ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
21 Ιανουαρίου, 2025
[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ - ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
K.M.V. (ARC 58183XXXX), εκ Κονγκό
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Τ. Μπετίτο (κος), για Πιερίδης & Πιερίδης, Δικηγόροι για τον Αιτητή
Μ. Βασιλείου (κα) για Ν. Νικολάου (κος), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση
Ο Αιτητής είναι παρών
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο Αιτητής αιτείται δήλωσης του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 10/10/2024, η οποία του κοινοποιήθηκε στις 03/12/2024 και με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή Διεθνούς προστασίας καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου 6(Ι)/2000 είναι άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερείται κάθε νόμιμου αποτελέσματος. Περαιτέρω, αιτείται δήλωσης του Δικαστηρίου για την παραχώρηση σ’ αυτόν καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (στο εξής δ.φ.) που βρίσκονται ενώπιον μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (στο εξής ΛΔΚ) και στις 25/03/2021 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, αφού προηγουμένως εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Στις 21/03/2024 και στις 19/09/2024, διεξήχθησαν συνεντεύξεις στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 10/10/2024 υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την εισήγηση όπως απορριφθεί το αίτημα του Αιτητή. Ακολούθως, στις 10/10/2024, ο δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, ενέκρινε την πιο πάνω Έκθεση-Εισήγηση αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή και εξέδωσε απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του. Στις 03/12/2024, εκδόθηκε απορριπτική του αιτήματος του Αιτητή επιστολή από την Υπηρεσία Ασύλου συνοδευόμενη από αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή αυθημερόν. Στις 27/12/2024, ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Δια της αίτησης ακυρώσεως του ο Αιτητής, μέσω των συνηγόρων του, πρόβαλε πλείονες λόγους ακυρώσεως, τους οποίους έθεσε με αοριστία και γενικότητα.
Οι συνήγοροι του Αιτητή, με τη γραπτή τους αγόρευση προωθούν:
1) Οι Καθ’ ων η Αίτηση μη ασκώντας ουσιαστικά και/ή ορθώς τη διοικητική και/ή αποφασιστική τους αρμοδιότητα, δεν εκτίμησαν ορθά τις επί της συνέντευξης απαντήσεις του Αιτητή και ούτε αναζήτησαν εξωτερικές πηγές για τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν τα ομοφυλόφιλα άτομα και την κακομεταχείριση που υφίστανται από τις οικογένειές τους, απορρίπτοντας αυθαίρετα και/ή εσφαλμένα την αίτησή του για διεθνή προστασία.
2) Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε χωρίς τη διεξαγωγή δέουσας έρευνας και συνεπώς μολύνεται από πλάνη περί τα πράγματα.
Οι Καθ' ων η αίτηση, μέσω της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου τους, υποβάλλουν ότι οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλει ο Αιτητής μέσω της προσφυγής του δεν εγείρονται σύμφωνα με τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 και για αυτόν τον λόγο δεν μπορούν να εξεταστούν. Επιπρόσθετα, οι Καθ΄ ων η Αίτηση, ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης λόγω του γενετήσιου προσανατολισμού του έτσι ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση, αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση, χωρίς να εμφιλοχωρήσει καμία πλάνη στη λήψη της και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς, παρατηρείται ότι οι λόγοι ακύρωσης που εγείρονται στην παρούσα αίτηση παρατίθενται με γενικότητα και αοριστία. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.
«Η αναφορά, για παράδειγμα, ότι «Η απόφαση πάσχει γιατί λήφθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα» (το ίδιο αοριστολόγοι είναι και οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης), δεν εξηγεί καθόλου, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα, ή σε πλάνη, ή καταπάτηση των αρχών της ίσης μεταχείρισης κλπ. Η προσφυγή θα μπορούσε να απορριφθεί για τους πιο πάνω διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αντανακλούν βεβαίως και επί της ουσίας. Αυστηρώς ομιλούντες τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων. (δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384) (δέστε Υπόθεση Αρ. 1119/2009 ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και Κυπριακής Δημοκρατίας).
Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672:
Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης.
Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).
Οι συνήγοροι του Αιτητή παραθέτουν γενικά και αόριστα τα νομικά σημεία στην προσφυγή και επικαλούνται παραβιάσεις του Συντάγματος, του περί Προσφύγων Νόμου, των Γενικών Αρχών και του Διοικητικού Δικαίου χωρίς ωστόσο να παραθέτουν τις συγκεκριμένες διατάξεις της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά επίσης ελλείπει οποιαδήποτε τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης.
Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636:
«Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγόρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».
Σχετική είναι και η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4.
«Το γεγονός ότι το άρθρο 146.1. του Συντάγματος καταγράφει ως αιτίες ακυρότητας την αντίθεση προς τις διατάξεις του Συντάγματος, ή του Νόμου και την υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας, δεν σημαίνει ότι αρκεί η γενική επίκληση κάποιας από αυτές χωρίς άλλο. Η ταξινόμηση κάποιου νομικού λόγου ως υπαγόμενου στα πιο πάνω, είναι εγχείρημα ουσίας που προϋποθέτει την έγερσή του σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις».
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου.
Αναφορικά με το ισχυρισμό του Αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης.
Περαιτέρω η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371,Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).
Στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου, 2010).
Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. The Republic (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης» (Δημοκρατίας ν. Γιαλλουρίδη και Άλλων), Αναθεωρητικές Εφέσεις 868, 868, ημερομηνίας 13.12.90)».
Οι αγορεύσεις αποτελούν τη μόνη μέθοδο ανάπτυξης των λόγων ακύρωσης ή ισχυρισμών που ήδη προσβλήθηκαν με το δικόγραφο της προσφυγής.
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται, τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου.
Εξετάζοντας λοιπόν, την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων ο Αιτητής δήλωσε τόσο με την αίτησή του για διεθνή προστασία όσο και κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, αλλά και όσων προβάλλει με την παρούσα προσφυγή, επισημαίνω τα κατωτέρω.
Σύμφωνα με τα στοιχεία στο φάκελο του Αιτητή, αυτός είναι ενήλικας από τη ΛΔΚ. Οι δυο συνεντεύξεις που διεξήγαγε ο αρμόδιος λειτουργός στον Αιτητή φαίνονται στα ερ. 40-28 και 59-43 δ.φ.
Υπό το φως των πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από τα πρακτικά των συνεντεύξεων του Αιτητή και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε την Έκθεση-Εισήγηση του επί τη βάση των εξής τριών (3) ουσιωδών ισχυρισμών:
(1) Προσωπικά στοιχεία και προφίλ Αιτητή
(2) Σεξουαλικός προσανατολισμός του Αιτητή ως ομοφυλόφιλο άτομο
(3) Κακομεταχείριση του Αιτητή από το οικογενειακό του περιβάλλον λόγω της ομοφυλοφιλίας του
Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε αυτόν ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και συνεπώς τον έκανε αποδεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ του Αιτητή όπως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση-Εισήγηση. Συγκεκριμένα, τα στοιχεία του Αιτητή εξακριβώθηκαν από το διαβατήριο το οποίο προσκόμισε και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Όσον αφορά το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι το Σεξουαλικό του προσανατολισμό ως ομοφυλόφιλο άτομο, ο αρμόδιος λειτουργός ακολούθησε το ειδικό ερωτηματολόγιο DSSH Model με ειδική διαμόρφωση για άτομα ανήκοντα στη μειονοτική ομάδα LGBTQI+ με σκοπό να διαπιστώσει εάν ο Αιτητής συγκέντρωνε τα χαρακτηριστικά της διαφορετικότητας (difference), του στίγματος (stigma), της ντροπής (shame) και της βλάβης (harm).
Αναφορικά με την Διαφορετικότητα (Difference),ο Αιτητής υπέπεσε σε αντίφαση ως προς το χρονικό διάστημα κατά το οποίο έγινε η συνειδητοποίηση της διαφορετικότητάς του, αφού ενώ πρόβαλε ότι έβγαινε ραντεβού με άτομα του ιδίου φύλου εξηγώντας περαιτέρω ότι από τότε που γεννήθηκε δεν ένοιωσε ποτέ έλξη για τις γυναίκες, μετέπειτα ισχυρίστηκε ότι άρχισε να έλκεται από τους άντρες στην ηλικία των 13 ετών. Πλέον, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει επαρκή στοιχεία για τη διαδικασία συνειδητοποίησης της διαφορετικότητάς του, αφ’ ης στιγμής σε σχετικές ερωτήσεις, δήλωσε απλώς ότι είχε αισθήματα. Για τους προβληματισμούς του μετά τη συνειδητοποίηση, αρκέστηκε στο να μιλήσει για το φόβο που αισθανόταν και αυτό εξαιτίας της κουλτούρας του και το τι του είχε συμβεί όχι όμως επειδή ήταν ομοφυλόφιλος. Για τη διαδικασία αποδοχής της ταυτότητάς του, δεν μπόρεσε να απαντήσει, με δεδομένο το ότι ανέφερε ότι ήρθε κοντά με ένα αγόρι και συνειδητοποίησε ότι ήταν σαν και αυτόν. Ακόμη, μοιράστηκε ελάχιστες πληροφορίες για τον κατ’ ισχυρισμόν ερωτικό του δεσμό με άτομο του ιδίου φίλου με αναφορές όπως ότι τον είδε σε ένα κομμωτήριο και ότι τον προσέλκυσε η ευγένεια και η καλοσύνη του.
Αναφορικά με τη Ντροπή (Shame) και το Στίγμα (Stigma) ήτοι το πως αισθανόταν στη χώρα του ως ομοφυλόφιλο άτομο, ο Αιτητής ανέφερε μεν ότι φοβόταν την οικογένεια του και τους ανθρώπους γύρω του, όμως δεν περιέγραψε τον οποιοδήποτε προβληματισμό ή ενδοιασμό λόγω της διαφορετικότητάς του. Ούτε τα λεγόμενά του δείκνυαν την όποια αίσθηση φόβου ή ντροπής, αφ’ ης στιγμής ισχυρίστηκε ότι η ταυτότητά του προκάλεσε οικογενειακά θέματα, αλλά αρκέστηκε σε γενικές αναφορές του τύπου ότι η οικογένειά του αρνήθηκε να τον αποδεχτεί, ότι τον θεωρούσε ντροπή και ότι η όλη κατάσταση οδήγησε στο θάνατο του πατέρα του.
Αναφορικά με την Βλάβη (Harm), ήτοι την ως προς το άτομο του συμπεριφορά ως ΛΟΑΤ άτομο, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν βίωσε καμία περιφρόνηση από την εκκλησία. Επιπλέον, μίλησε για τη μη αποδοχή της ομοφυλοφιλίας από την κονγκολέζικη κοινωνία, χωρίς ωστόσο να παραθέσει τους λόγους που τον ώθησαν στο να εξάγει το εν λόγω συμπέρασμα. Ακόμη, πρόβαλε ότι στη χώρα του δεν υπήρχαν νόμοι για την ομοφυλοφιλία, αλλά δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς εξηγήσεις επί τούτου, αναφέροντας μόνο ότι αν τυχόν συλλάμβαναν κάποιον, θα θεωρείτο ότι είχε κακή συμπεριφορά. Ερωτηθείς για τη στάση της κυβέρνησης απέναντι στα ΛΟΑΤ άτομα, απάντησε ότι αδυνατούσε να προβεί σε κάποιο σχόλιο και ότι μπορούσε να σχολιάσει μόνο ότι αφορούσε τον ίδιο. Κληθείς να απαντήσει πως τον επηρέαζε η κατάσταση στη χώρα του όσον αφορά τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, ανέφερε με γενικότητα ότι ο λόγος που ήθελε να γίνει πολιτικός ήταν για να μπορέσουν τα ΛΟΑΤ άτομα να τύχουν μιας φυσιολογικής ζωής.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός μετά από έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, αναφέρθηκε στη στάση της χώρας του απέναντι στην ομοφυλοφιλία/ αμφιφυλοφιλία, τονίζοντας ότι η εκεί αντιμετώπιση των εν λόγω ατόμων περιλάμβανε διακρίσεις, εξευτελιστική μεταχείριση και στιγματισμό. Πλέον, τόνισε την αμέλεια των κρατικών αρχών ως προς την έρευνα, τη δίωξη ή την τιμωρία των ατόμων που διέπρατταν βιαιότητες έναντι των ατόμων της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας. Ωστόσο, οι ελλιπείς και αόριστες από πλευράς του Αιτητή αναφορές και οι αντιφάσεις που εντοπίστηκαν στα λεγόμενά του, οδήγησαν στην απόρριψη του ισχυρισμού.
Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι την κακομεταχείριση του από το οικογενειακό του περιβάλλον και αυτό λόγω της ομοφυλοφιλίας του, οι Καθ’ ων η Αίτηση απέρριψαν αυτόν στη βάση των
ακόλουθων ευρημάτων. Συγκεκριμένα, ερωτηθείς για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο δόθηκαν στην οικογένειά του οι φωτογραφίες οι οποίες απεικόνιζαν τον ίδιο με τη σχέση του, απάντησε ότι δεν γνώριζε. Περαιτέρω, ως προς τον τρόπο με τον οποίον ήρθαν στα χέρια του προσώπου που τους τις προμήθευσε, ενώ αρχικά ανέφερε ότι δεν ήξερε πως ακριβώς τις απέκτησε, αργότερα δήλωσε ότι εκείνος τις βρήκε στο τηλέφωνο του συντρόφου του. Ακόμη, ισχυρίστηκε ότι η θεία του τον πήγε σε έναν προφήτη, ώστε ο τελευταίος να τον βοηθήσει να αποβάλει τα κακά πνεύματα από μέσα του και πρόσθεσε ότι ο προφήτης του έδωσε να πιεί νερό που δεν ήταν καλό. Κληθείς να εξηγήσει τι εννοούσε, απάντησε ασαφώς ότι το νερό θα τον βοηθούσε να απαλλαγεί από τα πνεύματα που του προκαλούσαν την ομοφυλοφιλία. Επιπλέον, ως προς το πως κατάφερε να δραπετεύσει από το μέρος όπου διέμενε με τον προφήτη με τον οποίον και ζούσε για ένα μήνα, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ικανοποιητικές πληροφορίες καθώς δήλωσε ότι ήταν εκεί για αρκετό καιρό και υπήρχε μια αποθήκη και άδραξε της ευκαιρίας και έφυγε. Τέλος, πρόβαλε ότι ακολούθως της φυγής του, πήγε να μείνει σε φίλο του και εκεί εμφανίστηκε ο θείος του και οι αρχές και τον συνέλαβαν. Ωστόσο, υπέπεσε σε αντιφάσεις ως προς το χρόνο που κρατείτο δεδομένου του ότι σε κάποια σημεία ισχυρίστηκε ότι τον άφησαν ελεύθερο μετά από 4 ημέρες και σε άλλα μετά από 3.
Ως προς την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι επί των συνεντεύξεων αναφορές του Αιτητή, σχετικά με το παρόν μέρος του αιτήματός του, δεν μπορούσαν να επιβεβαιωθούν από τις πηγές, λόγω της υποκειμενικής τους φύσης. Περαιτέρω, τόνισε ότι αφ’ ης στιγμής ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός περί του σεξουαλικού του προσανατολισμού ο οποίος αποτελούσε τη γενεσιουργό αιτία της δίωξης, δεν έτυχε αποδοχής, δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή ούτε η όποια κακομεταχείρισή του από το περιβάλλον του εξαιτίας αυτού.
Εν συνεχεία o αρμόδιος λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα του και συγκεκριμένα στην πρωτεύουσα Κινσάσα όπου ανέκαθεν ζούσε έως ότου εγκαταλείψει τη ΛΔΚ. Εξετάζοντας τα ουσιώδη περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά και αναλύοντας την κατάσταση ασφαλείας διαπιστώθηκε ότι, δεν υπήρχαν εύλογοι - βάσιμοι λόγοι, σε περίπτωση που επέστρεφε στη χώρα του, τη ΛΔΚ, και συγκεκριμένα στην πόλη Κινσάσα, να αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ως απόρροια της εκεί επικρατούσας κατάστασης ασφαλείας.
Ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε το κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούτο παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 (1) και έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 (2), (α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στην ΛΔΚ δεν υπήρχαν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους να προέκυπτε ότι θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υφίστατο θανατική ποινή ή εκτέλεση, όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(α) ή βασανιστήρια, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(β) ή πραγματικό κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ως το άρθρο 19 (2)(γ) προνοεί, αφού η πόλη Κινσάσα δεν βρισκόταν σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Ως εκ τούτου ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι o Αιτητής δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα ακόλουθα:
Καταρχάς, κρίνω ως ορθή την αποδοχή από τους Καθ' ων η Αίτηση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος και αφορά την ταυτότητα και τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή.
Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή περί του σεξουαλικού του προσανατολισμού ως ομοφυλόφιλου, διαπιστώνω πως αυτός ορθώς απορρίφθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση ως εσωτερικά αναξιόπιστος, αφού ο Αιτητής δεν στοιχειοθέτησε με συνεκτικότητα, σαφήνεια και λεπτομέρεια τον ανωτέρω ισχυρισμό του περί σεξουαλικού του προσανατολισμού ώστε να προκύπτει ο βιωματικός χαρακτήρας αυτού. Παρά την πληθώρα ερωτήσεων που τέθηκαν στον Αιτητή από τον αρμόδιο λειτουργό, εντούτοις δεν κατέστη εφικτή η δημιουργία μιας ξεκάθαρης και σαφούς εικόνας για τον τρόπο με τον οποίον διαμορφώθηκε και εξελίχθηκε η σεξουαλική του ταυτότητα. Ο Αιτητής, περιέπεσε σε αντιφάσεις σχετιζόμενες με το χρονικό διάστημα κατά το οποίο συνειδητοποίησε την ταυτότητά του ενώ δεν ήταν σε θέση να μοιραστεί στοιχεία που να φανέρωναν την εσωτερική διεργασία που υπέστη για την εν λόγω συνειδητοποίηση. Πλέον, δεν έδειξε αισθήματα ντροπής, φόβου, απομόνωσης ή δυσκολίας εξαιτίας της διαφορετικότητάς του και ούτε είχε αντίληψη της κατάστασης στη χώρα του όσον αφορά την αντιμετώπιση της κοινωνίας και της Κυβέρνησης ως προς τα ομοφυλόφιλα άτομα.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ισχυρισμού, πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής στις οποίες ανέτρεξε το Δικαστήριο για σκοπούς πληρότητας της έρευνας καταγράφουν ότι παρόλο που η ομοφυλοφιλία δεν ποινικοποιείται ρητά, τα ΛΟΑΤ άτομα περιθωριοποιούνται.[1] Πέραν τούτου, τα ΛΟΑΤ άτομα συχνά εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν νομικές διακρίσεις βάσει νόμων περί δημοσίας αιδούς και άλλων ευρύτερων νομοθετικών διατάξεων ενώ ορισμένες από τις διατάξεις παραμένουν ανοιχτές σε ερμηνείες οδηγώντας σε διώξεις και ποικίλες παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους.[2]
Ως αναφέρει η επιτροπή CESCR του ΟΗΕ, η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα αντιμετωπίζει στιγματισμό και διακρίσεις κατά την απόλαυση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών της δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης στην εργασία, τη στέγαση, την υγειονομική περίθαλψη και την εκπαίδευση.[3] Σε πληροφορίες που παρουσιάστηκαν ενώπιον του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ τον Αύγουστο του 2024 από τοπικούς, μη κυβερνητικούς οργανισμούς της ΛΔΚ, αναφέρεται ότι, αν και δεν υπήρχε ρητή ποινικοποίηση των σχέσεων του ίδιου φύλου, το 75% των ΛΟΑΤ ατόμων στη ΛΔΚ δεν είχαν πρόσβαση σε υπηρεσίες όπως η εκπαίδευση, η εργασία, η στέγαση, η υγειονομική περίθαλψη και η κοινωνική ασφάλιση, λόγω συστηματικού στιγματισμού και διακρίσεων ενώ οι θρησκευτικοί ηγέτες και οι κυρίαρχες πολιτισμικές πεποιθήσεις για τη μαγεία συνέβαλαν στο στιγματισμό και την περιθωριοποίηση αυτών των ατόμων.[4] Επιπλέον, τόσο τα μέσα ενημέρωσης όσο και οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, χρησιμοποιούνται για να προωθήσουν βία και διακρίσεις εναντίον των ΛΟΑΤ ατόμων.[5]
Ο αυτοπροσδιορισμός ως ΛΟΑΤΚI θεωρείται «πολιτισμικό ταμπού»[6]. Σύμφωνα με την έκθεση του United States Department of State, δημοσιευθείσα το 2024, άτομα της εν λόγω κοινότητας υπόκεινται σε παρενόχληση, στιγματισμό και βία συμπεριλαμβανομένου του «διορθωτικού βιασμού» («corrective rape») από κρατικούς και μη κρατικούς φορείς.[7] Περαιτέρω δε, η ως άνω έκθεση σημειώνει ότι τοπικοί οργανισμοί ανέφεραν αρκετές περιπτώσεις όπου ΛΟΑΤ άτομα υποβλήθηκαν σε ψυχιατρική θεραπεία ή θρησκευτικά τελετουργικά για να «αλλάξουν» τον σεξουαλικό προσανατολισμό του ατόμου. Σε κάποιες περιπτώσεις, υπέστησαν και σωματική βία[8].
Άλλες πηγές αναφέρουν πως τα περισσότερα ΛΟΑΤ άτομα δεν υποβάλλουν καταγγελίες στις αρχές εξαιτίας φόβου αντιποίνων και περαιτέρω στοχοποίησης[9]. Όπως αναφέρεται σε έκθεση του Καναδικού Συμβουλίου για τη Μετανάστευση και τους Πρόσφυγες, σύμφωνα με εκπρόσωπο της τοπικής οργάνωσης Rainbow Sunrise (RSM), δεν υπάρχουν υπηρεσίες υποστήριξης για μέλη σεξουαλικών μειονοτήτων και μειονοτήτων λόγω φύλου στη ΛΔΚ[10].
Παρότι οι ως άνω πληροφορίες θα ήταν δυνατό να θεωρηθούν ως θετικός δείκτης της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού ως κατέληξαν και οι Καθ' ων η Αίτηση, ενόψει της μη στοιχειοθετηθείσας εσωτερικής αξιοπιστίας αυτού, ο ισχυρισμός του Αιτητή περί του σεξουαλικού του προσανατολισμού του, δεν είναι δυνατό να γίνει αποδεκτός.
Όσον αφορά τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή περί της κακομεταχείρισης από το οικογενειακό του περιβάλλον και αυτό λόγω της ομοφυλοφιλίας του, βάσει της αξιολόγησης της αξιοπιστίας του υπό εξέταση ισχυρισμού του Αιτητή, το Δικαστήριο καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με τον αρμόδιο λειτουργό των Καθ΄ ων η Αίτηση και ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος.
Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή/Αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, αλλά ούτε κατά την ενώπιον μου διαδικασία.
Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι ο αρμόδιος λειτουργός, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.
Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358). Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι η συνοχή μεταξύ των δηλώσεων του Αιτητή συνιστά δείκτη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του[11]. Όταν ο Αιτητής κρίνεται αναξιόπιστος, δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης (βλ. υπόθ. αρ. 1964/06, ημερ. 11.3.08 Obaidul Haque v. Δημοκρατίας).
Στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, "Το ευεργέτημα της αμφιβολίας πρέπει να δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί και εξετασθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντος. Οι ισχυρισμοί του αιτούντος πρέπει να παρουσιάζουν συνοχή και αληθοφάνεια και να μην έρχονται σε αντίφαση με γεγονότα που είναι γενικά γνωστά σε όλους".
Επομένως, ορθά δεν παραχωρήθηκε σε αυτόν το ευεργέτημα της αμφιβολίας και ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησής του για διεθνή προστασία.
Περαιτέρω, συμφωνώ με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο αρμόδιος λειτουργός στη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με τη μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για έναν από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο Άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.
Σημειώνεται πως λόγω του ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή αναφορικά με το λόγο που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα του απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος, δεν πληρούνταν και οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορούσε να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα του, ο Αιτητής θα κινδύνευε να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).
Για τους ίδιους λόγους, κρίνω ότι ορθά κρίθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν στοιχειοθετούνταν ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2)(β) του Νόμου για να παρασχεθεί στον Αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα του.
Αναφορικά με τη μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:
Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakit? v. Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[1]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).
Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.
Εν προκειμένω, το Δικαστήριο προχώρησε σε έρευνα και για τις κρατούσες συνθήκες στην πρωτεύουσα Κινσάσα, όπου ο Αιτητής ανέκαθεν διέμενε έως ότου εγκαταλείψει τη χώρα του.
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων RULAC[12], μια πρωτοβουλία της Ακαδημίας Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Γενεύης, η κατάσταση στην Kinshasa, την πρωτεύουσα της ΛΔΚ, δεν κατατάσσεται ως ένοπλη σύγκρουση σύμφωνα με το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο. Το RULAC παρακολουθεί και κατατάσσει τις ένοπλες συγκρούσεις με βάση αυστηρά νομικά κριτήρια και δεν αναφέρει την Κινσάσα ως περιοχή που βιώνει τέτοια σύγκρουση.
Σημειώνεται συναφώς ως προς την κατάσταση στην πρωτεύουσα Κινσάσα, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 12/12/2025), καταγράφηκαν 43 περιστατικά πολιτικής βίας (“political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/ απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 54 θάνατοι.[13] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της Κινσάσα ανέρχεται σε 14,565,700 κατοίκους σύμφωνα με εκτίμηση του 2020[14].
Ως εκ των ανωτέρω, συμπεραίνεται ότι οι ένοπλες συγκρούσεις στην Κινσάσα δεν έχουν φτάσει σε σημείο που να στοχοποιούνται αδιακρίτως άμαχοι πολίτες μόνο και μόνο λόγω της παρουσίας τους.
Δεδομένων των πιο πάνω, καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι ο Αιτητής θα εκτεθεί σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας εάν επιστρέψει στον τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής του.
Τα εν λόγω στοιχεία καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πολιτεία, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Από τα πιο πάνω, δεν προκύπτει οτιδήποτε που να δημιουργεί τέτοιες προϋποθέσεις ώστε, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στην περιοχή συνήθους διαμονής του, να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτή θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή λόγω της παρουσίας του και μόνο στην εν λόγω περιοχή, αφού πρόκειται για άμαχο πολίτη, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία στη χώρα καταγωγής του.
Λαμβάνοντας υπόψιν και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Αιτητή, κρίνω ότι ο Αιτητής δεν έχει κάποιο προσωπικό χαρακτηριστικό που να αυξάνει το ρίσκο του. Πρόκειται για άτομο νεαρής ηλικίας, αρκούντως πεπαιδευμένο, που ομιλεί γαλλικά και Lingala, πλήρως ικανό προς εργασία και το οποίο δεν φέρει οποιαδήποτε διαπιστευμένη ευαλωτότητα. Συνεπώς, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή του στη χώρα του θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη και ως εκ τούτου δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στο άρθρο 19(2)(γ) του Περί Προσφύγων Νόμου.
Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.
Συνεπώς, η προσφυγή απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση.
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Freedom House, Freedom in the World 2024, Democratic Republic of the Congo, https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2024 (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 19/12/2025)
[2] Reuters, As Pope Francis visits Congo, LGBT+ activists cheer for perceived ally, 1 Φεβρουαρίου 2023, https://www.reuters.com/world/africa/pope-francis-visits-congo-lgbt-activists-cheer-perceived-ally-2023-02-01/ (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 19/12/2025); UNDP, Inclusive Governance Initiative: Democratic Republic of the Congo Baseline Report, 2022, σελ. 6, https://www.undp.org/sites/g/files/zskgke326/files/2022-07/UNDP-CD-%20igi-drc-baseline-report.pdf (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 19/12/2025)
[3] United Nations - Committee on Economic, Social and Cultural Rights, Concluding observations on the sixth periodic report of the Democratic Republic of the Congo, E/C.12/COD/CO/6, 28 Μαρτίου 2022, https://digitallibrary.un.org/record/3969917?ln=en&v=pdf , παρ. 28 (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 19/12/2025)
[4] United Nations General Assembly, Summary of stakeholders' submissions on the Democratic Republic of the Congo*Report of the Office of the United Nations High Commissioner for Human Rights, A/HRC/WG.6/47/COD/3, 30 Αυγούστου 2024, παρ. 13, διαθέσιμο σε: g2415753.pdf (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 19/12/2025)
[5] United Nations General Assembly, Summary of stakeholders' submissions on the Democratic Republic of the Congo*Report of the Office of the United Nations High Commissioner for Human Rights, A/HRC/WG.6/47/COD/3, 30 Αυγούστου 2024, παρ. 13, διαθέσιμο σε: g2415753.pdf (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 19/12/2025)
[6] United States Department of State (USDOS), Democratic Republic of the Congo 2022 Human Rights Report, 20 Μαρτίου 2023, σελ. 43, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2023/03/415610_CONGO-DEM-REP-2022-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 19/12/2025)
[7] United States Department of State (USDOS), Democratic Republic of the Congo 2023 Human Rights Report, 23 Απριλίου 2024, σελ. 51, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 19/12/2025)
[8] United States Department of State (USDOS), Democratic Republic of the Congo 2023 Human Rights Report, 23 Απριλίου 2024, σελ. 52, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 19/12/2025)
[9] Belgium, CEDOCA, Republique Democratique du Congo: Minorit?s sexuelles et de genre, 15 Δεκεμβρίου 2023, σελ. 13, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._les_minorites_sexuelles_et_de_genre_20231215.pdf (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 19/12/2025); European Union Agency for Asylum (EUAA), Democratic Republic of the Congo (DRC) COI Query Situation of LGBTIQ people; legislation and implementation; treatment by the state; treatment by society; availability of state protection; access to support services, 14 Φεβρουαρίου 2024, σελ. 7, https://lifos.migrationsverket.se/dokument?documentAttachmentId=50185 (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 19/12/2025)
[10] IRB - Immigration and Refugee Board of Canada: Democratic Republic of the Congo: Treatment of individuals based on their sexual orientation, gender identity and expression, and/or sex characteristics (SOGIESC) by society and authorities, including legislation, state protection and support services (2020-February 2022) [COD200957.E], 22 Μαρτίου 2022, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458565&pls=1 (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 19/12/2025)
[11] EASO, 'Practical Guide: Evidence Assessment, 2015,
https://euaa.europa.eu/sites/default/files/public/EASO-Practical-Guide_-Evidence-Assessment.pdf (ημ. τελευταίας πρόσβασης στις 19/12/2025).
[12] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-democratic-republic-of-congo , (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 19/12/2025)
[13] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 19/12/2025)
[14] City Population - DRC - Kinshasa, https://www.citypopulation.de/en/drcongo/cities/ (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 19/12/2025)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο