ΔΡ. ΜΑΡΙΟΣ ΒΡΥΩΝΙΔΗΣ ν. ΑΝΟΙΚΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 62/2022, 28/1/2026
print
Τίτλος:
ΔΡ. ΜΑΡΙΟΣ ΒΡΥΩΝΙΔΗΣ ν. ΑΝΟΙΚΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 62/2022, 28/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ

 

(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 62/2022)

 

28 Ιανουαρίου, 2026

 

[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

                                           ΔΡ. ΜΑΡΙΟΣ ΒΡΥΩΝΙΔΗΣ

 

                                                                                                                       Εφεσείων,

  

  v.

 

 

ΑΝΟΙΚΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ

                                                                                                                                                                                                                                     Εφεσίβλητης.

--------------------

Ε. Λοϊζίδου (κα), για ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι για τον Εφεσείοντα.

Α. Χρίστου (κα), για ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι για το Εφεσίβλητο.

---------------------

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Σεραφείμ, Δ.:

---------------------

 

 

 

  ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΣΕΡΑΦΕΙΜ: Η ως άνω Έφεση στρέφεται εναντίον της απορριπτικής απόφασης ημερομηνίας 1.3.2022 στην Προσφυγή Αρ. 369/2020 (εφεξής η «Προσφυγή»). Την Προσφυγή είχε ασκήσει ο Εφεσείων εναντίον απόφασης του Εφεσίβλητου ημερομηνίας 17.12.2019, με την οποία είχε επικυρωθεί απόφαση της Συγκλήτου του Εφεσίβλητου, κατόπιν επανεξέτασης, για μη διορισμό του στη θέση Λέκτορα ή Επίκουρου Καθηγητή στη Σχολή Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών στη γνωστική περιοχή «Μεθοδολογία Εκπαιδευτικής Έρευνας» του μεταπτυχιακού προγράμματος Επιστήμες της Αγωγής (εφεξής η «επίδικη θέση»).

 

Τα ουσιώδη γεγονότα καταγράφηκαν στην πρωτόδικη απόφαση και δεν αμφισβητούνται. Συνοπτικά, αυτά έχουν ως ακολούθως:

 

Σε συνεδρία της ημερομηνίας 11.1.2013, η Διοικούσα Επιτροπή του Εφεσίβλητου ασχολήθηκε με την πλήρωση της επίδικης θέσης, διαδικασία στην οποία ο Εφεσείων ήταν υποψήφιος, καταλήγοντας σε απόφαση  όπως η εν λόγω θέση παραμείνει κενή.

 

Η εν λόγω απόφαση προσβλήθηκε επιτυχώς από τον Εφεσείοντα με την Προσφυγή Αρ. 1267/2013, αφού η απόφαση ακυρώθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο στις 30.1.2017 λόγω κακής σύνθεσης της Διοικούσας Επιτροπής του Εφεσίβλητου, κατά παράβαση του Άρθρου 21(3) του Ν. 158(Ι)/1999.

 

Κατά την επανεξέταση που ακολούθησε, η Διοικούσα Επιτροπή του Εφεσίβλητου, σε συνεδρία της ημερομηνίας 16.3.2017, αποφάσισε τον μη διορισμό του Εφεσείοντος στην επίδικη θέση, κρίνοντας αφενός ότι, αυτός δεν κατείχε οποιοδήποτε τίτλο σπουδών στο γνωστικό αντικείμενο της εν λόγω θέσης και αφετέρου ότι, δεν υφίστατο πλέον ανάγκη για πλήρωση της επίδικης θέσης.

 

Εναντίον αυτής της απόφασης ο Εφεσείων καταχώρησε την Προσφυγή Αρ. 782/2017. Το Διοικητικό Δικαστήριο, στις 24.6.2019, εξέδωσε επ’ αυτής ακυρωτική απόφαση, διαπιστώνοντας παράβαση του Άρθρου 42 του Ν.158(Ι)/1999 (αρχή της αμεροληψίας), λόγω της συμμετοχής συγκεκριμένου μέλους σε συνεδρία της Διοικούσας Επιτροπής, το οποίο σχετιζόταν επαγγελματικά με υποψήφια για την επίδικη θέση. 

 

Ακολούθησε νέα επανεξέταση. Αυτή τη φορά η Σύγκλητος του Εφεσίβλητου, σε συνεδρία της ημερομηνίας 7.10.2019, αποφάσισε τον μη διορισμό του Εφεσείοντα στην επίδικη θέση, με το αιτιολογικό ότι «δεν στοιχειοθετείται η συνάφεια του έργου του με τη γνωστική περιοχή «Μεθοδολογία Εκπαιδευτικής Έρευνας», η οποία, σύμφωνα με την προκήρυξη της επίδικης θέσης, περιλάμβανε ποσοτικές μεθόδους, ποιοτικές μεθόδους και μεικτή μεθοδολογία.

 

Ακολούθως, η Σύγκλητος παρέπεμψε το θέμα στο Συμβούλιο του Εφεσίβλητου, το οποίο, σε συνεδρία του ημερομηνίας 17.12.2019, επικύρωσε την απόφαση της Συγκλήτου για μη διορισμό του Εφεσείοντος στην επίδικη θέση.

 

Κατά της πιο πάνω απόφασης, καταχωρήθηκε η Προσφυγή με απορριπτικό αποτέλεσμα, ως προαναφέρθηκε και, ακολούθως, η υπό εξέταση Έφεση.

 

Παραθέτουμε αυτούσιους τους λόγους Εφέσεως:

 

          «1. Λόγος Έφεσης 1

 

Εσφαλμένα το Δικαστήριο δεν απέδωσε τη σημασία που είχε η άποψη των ειδικών και εσφαλμένα έκρινε ότι η γνώμη του Εκλεκτορικού Σώματος δεν μπορούσε να είναι βαρύνουσας σημασίας.

 

Αιτιολογία

 

Τούτο γιατί σύμφωνα με τον Καν. 5(3) της ΚΔΠ 276/2010 «υποψήφιος εκλέγεται εάν συγκεντρώσει τις θετικές ψήφους τριών τουλάχιστον μελών του Εκλεκτορικού Σώματος».

 

Ο Αιτητής κρίθηκε ομόφωνα από το Εκλεκτορικό Σώμα ως προσοντούχος και κατάλληλος για διορισμό.

 

Το Εκλεκτορικό Σώμα είναι το αρμόδιο όργανο για την αξιολόγηση των υποψηφίων ενώ σύμφωνα με τον καν.4 της ΚΔΠ 276/10 τα εξωτερικά μέλη είναι καθηγητές του ίδιου γνωστικού αντικειμένου ως η προκήρυξη της θέσης. Πρόσθετα σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου (16)(α) του άρθρου 32 του νόμου τα μέλη του εκλεκτορικού σώματος έχουν εξειδικευμένες γνώσεις και εμπειρίες στην ανοικτή εξ αποστάσεως εκπαίδευση.

 

Επομένως η γνώμη του Εκλεκτορικού Σώματος ήταν βαρύνουσας και είχε αποφασιστική σημασία και όμως ανατράπηκε και/ή παραγνωρίστηκε αυθαίρετα και χωρίς αιτιολογία για μια ακόμη φορά στη νέα υπό εξέταση επανεξέταση.

 

2. Λόγος Έφεσης 2

         

Εσφαλμένα το Δικαστήριο έκρινε ότι ο Αιτητής δεν έχει τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του για ποιο λόγο έπρεπε στην επανεξέταση να εφαρμοστεί το εδάφιο (18) του άρθρου 32 του Νόμου 234(Ι)/2002. Δηλαδή να γίνει η επανεξέταση από το όργανο που τότε είχε εξουσία δηλαδή τη Διοικούσα Επιτροπή που θα διόριζε το Υπουργικό Συμβούλιο. Ανάμειξη δύο νέων οργάνων που δεν υπήρχαν στον ουσιώδη χρόνο που έκρινε, πρόσθετα, αυθαίρετα και χωρίς ειδική αιτιολογία.

 

Αιτιολογία

 

Τούτο γιατί κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν υπήρχαν τα όργανα της Συγκλήτου και του Συμβουλίου του Πανεπιστημίου. Υπήρχε μόνο  το Εκλεκτορικό Σώμα που ομόφωνα έκρινε προσοντούχο τον Εφεσείοντα/ Αιτητή και τον σύστησε για διορισμό.

 

Οι δύο προηγούμενες αποφάσεις της Διοικούσας Επιτροπής με τις οποίες έκρινε μη προσοντούχο τον Εφεσείοντα/ Αιτητή ακυρώθηκαν λόγω πάσχουσας σύνθεσης της.

 

Η επανεξέταση έπρεπε να γίνει στη βάση του τότε νομικού και πραγματικού καθεστώτος και ή όπως ο Ν. 158(Ι)/99 και η σχετική Νομολογία προβλέπουν ώστε να διορθωθεί το πάσχον νομικό σημείο που αφορούσε τη Διοικούσα Επιτροπή.

 

Επομένως δεν μπορούσαν στην επανεξέταση να αναμειχθούν δύο όργανα (Σύγκλητος και Συμβούλιο του Πανεπιστημίου) που δεν υπήρχαν τον ουσιώδη τότε χρόνο και δεν είχαν κατά Νόμο εξουσία μετά την Ακύρωση, ως στοιχεία μεταγενέστερα, να επανεξετάσουν μια υπόθεση που αφορούσε πριν την ίδρυση τους χρόνο.

 

Περαιτέρω σε συμμόρφωση προς το δεδικασμένο έπρεπε να θεραπευτεί το πάσχον νόμιμο σημείο.

 

Το εδάφιο (18) του άρθρου (32) του νόμου 234(Ι)/2002 προβλέπει τα ακόλουθα:

 

«(18) Σε περίπτωση ακύρωσης από το δικαστήριο απόφασης της Διοικούσας Επιτροπής, η οποία λόγω της φύσης της δεν μπορεί να τύχει επανεξέτασης από άλλο όργανο του Πανεπιστημίου, το Υπουργικό Συμβούλιο διορίζει Διοικούσα Επιτροπή με αποκλειστικό σκοπό την επανεξέταση της ακυρωθείσας απόφασης με βάση το νομικό και πραγματικό καθεστώς που ίσχυε κατά το χρόνο λήψης της ακυρωθείσας απόφασης και τα όσα έχουν κριθεί στην ακυρωτική απόφαση:

 

Νοείται ότι, ο διορισμός Διοικούσας Επιτροπής γίνεται για σκοπούς επανεξέτασης της ακυρωθείσας απόφασης και μόνο και δεν αντικαθιστά τα όργανα του Πανεπιστημίου σε οποιαδήποτε λειτουργία τους».

 

Επομένως στην επανεξέταση δεν θα έπρεπε να αναμειχθεί η Σύγκλητος και το Συμβούλιο που δεν υπήρχαν στον ουσιώδη χρόνο.

 

Εν πάση δε περιπτώσει η ανάμειξη τους ως μεταγενέστερο στοιχείο, δεν ήταν νόμιμη, δικαία και/ή με ειδική αιτιολογία, ως δυσμενής πράξη.

 

Συνέτρεχε άλλος μη νόμιμος λόγος για μη «αναγκαίο» πλέον διορισμό στην ειδικότητα, σαφώς αλλότριος μη νόμιμος σκοπός.

 

3. Λόγος Έφεσης 3

 

Εσφαλμένα το Δικαστήριο έκρινε ότι η Σύγκλητος διεξήγαγε επαρκή ή νόμιμη έρευνα αναφορικά με τα προσόντα του Εφεσείοντα/ Αιτητή και έδωσε αντικειμενική ειδική αιτιολογία για την απόκλιση της από την απόφαση του Εκλεκτορικού Σώματος. Απόκλιση που αποφασίστηκε για νέο λόγο από ότι οι ήδη ακυρωθέντες, που έγινε χωρίς πρώτα να ακουστεί ο Αιτητής.

 

Αιτιολογία

 

Εάν η Σύγκλητος διενεργούσε δέουσα έρευνα και μελετούσε προσεκτικά και όχι προσηλωμένη στην προηγηθείσα και ακυρωθείσα μεροληπτική γνώμη της, το βιογραφικό σημείωμα του Εφεσείοντα/ Αιτητή, θα διαπίστωνε ότι κατέχει τα απαιτούμενα κατά την προκήρυξη της θέσης προσόντα αφού, οι μεταπτυχιακές του έργο και δημοσιεύσεις) ήταν απόλυτα σχετικά με το γνωστικό αντικείμενο της Εκπαιδευτικής Έρευνας ως απόλυτα ορθά, άλλωστε, κρίθηκε από το Εκλεκτορικό.

 

Ο Εφεσείων/Αιτητής κατά τη διάρκεια των σπουδών του παρακολούθησε μαθήματα στο γνωστικό αυτό αντικείμενο, ο τίτλος διατριβής του κατά την απόκτηση του μεταπτυχιακού τίτλου ήταν απόλυτη εφαρμογή αυτών στο χώρο της Εκπαίδευσης ενώ από τις δημοσιεύσεις του τουλάχιστον οι πέντε είναι στο γνωστικό αυτό αντικείμενο.

 

Πέραν τούτου η επταετής διδακτική εμπειρία του σε τρία τουλάχιστον πανεπιστήμια ήταν στο μεγαλύτερο μέρος της ακριβώς στο συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο.

 

Εξάλλου η προκήρυξη της επίδικης θέσης δεν απαιτεί να κατέχει κάποιος υποψήφιος σχετικό τίτλο με το αντικείμενο της θέσης. Τα δεδομένα στοιχεία, προσόντα και πείρα του Εφεσείοντα υπερκαλύπτουν τις απαιτήσεις του Σχεδίου Υπηρεσίας.

 

Η Σύγκλητος χωρίς να ζητήσει διευκρινήσεις από τον Αιτητή και γενικά χωρίς να τον ακούσει, υπό πλάνη έκρινε ότι δήθεν δεν κατέχει συγκεκριμένο τίτλο σπουδών στο γνωστικό αντικείμενο που προέβλεψε το Σχέδιο Υπηρεσίας, ενώ η προκήρυξη της θέσης δεν απαιτεί κάτι τέτοιο.

 

Περαιτέρω η Σύγκλητος αναφέρει γενικά και αόριστα τι έλαβε υπόψη χωρίς να δώσει ειδικούς και πειστικούς λόγους για την απόκλιση της από την έκθεση του Εκλεκτορικού Σώματος, δηλαδή από τους καθηγητές του ίδιου και συναφούς γνωστικού αντικειμένου και οι οποίοι έχουν εξειδικευμένες γνώσεις και εμπειρίες και είναι το αρμόδιο όργανο για την αξιολόγηση των υποψηφίων.»

 

Μελετήθηκαν προσεκτικά τα όσα αναφέρθηκαν στο περίγραμμα αγόρευσης του Εφεσείοντος προς υποστήριξη της Εφέσεως, στο οποίο οι λόγοι Εφέσεως 1 και 3 αναπτύχθηκαν σωρευτικά, ένεκα συνάφειας τους. Μελετήθηκε, επίσης, ο αντίλογος του Εφεσίβλητου στο δικό του περίγραμμα αγόρευσης, όπως και η πρωτόδικη απόφαση και ο διοικητικός φάκελος της υπόθεσης.

 

Δεν κρίνεται αναγκαίο, στην υπό εξέταση περίπτωση, να ενδιατρίψουμε, πέραν των όσων απαιτούνται, σε ένα έκαστο των επιχειρημάτων των πλευρών, τα οποία έχουμε εξετάσει. Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου (ενεργούντος ως τριτοβάθμιο) ημερομηνίας 21.2.2024 στην Αίτηση Αρ. 9/23:

 

«Έχουμε υπόψη το σύνολο των επιχειρημάτων της κάθε πλευράς και το υλικό που τέθηκε ενώπιον μας, την πρωτόδικη απόφαση και την απόφαση του Εφετείου, περιλαμβανομένης της απόφασης του διαφωνήσαντος δικαστή. Δεν απαιτείται όμως να ενδιατρίψουμε πέραν των όσων απαιτούνται για τις ανάγκες της απόφασης. Όπως αναφέρθηκε στην Οδυσσέα ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 490:

 

«Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. Η δραστικότητα ενός επιχειρήματος συναρτάται με την επίδραση, που μπορεί να έχει στη θεώρηση των επιδίκων θεμάτων.»

 

Η αρχή αυτή έχει επανειλημμένα τονιστεί (Βλ. μεταξύ άλλων, Νίκος Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 179/22, ημερ. 8.2.2023, Λ.Γ.Γ. (L.G) ν. Π.Γ., Έφεση Αρ. 2/23 (i-justice), ημερ. 21.6.2023, Sokolowski v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 52/19, ημερ. 23.6.2022, ECLI:CY:AD:2022:B267, ECLI:CY:AD:2022:B267  Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 61/2020, ημερ. 14.7.2022), ECLI:CY:AD:2022:B304, ECLI:CY:AD:2022:B304»

 

Καταρχάς, ο δεύτερος λόγος Έφεσης (βλ. ανωτέρω), ο οποίος αναπτύχθηκε πρώτος στο περίγραμμα αγόρευσης του Εφεσείοντα, δεν ευσταθεί. Και εξηγούμε:

 

Η Σύγκλητος (και το Συμβούλιο) δεν έχουν «αντικαταστήσει» (και δη για το μέλλον

και μόνο) τη Διοικούσα Επιτροπή, εν είδει «διάδοχου» σχήματος, ήτοι μεταγενέστερα της αρχικώς ληφθείσας και δις ακυρωθείσας αποφάσεως (βλ. ανωτέρω στα γεγονότα) νομοθετικά καθορισθέντος οργάνου. Το αντίθετο συμβαίνει. Τόσο το Συμβούλιο, όσο και η Σύγκλητος προνοούνταν στο Νόμο εξαρχής. Η Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή αρχικά και στη συνέχεια η Διοικούσα Επιτροπή, μέχρι και τη συγκρότηση/σύσταση της Συγκλήτου και του Συμβουλίου, δηλαδή σε χρονικό πλαίσιο προσωρινότητας, όφειλε να ασκεί και ασκούσε τα εξαρχής με τη θέσπιση του νόμου και τη λειτουργία του Εφεσίβλητου καθήκοντα της Συγκλήτου και του Συμβουλίου (στα οποία συμπεριλαμβάνεται, κατά την κρίση μας και η παρούσα διαδικασία, όπως και η περίπτωση λήψης απόφασης σε ενδεχόμενο επανεξέτασης), ως σαφώς προκύπτει από την παράγραφο 8 (α),(β) του Άρθρου 32 του περί Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμου του 2002, Ν. 234(I)/2002 (εφεξής ο «Νόμος»), στην οποία προνοείται ως ακολούθως (με δική μας υπογράμμιση):

 

(8)(α) Η Διοικούσα Επιτροπή έχει όλες τις αρμοδιότητες και εκτελεί όλα τα καθήκοντα του Συμβουλίου και της Συγκλήτου, μέχρι την εκλογή της πρώτης Συγκλήτου και τη σύσταση του πρώτου Συμβουλίου του Πανεπιστημίου, των Κοσμητειών σε μη αυτόνομες Σχολές και του Εργαστηρίου Εκπαιδευτικού Υλικού και Εκπαιδευτικής Μεθοδολογίας μέχρι την αυτόνομη λειτουργία του.

 

(β) Με την εκλογή της πρώτης Συγκλήτου και τη σύσταση του πρώτου Συμβουλίου του Πανεπιστημίου η Διοικούσα Επιτροπή παύει αυτόματα να έχει οποιεσδήποτε αρμοδιότητες ή καθήκοντα δυνάμει των περί Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμων του 2002 και 2010. Το Υπουργικό Συμβούλιο, με απόφασή του, τερματίζει και τυπικά τον διορισμό της Διοικούσας Επιτροπής»

 

Η Σύγκλητος (και το Συμβούλιο) ήταν, ως προαναφέρθηκε, εξαρχής προβλεπόμενα όργανα στο Νόμο, ως όργανα διοίκησης του Πανεπιστημίου (βλ. Άρθρο 10 του Νόμου) και τις αρμοδιότητες αυτών ασκούσε μεταβατικά και μόνο και μέχρι τη σύσταση τους, η Διοικούσα Επιτροπή. Έπεται ότι, μετά την σύσταση της Συγκλήτου (και του Συμβουλίου), η Διοικούσα Επιτροπή έπαψε αυτόματα, ως νομοθετικά ρητώς ορίζεται (βλ. ανωτέρω) να ασκεί οποιεσδήποτε αρμοδιότητες ή καθήκοντα (μεταξύ αυτών και το όποιο καθήκον επανεξέτασης), τα οποία, πλέον, ασκούνται από τα εξαρχής προβλεπόμενα να τα ασκούν όργανα, ήτοι τη Σύγκλητο και το Συμβούλιο. Η σχετική αρμοδιότητα «επέστρεψε», δηλαδή, εκεί που εξαρχής είχε νομοθετικά εναποτεθεί. Συνεπώς, τόσο η Σύγκλητος (ως το ανώτατο ακαδημαϊκό όργανο κρίσεως, βλ. Άρθρο 12(1) του Νόμου), όσο και το Συμβούλιο (επικυρωτικά, βλ. Άρθρο 11 (4) του Νόμου σε συνδυασμό με το Άρθρο 6(1) (γ) (i) του Ν. 234(I)/2002) είχαν πλέον την υποχρέωση να ασκήσουν το εξαρχής (προσωρινά μέχρι την σύσταση τους ασκούμενο από τη Διοικούσα Επιτροπή) καθήκον τους για διενέργεια επανεξέτασης, ως και έπραξαν.

 

Με βάση τα πιο πάνω και καταληκτικά, δεν τίθεται βασίμως θέμα ότι η επίδικη απόφαση όφειλε να ληφθεί από άλλη Διοικούσα Επιτροπή η οποία όφειλε να διοριστεί από το Υπουργικό Συμβούλιο, κατά τα οριζόμενα στο Άρθρο 32 (18) του Νόμου (βλ. ανωτέρω υπό τον λόγο Έφεσης 2). Αυτό διότι, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν τέτοια που «λόγω της φύσης της δεν μπορεί να τύχει επανεξέτασης από άλλο όργανο του Πανεπιστημίου». Αντιθέτως, ήταν απόφαση που καθηκόντως όφειλε πλέον να ληφθεί από την εν τω μεταξύ συγκροτηθείσα Σύγκλητο και το συσταθέν Συμβούλιο, ως ήταν εξαρχής νομοθετική τους αρμοδιότητα.

 

Σημειώνουμε πρόσθετα στα ανωτέρω και εμφαντικά, ότι το Άρθρο 32 (18) του Νόμου εισάχθηκε και τέθηκε σε ισχύ στις 15.11.2019 (με σχετική δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας του τροποποιητικού Νόμου Ν. 144(Ι)/2019), ήτοι μεταγενέστερα της επίδικης απόφασης της Συγκλήτου, η οποία είχε ληφθεί στις 7.10.2019 (βλ. ανωτέρω) και, συνεπώς, δεν θα μπορούσε καν, ως εκ τούτου, να τύχει εφαρμογής (τουλάχιστον) επί της εν λόγω αποφάσεως.

 

Με βάση τα ανωτέρω, ο λόγος Έφεσης 2 απορρίπτεται.

 

Όσον αφορά τον λόγο Έφεσης 1 και 3, οι σχετικές αναλυτικές αναφορές του πρωτόδικου Δικαστηρίου έχουν ως ακολούθως:

 

«Περαιτέρω, ο συνήγορος του αιτητή, διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι, ακόμα και να είχε κατά νόμο αρμοδιότητα η Σύγκλητος να αναμειχθεί, η απόφασή της πάσχει λόγω ελλιπούς και/ή ανεπαρκούς αιτιολογίας, αλλά και ως προιόν μη διενέργειας της δέουσας έρευνας.

 

Δεν συμφωνώ ούτε με τις πιο πάνω θέσεις.

 

Εν πρώτοις, όσον αφορά στους ισχυρισμούς του κ. Αγγελίδη σχετικά με την απόκλιση της Συγκλήτου από την προηγηθείσα, υπέρ του αιτητή, θέση του Εκλεκτορικού Σώματος, δεν μπορεί παρά να ληφθεί υπόψη ότι η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου, σύμφωνα και με το άρθρο 12 του Νόμου, είναι το ανώτατο ακαδημαϊκό όργανο του Πανεπιστημίου, το οποίο βεβαίως έχει καθοριστικό ρόλο στη λήψη των αποφάσεων του καθ' ου η αίτηση. Στην δε σύνθεση της Συγκλήτου, σύμφωνα πάντα με το άρθρο 12, συμμετέχει, μεταξύ άλλων, και ένα μέλος του Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού του Πανεπιστηµίου από κάθε Σχολή. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η εισήγηση του συνηγόρου του αιτητή ότι υφίστατο ανάγκη για ειδική αιτιολόγηση της απόφασης της Συγκλήτου και/ή για υποβολή ειδικής και τεκμηριωμένης γνώμης εκ μέρους της Συγκλήτου λόγω του γεγονότος ότι τα μέλη αυτής δεν έχουν «εξειδικευμένες γνώσεις και τα προσόντα τους δεν είναι του ιδίου γνωστικού αντικειμένου με αυτό της κάθε ξεχωριστής προκήρυξης για διαφορετικές ειδικότητες», όπως συμβαίνει με τα μέλη του Εκλεκτορικού Σώματος. Εξάλλου, όπως ορθώς παρατηρεί και η κα Χρίστου, η γνώμη του Εκλεκτορικού Σώματος δεν θα μπορούσε να είναι βαρύνουσας και, εν πάση περιπτώσει, καθοριστικής σημασίας, εφόσον, κατά πάγια νομολογία, ο χαρακτήρας οποιουδήποτε γνωμοδοτικού οργάνου είναι συμβουλευτικός και δεν είναι υποχρεωμένο το αποφασίζον όργανο να ακολουθήσει την γνώμη του γνωμοδοτικού οργάνου, ως ήταν εν προκειμένω το Εκλεκτορικό Σώμα (βλ. Κυριάκος Αλεξάνδρου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1375/2010, ημερ. 5.3.2013).

 

Ωσαύτως, και στην υπό κρίση περίπτωση δεν ήταν υποχρεωμένη η Σύγκλητος να ακολουθήσει την προηγηθείσα θέση και/ή γνώμη του Εκλεκτορικού Σώματος. Σε τέτοια, όμως, περίπτωση, είχε υποχρέωση η Σύγκλητος να αιτιολογήσει επαρκώς την, αντίθετη, απόφασή της (βλ. Ε.Π. Σπηλιωτόπουλου, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, 12η Έκδοση, παρ. 115 και 134). Κάτι που, εν προκειμένω, κρίνω ότι έπραξε. Πράγματι, εξετάζοντας την απόφαση της Συγκλήτου, η οποία λήφθηκε κατά τη συνεδρία της, ημερομηνίας 7.10.2019, κρίνω ότι αυτή υπήρξε επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη, εφόσον προκύπτει με σαφήνεια το σκεπτικό και οι λόγοι διαμόρφωσης της θέσης της Συγκλήτου, ως επίσης και ποια στοιχεία λήφθηκαν υπόψη, ούτως ώστε να καθίσταται εφικτή και η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου (Louis Berger International Inc. κ.α. v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας (2002) 4 Α.Α.Δ. 243, Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Συμπληρώνεται δε η αιτιολογία της πράξης, σύμφωνα και με το άρθρο 29 του Νόμου 158(Ι)/1999, από το περιεχόμενο του οικείου διοικητικού φακέλου και δη από τα έγγραφα που είχαν τεθεί ενώπιον της Συγκλήτου (βλ. Θεοδωρίδου ν. Δημοκρατίας (1984) 3 Α.Α.Δ. 146, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371).

 

Συγκεκριμένα, εξετάζοντας την εν λόγω απόφαση, προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα ενώπιον της Συγκλήτου στοιχεία. Όπως ρητά καταγράφεται στο σχετικό πρακτικό, λήφθηκαν υπόψη, μεταξύ άλλων, επιστολή του δικηγόρου του αιτητή, με την οποία ο κ. Αγγελίδης καλούσε το καθ' ου η αίτηση σε συμμόρφωση και επανεξέταση, νομική γνωμάτευση των δικηγόρων του Πανεπιστημίου ως προς τον τρόπο και τη διαδικασία συμμόρφωσης με την προηγηθείσα ακυρωτική απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης αναφορικά με την προηγηθείσα διαδικασία, καθώς και όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούσαν τα όσα έλαβαν χώρα σε σχέση με την πλήρωση της θέσης Λέκτορα ή Επίκουρου Καθηγητή στη Σχολή Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών στη γνωστική περιοχή «Μεθοδολογία Εκπαιδευτικής Έρευνας» του μεταπτυχιακού προγράμματος Επιστήμες της Αγωγής.

 

Τα μέλη της Συγκλήτου, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, αποφάσισαν τον μη διορισμό του αιτητή στην επίδικη θέση, «επειδή δεν στοιχειοθετείται η συνάφεια τον έργου του με τη γνωστική περιοχή «Μεθοδολογία Εκπαιδευτικής Έρευνας» η οποία, σύμφωνα με την προκήρυξη της θέσης, περιλαμβάνει ποσοτικές μεθόδους, ποιοτικές μεθόδους και μεικτή μεθοδολογία. Διαφαίνεται ότι ο xx. Βρυωνίδης έχει μεν χρησιμοποιήσει στις δημοσιεύσεις του μεθόδους εκπαιδευτικής έρευνας, αλλά κατόπιν έρευνας διαπιστώθηκε ότι το αντικείμενο των εργασιών του δεν αναφέρεται καθαυτό στη μεθολογία της εκπαιδευτικής έρευνας. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, ο xx. Βρυωνίδης δεν είναι κάτοχος οποιουδήποτε τίτλου σπουδών επί τον συγκεκριμένου γνωστικού αντικειμένου της προκηρυχθείσας θέσης στη γνωστική περιοχή «Μεθοδολογία Εκπαιδευτικής Έρευνας»». Παρατίθενται εν συνεχεία οι τίτλοι που κατέχει ο αιτητής και καταλήγει η Σύγκλητος αναφέροντας ότι έλαβε επίσης υπόψη της το περιεχόμενο της προηγηθείσας Έκθεσης του Εκλεκτορικού Σώματος ημερομηνίας 31.8.2012, καθώς και το περιεχόμενο της Συμπληρωματικής Έκθεσης Εκλεκτορικού Σώματος ημερομηνίας 12.12.2012, τονίζοντας εκ νέου ότι δεν στοιχειοθετείται η συνάφεια τον αντικειμένου του αιτητή με τη γνωστική περιοχή «Μεθοδολογία Εκπαιδευτικής Έρευνας».

 

Δεν εντοπίζεται κενό αιτιολόγησης της πιο πάνω κατάληξης της Συγκλήτου, η οποία κρίνεται δεόντως και/ή επαρκώς αιτιολογημένη, δυνάμενη, ως έχει προαναφερθεί, να συμπληρωθεί, και όντως συμπληρώνεται, από τα εντός του διοικητικού φακέλου έγγραφα, αλλά και να υπαχθεί στον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο.

 

Περαιτέρω, από τα πιο πάνω, προκύπτει και η διενέργεια της δέουσας έρευνας εκ μέρους της Συγκλήτου, η οποία πριν από τη λήψη της απόφασής της, έλαβε υπόψη της το σύνολο των εγγράφων που είχαν τεθεί ενώπιον της, περιλαμβανομένων βεβαίως και των προαναφερθέντων, στα οποία η Σύγκλητος αναφέρεται συγκεκριμένα στην απόφασή της. Δεν διαπιστώνω κενό έρευνας, η οποία κρίνεται επαρκής και/ή η δέουσα. Ενώπιον της Συγκλήτου υπήρχαν όλα τα απαιτούμενα στοιχεία προκειμένου να ληφθεί η, σε κάθε περίπτωση, εύλογα επιτρεπτή, απόφασή της και αδίκως ο αιτητής παραπονείται.

 

Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, το αναθεωρητικό Δικαστήριο δεν ασχολείται με τη

διαπίστωση πρωτογενών γεγονότων και δεν επεκτείνεται στην ουσιαστική κρίση του διοικητικού οργάνου, αλλά εστιάζει την προσοχή του στο κατά πόσον η διεξαχθείσα έρευνα ήταν επαρκής και περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας της δικαστικής πράξης, ως εύλογα επιτρεπτής υπό τις περιστάσεις, έστω και αν το ίδιο θα μπορούσε εύλογα να καταλήξει σε διαφορετικά συμπεράσματα (FIRST ELEMENTS EUROCONSULTANTS LTD ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 34/2012, ημερ. 15.12.2017, Καμηλάρης ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 725 και Δημοκρατία ν. C. Kassinos Cosntruction Ltd (1990) 3(E) Α.Α.Δ. 3835). Η τελική δε εκτίμηση των γεγονότων και η λήψη της σχετικής απόφασης αποτελεί καθήκον και υποχρέωση του αρμόδιου, κατά περίπτωση, διοικητικού οργάνου και τα Δικαστήρια δεν υποκαθιστούν τη Διοίκηση στην αναζήτηση και στάθμιση των στοιχείων αυτών (βλ. LORD SHERATONS REPRODUCTIONS LTD ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 187/12, ημερ. 28.3.2019, ECLI:CY:AD:2019:C112 και Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας [1929-1959] σελ. 185). Η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία έρευνας του υπό εξέταση θέματος, ποικίλει ανάλογα με το αντικείμενό του, ενώ η έρευνα θεωρείται επαρκής εφόσον επεκτείνεται στη διερεύνηση κάθε σχετικού και ουσιώδους γεγονότος, που παρέχει τη βάση για εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων (LORD SHERATONS REPRODUCTIONS, ανωτέρω, Motorways Ltd ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 447, Χαράλαμπος Κύπρου Χωματένος ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. Αρ. 102/09, 14.3.2013 και Logicom Public Ltd v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών κ.α., Α.Ε. Αρ. 153/09, 14.1.2014).

 

Ως εκ των πιο πάνω, κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται και ο δεύτερος εγειρόμενος λόγος ακύρωσης που προωθεί ο αιτητής.»

 

Παρατηρούμε μία λάθος προσέγγιση στο σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου (ανωτέρω) ότι, τα Εκλεκτορικά Σώματα στο Εφεσίβλητο πανεπιστήμιο που διορίστηκαν από την τότε Διοικούσα Επιτροπή είναι γνωμοδοτικής/συμβουλευτικής φύσεως. Αυτή η θέση δεν είναι ορθή. Η αρμοδιότητα τους είναι αποφασιστικής φύσεως (βλ. Άρθρο 32(16)(δ) του Νόμου, με δικό μας τονισμό «Τα εκλεκτορικά σώματα προβαίνουν στην επιλογή των πρώτων Καθηγητών και Αναπληρωτών Καθηγητών…».

 

Ωστόσο, αυτό δεν επηρεάζει την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος, αφού ορθά επισημαίνει ότι η Σύγκλητος ασκεί δευτεροβάθμιο ακαδημαϊκό έλεγχο της απόφασης του Εκλεκτορικού Σώματος, ήτοι η απόφαση του Εκλεκτορικού Σώματος δεν είναι τελεσίδικη.

 

Κατά τα λοιπά, συγκλίνουμε με την ανάλυση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και την κατάληξη του, ότι έχει επαρκώς αιτιολογηθεί η επίδικη απόφαση της Συγκλήτου, αλλά και ότι διεξήχθη η δέουσα έρευνα από τη διοίκηση. Το ζητούμενο δεν είναι η απόδοση ιδεώδους αιτιολογίας, αλλά η επάρκεια της, προς κατανόηση του σκεπτικού της ληφθείσας απόφασης από τα δικαστήρια. Στην περίπτωση θεωρούμε ότι αυτή η υποχρέωση έχει ικανοποιηθεί. Κατά τα λοιπά, εν απουσία πλάνης περί τα πράγματα ή τον Νόμο, υπέρβασης εξουσίας ή έλλειψης αιτιολογίας που θα δικαιολογούσαν δικαστική παρέμβαση (βλ. απόφαση ημερομηνίας 11.9.2023 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 93/16 ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ v. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ), το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στην ορθότητα των ακαδημαϊκών συμπερασμάτων, αφού κάτι τέτοιο θα υπερέβαινε του πλαισίου της ακυρωτικής φύσεως της δικαιοδοσίας του και θα το καθιστούσε ανεπίτρεπτα δικαστήριο ουσίας.

 

Ως εκ τούτου και ο πρώτος και τρίτος λόγος Έφεσης απορρίπτονται.

 

Ως εκ των ανωτέρω, η Έφεση απορρίπτεται, με έξοδα ύψους 3000 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, εναντίον του Εφεσείοντα και υπέρ του Εφεσίβλητου.

 

Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

        Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.

 

        Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.

 

                                                           Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο