I.D. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Εσωτερικών, Υπόθ. Αρ.: ΔΚ47/2025, 15/1/2026
print
Τίτλος:
I.D. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Εσωτερικών, Υπόθ. Αρ.: ΔΚ47/2025, 15/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: ΔΚ47/2025

 

15 Ιανουαρίου, 2025

 [Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

I.D., υπήκοος Γουινέας, αιτητής διεθνούς προστασίας, κρατούμενος στο Χώρο Κράτησης Μεταναστών ΧΩΚΑΜ Μενόγειας,

Αιτητής

-και-

 

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Εσωτερικών

Καθ΄ ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

Κ. Κουπαρή (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή.

Θ. Παπανικολάου (κα) για ΚΙΤΣΙΟΥ, ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ ΔΕΠΕ, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής αιτείται την ακύρωση του διατάγματος κράτησης ημερομηνίας 05/12/25, σύμφωνα με το Αιτητικό Α της αίτησης ζητείται η ακύρωση του διατάγματος κράτησης και/ή διαζευκτικά με το Αιτητικό Β ζητείται θεραπεία εναλλακτικών της κράτησης μέτρων ή με το Αιτητικό Γ άμεση απελευθέρωση του Αιτητή ή με το Αιτητικό Δ οποιαδήποτε άλλη θεραπεία κρίνεται ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ο Αιτητής, υπήκοος Γουινέας, αφίχθηκε παράνομα στη Δημοκρατία και υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 07/06/21 η οποία απορρίφθηκε λόγω σιωπηρής απόσυρσης στις 11/02/25. Στις 26/02/25 η απορριπτική απόφαση αποστάλθηκε στον Αιτητή στην τελευταία δηλωθείσα διεύθυνση. Στις 06/10/25 ο Αιτητής παρουσιάστηκε στα γραφεία της ΥΑΜ Λάρνακας με σκοπό να διευθετήσει ραντεβού για να υποβάλει αίτηση ως σύζυγος Ευρωπαίας πολίτη από την Ρουμανία με την οποία τέλεσε μουσουλμανικό γάμο σε τζαμί στη Λάρνακα. Στις 07/10/25 η Διευθύντρια του Τμήματος Αλλοδαπών και Μετανάστευσης ενημερώθηκε ότι ο μουσουλμανικός γάμος δεν αναγνωρίζεται από το Τμήμα, ακολούθως στις 07/10/25 ο Αιτητής κρίθηκε απαγορευμένος μετανάστης και εκδόθηκαν εναντίον του Διάταγμα Κράτησης και Απέλασης δυνάμει προνοιών του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (Κεφ.105). Ο Αιτητής στις 12/10/25 υπέβαλε αίτηση για επανάνοιγμα η οποία έγινε δεκτή για εξέταση στις 29/10/25 η οποία εξετάστηκε στην ουσία της και απορρίφθηκε στις 21/11/25. Στις 05/12/25 το Διάταγμα Κράτησης δυνάμει προνοιών του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (Κεφ.105) ακυρώθηκε και την ίδια μέρα εκδόθηκε νέο Διάταγμα Κράτησης στη βάση του Άρθρου 9 ΣΤ(2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής. Σημειώνεται ότι ο Αιτητής προσέφυγε κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου στις 09/12/25 η οποία εκκρεμεί.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Ο Αιτητής, μέσω της συνηγόρου του υποστηρίζει ότι οι πέντε λόγοι όπως αυτοί καταγράφονται ως αιτιολογία για έκδοση του διατάγματος κράτησης δεν ήταν επαρκής και δεν συνάδει με την νομοθεσία, τη Σύμβαση της Γενεύης, το Ενωσιακό Δίκαιο και τη νομολογία του ΔΕΕ. Σημειώνει ότι το διάταγμα κράτησης θα πρέπει να ακυρωθεί καθότι η παράνομη είσοδος στη Δημοκρατία δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο για διατήρηση της κράτησης, η κράτηση λόγω της σιωπηρής απόρριψης ασύλου του Αιτητή δεν υφίσταται αφού η αρμόδια αρχή έχει προβεί σε επανάνοιγμα και εξέταση επί της ουσίας της αίτησης του δίδοντας σε αυτόν το δικαίωμα προσφυγής εντός 30ημερών, δεν επιθυμεί ο Αιτητής να επαναπροωθηθεί στην χώρα του αφού το αίτημα του είναι αυθεντικό και/ή έχει οικογένεια στην Δημοκρατία και/ή παραβιάζεται η αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού του, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί απαγορευμένος μετανάστης αφού βρισκόταν στη Δημοκρατία με το καθεστώς αιτητή ασύλου από το 2021, παρότι δεν αναγνωρίζεται ο γάμος του από την αρμόδια αρχή δεν αμφισβητείται είτε η συμβίωση του με την σύζυγο και εξαρτώμενο τέκνο (έχει σοβαρό πρόβλημα αυτισμού) είτε η συνεργασία τους με το Γραφείο Ευημερίας και/ή όφειλαν οι Καθ΄ ων η αίτηση να ζητήσουν τις απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας επί αυτού.

 

Τονίζει ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση γνώριζαν ότι ο Αιτητής δήλωσε την Μιχάλη Καραολή 27 Λάρνακα όπου διαμένει με την σύζυγο του, ακόμα και να μην αναγνωρίσουν τον γάμο του όφειλαν να του δώσουν επαρκή χρόνο να αποταθεί να διευθετήσει την παραμονή του ως σύζυγος Ευρωπαίας πολίτη, υφίστανται οικογενειακοί δεσμοί στη Δημοκρατία και δεν τεκμηριώνεται ο κίνδυνος διαφυγής, η σύλληψη του ενώ παρουσιάστηκε στο Τμήμα δεικνύει την αναιτιολόγητη κρίση της αρμόδιας αρχής περί κινδύνου διαφυγής του. Ούτε έγινε εξατομικευμένη αξιολόγηση της περίπτωσης του και/ή ούτε το μέτρο το οποίο λήφθηκε ήτο αναγκαίο/αναλογικό και/ή δεν εξετάστηκαν άλλα λιγότερο επαχθή και/ή εναλλακτικά περιοριστικά μέτρα αντί αυτού της κράτησης. Παραπέμπει στα όσα ισχυρίζεται στην αίτηση ασύλου του ισχυριζόμενη ότι αποτελείται από αξιόπιστο αφήγημα όπου τεκμηριώνεται η δίωξη του στη χώρα καταγωγής, ότι ο Αιτητής ανέπτυξε σταθερό δεσμό με Ρουμάνα υπήκοο η οποία κατέληξε σε σοβαρή συμβίωση που οδήγησε σε γάμο τον 10/24, ότι η σύζυγος του Αιτητή είναι μητέρα προσώπου που πάσχει από διαγνωσμένη διαταραχή αυτιστικού φάσματος με ανάγκες συνεχούς φροντίδας και/ή ο Αιτητής έχει αναλάβει ρόλο ενεργό και σταθερό/γονεϊακό και φροντιστικό – συμβάλλοντας στην καθημερινή της φροντίδα και/ή η παρουσία του έχει συμβάλει στην ευημερία της ανήλικης και/ή η απομάκρυνση του θα είχε ανεπανόρθωτη ζημιά στο συμφέρον της ανήλικης και/ή παραβιάζεται το Άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και/ή της οικογενειακής ενότητας. Ούτε έχει εκδοθεί απόφαση επιστροφής του Αιτητή, συνεπώς με βάση την αρχή της μη χειροτέρευσης δεν μπορεί να τον θέσει σε χειρότερη θέση. Αφού παρέπεμψε σε αποφάσεις του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Κ.9/22, Δ.Κ.13/23 Δ.Κ.19/25) υποστήριξε ότι δεν θα έπρεπε ο Αιτητής να κρατηθεί λόγω μόνο της ιδιότητας του ως αιτητής ασύλου, δεν εφαρμόστηκε η αρχή της αναλογικότητας και αναγκαιότητας, δεν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής λόγω της διεύθυνσης διαμονής του, δεν λήφθηκε υπόψη η οικογενειακή ζωή του και/ή η διοικητική αρχή δεν προβαίνει σε κράτηση αιτούντα άσυλο σε περίπτωση που μπορούν να εφαρμοστούν άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα αντί αυτό της κράτησης.

 

Οι Καθ΄ ων η αίτηση με την Γραπτή τους Αγόρευση ανέφεραν ότι το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης λήφθηκε ορθά και νόμιμα σύμφωνα με τις σχετικές πρόνοιες της νομοθεσίας και/ή μετά από δέουσα έρευνα και/ή είναι αιτιολογημένη. Σημειώνουν, επίσης, ότι οι νομικοί λόγοι ακύρωσης δεν εγείρονται σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανονισμούς. Τονίζουν ότι έγινε εξατομικευμένη αξιολόγηση της περίπτωσης του Αιτητή προτού εκδοθεί το διάταγμα κράτησης ήτοι η αίτηση διεθνούς προστασίας υποβλήθηκε το 2021 και αποσύρθηκε σιωπηρά τέσσερα χρόνια μετά, δεν προσέφυγε επί της απόφασης αυτής στο Δικαστήριο, δεν διευθέτησε την παραμονή του με αποτέλεσμα να διαμένει παράνομα στη Δημοκρατία από τις 05/04/25, υπέβαλε αίτημα για επανάνοιγμα οκτώ μήνες μετά την απόρριψη και/ή μετά που έλαβε χώρα η σύλληψη/κράτηση του. Αναφορικά τις προσωπικές συνθήκες και/ή για γάμο του Αιτητή οι Καθ΄ ων η αίτηση παραπέμπουν στον περί Γάμου Νόμο του 2003 έως 2023 (Ν. 104(I)/2003) υποστηρίζοντας ότι δεν αναγνωρίζεται από την Δημοκρατία και/ή αποδεκτός λόγω του ότι δεν έχει εγγραφεί στο ειδικό μητρώο ως οι πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. Απορρίπτουν δε τους ισχυρισμούς για παραβίαση της οικογενειακής ενότητας και/ή ζωής του Αιτητή λόγω ενδεχομένης απέλασης του.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Ο Αιτητής κρατείται στη βάση του Άρθρου 9ΣΤ (2) (δ) του Περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) το οποίο προνοεί, μεταξύ άλλων και στην έκταση που μας ενδιαφέρει, τα ακόλουθα:

 

«9ΣΤ.-(1) Απαγορεύεται η κράτηση αιτητή λόγω μόνο της ιδιότητάς του ως αιτητή, καθώς και η κράτηση ανήλικου αιτητή.

(2) Εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3), και εφόσον κρίνεται αναγκαίο και κατόπιν ατομικής αξιολόγησης κάθε περίπτωσης, ο Υπουργός δύναται να εκδίδει γραπτό διάταγμα με το οποίο να θέτει υπό κράτηση αιτητή, μόνο για οποιοδήποτε από τους ακόλουθους λόγους:

[…]

(δ) όταν κρατείται στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή ή/και να διεξάγεται η διαδικασία απομάκρυνσης, και ο Υπουργός τεκμηριώνει βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι το πρόσωπο είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου, ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι το πρόσωπο υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας, προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής·»

 

Από το λεκτικό του πιο πάνω Άρθρου προκύπτει ότι το αρμόδιο όργανο δεν θα πρέπει να θέτει υπό κράτηση αιτούντα άσυλο λόγω μόνο της ιδιότητας του. Θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είναι εφικτό να εφαρμοστούν αλλά αποτελεσματικά και λιγότερο περιοριστικά για την ελευθερία του προσώπου μέτρα και εάν κρίνεται αναγκαίο και μετά από ατομική αξιολόγηση της περίπτωσης του τότε μπορεί να διατάξει την κράτηση του. Συνεπώς επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια της διοικητικής αρχής να λάβει το μέτρο της κράτησης (όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση) εάν ο υπήκοος τρίτης χώρας επιδιώκει την καθυστέρηση της εκτέλεσης απόφασης απομάκρυνσης του (ως το πιο πάνω εδάφιο (δ)).

 

Στην C‑ 534/11, Mehmet Arslan v. Policie CR, Kragske, ημερομηνίας 30/05/2013 αποφασίστηκε ότι η Οδηγία 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών δεν έχει εφαρμογή σε περίπτωση υπηκόου τρίτης χώρας που έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας εκτός εάν η αίτηση του φαίνεται να υποβλήθηκε με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει την εκτέλεση της απόφασης επιστροφής του. Επιβάλλεται, όμως, η αξιολόγηση κατά πόσο οι περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης μπορούν να δικαιολογήσουν τη διατήρηση της κράτησης ακόμα και μετά την υποβολή αίτησης ασύλου σε συνάρτηση με την συμπεριφορά που επέδειξε ο υπήκοος τρίτης χώρας τόσο μετά όσο και πριν την υποβολή της αίτησης του. Γίνεται δε σαφής αναφορά στην απόφαση ότι το γεγονός (από μόνο του) υποβολής αίτησης ασύλου από παράνομο μετανάστη δεν είναι αρκετό για να είναι εφαρμόσιμη η διατήρηση της κράτησης (Βλέπε § 57-62 της απόφασης). Επίσης, βασική και ουσιώδης παράμετρος στις περιπτώσεις κράτησης αιτούντα άσυλο είναι η ύπαρξη της αρχής της αναλογικότητας και αναγκαιότητας η οποία αναφέρεται στη 15η και 20η αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία (αναδιατύπωση) (η οποία έχει ενσωματωθεί στο ημεδαπό δίκαιο) ήτοι:

 

«(15) Η κράτηση των αιτούντων θα πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τη βασική αρχή ότι ένα πρόσωπο δεν θα πρέπει να κρατείται απλώς και μόνον επειδή επιζητεί διεθνή προστασία, ιδίως σύμφωνα με τις διεθνείς νομικές υποχρεώσεις των κρατών μελών και το άρθρο 31 της σύμβασης της Γενεύης. Η κράτηση αιτούντων θα πρέπει να είναι δυνατή μόνον σε σαφώς καθορισμένες, εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και να διέπεται από την αρχή της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας όσον αφορά τόσο τον τρόπο όσο και τον σκοπό της εν λόγω κράτησης. Σε περίπτωση που ένας αιτών τελεί υπό κράτηση, ο αιτών θα πρέπει να έχει αποτελεσματική πρόσβαση στις αναγκαίες διαδικαστικές εγγυήσεις, όπως το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον εθνικής δικαστικής αρχής.

[…]

(20) Προκειμένου να εξασφαλίζεται καλύτερα η σωματική και ψυχολογική ακεραιότητα των αιτούντων, η κράτηση θα πρέπει να αποτελεί μέτρο έσχατης ανάγκης και μπορεί να εφαρμόζεται μόνον εφόσον έχουν δεόντως εξεταστεί όλα τα μη στερητικά της ελευθερίας εναλλακτικά μέτρα. Κάθε εναλλακτικό μέτρο κράτησης πρέπει να σέβεται τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα των αιτούντων.»

 

Η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει την ύπαρξη απόλυτης ισορροπίας μεταξύ του μέτρου της κράτησης και του νόμιμου σκοπού που επιδιώκει να επιτύχει, δηλαδή την προετοιμασία και την απομάκρυνση του αιτούντα. Το αρμόδιο όργανο οφείλει να εξετάσει πάντα εναλλακτικές λύσεις προτού καταφύγει στο μέτρο κράτησης, διασφαλίζοντας έτσι και τους προβλεπόμενους από την νομοθεσία σκοπούς (Βλέπε Application no52722/15, S.K v. Russia, ημερομηνίας 14/02/2017 και C-18/16 K. ν. Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie, ημερομηνίας 14/09/2017).

 

Επίσης, σημαντική για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης είναι και η πρόσφατη απόφαση C‑924/19, C925/19 PPU FMS, FNZ v. Orsz?gos Idegenrend?szeti Főigazgat?s?g D?l-alf?ldi Region?lis Igazgat?s?g,Orsz?gos Idegenrend?szeti Főigazgat?s?g, ημερομηνίας 14/05/2020 όπου αποφασίστηκε ότι Δικαστήριο μπορεί το ίδιο να αποφασίσει κατά πόσον η κράτηση η οποία επιβλήθηκε είναι πράγματι ανάλογο, αναγκαίο και προσφορότερο μέτρο έναντι άλλων εναλλακτικών περιοριστικών μέτρων. Πέραν των πιο πάνω, σύμφωνα με τις «Κατευθυντήριες Οδηγίες σχετικά με τα Εφαρμοστέα Κριτήρια και Πρότυπα που αφορούν την Κράτηση των Αιτούντων Άσυλο και Εναλλακτικά της Κράτησης Μέτρα», της Ύπατης Αρμοστείας του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, Κατευθυντήρια Οδηγία 4, §19 με τίτλο «Η κράτηση δεν θα πρέπει να είναι αυθαίρετη και κάθε απόφαση κράτησης θα πρέπει να βασίζεται στην αξιολόγηση των ιδιαίτερων περιστάσεων που αφορούν το συγκεκριμένο άτομο» αναφέρεται το εξής:

 

«19. Στα πλαίσια των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οι αποφάσεις κράτησης θα πρέπει να βασίζονται σε λεπτομερή και εξατομικευμένη αξιολόγηση της αναγκαιότητας για κράτηση, παράλληλα με την παράθεση ενός νόμιμου σκοπού. Ως προς αυτό, τα κατάλληλα μέσα ελέγχου ή αξιολόγησης θα μπορούσαν να καθοδηγήσουν τους υπεύθυνους για τη λήψη αποφάσεων, ενώ θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις ή ανάγκες συγκεκριμένων κατηγοριών αιτούντων άσυλο (βλέπε Κατευθυντήρια Οδηγία 9). Μεταξύ των παραγόντων που καθοδηγούν τη λήψη αυτών των αποφάσεων μπορεί να είναι το στάδιο που διανύει η εξέταση της αίτησης ασύλου, ο τελικός προορισμός του αιτούντος, οι οικογενειακοί/κοινωνικοί δεσμοί, η προηγούμενη καλή συμπεριφορά και ο χαρακτήρας του ατόμου, καθώς και ο κίνδυνος φυγής ή η προθυμία και η κατανόηση της ανάγκης για συμμόρφωση.»

 

Το προσβαλλόμενο με την παρούσα προσφυγή διάταγμα κράτησης που εκδόθηκε εναντίον του Αιτητή, ημερομηνίας 05/12/25, από την Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, αναφέρει τα εξής:

«ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΝΟΜΟΙ (2000-2020)

ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΚΡΑΤΗΣΗΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9ΣΤ

ΕΠΕΙΔΗ ο DIALLO IBRAHIMA υπήκοος ΓΟΥΙΝΕΑΣ, είναι αιτητής διεθνούς προστασίας και επειδή πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι

 

ο DIALLO IBRAHIMA κρατείται

Στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των Άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, προκειμένου να προετοιμαστεί η επιστροφή ή/και να διεξαχθεί η διαδικασία απομάκρυνσης του και επειδή τεκμηριώνεται στη βάση αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι ο DIALLO IBRAHIMA αφίχθηκε παράνομα στη Δημοκρατία και υπέβαλε αίτηση ασύλου, η οποία απορρίφθηκε (με σιωπηρή απόσυρση), και συνέχισε να διαμένει παράνομα στη Δημοκρατία μέχρι τη σύλληψη του, και μόνο όταν εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης εναντίον του, υπέβαλε αίτηση επανανοίγματος του φακέλου του ο οποίος επανάνοιξε, εξετάστηκε και απορρίφθηκε, ως εκ τούτου υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι η υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας ενδέχεται να έγινε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα και/ή να ματαιώσει τη διαδικασία επαναπατρισμού του. 

 

ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κατόπιν ατομικής αξιολόγησης θεώρησα ότι είναι αναγκαίο ο DIALLO IBRAHIMA να παραμείνει υπό κράτηση βάσει των άρθρων 9ΣΤ(2) (δ) του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2020), καθότι στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι δεν είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3) του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2020), καθότι με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 18ΟΔ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, υπάρχει κίνδυνος διαφυγής για τους πιο κάτω λόγους:

1.     ΕΠΕΙΔΗ δεν έχει συμμορφωθεί με προηγούμενες Αποφάσεις Επιστροφής: (1) Απορριπτική απόφαση της ΥΠΑΣ μετά από σιωπηρή απόσυρση ημερ.11/02/2025 η οποία αποστάλθηκε στις 26/02/2025  (2) Διάταγμα απέλασης ημερ. 07/10/2025 (3) Απορριπτική απόφαση της ΥΠΑΣ ημερ.14/11/2025 η οποία του επιδόθηκε στις 21/11/2025.

2.     ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ δήλωσε την μη πρόθεσή του για συμμόρφωση με απόφαση επιστροφής. Η ΥΑΜ ενημέρωσε ότι ο αλλοδαπός αρνείται να συνεργαστεί με τις αρχές για τον επαναπατρισμό τους ακόμα και εάν του παραχωρηθεί χρηματικό κίνητρο.

3.     ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ είχε προηγούμενη εξαφάνιση/ διαφυγή. Μετά από την απορριπτική απόφαση της Υπ. Ασύλου

ημερ.11/02/2025, συνέχισε να διαμένει παράνομα στη Δημοκρατία, εξαφανισμένος.

4.     ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ θεωρήθηκε απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (Κ), του εδαφίου (1), του Άρθρου 6 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (1952-2025), έχει συλληφθεί και σε βάρος του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης ημερ. 07/10/2025.

5.     ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κρατείται με σκοπό τον επαναπατρισμό του, κρίνω ότι η αίτηση του για Διεθνή Προστασία υποβλήθηκε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα στη διαδικασία επαναπατρισμού του.

 

ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΑΥΤΟ, ασκώντας τις εξουσίες που δίνει στον Υπουργό Εσωτερικών το Άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2020), και το Άρθρο 188(3)(γ) του Συντάγματος και οι οποίες εξουσίες εκχωρήθηκαν σε εμένα, εγώ η Διευθύντρια, με το παρόν διατάσσω όπως ο DIALLO IBRAHIMA, ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ υπό κράτηση για όσο διάστημα ισχύουν οι λόγοι κράτησης, όπως αναφέρονται πιο πάνω.

 

Με το παρόν διάταγμα εξουσιοδοτώ και εντέλλομαι τον Αρχηγό Αστυνομίας, ή οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομικής Δύναμης που τυχόν θα διαταχθεί, να εκτελέσει το διάταγμα αυτό και για την εκτέλεσή του το παρόν διάταγμα αποτελεί επαρκή εξουσία και εντολή.

 

ΕΓΙΝΕ από μένα στη Λευκωσία την 05η ημέρα του Δεκεμβρίου, 2025».

 

Καταρχάς θα διαφωνήσω με την συνήγορο του Αιτητή ότι το γεγονός ότι εν τέλει έγινε αποδεκτή η αίτηση επανανοίγματος του από την Υπηρεσία Ασύλου για εξέταση επί της ουσίας της μπορεί ως δεδομένο από μόνο του να οδηγήσει σε ακύρωση του προσβαλλόμενου διατάγματος κράτησης, καθότι ως καταγράφεται στην Arslan ανωτέρω «…θα θιγόταν ο σκοπός της οδηγίας αυτής, ήτοι η αποτελεσματική επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, αν ήταν αδύνατο στα κράτη μέλη να αποφύγουν, υπό συνθήκες όπως αυτές που εκτέθηκαν στη σκέψη 57 της παρούσας αποφάσεως, να μπορεί ο ενδιαφερόμενος, με την υποβολή αιτήσεως ασύλου, να επιτυγχάνει αυτομάτως την απόλυσή του». Εξάλλου, στην περίπτωση άσκησης του δικαιώματος αιτούντα ασύλο για ενανάνοιγμα του φακέλου του εμπρόθεσμα  - εντός εννέα (9) μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης απορριπτικής απόφασης - ο Προϊστάμενος επανανοίγει το φάκελο του ενδιαφερόμενου και συνεχίζει την εξέταση της αίτησής επί της ουσίας της και από το στάδιο στο οποίο η εξέταση είχε σταματήσει (Άρθρο16Ε του Περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000).

 

Ούτε δε γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ή ισχυρισμός ή παράθεση οποιασδήποτε μαρτυρίας για μη επαρκή ενημέρωση του Αιτητή από την αρμόδια αρχή για την σιωπηρή απόσυρση και επακόλουθη απόρριψη του αιτήματος ασύλου του. Όπως προκύπτει από τον φάκελο της διοίκησης και/ή της σχετικής έκθεσης η απορριπτική απόφαση λόγω σιωπηρής απόσυρσης λήφθηκε στις 11/02/25 και ο ενδιαφερόμενος ενημερώθηκε επί τούτου στις 26/02/25. Ο δε αρχικός λόγος σύλληψης και επακόλουθης έκδοσης διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του Αιτητή ήταν η κήρυξη του ως απαγορευμένου μετανάστη στη βάση των προνοιών του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (Κεφ.105), διοικητική πράξη ή οποία ουδέποτε προσβλήθηκε στο Διοικητικό Δικαστήριο. Η βάση για κήρυξη του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη ήτο λόγω σιωπηρής απόσυρσης και/ή λόγω της στέρησης του δικαιώματος παραμονής του διότι δεν θεωρείτο πλέον αιτούντας άσυλο. Το ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση ακύρωσαν το διάταγμα κράτησης και εξέδωσαν το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης στη βάση των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025, (Ν. 6 (Ι)/2000), ως απαιτείται από την Οδηγία και την Νομοθεσία – δεν οδηγεί αυτόματα σε ανατροπή της διοικητικής πράξης που αφορά την κήρυξη του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη. Ως επιβεβαιώνεται και μέσω απόφασης του Διοικητικού Εφετείου στην AHMED SHBIB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 12/2024, ημερομηνίας 15/10/24:

 

«Η κήρυξη του Εφεσείοντα ως απαγορευμένου μετανάστη συνιστά πράξη διακριτή από τα διατάγματα απέλασης και κράτησης (Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 147/2012 Stoyanov ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 2.7.2018), παρότι αυτά τα διατάγματα έχουν αυτή την κήρυξη ως υπόβαθρο.  Το συμπέρασμα ότι η κήρυξη του Εφεσείοντα συνιστά διακριτή (και αυτοτελώς προσβαλλόμενη) πράξη από τα διατάγματα απέλασης και κράτησης δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η Εφεσίβλητη επέλεξε εν προκειμένω να παραθέσει την κήρυξη και την αιτιολογία της στο σώμα του διατάγματος απέλασης.

 

Η κήρυξη του Εφεσείοντα ως απαγορευμένου μετανάστη προσβάλλεται ρητά στην Προσφυγή Αρ. 1578/2023 και, συνεπώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο υποχρεούτο να ελέγξει τη νομιμότητά της, εκτός αν όντως εξέπιπτε της δικαιοδοσίας του ως αποφάνθηκε.

 

Η δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου καλύπτει -με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος και τους περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμους (ο Νόμος 131(Ι) του 2015 ως τροποποιήθηκε)- τον δικαστικό έλεγχο εκτελεστών διοικητικών πράξεων, με εξαίρεση τις εκτελεστές διοικητικές πράξεις οι οποίες υπάγονται στη δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας βάσει των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων (εφεξής «ο Νόμος 73(Ι) του 2018»). 

 

Το Άρθρο 11 του Νόμου 73(Ι) του 2018, το οποίο προσδιορίζει τις πράξεις για τoν έλεγχο των οποίων απονέμει δικαιοδοσία στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, δεν συγκαταλέγει σε αυτές την κήρυξη αλλοδαπού ως απαγορευμένου μετανάστη δυνάμει του Άρθρου 6 του Κεφ. 105.

 

Συνάγεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να προβεί σε έλεγχο νομιμότητας της κήρυξης του Εφεσείοντα ως απαγορευμένου μετανάστη και, συνεπώς, εσφαλμένα έκρινε το αντίθετο.

 

Ως απόρροια της κρίσης μας, η Προσφυγή Αρ. 1578/2023 πρέπει να επιστραφεί στο πρωτόδικο Διοικητικό Δικαστήριο, ώστε το τελευταίο να κρίνει τη νομιμότητα της κήρυξης του Εφεσείοντα ως απαγορευμένου μετανάστη, καθότι το Εφετείο δεν προβαίνει σε πρωτογενή κρίση (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 134/2018 Δημοκρατία ν. Τσιγαρίδας, απόφαση ημερ. 5.6.2024).   

 

Επισημαίνουμε στο σημείο αυτό ότι, το ποιες είναι οι συνέπειες (για τη νομιμότητα του επίδικου διατάγματος κράτησης) της -μετά την έκδοση της εφεσιβαλλόμενης απόφασης ημερ. 18.12.2023- ακύρωσης του συναφούς διατάγματος απέλασης διά της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας ημερ. 5.2.2024 στην Προσφυγή Αρ. 3260/2023, αποτελεί ζήτημα εξέτασης (αν ήθελε απαιτηθεί) από το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

Ενόψει της επιτυχούς έκβασης του πρώτου λόγου έφεσης, παρέλκει η εξέταση του δεύτερου λόγου έφεσης.»

 

Ουδέποτε αμφισβητήθηκε η απόφαση της αρμόδιας αρχής για κήρυξη του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και/ή ούτε προκύπτει από τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστήριο ότι δεν ενημερώθηκε από την αρμόδια αρχή για την σιωπηρή απόσυρση/απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας τον 2ο/2025. Εξάλλου, έχει και/ή είχε πάντα υποχρέωση να ενημερώσει/νει την αρμόδια αρχή σε περίπτωση αλλαγής του χώρου διαμονής του και/ή των στοιχείων επικοινωνίας του (Βλέπε Άρθρα 8, 16 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025, (Ν. 6 (Ι)/2000).

 

Τώρα, τόσο από το κείμενο της εισηγητικής έκθεσης του Λειτουργού Μετανάστευσης που απευθυνόταν στην Διευθύντρια όσο και του πιο πάνω διατάγματος εντοπίζω ότι πράγματι καταγράφεται αριθμός λόγων στη βάση των οποίων εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα. Μεταξύ των κριτηρίων που λήφθηκαν υπόψη για την διατήρηση του μέτρου της κράτησης είναι το γεγονός ότι ενώ ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 07/06/21 στη συνέχεια απορρίφθηκε στις 11/02/25 λόγω σιωπηρής απόσυρσης με ημερομηνία επιστολής 26/02/25 (δεν αμφισβητήθηκαν με μαρτυρία ή τέθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός επί τούτου από την συνήγορο του Αιτητή που να ανατρέπει τα στοιχεία του φακέλου). Κατόπιν δε των διαταγμάτων κράτησης/απέλασης ημερομηνίας 07/10/25 και ενόσω τελούσε υπο κράτηση υπέβαλε αίτηση επανανοίγματος του φακέλου του η οποία έγινε δεκτή. Αποτελεί δε σημαντικό στοιχείο για διατήρηση της κράτησης του Αιτητή από την αρμόδια αρχή, ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία που απορρίφθηκε σιωπηρά το αίτημα διεθνούς προστασίας του Αιτητή (ήτοι 11/02/25), του χρόνου σύλληψης/κράτησης του με βάση τις πρόνοιες του Κεφ.105  για ενέργειες απέλασης του (07/10/25), το αίτημα για επανάνοιγμα αφότου είχε συλληφθεί και/ή κρατηθεί για απέλαση και/ή οι οκτώ μήνες που παρήλθαν από την σιωπηρή απόρριψη χωρίς να ενδιαφερθεί επί του αιτήματος του και/ή ενώ βρισκόταν παράνομα στη Δημοκρατία και/ή χωρίς να διευθετήσει την παραμονή του – ενέργειες που οδηγούν εμφανώς στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για πρόσωπο όπου προκύπτουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι υπέβαλε αίτηση ασύλου (στην προκειμένη περίπτωση επανάνοιγμα) προκειμένου να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής του.

 

Είναι σημαντικό επίσης να αναφερθεί ότι από το περιεχόμενο του φακέλου του προκύπτει ότι ουδέποτε από την ημερομηνία της αίτησης του το 2021 επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον για την τύχη της αίτησης του, ούτε προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια επικοινωνίας με την Υπηρεσία Ασύλου. Προκύπτει δε πλήρης έλλειψη ενδιαφέροντος και/ή αδράνεια επί της πορείας της αίτησης διεθνούς προστασίας του και μετά την σιωπηρή απόρριψη, στοιχείο που καταδεικνύει εμφανώς έλλειψη πρόθεσης ουσιαστικής προώθησης της αίτησης διεθνούς προστασίας, αντίθετα το ενδιαφέρον του Αιτητή επικεντρώθηκε στο να νομιμοποιήσει την παραμονή του εκτός του πλαισίου του προσφυγικού δικαίου που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς το ενδιαφέρον του για την αίτηση διεθνούς προστασίας και/ή τους σκοπούς υποβολής αιτήματος ασύλου (στην προκειμένη το αίτημα του για επανάνοιγμα).

 

Επί αυτού του σημείου υιοθετώ, απόσπασμα από την απόφαση της αδελφής Δικαστή Ε. Ρήγα στην Δ.Κ. 36/25 U.M. v.  Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Διευθύντριας Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ημερομηνίας 06/11/25, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Η επιλογή του Αιτητή να αποστασιοποιηθεί πλήρως από τη διαδικασία επί μακρόν χρονικό διάστημα, χωρίς να επικαλεστεί ή αποδείξει οποιοδήποτε εμπόδιο ανεξάρτητο από τη θέλησή του, καθιστά τη σιωπηρή απόσυρση νόμιμη συνέπεια της συμπεριφοράς του και όχι απόφαση αιφνιδιαστική ή αυθαίρετη από την πλευρά της Διοίκησης. Αυτή η παρατεταμένη απουσία συνεργασίας και η προφανής αδιαφορία για την εξέλιξη της διαδικασίας ασύλου ενισχύει αντικειμενικά την κρίση ότι η μεταγενέστερη αίτηση ασύλου, η οποία υποβλήθηκε μόνον μετά τη σύλληψή του και ενώ είχε ήδη εκδοθεί διάταγμα κράτησης και απέλασης, δεν έγινε με σκοπό την αναζήτηση προστασίας, αλλά καταχρηστικά, προς καθυστέρηση ή παρεμπόδιση της εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής, κατά την έννοια του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ).»

Επαρκής, επίσης θεωρώ, είναι και η αιτιολογία του αρμοδίου οργάνου ότι δεν υπήρχε περιθώριο επιβολής εναλλακτικών περιοριστικών μέτρων λόγω μη πρόθεσης του να συμμορφωθεί με την απόφαση απέλασης του λόγω των προηγούμενων και υφιστάμενων ενεργειών του. Προκύπτει, συναφώς από το ιστορικό του Αιτητή και/ή την συμπεριφορά του και/ή ενέργειες του και/ή η αδράνεια του για οκτώ μήνες μετά την σιωπηρή απόρριψη του να δικαιολογείται η κράτηση του. Η κράτηση αποτελεί το έσχατο μέτρο το οποίο λαμβάνεται τηρουμένων των αρχών της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας και εφόσον δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστούν άλλα λιγότερο περιοριστικά αντί της κράτησης μέτρα, αφού ο Αιτητής ουδέποτε αμφισβήτησε την απόφαση επί της σιωπηρής απόρριψης της αίτησης διεθνούς προστασίας, ουδέποτε αμφισβήτησε την κοινοποίηση της εν λόγω απόφασης, ουδέποτε την προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα όσα δε ισχυρίζεται η συνήγορος του Αιτητή περί γνησιότητας θρησκευτικού μουσουλμανικού γάμου, καλές σχέσεις και/ή φροντίδα του ενήλικου τέκνου (παρόλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει) της κατ΄ ισχυρισμό συζύγου του και/ή τυχόν δικαιώματα για εγγραφή του ως σύζυγος ευρωπαίου πολίτη δεν είναι ζητήματα που σχετίζονται με το αίτημα ασύλου και/ή εξετάζονται από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας - αλλά αποτελούν ισχυρισμούς που συνδέονται με πρόνοιες του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (Κεφ.105) βάσει του οποίου δικαιοδοσία έχει το Διοικητικό Δικαστήριο. Ούτε δε χρήσιμες είναι οι αποφάσεις που παραπέμπει η συνήγορος του Αιτητή επί οικογενειακής ενότητας και/ή βέλτιστου συμφέροντος ανηλίκου (σημειώνεται ότι δεν είναι τέκνο του Αιτητή αλλά ούτε ανήλικο πρόσωπο) καθότι το πιστοποιητικό θρησκευτικό μουσουλμανικού γάμου από μόνο του δεν τεκμηριώνει οικογενειακό δεσμό με την ευρωπαία υπήκοο, ο κατ΄ ισχυρισμός γάμος έλαβε κατά το σχετικό έγγραφο 14/08/24 χωρίς να γίνουν άλλες ενέργειες για νομιμοποίηση της παραμονής του μέχρι την 07/10/25 και/ή ένα χρόνο μετά αδρανώντας για την τύχη της αίτησης ασύλου του η οποία απορρίφθηκε τον 2ο/2025 και/ή  δεν αφορούν τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) που ορίζουν ρητώς τις περιπτώσεις κράτησης αιτούντων άσυλο. Ούτε σκοπός της παρούσας διαδικασίας είναι να αποφασιστεί η γνησιότητα του γάμου του Αιτητή, τυχόν δικαιώματα παραμονής που έχει βάσει άλλης νομοθεσίας και/ή άλλης δικαστικής δικαιοδοσίας. Αξίζει να υπομνήσθει επί τούτου ότι δικαίωμα παραμονής ως αιτούντας άσυλο δεν θεμελιώνει δικαίωμα για χορήγηση άδειας διαμονής (Άρθρο 8 περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000).

 

Στην προκειμένη περίπτωση και σε σχέση με τα γεγονότα που αφορούν τον ίδιο τον Αιτητή καταλήγω ότι η έρευνα και/ή αξιολόγηση της περίπτωσης του ήτο ολοκληρωμένη με αποτέλεσμα να ληφθούν υπόψη όλα τα αναγκαία κριτήρια για εφαρμογή του Άρθρου 9ΣΤ(2) (δ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025, (Ν. 6 (Ι)/2000). Οποιοδήποτε άλλο μέτρο από αυτό που εφαρμόστηκε από την αρμόδια αρχή δεν θα ήταν αποτελεσματικό και υπήρχε εμφανής κίνδυνος λόγω της συμπεριφοράς του Αιτητή να μην συμμορφωθεί με εναλλακτικά μέτρα με σκοπό να αποφύγει την επιστροφή του.

 

Υπό τύπο σχολίου σημειώνεται ότι η αρμόδια αρχή ενήργησε με συνέπεια και εξέτασε αμέσως την αίτηση του Αιτητή μετά την έγκριση επανανοίγματος και την απέρριψε και/ή δεν υποδεικνύεται αδράνεια των Υπηρεσιών, ούτε προκύπτει, ως ο ισχυρισμός της συνηγόρου του Αιτητή, εγκατάλειψη του σκοπού της αρμόδιας αρχής για απέλαση του και/ή αναλόγως φυσικά του αποτελέσματος της προσφυγής του στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας.

 

Συνεπώς, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται, το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης επικυρώνεται με €1300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

 

 

                         

 

ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Μ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο