ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: ΔΚ 42/25
28 Ιανουαρίου, 2026
[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
M.S.
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
1) Υπουργού Εσωτερικών
2) Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης
Καθ' ων η Αίτηση
Ρ. Καλογήρου (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή.
Θ. Βασιλάκη (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου με την οποίαν να ακυρώνεται το διάταγμα κράτησης ημερομηνίας 21/10/2025, το οποίο εκδόθηκε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 9ΣΤ(2) (β) (δ) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, και να διατάσσεται η άμεση απελευθέρωσή του. Διαζευκτικά, με το αιτητικό Β αιτείται την ακύρωση και/ή τροποποίηση του προσβαλλόμενου διατάγματος και την αντ’ αυτού επιβολή εναλλακτικών της κράτησης μέτρων. Με το αιτητικό (Γ) αιτείται διάταγμα άμεσης απελευθέρωσής του και, με το αιτητικό (Δ), οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει εύλογη και κατάλληλη υπό τις περιστάσεις.
Γεγονότα
Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης όπως εκτίθενται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση και υποστηρίζονται από σχετικά παραρτήματα και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ο Αιτητής είναι Ιρανός υπήκοος και εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές.
Στις 09/10/2025, μετά από καταγγελία για πιθανή ενδοοικογενειακή βία, μέλη του κλιμακίου βίας στην οικογένεια Λάρνακας, εισήλθαν σε δωμάτιο ξενοδοχείου εντοπίζοντας τη σύζυγο μαζί με τα τρία ανήλικα τέκνα του. Η εν λόγω γυναίκα, αφού τον χαρακτήρισε ως επικίνδυνο πρόσωπο, ανέφερε ότι λόγω αυτού (Αιτητής) αναγκάστηκε να πάρει τα παιδιά και να εγκαταλείψει το Ιράν. Ο Αιτητής συνελήφθη για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης διαμονής αυθημερόν και τέθηκε υπό κράτηση στα κρατητήρια του αστυνομικού σταθμού Αθηένου.
Εις βάρος του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, ημερομηνίας 10/10/2025.
Στις 16/10/2025 και ενόσω τελούσε υπό κράτηση στο ΧΩΚΑΜ Μενόγειας, υπέβαλε αίτημα διεθνούς προστασίας και στις 21/10/2025 ανεστάλη το διάταγμα απέλασης του ημερομηνίας 10/10/2025 και εκδόθηκε νέο διάταγμα κράτησης του βάσει του άρθρου 9ΣΤ(2) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο του επιδόθηκε αυθημερόν και το οποίο προσβάλλεται με την παρούσα προσφυγή.
Νομικοί Ισχυρισμοί
Η συνήγορος του Αιτητή εγείρει ότι η προϋπόθεση της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου, δεν ικανοποιείται. Σύμφωνα με την παράγραφο (β), η κράτηση επιτρέπεται για να προσδιοριστούν στοιχεία της αίτησης, όταν αυτά δεν μπορούν να αποκτηθούν διαφορετικά - ιδίως όταν υφίσταται κίνδυνος διαφυγής. Υποστηρίζει δε ότι ούτε από το διάταγμα όπως ούτε και από το διοικητικό φάκελο προκύπτει ποια είναι τα στοιχεία αυτά που είναι αδύνατον να εξασφαλιστούν χωρίς την κράτησή του και για ποιο λόγο δεν μπορούν να αποκτηθούν χωρίς να του στερούν το δικαίωμα της ελευθερίας του. Περαιτέρω, και ως προς τον κίνδυνο διαφυγής, ακόμη κι αν αυτός υπάρχει, δεν επαρκεί για να δικαιολογήσει το λόγο της κράτησης, αλλά μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνο επικουρικά, και εφόσον έχει ήδη διαπιστωθεί η αντικειμενική αδυναμία λήψης των σχετικών στοιχείων χωρίς την επιβολή κράτησης.
Ούτε η παράγραφος (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 9ΣΤ του προαναφερθέντος Νόμου, ως προς το μέρος που αφορά στο ότι υπέβαλε την αίτηση διεθνούς προστασίας με σκοπό να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την εκτέλεση της απόφασης επιστροφής, ικανοποιείται. Συγκεκριμένα, δεν συνάγεται ότι καταχώρησε την αίτηση απλώς και μόνο για να διακόψει τη διαδικασία επαναπατρισμού του, και δεν προκύπτει ότι είχε την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου, πλην όμως παρέλειψε να κάνει χρήση αυτής. Οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν γνωρίζουν την ακριβή ημερομηνία εισόδου του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, ενώ η πληροφορία που καταγράφεται στην επιστολή ημερομηνίας 10/10/2025 περί του ότι αφίχθηκε στις κατεχόμενες περιοχές στις 28/12/2024, δεν τεκμηριώνεται. Ακόμη, η μη καταχρηστική υποβολή της αίτησης φαίνεται από την ίδια την αίτηση και δη τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του.
Περαιτέρω, επικαλείται την προστασία του άρθρου 5 της ΕΣΔΑ, καθώς η κράτηση δεν συνδέεται αναλογικά με τον επιδιωκόμενο σκοπό και υποστηρίζει ότι η κράτηση είναι αυθαίρετη και δυσανάλογη.
Συνεχίζει, προβάλλοντας ότι το διάταγμα είναι προϊόν ελλιπούς έρευνας, πλάνης περί τα πράγματα και τον νόμο, μη χρηστής διοίκησης και κατάχρησης εξουσίας. Αναφέρει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη η κατάσταση της υγείας του και η ύπαρξη της συζύγου και των ανήλικων τέκνων του. Επιπλέον, λήφθηκε χωρίς γνώση των λόγων υποβολής της αίτησης διεθνούς προστασίας, αφού οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν προέβησαν σε μετάφραση αυτής.
Τέλος, προβάλλει ισχυρισμό περί ανυπόστατης, παραπλανητικής και λανθασμένης αιτιολογίας μη συνδεόμενης με τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Οι Καθ’ ων η Αίτηση, επικαλούνται τη μη δήλωση σταθερής διεύθυνσης και την ύπαρξη κινδύνου διαφυγής, ωστόσο η έλλειψη κατοικίας δεν αποκλείει την υποχρεωτική διαμονή σε ανοιχτή δομή ή δομή φιλοξενίας ενώ ο φερόμενος κίνδυνος διαφυγής δεν αρκεί από μόνος του για να δικαιολογήσει την κράτηση.
Αντικρούοντας τους ισχυρισμούς της συνηγόρου του Αιτητή, η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση, υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη λήφθηκε νόμιμα και ορθά, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, το Σύνταγμα, τις Διεθνείς Συμβάσεις, τους Νόμους, τους Κανονισμούς και τις γενικές αρχές του Διοικητικού Δικαίου, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που δίδει ο Νόμος στους Καθ’ ων η Αίτηση και είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Ισχυρίζεται ακόμη ότι η περίπτωση του Αιτητή εμπίπτει στις παραγράφους (β) και (δ) του εδαφίου 2 του άρθρου 9ΣΤ (2) του περί Προσφύγων Νόμου. Συγκεκριμένα, σχετικά με την παράγραφο (β), υπήρχαν στοιχεία που φανέρωναν κίνδυνο διαφυγής από τη Δημοκρατία και αυτά αποτελούσαν ο τρόπος με τον οποίον έφτασε στις ελεύθερες περιοχές, η μη διευθέτηση της παραμονής του, και η σύλληψή του ακολούθως του ελέγχου για ενδοοικογενειακή βία, και σε σχέση με την παράγραφο (δ), οι ενέργειές του δείκνυαν ότι υπέβαλε την αίτηση διεθνούς προστασίας καταχρηστικά για να διακόψει τη διαδικασία επαναπατρισμού του, αφ’ ης στιγμής καταχώρησε αυτήν μόνο αφότου συνελήφθη για παράνομη παραμονή.
Περαιτέρω, υποβάλλει ότι εξετάστηκε η δυνατότητα λιγότερο περιοριστικών μέτρων, αλλά κρίθηκε ότι αυτά θα ήταν αναποτελεσματικά και ανεπαρκή, δεδομένης της προχωρημένης φάσης επιστροφής και της συμπεριφοράς του τονίζοντας ότι η κράτηση εφαρμόστηκε ως έσχατο και απολύτως αναγκαίο μέτρο.
Επιπρόσθετα, αναφέρει ότι έγινε εξατομικευμένη αξιολόγηση της περίπτωσής του, ο οποίος μπορούσε και είχε την ευκαιρία πρόσβασης στις διαδικασίες ασύλου προτού συλληφθεί και εκδοθεί εναντίον του διάταγμα κράτησης, και η συμπεριφορά του δείκνυε ότι υπέβαλε την αίτηση για να καθυστερήσει τη διαδικασία απέλασής του.
Τέλος, ως προς τον ισχυρισμό περί έλλειψης αιτιολογίας, υποστηρίζει ότι τον ενημέρωσαν για τους λόγους κράτησής του, και όποια περαιτέρω στοιχεία αιτιολόγησης της κράτησης, συμπληρώνονται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου.
Με την απαντητική της αγόρευση, η συνήγορος του Αιτητή, υιοθετεί τα όσα κατέγραψε στη γραπτή της αγόρευση. Εμμένει στη θέση της ότι η παράγραφος (β) του εδαφίου 2 του άρθρου 9ΣΤ, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την επιβολή κράτησης αποκλειστικά στη βάση του κινδύνου διαφυγής, πλην όμως πρέπει παράλληλα να προκύπτει αναγκαιότητα της κράτησης για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση διεθνούς προστασίας.
Επιπλέον, αναφέρει ότι τίθενται αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία των λεγομένων της συζύγου του, αφού παρότι δήλωσε ότι λόγω αυτού (Αιτητής) πήρε τα παιδιά και εγκατέλειψε το Ιράν, εντούτοις αφίχθηκε στην Κύπρο σε μεταγενέστερη του Αιτητή ημερομηνία. Επιπρόσθετα, θέτει ότι ενόψει του ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση παρέλειψαν να μεταφράσουν την αίτηση διεθνούς προστασίας, δεν μπορούν να διατείνονται ότι αυτή υποβλήθηκε αποκλειστικά για σκοπούς καθυστέρησης ή εμποδισμού της εκτέλεση της απόφασης επιστροφής.
Ακόμη, οι Καθ’ ων η Αίτηση βασίστηκαν για την κράτηση στην καθυστέρηση υποβολής αίτησης, χωρίς ωστόσο να προσδιορίσουν το χρονικό σημείο εισόδου στη Δημοκρατία, γεγονός που θέτει υπό αμφισβήτηση τον ισχυρισμό ότι πράγματι είχε την ευκαιρία πρόσβασης στις διαδικασίες ασύλου και δεν τις αξιοποίησε. Αποτελεί θέση της ότι από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και τις καταθέσεις των αστυνομικών δεν προκύπτει να έγινε ερώτηση στον Αιτητή ή τη σύζυγό του αναφορικά με το χρόνο εισόδου του στη Δημοκρατία και περαιτέρω, η αναφορά σε σφραγίδα του διαβατηρίου με ημερομηνία άφιξης 28/12/2024, δεν τεκμηριώνεται.
Νομικό Πλαίσιο
Το άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου, δυνάμει του οποίου εκδόθηκε η επίδικη πράξη, ορίζει τα ακόλουθα (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«9ΣΤ.-(1) Απαγορεύεται η κράτηση αιτητή λόγω μόνο της ιδιότητας του ως αιτητή, καθώς και η κράτηση ανήλικου αιτητή.
(2) Εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3), και εφόσον κρίνεται αναγκαίο και κατόπιν ατομικής αξιολόγησης κάθε περίπτωσης, ο Υπουργός δύναται να εκδίδει γραπτό διάταγμα με το οποίο να θέτει υπό κράτηση αιτητή, μόνο για οποιοδήποτε από τους ακόλουθους λόγους:
[.]
(β) για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή·
[.]
(δ) όταν κρατείται στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ µέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή ή/και να διεξάγεται η διαδικασία απομάκρυνσης, και ο Υπουργός τεκμηριώνει βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, συµπεριλαµβανοµένου του γεγονότος ότι το πρόσωπο είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου, ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι το πρόσωπο υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας, προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής·
[.]»
Αξιολόγηση
Στο σημείο αυτό, θα προχωρήσω με την εξέταση του ιστορικού της υπόθεσης όπως προκύπτει από το διοικητικό φάκελο που έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο, σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς των δύο πλευρών, προκειμένου να εξεταστεί από το παρόν Δικαστήριο κατά πόσον, μέσω της αιτιολογίας που παρατίθεται στο κείμενο του προσβαλλόμενου διατάγματος, καθώς και των λοιπών στοιχείων που περιέχονται στον Διοικητικό Φάκελο, το προσβαλλόμενο διάταγμα έχει εκδοθεί παράνομα, κατόπιν πλάνης, χωρίς επαρκή αιτιολογία και/ή κατ' επίκληση λανθασμένης αιτιολογίας και χωρίς τη διεξαγωγή δέουσας έρευνας.
Για την εξέταση των ανωτέρω νομικών σημείων κρίνω σκόπιμη την παράθεση αυτούσιου του επίδικου διατάγματος κράτησης (με ανωνυμοποίηση των στοιχείων του Αιτητή):
«ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΝΟΜΟΙ (2000-2020)
ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΚΡΑΤΗΣΗΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9ΣΤ
ΕΠΕΙΔΗ ο M.S. υπήκοος ΙΡΑΝ είναι αιτητής διεθνούς προστασίας και επειδή πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι
ο M.S. κρατείται
(α) Για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του Αιτητή.
(β) Στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, προκειμένου να προετοιμαστεί η επιστροφή ή/και να διεξαχθεί η διαδικασία απομάκρυνσης του, και επειδή τεκμηριώνεται στη βάση αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι ο M.S. αφίχθηκε παράνομα και σε άγνωστο χρόνο εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία. Έκτοτε, συνέχισε να παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία και μόνο αφού συνελήφθη και εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης εναντίον του στις 10/10/2025, έξι (6) ημέρες μετά στις 16/10/2025 υπέβαλε αίτηση ασύλου ως εκ τούτου, υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι η υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας έγινε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα και/ή να ματαιώσει τη διαδικασία επαναπατρισμού του.
ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κατόπιν ατομικής αξιολόγησης θεώρησα ότι είναι αναγκαίο ο M.S. να παραμείνει υπό κράτηση βάσει των άρθρων 9ΣΤ (2) (β) και (δ) του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι δεν είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3) του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 18ΟΔ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, υπάρχει κίνδυνος διαφυγής για τους πιο κάτω λόγους:
1. ΕΠΕΙΔΗ δεν έχει συμμορφωθεί με προηγούμενη Απόφαση Επιστροφής: Διάταγμα Απέλασης ημερ. 10/10/2025.
2. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ δήλωσε τη μη πρόθεσή του για συμμόρφωση με απόφαση επιστροφής. Στην επιστολή της ΥΑΜ Λευκωσίας ημερ. 10/10/2025 αναφέρεται ότι ο αλλοδαπός ανακρινόμενος αρνείται να συνεργαστεί με τις αρχές για τον επαναπατρισμό του.
3. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ δεν έχει διεύθυνση συνήθους διαμονής. Σύμφωνα με την επιστολή της ΥΑΜ ημερ. 10/10/2025, ο αλλοδαπός εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία και έκτοτε δεν διευθέτησε την παραμονή του.
4. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ είχε προηγούμενη εξαφάνιση. Σύμφωνα με την επιστολή της ΥΑΜ ημερ. 10/10/2025, ο αλλοδαπός εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία, και έκτοτε παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία.
5. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ θεωρήθηκε απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (κ), του εδαφίου (1), του άρθρου 6 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (1952-2021), έχει συλληφθεί και σε βάρος του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης ημερ. 10/10/2025.
6. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κρατείται με σκοπό τον επαναπατρισμό του, κρίνω ότι η αίτηση του για διεθνή προστασία υποβλήθηκε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα στη διαδικασία επαναπατρισμού του.
ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΑΥΤΟ, ασκώντας τις εξουσίες που δίνουν στον Υπουργό Εσωτερικών το άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2020) και το άρθρο 188.3(γ) του Συντάγματος, με το παρόν διατάσσω όπως ο M.S. ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ υπό κράτηση για όσο διάστημα ισχύουν οι λόγοι κράτησης που αναφέρονται πιο πάνω.
Με το παρόν διάταγμα εξουσιοδοτώ και εντέλλομαι τον Αρχηγό Αστυνομίας, ή οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομικής Δύναμης που τυχόν θα διαταχθεί, να εκτελέσει το διάταγμα αυτό και για την εκτέλεση του το παρόν διάταγμα αποτελεί επαρκή εξουσία και εντολή.
ΕΓΙΝΕ από μένα στη Λευκωσία την 21η ημέρα του Οκτωβρίου 2025».
Καταρχάς, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το δικαίωμα της ελευθερίας προστατεύεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος, το οποίο προνοεί ρητά τις περιπτώσεις όπου δικαιολογείται η στέρηση του, σύμφωνα πάντα με το Νόμο. Η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στις εξαιρέσεις όπου δικαιολογείται η κράτηση αλλοδαπού εναντίον του οποίου έγιναν ενέργειες προς το σκοπό απέλασης του (βλ. άρθρο 11(2)(στ)), η οποία όμως πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με το Νόμο, στην παρούσα περίπτωση τον περί Προσφύγων Νόμο.
Εντός του διοικητικού φακέλου, υπάρχει Υπηρεσιακό Σημείωμα ημερομηνίας 20/10/2025 (ερυθρά 9-7 και 38-36 Δ.Φ.) όπου γίνεται αναφορά στο μεταναστευτικό του ιστορικό, στην αίτησή του για διεθνή προστασία, καθώς και στους λόγους για τους οποίους η κράτηση του κρίθηκε ως το καταλληλότερο μέτρο έναντι λιγότερο περιοριστικών.
Ο περί Προσφύγων Νόμος προβλέπει στο άρθρο 9ΣΤ(2) εξαντλητικά τους λόγους για τους οποίους αιτητής ασύλου μπορεί να τεθεί υπό κράτηση. Αναφέρεται στο ίδιο άρθρο, ότι διάταγμα κράτησης μπορεί να εκδοθεί, εκτός και εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα και εφόσον κρίνεται αναγκαίο κατόπιν ατομικής αξιολόγησης κάθε περίπτωσης.
Στην παρούσα προσφυγή, οι λόγοι που επικαλούνται οι Καθ' ων η Αίτηση βρίσκουν έρεισμα στις παραγράφους (β) και (δ) του εδαφίου 2 του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου. Από τις πληροφορίες και τα στοιχεία εντός του διοικητικού φακέλου, διαπιστώνω ότι υπάρχει έρεισμα και στους δύο λόγους που προνοούνται στο άρθρο 9ΣΤ(2) προς έκδοση διατάγματος κράτησης. Από το ιστορικό του Αιτητή σε συνάρτηση με τα στοιχεία που υπάρχουν στο διοικητικό φάκελο, προκύπτει ότι ο Αιτητής βρισκόταν στις ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές, έχοντας εισέλθει παράνομα, χωρίς να γίνει αντιληπτός από τις αρχές. Περαιτέρω, υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία μόνο αφότου τέθηκε υπό κράτηση με σκοπό την απέλαση του και αφού εκδόθηκαν διατάγματα δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου. Ως τίθεται ρητώς στην παράγραφο (2) του άρθρου 9ΣΤ, διάταγμα με το οποίο τίθεται υπό κράτηση αιτητής, δύναται να εκδοθεί για οποιοδήποτε από τους λόγους που παρατίθενται στις υποπαραγράφους (α) μέχρι (στ) του ίδιου άρθρου.
Υπενθυμίζεται ότι το εδάφιο (β) του άρθρου 9ΣΤ (2) προνοεί τον προσδιορισμό των στοιχείων εκείνων στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του Αιτητή. Στην προκείμενη περίπτωση, αποτελούσε κρίση της αρμόδια λειτουργού του Τμήματος Μετανάστευσης, ότι υφίστατο κίνδυνος διαφυγής του Αιτητή για τους ακόλουθους λόγους:
1. Μη συμμόρφωση με προηγούμενη απόφαση επιστροφής: Διάταγμα Απέλασης ημερομηνίας 10/10/2025.
2. Δήλωση πρόθεσης μη συμμόρφωσης με απόφαση επιστροφής.
3. Μη ύπαρξη διεύθυνσης συνήθους διαμονής.
4. Προηγούμενη εξαφάνιση.
Στη συνέχεια, λαμβάνοντας υπόψη το μεταναστευτικό ιστορικό του Αιτητή, το ότι αφίχθηκε στη Δημοκρατία παράνομα και δεν προσπάθησε με κανένα τρόπο να διευθετήσει την παραμονή του, καθώς και το ότι υπέβαλε την αίτηση διεθνούς προστασίας έξι μέρες μετά τη σύλληψη και την εναντίον του έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, έκρινε πως εκ πρώτης όψεως ο Αιτητής υπέβαλε αυτήν καταχρηστικά για να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την εκτέλεση της απόφασης επιστροφής του.
Σύμφωνα με τα δεδομένα και πραγματικά γεγονότα της παρούσας προσφυγής, ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση ασύλου στις 16/10/2025, ενώ τελούσε υπό κράτηση και ενώ είχαν εκδοθεί εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Αιτητής εισήλθε στη Δημοκρατία σε άγνωστο χρόνο, ενώ δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για διευθέτηση της παραμονής του, ούτε και σε αίτηση για διεθνή προστασία, παρά μόνο μετά τη σύλληψη και κράτησή του, στοιχείο επιβαρυντικό για την γνησιότητα του αιτήματός του για διεθνή προστασία.
Παραπέμπω συναφώς και στην απόφαση της αδελφής μου Δικαστή Χ. Μιχαηλίδου, ημερ. 27/07/20, στην υπόθεση αρ. ΔΚ24/20, B. G. και Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Εσωτερικών, στην οποία λέχθηκε ότι:
«Είναι σημαντικό να επισημανθεί, πως κάθε αιτητής ασύλου θα πρέπει να υποβάλλει το αίτημά του το συντομότερο δυνατόν και δεν θα πρέπει να καθυστερεί για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα να υποβάλει την αιτησή του. Όπως έχει κατ' επανάληψην αποφασιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, η ταχύτητα με την οποία υποβάλλονται οι αιτήσεις ασύλου είναι ένδειξη της γνησιότητας του προβλήματος που αντιμετωπίζει ο αιτητής (βλ. Mahfuja Akter ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 1669/2011, ημερ. 22.3.2013, Md Jakir Hossain v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 2319/06, ημερ. 16.7.2008, Forhad Molla v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 2051/06, ημερ. 19.3.2008, Inram Ashraf v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 571/07, ημερ. 8.5.2008 και Postolachi Konstantin v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 1458/2009, ημερ. 25.2.2011.)
Αυτό βέβαια δεν είναι καθοριστικό κριτήριο, αλλά είναι στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη σε συνδυασμό με την συνολική εικόνα που παρουσιάζει το πρόσωπο που αιτείται άσυλο και για σκοπούς εξέτασης της νομιμότητας του διατάγματος κράτησης έχει σημασία για την ατομική αξιολόγηση της συμπεριφοράς του αιτητή».
Περαιτέρω και ως προς τον ισχυρισμό της συνηγόρου του Αιτητή περί μη τεκμηρίωσης της πληροφορίας ότι ο Αιτητής αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές στις 28/12/2024 και αμφισβήτησης του χρονικού περιθωρίου που είχε για υποβολή αίτησης για διεθνή προστασία, οι Καθ’ων η αίτηση παρέπεμψαν σε επιστολή της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης στον διοικητικό φάκελο και επιχείρησαν να προσκομίσουν αντίγραφα του διαβατηρίου του Αιτητή, στοιχείο όμως που δεν εμπεριείχε ο διοικητικός φάκελος της υπόθεσης και δεν αποτέλεσε μέρος των στοιχείων που εξετάστηκαν από τους Καθ’ων η Αίτηση πριν την έκδοση της επίδικης απόφασης και δεν έγιναν δεκτά.
Παρατηρώ όμως ότι πράγματι στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης είναι κατατεθειμένη επιστολή της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Λάρνακας προς τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, ημερομηνίας 10 Οκτωβρίου 2025 (βλ. ερυθρό 25) στην οποία αναφέρεται ρητώς ότι ο Αιτητής αφίχθηκε στις κατεχόμενες περιοχές την 28/12/24 και σε άγνωστο χρόνο εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Ενόψει του τεκμηρίου της κανονικότητας υπέρ των πράξεων της Διοίκησης και το οποίο εν προκειμένω δεν διαπιστώνω να έχει ανατραπεί, η πληροφορία αυτή, η οποία και περιλαμβάνεται στις επιστολές ημερ. 10/10/2025 και 16/10/2025, παραμένει στοιχείο επί του οποίου ευλόγως στηρίχθηκαν οι Καθ’ων η Αίτηση, ενώ περιήλθε στη γνώση της ΥΑΜ από έγκυρες πηγές. Δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω την πληροφορία και δεν αμφισβητώ την εγκυρότητα των πηγών και/ή της πληροφόρησης της ΥΑΜ. Η Διοίκηση οφείλει να αιτιολογεί την πράξη της με βάση τα στοιχεία του φακέλου, και ο Αιτητής μπορούσε να ανατρέψει τα στοιχεία αυτά και τις πληροφορίες που περιέχονταν σε αυτά με την προσκόμιση αντίθετων αποδεικτικών στοιχείων, κάτι που στην παρούσα δεν έπραξε, ώστε να αποδείξει ο ίδιος ότι δεν βρισκόταν στη Δημοκρατία και μπορούσε να υποβάλει την αίτηση του για διεθνή προστασία σε προγενέστερο χρόνο.
Ως εκ τούτου απορρίπτω τη θέση της συνηγόρου του Αιτητή ότι η πληροφορία για το ότι αφίχθηκε στις κατεχόμενες περιοχές στις 28/12/2024, δεν τεκμηριώνεται, ενώ εν πάση περιπτώσει αυτό που πρέπει να εξεταστεί νομικά είναι κατά πόσον ο Αιτητής είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου, και υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής (βλ. άρθρο 9 ΣΤ(2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου).
Κατόπιν συνεκτίμησης των ισχυρισμών των διαδίκων και των στοιχείων που περιλαμβάνονται στον διοικητικό φάκελο, προκύπτει επαρκώς και κατά τρόπο αντικειμενικό ότι ο Αιτητής αφίχθηκε στις κατεχόμενες περιοχές παράνομα κατά ή περί την 28.12.2024, εισήλθε δε ακολούθως στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας άνευ νομίμου διατυπώσεως και σε άγνωστο χρόνο, παραμένοντας έκτοτε παράνομα, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια προς τακτοποίηση του καθεστώτος διαμονής του ή υποβολή αιτήσεως διεθνούς προστασίας.
Ιδιαιτέρως βαρύνουσας σημασίας τυγχάνει το γεγονός ότι η αίτηση διεθνούς προστασίας υποβλήθηκε μόλις στις 16.10.2025, ήτοι μετά τη σύλληψή του για το αδίκημα της παράνομης παραμονής και μετά την έκδοση σε βάρος του διαταγμάτων κράτησης και επιστροφής, χρονική ακολουθία η οποία εντείνει τις αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα και τον πραγματικό σκοπό του αιτήματος ασύλου.
Υπό τα δεδομένα αυτά, νομίμως και ευλόγως κρίθηκε, βάσει αντικειμενικών στοιχείων αντλούμενων από τον διοικητικό φάκελο, ότι συνέτρεχαν βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί πως η αίτηση διεθνούς προστασίας υποβλήθηκε καταχρηστικώς, με αποκλειστικό ή κύριο σκοπό την καθυστέρηση ή την παρεμπόδιση της εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής, κατά την έννοια της σχετικής ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας.
Συνακόλουθα, και εφόσον η προσβαλλόμενη πράξη εδράζεται σε επαρκή, συγκεκριμένη και εξατομικευμένη αιτιολογία, αντλούμενη από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως περί πλάνης περί τα πράγματα, καθώς και περί ελλιπούς ή πλημμελούς αιτιολογήσεως, σύμφωνα με τη σταθερή αρχή ότι δεν στοιχειοθετείται πλημμέλεια αιτιολογίας όταν η διοικητική κρίση θεμελιώνεται σε σαφή πραγματικά δεδομένα και λογικούς συλλογισμούς
Η κρίση αυτή συνάδει με τη νομολογία, κατά την οποία η υποβολή αίτησης ασύλου, ιδίως μετά τη σύλληψη ή την έκδοση μέτρων απομάκρυνσης, δύναται, εφόσον τεκμηριώνεται από αντικειμενικά δεδομένα, να θεωρηθεί ένδειξη καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας. Σχετική είναι και η υπόθεση C - 534/11 Mehmet Arslan, ημερ. 30/5/13, στην οποία διατυπώθηκαν τα ακόλουθα:
«57. Όσον αφορά μια κατάσταση όπως η επίμαχη της κύριας δίκης, στην οποία, αφενός, ο υπήκοος τρίτης χώρας τέθηκε υπό κράτηση, βάσει του άρθρου 15 της Οδηγίας 2008/115 για τον λόγο ότι η συμπεριφορά του δημιουργούσε φόβους, ότι αν δεν ετίθετο υπό κράτηση, θα διέφευγε και θα παρεμπόδιζε την απομάκρυνσή του, και, αφετέρου, η αίτηση ασύλου φαίνεται να έχει υποβληθεί με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει, ή ακόμη και να υπονομεύσει, την εκτέλεση της αποφάσεως περί επιστροφής που εκδόθηκε κατ' αυτού, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι περιστάσεις αυτές μπορούν πράγματι να δικαιολογήσουν τη διατήρηση της κρατήσεως του εν λόγου υπηκόου, ακόμη και μετά την υποβολή αιτήσεως ασύλου.
58. Συγκεκριμένα, εθνική διάταξη που επιτρέπει, υπό τέτοιες συνθήκες, τη διατήρηση της κρατήσεως του αιτούντος άσυλο είναι συμβατή προς το άρθρο 18, παράγραφος 1 της οδηγίας 2005/85, εφόσον η κράτηση αυτή δεν προκύπτει από την υποβολή της αιτήσεως ασύλου, αλλά από τις περιστάσεις που χαρακτηρίζουν την ατομική συμπεριφορά του αιτούντος αυτού πριν και κατά την υποβολή της αιτήσεως αυτής.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου).
Αναφορικά με το λόγο ακύρωσης περί μη επαρκούς έρευνας, στη βάση των στοιχείων ενώπιον μου και αφού εξέτασα τα επιχειρήματα των δύο πλευρών, συμφωνώ με τη θέση που προτάθηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση. Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι η κράτηση δεν διατάχθηκε μόνο στη βάση της υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας αλλά λόγω των περιστάσεων που χαρακτήριζαν την ατομική συμπεριφορά του Αιτητή και εμφαίνεται ποια ήταν η αιτιολογική σκέψη της διοίκησης για την έκδοση του διατάγματος κράτησής του (Παναγιωτίδης ν Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων κ.α. (1998) 3 Α.Α.Δ. 342, Θ. Χριστοφή & Σια Λτδ ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α. (1998) 3 Α.Α.Δ. 427). Στον διοικητικό φάκελο εμπεριέχονται στοιχεία που αφορούν τον Αιτητή, και ειδικότερα το και πιο πάνω αναφερθέν Υπηρεσιακό Σημείωμα ημερομηνίας 20/10/2025 στο οποίο περιγράφονται τα γεγονότα που οδήγησαν στη σύλληψη του Αιτητή και που στοιχειοθετούσαν την έκδοση διατάγματος κράτησης.
Τα πιο πάνω στοιχεία ήταν ενώπιον των Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι μετά από δέουσα έρευνα εξέδωσαν το επίδικο διάταγμα κράτησης. Ως εκ τούτου απορρίπτω το λόγο ακυρώσεως που προβλήθηκε από τον Αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας πριν την έκδοση του επίδικου διατάγματος.
Αναφορικά με το λόγο ακυρώσεως, με τον οποίο η συνήγορος του Αιτητή επικαλείται παραβίαση των αρχών της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, από την αιτιολογία που παρατίθεται στο επίδικο διάταγμα κράτησης, διαφαίνεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση εξέτασαν το ενδεχόμενο επιβολής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, αλλά το απέρριψαν καθώς υπήρχε κίνδυνος διαφυγής του Αιτητή, λόγω μη συμμόρφωσης του με προηγούμενη απόφαση επιστροφής, μη δηλωμένης διεύθυνσης συνήθους διαμονής, απροθυμίας του να συνεργαστεί με τις αρχές για τον επαναπατρισμό του και επειδή θεωρήθηκε ότι η αίτηση του για διεθνή προστασία έχει υποβληθεί καταχρηστικά με σκοπό να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την εκτέλεση της απόφασης επιστροφής του. Ενόψει των όσων ανέλυσα ανωτέρω, η κατάληξη των Καθ' ων η Αίτηση ήταν εύλογη και δεν θεωρώ ότι στην περίπτωση του Αιτητή, με βάση το ιστορικό και τις ενέργειες και παραλείψεις του ήταν λογικά εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα, λιγότερο περιοριστικά, εναλλακτικά μέτρα. Ως εκ τούτου, οποιοδήποτε άλλο μέτρο μπορούσε να επιβληθεί υπό τις περιστάσεις, δεν θα ήταν αποτελεσματικό ή επαρκές.
Τέλος, απορρίπτω και τον ισχυρισμό της συνηγόρου του Αιτητή για αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία των λεγομένων της συζύγου του Αιτητή, καθώς αυτό που επί του παρόντος εξετάζεται είναι το κατά πόσο η κράτηση είναι σύμφωνη με την κείμενη νομοθεσία. Ο ισχυρισμός της επίσης ότι η αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία δεν έχει μεταφραστεί δεν είναι σχετικός με τα επίδικα θέματα της παρούσας.
Επομένως, με βάση το σύνολο των ενώπιον μου στοιχείων και δεδομένων, κρίνω ότι οι ισχυρισμοί που προώθησε ο Αιτητής στερούνται ερείσματος και απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Διαπιστώνω ότι ενώπιον των Καθ' ων η Αίτηση υπήρχαν όλα τα απαιτούμενα στοιχεία ώστε να καταλήξουν στο ότι η κράτηση του Αιτητή ήταν αναγκαία και αναλογική και δικαιολογείτο σύμφωνα με τα όσα επιβάλλει το άρθρο 9ΣΤ(2) (β) και (δ) του περί Προσφύγων Νόμου, ώστε να επιβληθεί το κατ' εξαίρεση μέτρο της στέρησης της ελευθερίας αιτητή ασύλου.
Με βάση τα όσα ανέλυσα πιο πάνω θεωρώ ότι η επίδικη απόφαση για κράτηση του Αιτητή ήταν ορθή και νόμιμη, σύμφωνη με τις αρχές της αναλογικότητας και αναγκαιότητας και ευθυγραμμισμένη με τις αρχές που αναπτύχθηκαν μέσω της νομολογίας.
Υπό το φως των ανωτέρω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Ενόψει του γεγονότος ότι ο Αιτητής είναι δικαιούχος νομικής αρωγής, καμία διαταγή για έξοδα. Τα έξοδα της συνηγόρου του Αιτητή - δικαιούχου νομικής αρωγής, να καταβληθούν από το Ταμείο Νομικής Αρωγής.
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο