διεφθαρμένη χώρα.

 

 

Σχετικά με τη μητέρα του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ασυνάρτητα ότι ο μάνατζερ του επισκέφθηκε την μητέρα του για να την πείσει και να πείσει και εκείνη με τη σειρά της τον γιο της να αποδεχτεί την πρόταση,  για να μην καταστραφεί η ζωή του. Ομοίως αόριστα, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι αφέθηκε ελεύθερος, αφού ζήτησε από τον πρόεδρο μία με δύο εβδομάδες για να αναρρώσει προκειμένου να προχωρήσει με τη συμφωνία τους.

 

Περαιτέρω, ως επεσήμανε ο λειτουργός, παρά το γεγονός ότι ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι υπέστη κακομεταχείριση ενώ βρισκόταν υπό κράτηση, όταν αφέθηκε ελεύθερος μετέβη σε κλινική όπου του είπαν ότι δεν είχε κάτι σοβαρό και δεν χρειάστηκε να αναζητήσει ιατρική περίθαλψη, πέρα από αντιβίωση. Επίσης, μετά την αποφυλάκισή του, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν συνέβη οτιδήποτε στον ίδιο ή στην οικογένειά του μέχρι την αναχώρησή του τον Οκτώβριο του 2021. Ως σημείωσε ο λειτουργός, δεδομένου ότι ο Αιτητής είχε αρχίσει να δέχεται πιέσεις και απειλές τον Αύγουστο, ερωτηθείς για το γεγονός ότι παρέμεινε στο Καμερούν μέχρι τον Οκτώβριο χωρίς να προχωρήσει με την ένταξη του στην αίρεση/λατρευτική ομάδα και σε σεξουαλική συνεύρεση με τον πρόεδρο της ομάδας, ο Αιτητής δεν έδωσε ικανοποιητική απάντηση.

 

Συγκεκριμένα ανέφερε ότι τους έκανε να πιστέψουν ότι θα προχωρούσε με τη συμφωνία και ότι χρειαζόταν χρόνο για να αναρρώσει, καθώς και ότι περίμεναν και από άλλους παίκτες να προχωρήσουν με την ίδια συμφωνία, χωρίς να δίνει περαιτέρω λεπτομέρειες. Ερωτηθείς πώς έμαθε αυτές τις πληροφορίες, ο Αιτητής απάντησε γενικόλογα ότι πολλοί άνθρωποι έμαθαν για την κατάσταση αυτή και ότι πολλοί παίκτες προχώρησαν στις ίδιες διαδικασίες. Σε ερώτηση εάν τον αναζήτησαν από τότε που αναχώρησε από το Καμερούν, ο Αιτητής δήλωσε ότι κανείς δεν προσπάθησε να τον εντοπίσει και μόνο μία φορά, τον Νοέμβριο του 2021, πήγαν στο σπίτι του για να ρωτήσουν πού βρίσκεται, χωρίς να συμβεί οτιδήποτε άλλο, προσθέτοντας ότι η μητέρα του ανέφερε το περιστατικό στην αστυνομία.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, εντοπίστηκαν από τον λειτουργό πηγές πληροφόρησης βάσει των οποίων λαμβάνουν χώρα παράνομες συλλήψεις στο Καμερούν για άτομα που αρνούνται τη συμμετοχή τους σε ορισμένες ομάδες ή κινήματα. Στο πλαίσιο ωστόσο της άρνησης συμμετοχής σε λατρείες ή αιρέσεις, ενώ δεν εντοπίζονται στοιχεία, το ευρύτερο μοτίβο καταστολής της διαφωνίας και των διαφορετικών απόψεων στο Καμερούν υποδηλώνει ότι τα άτομα αυτά ενδέχεται να αντιμετωπίσουν παρόμοια μεταχείριση (βλ. ερυθρό 56 του δ.φ.). Παρά το γεγονός ότι επιβεβαιώνεται μέρος των δηλώσεων του Αιτητή, ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε.

 

Ακολούθως, κατά την αξιολόγηση κινδύνου, στη βάση των αποδεδειγμένων πραγματικών περιστατικών του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για υγιή άνδρα, υπήκοο του Καμερούν με επαρκή μόρφωση, ικανό προς εργασία και γνώση της γαλλικής και της αγγλικής γλώσσας, ο λειτουργός κατόπιν έρευνας διαπίστωσε ότι δεν προέκυψαν ενδείξεις ότι υπάρχει εύλογος βαθμός πιθανότητας να υποστεί ο Αιτητής μεταχείριση που θα μπορούσε να ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στην Douala της περιφέρειας Littoral του Καμερούν, τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του. Λαμβανομένων επίσης υπόψιν πληροφοριών από τη χώρα καταγωγής του Αιτητή και συγκεκριμένα για την κατάσταση ασφαλείας διαπιστώθηκε ότι επικρατεί έκρυθμη κατάσταση στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, στις οποίες δεν ανήκει η Douala όπου αναμένεται να επιστρέψει ο Αιτητής και ως εκ τούτου δεν προκύπτουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι συντρέχει εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του.

 

Εν συνεχεία, ο λειτουργός προέβη σε νομική ανάλυση κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι βάσει των ισχυρισμών του Αιτητή, δεν τεκμηριώθηκε φόβος δίωξης για έναν από τους πέντε λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης, του άρθρου 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (από τούδε και στο εξής, «η Οδηγία») και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν δικαιούταν να του χορηγηθεί το καθεστώς του πρόσφυγα.

 

Επιπλέον, κρίθηκε ότι βάσει των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών δεν προέκυψε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 15(α) της Οδηγίας, ούτε μπορούσε να θεωρηθεί ως πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 15(β) της Οδηγίας. Αναφορικά με το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, λαμβάνοντας υπόψη πληροφορίες για την κατάσταση ασφαλείας στη Douala σε συνδυασμό με τις προσωπικές του περιστάσεις, δεν θεωρείται εύλογο ο Αιτητής να διατρέξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και ατομικής απειλής για τη ζωή ή την ασφάλειά του σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα του και συγκεκριμένα στην Douala λόγω αδιάκριτης βίας στο πλαίσιο εσωτερικής σύγκρουσης. Ως εκ τούτου κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Αξιολογώντας το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και την Έκθεση-Εισήγηση του  λειτουργού, κρίνω ότι έγιναν στον Αιτητή επαρκείς ερωτήσεις για να διερευνηθεί ο πυρήνας του αιτήματός του για διεθνή προστασία και ορθά κρίθηκε επί της ουσίας ότι η αφήγηση του Αιτητή υπήρξε αόριστη και μη επαρκώς λεπτομερής. Ο Αιτητής απέτυχε να παράσχει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα ισχυριζόμενα περιστατικά που κατ’ ισχυρισμό βίωσε στη χώρα καταγωγής του και τα οποία τον ώθησαν, ως ο ίδιος ισχυρίζεται, να την εγκαταλείψει. Παρατηρώ ότι γενικά και αόριστα επικαλέστηκε φόβο δίωξης ή κίνδυνο να υποστεί βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, χωρίς να παρέχει ευλογοφανή στοιχεία στα οποία στηρίζεται ο φόβος του αυτός.

 

Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι έχω εντοπίσει επιπρόσθετα σημεία στα λεγόμενα του Αιτητή, τα οποία ενισχύουν τη μη στοιχειοθέτηση των ισχυρισμών του. Στην αίτηση διεθνούς προστασίας, την οποία συμπλήρωσε ο ίδιος, κατέγραψε ότι εκδόθηκε ένταλμα αναζήτησής του. Ωστόσο, κατά τη συνέντευξή του ουδεμία αναφορά σε αυτό έκανε. Ερωτηθείς εάν μετά την αναχώρησή του συνέβη οτιδήποτε, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά και αναφέρθηκε μόνο σε ένα περιστατικό τον Νοέμβριο του 2021 όπου τον αναζήτησαν στην οικία του. Εάν ίσχυε ένας ισχυρισμός τέτοιας βαρύτητας, ο Αιτητής όφειλε να το είχε αναφέρει. Επιπρόσθετα, παρόλο που σε αρχικό στάδιο της συνέντευξής του και στην προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι φοβάται από τον πρόεδρο της ομοσπονδίας ποδοσφαίρου του Καμερούν, ουδέποτε κατά την αφήγησή του, ούτε όταν του τέθηκαν διευκρινιστικά ερωτήματα, ο Αιτητής αναφέρθηκε στο συγκεκριμένο άτομο. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι τον είχαν πλησιάσει ο πρόεδρος της ομάδας του, ο μάνατζερ του και ένα τρίτο άγνωστο άτομο.

 

Επισημαίνεται περαιτέρω, ότι σε έρευνα στην οποία προέβη το Δικαστήριο, δεν ανευρέθηκε το όνομα του Αιτητή με την ιδιότητα του ποδοσφαιριστή. Όταν ο λειτουργός επεσήμανε στον Αιτητή ότι δεν βρίσκει πληροφορίες για τον ίδιο στο διαδίκτυο, ο Αιτητής απάντησε αόριστα ότι το ποδόσφαιρο στο Καμερούν δεν είναι τόσο επαγγελματικό όσο στην Ευρώπη. Σε έρευνα του Δικαστηρίου για την ομάδα ποδοσφαίρου Leones Vegetarianes της Ισημερινής Γουινέας στην οποία ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι έπαιξε το 2017-2018, δεν ανευρέθηκε το όνομά του στη λίστα με τους παίκτες[2].

 

Συνοψίζοντας, διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει με συνοχή και με επαρκή λεπτομέρεια τον πυρήνα του αιτήματός του, ούτε να παρέχει μία λεπτομερή αφήγηση που να παραπέμπει σε προσωπικά βιώματα, με αποτέλεσμα να κρίνεται ότι οι δηλώσεις του, που βρίσκουν εν μέρει έρεισμα σε πηγές πληροφόρησης, όπως παρατέθηκαν από τον λειτουργό, πηγάζουν από ευρέως γνωστές πληροφορίες για το ποδόσφαιρο στο Καμερούν. Το γεγονός ότι ο Αιτητής παρέμεινε στη χώρα καταγωγής του για χρονικό διάστημα δύο μηνών μετά το φερόμενο περιστατικό απειλών εναντίον του, ενώ ως ισχυρίστηκε ο πρόεδρος της ομάδας του έδωσε δύο εβδομάδες προθεσμία για να προχωρήσουν με τη συμφωνία, και από την αναχώρησή του τον Οκτώβριο του 2021 έως σήμερα, δεν υπήρξε οποιαδήποτε επαφή ή ένδειξη αναζήτησής του από τον πρόεδρο της ομάδας πέραν του περιστατικού τον Νοέμβριο του 2021 κατά το οποίο τον αναζήτησαν στην οικία του, αποδυναμώνει τον ισχυρισμό του Αιτητή περί κινδύνου κατά της ζωής του σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν.

 

Κατά συνέπεια, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι έγινε δέουσα έρευνα πριν τη λήψη της επίδικης απόφασης, η αιτιολόγηση της οποίας συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου ως ανωτέρω αναλύεται (βλ. άρθρο 29 του Ν. 158(Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ. 371 και Στέφανος Φράγκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Είναι δε πάγια νομολογημένο ότι η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (βλ. Motorways Ltd v. Δημοκρατίας Α.Ε. 2371/25.6.99). Εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, μετά από μελέτη της Έκθεσης-Εισήγησης, ενέκρινε την εισήγηση του λειτουργού και ορθά και νόμιμα απορρίφθηκε το αίτημα του Αιτητή. Η έρευνα που είχε προηγηθεί ήταν επαρκής και είχαν συλλεγεί και διερευνηθεί όλα τα ουσιώδη στοιχεία σε συνάρτηση πάντα με τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει ο Αιτητής, όπως αναλύεται ανωτέρω.

 

Παρά δε το ότι το Δικαστήριο έδωσε την ευκαιρία στον Αιτητή να συγκεκριμενοποιήσει τους ισχυρισμούς του, να αναπτύξει περαιτέρω το αίτημά του κατά τις διευκρινίσεις της παρούσας διαδικασίας και να αποσαφηνίσει τις ελλείψεις στο αφήγημά του, αυτός δεν το έπραξε με αποτέλεσμα οι ισχυρισμοί του να παραμείνουν γενικοί και αόριστοι σε συνάρτηση με την υποχρέωση που έχει δυνάμει του άρθρου 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου να αποδείξει και να τεκμηριώσει το αίτημά του, και ως εκ τούτου το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να τους αποδεχτεί.

 

Τονίζω δε ότι το βάρος απόδειξης του αιτήματος του βαραίνει αρχικά τον ίδιο τον Αιτητή (Άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου). Σύμφωνα δε με την παράγραφο 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια του Καθεστώτος των Προσφύγων (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

«(α) Ο αιτών πρέπει:

(Ι) Να λέει την αλήθεια και να παρέχει κάθε βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του.

(ΙΙ) Να προσπαθεί να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του με κάθε διαθέσιμο αποδεικτικό μέσο και να δώσει ικανοποιητική εξήγηση για τυχόν ελλείψεις τους. Εάν παρουσιασθεί ανάγκη, πρέπει να προσπαθήσει να προσκομίσει πρόσθετα αποδεικτικά μέσα.

(ΙΙΙ) Να δώσει όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τον ίδιο και τις προηγούμενες εμπειρίες του, τόσο λεπτομερειακά όσο είναι αναγκαίο, ώστε να δοθεί στον εξεταστή η δυνατότητα να διαπιστώσει τη συνδρομή των σχετικών γεγονότων. Πρέπει ακόμη να κληθεί να δώσει μια συναφή εξήγηση ως προς όλους τους λόγους που επικαλείται για να υποστηρίξει την αίτηση για το καθεστώς του πρόσφυγα και να απαντήσει σε όσες ερωτήσεις του τεθούν.».

 

Κατά συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του Αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που δικαιολογούν την θεμελίωση δικαιολογημένου φόβου δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς.  Επίσης, με βάση το προσωπικό του προφίλ υπό το φως των ισχυρισμών που ο ίδιος προώθησε, δεν θεωρώ ότι σε περίπτωση επιστροφής του υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως η εν λόγω έννοια ορίζεται στο άρθρο 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Δεδομένου ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή ως προς τους λόγους που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του απορρίφθηκε στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν προκύπτει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος του Αιτητή να κινδυνεύσει με σοβαρή βλάβη στη χώρα καταγωγής του, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία περί του ότι σε περίπτωση επιστροφής του θα κινδυνεύσει με κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας πρόνοιες σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου. Προκειμένου δε να εφαρμοστούν οι πρόνοιες των συγκεκριμένων άρθρων και να υπαχθεί αιτητής σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει αυτών, απαιτείται υψηλός βαθμός εξατομίκευσης των περιστάσεων που σχετίζονται με τον επικαλούμενο φόβο.[3] Στην παρούσα υπόθεση δεν διαπιστώνω να συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις.

 

Αναφορικά με την υπαγωγή του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakit? v. Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της αδιακρίτως ασκούμενης βίας και της ένοπλης σύρραξης και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Από επικαιροποιημένη έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης στην οποία προέβη το Δικαστήριο, σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στο Καμερούν προκύπτουν τα ακόλουθα:

 

Όσον αφορά στην τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον Καμερούν, τον Σεπτέμβριο του 2024, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR) ανέφερε ότι «το Καμερούν αντιμετωπίζει μια πολυδιάστατη ανθρωπιστική κρίση που προκαλείται από τη σύγκρουση, τη διακοινοτική βία και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής»[4]. Οι πηγές ανέφεραν ότι το Καμερούν συνεχίζει να επηρεάζεται από δύο μεγάλες συγκρούσεις: τη σύγκρουση του λεκανοπεδίου της Λίμνης Τσαντ στην περιοχή του Άπω Βορά και την εσωτερική κρίση στις περιοχές Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν (NWSW)[5].

 

Ομοίως το RULAC επιβεβαιώνει ότι το Καμερούν «εμπλέκεται σε μη διεθνή ένοπλη σύρραξη (NIAC) εναντίον της Boko Haram στην περιοχή Far North και εναντίον αριθμού ομάδων αγγλόφωνων αποσχιστών, οι οποίες διαμάχονται εναντίον της κυβέρνησης για την ανεξαρτησία των περιοχών στις περιφέρειες Northwest και Southwest»[6].

 

Ωστόσο η Douala (περιφέρεια Littoral), η οποία αποτελεί τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν περιλαμβάνεται στις επηρεαζόμενες ως άνω περιφέρειες.

 

Σύμφωνα με δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED για το τελευταίο έτος (με τελευταία ενημέρωση την 10/10/2025) καταγράφηκαν στην περιφέρεια Littoral του Καμερούν 6 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκε ένας θάνατος. Εξ αυτών, καταγράφηκαν 2 περιστατικά στην πόλη Douala, τα οποία δεν είχαν οποιαδήποτε απώλεια ανθρώπινης ζωής.[7] Επισημαίνεται πως ο πληθυσμός της περιφέρειας Littoral εκτιμάται στους 3.355.000 κατοίκους[8] σύμφωνα με εκτίμηση του 2015. Από τα ανωτέρω συμπεραίνεται πως η κατάσταση ασφαλείας στην περιφέρεια Littoral είναι σταθερή με ένα χαμηλό αριθμό περιστατικών ασφαλείας να καταγράφεται στην ανωτέρω περιφέρεια και ως εκ τούτου τα περιστατικά ασφαλείας σε συνάρτηση με τον πληθυσμό της είναι πολύ χαμηλά.

 

Από τις ανωτέρω πληροφορίες προκύπτει ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας ή ενόπλου συρράξεως στην περιοχή που αναμένεται να επιστρέψει ο Αιτητής που θα μπορούσαν να θέσουν υπό απειλή τη ζωή ενός πολίτη στην εν λόγω περιοχή μόνο με την παρουσία του, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Δέον να αναφερθεί ότι ο Αιτητής είναι γαλλόφωνος, υγιής άνδρας, επαρκώς πεπαιδευμένος, ικανός προς εργασία και με οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο στη Douala. Λαμβάνοντας υπόψιν και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Αιτητή, κρίνω ότι ο Αιτητής δεν έχει κάποιο προσωπικό χαρακτηριστικό που να αυξάνει το ρίσκο του.

 

Ως εκ τούτου, με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και ότι στο πρόσωπό του πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου.

 

 

Με βάση τα ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €800 έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η επίδικη απόφαση επικυρώνεται.

                                    

    Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Η λέξη αναφέρεται σε μουσουλμάνο θρησκευτικό ηγέτη ή δάσκαλο.

https://dictionary.cambridge.org/dictionary/english/marabout

 

[2] National Football Teams – Leones Vegetarianos FC, Players of Leones Vegetarianos FC in 2018

https://www.national-football-teams.com/club/11387/2018_2/Leones_Vegetarianos_Fc.html

 

[3]CJEU, C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, ECLI:EU:C:2009:94,  <https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=76788&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=5184758>: «32. Συναφώς, παρατηρείται ότι οι όροι «θανατική ποινή», «εκτέλεση» καθώς και «βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτούντος» του άρθρου 15, στοιχεία α΄ και β΄, της οδηγίας, χαρακτηρίζουν περιπτώσεις στις οποίες ο αιτών επικουρική προστασία διατρέχει ειδικώς τον κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής. 33. Αντιθέτως, η κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας βλάβη, καθόσον συνίσταται σε «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» του αιτούντος, αναφέρεται σε ένα γενικότερο κίνδυνο βλάβης(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/10/2025)

[4]UNHCR, Fact Sheet; UNHCR Cameroon Refugee; July 2024, 10 September 2024, σ. 1

https://data.unhcr.org/en/documents/download/111089 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21/10/2025).

[5] UNOCHA, Cameroon Humanitarian Needs Overview 2024, 14 April 2024, σ. 9 

https://reliefweb.int/attachments/32c8a7cb-5dac-4c5f-92ec-f232a7bed6d0/CMR_HNO_2024_EN_20240123_v2%20%281%29.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21/10/2025).

[6] Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights - RULAC: Rule of Law in Armed Conflicts, Non-international Armed Conflicts in Cameroon, Last updated: 12th January 2023

https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-cameroon (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21/10/2025). 

[7] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon (Littoral-Douala), Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21/10/2025)

[8]  City Population – Cameroon – Littoral

https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο