Μd. M. R. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 668/24, 26/1/2026
print
Τίτλος:
Μd. M. R. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 668/24, 26/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

       Υπόθεση Αρ. 668/24

 

26 Ιανουαρίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

Μd. M. R.

Αιτητή

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

Υπηρεσίας Ασύλου

 

                                                                                      Καθ' ων η αίτηση

 

..................................................

 

Ο αιτητής παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου

 

Νατάσα Χαραλαμπίδου, για Νατάσα Χαραλαμπίδου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόρος για τον αιτητή

 

Κυριάκος Ιμανίμης για Νικόλα Κουρσάρη, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση

 

  

Α Π Ο Φ Α Σ Η 

  

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 14/10/2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και τον διοικητικό φάκελο (εφεξής «δ.φ.») που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος του Μπαγκλαντές και στις 06/12/2019 συμπλήρωσε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Στις 10/12/2019 ο αιτητής παρέλαβε βεβαίωση υποβολής αιτήματος διεθνούς προστασίας. 

 

Στις 14/05/2021 αποστάλθηκε επιστολή προς τον αιτητή όπως παρουσιαστεί ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου στις 03/06/2021 για διεξαγωγή της προσωπικής του συνέντευξης όμως ο αιτητής δεν το έπραξε. Ακολούθως και συγκεκριμένα στις 05/06/2021 ο αιτητής δεν ανταποκρίθηκε ούτε σε τηλεφωνική κλήση του αρμόδιου λειτουργού.  Στις 07/06/2021, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε εισήγηση σχετικά με το κλείσιμο του φακέλου του αιτητή και διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησής του, καθώς ο αιτητής δεν παρέστη στην προσωπική συνέντευξη στην οποία κλήθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου.  Επομένως, η Υπηρεσία Ασύλου θεώρησε ότι  ο αιτητής σιωπηρά είχε αποσύρει την αίτησή του ή είχε υπαναχωρήσει από αυτήν.  Ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου στις 08/06/2021 υιοθέτησε την εισήγηση για κλείσιμο του φακέλου και τη διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης του αιτητή.  Στις 10/06/2021 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή μαζί με την απόφασή της η οποία ταχυδρομήθηκε προκειμένου να την παραλάβει και να ενημερωθεί ο αιτητής.

 

Στις 10/12/2021 ο αιτητής υπέβαλε αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του και  στις 06/10/2023, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 07/10/2023, ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση σχετικά με τη συνέντευξη του αιτητή. Στις 14/10/2023, αρμόδιος λειτουργός εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών, να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την εισήγηση για την αίτηση του αιτητή και αποφάσισε την απόρριψή της. Στις 20/12/2023, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε από τον ίδιο στις 05/02/2024. Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Ο αιτητής, μέσω της συνηγόρου του, πρόβαλε στην αίτηση ακυρώσεως αρκετούς νομικούς ισχυρισμούς, τους οποίους περιόρισε με τη Γραπτή του Αγόρευση στους ακόλουθους:  ως πρώτος λόγος προβάλλεται η έλλειψη έρευνας και/ή δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, πλάνη περί τα πράγματα και το Νόμο, κατάχρηση και/ή υπέρβαση εξουσίας, μη χρηστή διοίκηση. Στα πλαίσια αυτού του λόγου ακύρωσης, υποστηρίζει ότι οι καθ’ ων η αίτηση δεν έχουν διεξάγει έρευνα αναφορικά με τους ισχυρισμούς του αιτητή για την δίωξη και τον κίνδυνο που αντιμετωπίζει κατά της ζωής του στη χώρα καταγωγής του, εξαιτίας της ανάμειξής του με το κόμμα της αντιπολίτευσης. Είναι η θέση της ότι η διενεργηθείσα συνέντευξη, διάρκειας μόλις μίας ώρας, οδήγησε στο λανθασμένο συμπέρασμα του λειτουργού ότι ο αιτητής δεν υφίσταται οποιαδήποτε μορφή δίωξης στη χώρα του και δεν κατάφερε να τεκμηριώσει το προσφυγικό του αίτημα όπως αυτό προνοείται στους λόγους της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.  Πρόσθετα, υποστηρίζουν πως οι ισχυρισμοί του δεν αξιολογήθηκαν με την απαιτούμενη σοβαρότητα από τον αρμόδιο λειτουργό, αλλά αντιθέτως ο λειτουργός κατέληξε σε βεβιασμένα συμπεράσματα.  Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι δεν έχει διεξαχθεί οποιαδήποτε αξιολόγηση σε εξατομικευμένη βάση, αντικειμενικά και αμερόληπτα για να εξεταστούν δεόντως και/ή να επαληθεύσουν τους ισχυρισμούς του αιτητή.

 

Ακολούθως, με τον δεύτερο λόγο ακύρωσης προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από αναρμόδιο άτομο-όργανο, μη δεόντως εξουσιοδοτημένο να εκτελεί τα καθήκοντα του Προϊσταμένου και πως η συνέντευξη διεκπεραιώθηκε από αναρμόδιο πρόσωπο, κατά παράβαση της χρηστής διοίκησης και με κατάχρηση και/ή υπέρβαση εξουσίας.  Ο συνήγορος των καθ’ων η αίτηση παρουσίασε στη συνήγορο του αιτητή την σχετική εξουσιοδότηση του λειτουργού και η κυρία Χαραλαμπίδου επιβεβαίωσε ότι ήταν νόμιμα εξουσιοδοτημένη η λειτουργός να εκτελεί τα καθήκοντά της.  Ενόψει τη εξέλιξης αυτής, θα πρέπει να αναφερθεί πως η συνήγορος του αιτητή απέσυρε τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας που περιλαμβάνεται στην γραπτή της αγόρευση για το καθεστώς εργοδότησης του λειτουργού (CAS) που διεξήγαγε τη συνέντευξη, όπως επίσης και τους ισχυρισμούς περί αναρμοδιότητας του κύριου Αγρότη, ισχυρισμό τον οποίο διευκρίνισε πως δεν θα επιμείνει  Συνεπώς ο δεύτερος νομικός ισχυρισμός αποσύρθηκε στο σύνολό του και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.  Καταληκτικά ως τρίτος λόγος ακυρώσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη και/ή μη δεόντως αιτιολογημένη.

 

Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων η συνήγορος του αιτητή απέσυρε τον δεύτερο νομικό ισχυρισμό και υιοθέτησε τον πρώτο και τρίτο νομικό ισχυρισμό της Γραπτής της Αγόρευσης.  Η κυρία Χαραλαμπίδου κατά το στάδιο των διευκρινίσεων τόνισε πως ο αιτητής τόσο στο έντυπο υποβολής της αίτησης του για διεθνή προστασία, όσο και στη συνέντευξή του έχει προβάλει πολιτικούς λόγους, για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, επειδή είναι υποστηρικτής του κόμματος που βρίσκεται στην αντιπολίτευση και για τους λόγους αυτούς διώκεται προσωπικά.  Ειδικότερα, η συνήγορος του αιτητή υπέδειξε ότι στην αίτησή του (ερυθρό 1 και μετάφραση ερυθρό 31 του διοικητικού φακέλου) αναφέρεται πως είναι αναμεμιγμένος στην πολιτική και επίσης κατά τη διάρκεια της συνέντευξης έχει αναφερθεί ότι είναι μέλος στο πολιτικό κόμμα Jamayet Islam.

 

Ο συνήγορος των καθ’ων η αίτηση κατά το στάδιο των διευκρινίσεων σε απάντηση των όσων ανέφερε η συνήγορος του αιτητή, υποστήριξε πως ο αιτητής κατά την παραμονή του στη χώρα του δεν φαίνεται να αντιμετώπισε κάποιο ουσιαστικό πρόβλημα σε σχέση με τα πολιτικά του πιστεύω ούτε φαίνεται να έχει δώσει στοιχεία που να δείχνουν ότι έχει εκδιωχθεί, ή φυλακιστεί για τις πολιτικές του απόψεις. Ταυτόχρονα, αναφέρει ότι εγκατέλειψε τη χώρα του για οικονομικούς λόγους, με διαδρομή μέσω Ντόχα, Κατάρ και Λίβανο και έφτασε στην Κυπριακή Δημοκρατία, χρησιμοποιώντας το διαβατήριο του και χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα.

 

Από την πλευρά του ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση μέσω της Γραπτής του Αγόρευσης υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει ότι λήφθηκε ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στο αρμόδιο όργανο και ότι είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.  Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και ειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφαση.

 

Προχωρώ να εξετάσω τον πρώτο και δεύτερο νομικό ισχυρισμό του αιτητή περί μη δέουσας έρευνας και αναιτιολόγητης απόφασης εκ μέρους των καθ' ων αίτηση. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας.

 

Στην αίτηση που υπέβαλε ο αιτητής στην Υπηρεσία Ασύλου κατέγραψε ότι διαθέτει πέντε αδερφούς και τρεις αδερφές έτσι ως πολυμελείς οικογένεια μεγάλωσαν στην φτώχεια. Ακόμα κατέγραψε ότι υπάρχουν διαμάχες μεταξύ των αδερφιών του σχετικά με κτηματικά ζητήματα, και πως προσπάθησαν να τον σκοτώσουν. Λόγω των ανωτέρω, η παραμονή του στη χώρα καταγωγής του έθετε σε κίνδυνο τη ζωή του. Έτσι, ο αιτητής δανείστηκε χρήματα από φίλους και συγγενείς για να φτάσει στη Κυπριακή Δημοκρατία και αναγκάστηκε να αιτηθεί για διεθνή προστασία γιατί η άδεια παραμονής του έληξε (ερυθρό 1 και μετάφραση αυτού, ερυθρό 46 του διοικητικού φακέλου).

 

Στις 14/05/2021 αποστάλθηκε επιστολή προς τον αιτητή όπως παρουσιαστεί ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου στις 03/06/2021 για διεξαγωγή της προσωπικής του συνέντευξης όμως ο αιτητής δεν το έπραξε. Ακολούθως και συγκεκριμένα στις 05/06/2021 ο αιτητής δεν ανταποκρίθηκε ούτε σε τηλεφωνική κλήση του αρμόδιου λειτουργού.

 

Στις 07/06/2021, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε εισήγηση σχετικά με το κλείσιμο του φακέλου του αιτητή και διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησής του, καθώς ο αιτητής δεν παρέστη στην προσωπική συνέντευξη στην οποία κλήθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου.  Επομένως, η Υπηρεσία Ασύλου θεώρησε ότι  ο αιτητής σιωπηρά είχε αποσύρει την αίτησή του ή είχε υπαναχωρήσει από αυτήν.  Ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την εισήγηση για κλείσιμο του φακέλου και τη διακοπή της διαδικασίας της αίτησης του αιτητή.

 

Στη συνέχεια, ο αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερο αίτημα στις 10/12/2021 μέσω του οποίου εισηγείται πως ο ίδιος και η οικογένειά του αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα.  Πρόσθετα, ανέφερε πως εμπλέκεται με τα πολιτικά από τότε που ήταν νεαρός.  Ισχυρίστηκε πως δεν συνέχισε τις σπουδές του, πως δεν μπορούσε να βρει εργασία και ότι η κατάσταση στη χώρα του ήταν αφόρητη και γι’αυτό το λόγο εγκατέλειψε τη χώρα του.

 

Κατά το στάδιο της συνέντευξής του, ο αιτητής δήλωσε υπήκοος Bangladesh, με τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής το χωριό North Madarsha. Δήλωσε ότι δεν είναι νυμφευμένος και ως προς το θρήσκευμα ότι είναι μουσουλμάνος. Ως προς την οικογένεια του, δήλωσε ότι οι γονείς του έχουν αποβιώσει, η μεν μητέρα του το 2018 και ο πατέρας του το 2021 και ότι έχει τέσσερις αδερφούς και τρεις αδερφές. Είναι απόφοιτος της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ομιλεί Bangla και μερικώς την αγγλική γλώσσα και στη χώρα του εργαζόταν ως δάσκαλος σε ιδιωτικό σχολείο (ερυθρά 52-51 του διοικητικού φακέλου).

 

Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα του, ο αιτητής ανέφερε ότι έφτασε στη Κυπριακή Δημοκρατία για να εργαστεί. Όπως όμως περαιτέρω ανέφερε (κατά το χρόνο της συνέντευξης) τα αδέρφια του αντιμετώπιζαν προβλήματα γιατί εμπλέκονταν στα πολιτικά.  Όταν ρωτήθηκε, εάν ο ίδιος ανήκει σε κάποιο πολιτικό κόμμα αποκρίθηκε ότι ήταν μέλος του Jamayet Islam. Κληθείς να διευκρινίσει αν αποτελούσε μέλος ή αν ήταν απλά υποστηρικτής του κόμματος, ο αιτητής αποκρίθηκε ότι ήταν υποστηρικτής του συγκεκριμένου πολιτικού κόμματος.  Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει εάν ο ίδιος αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα λόγω των πολιτικών του απόψεων, αποκρίθηκε αρνητικά. Ως προς τα προβλήματα που αντιμετώπισαν τα αδέρφια του, δήλωσε ότι οι αστυνομικές αρχές επισκέπτονται τα σπίτια τους για να πληροφορηθούν τι πρόκειται να ψηφίσουν. Επαναλήφθηκε η ερώτηση για το αν ο ίδιος αντιμετώπισε προσωπικά κάποιο πρόβλημα με την κυβέρνηση, λόγω του ότι ήταν υποστηρικτής του συγκεκριμένου πολιτικού κόμματος και απάντησε αρνητικά.

 

Κατόπιν διευκρινιστικών ερωτημάτων σχετικά με τα πολιτικά της χώρας του, ο αιτητής ανέφερε ότι οι επόμενες εκλογές αφορούν τη κυβέρνηση και θα διεξαχθούν (όπως ανέφερε κατά το χρόνο της συνέντευξης) τον Ιανουάριο του έτους 2023.  Διευκρίνισε πως η κυβέρνηση είναι στην εξουσία 15 χρόνια και ότι ο αιτητής είναι εναντίον της κυβέρνησης. Σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής αναφέρθηκε στις πολιτικές αναταραχές λόγω των επερχόμενων εκλογών. Τέλος, ανέφερε ότι περί το 2016-2015, ήταν κρατούμενος σε κέντρο για μια μέρα λόγω μιας διαμαρτυρίας που συμμετείχε κατά της κυβέρνησης, χωρίς να του συμβεί οτιδήποτε ενώ ανέφερε πως δεν ενεπλάκηκε σε καυγά απλά έλαβε μέρος στη διαμαρτυρία.

 

Στη βάση των ανωτέρω προβαλλόμενων ισχυρισμών, ο αρμόδιος λειτουργός στην Έκθεση-Εισήγησή του σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος ισχυρισμός αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής, τα προσωπικά στοιχεία και το προφίλ του αιτητή και ο δεύτερος σχετικά με τους οικονομικού περιεχομένου λόγους. Αμφότεροι οι ουσιώδεις ισχυρισμοί του αιτητή έγιναν αποδεκτοί από τον αρμόδιο λειτουργό.

 

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ουσιώδεις ισχυρισμούς, την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία του αιτητή, καθώς επίσης και το γεγονός ότι εγκατέλειψε τη χώρα του για λόγους οικονομικού περιεχομένου και κατόπιν παράθεσης και αξιολόγησης πληροφοριών αναφορικά με τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του, έκρινε ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Κατά τη νομική ανάλυση για το προσφυγικό καθεστώς, ο αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε πως από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του αιτητή διαφαίνεται ότι στο πρόσωπό του δεν συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, για κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται εξαντλητικά στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Λαμβάνοντας επίσης υπόψιν την παράγραφο 62 του Εγχειριδίου της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, καθώς σύμφωνα με τις δηλώσεις του, ο αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του για οικονομικούς λόγους καθιστώντας τον ως εκ τούτου οικονομικό μετανάστη, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή του στο καθεστώς πρόσφυγα.

 

Στη συνέχεια, λαμβάνοντας υπόψη το προφίλ του αιτητή, τα αποδεκτά ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τους ισχυρισμούς του και την αξιολόγηση κινδύνου, διαπίστωσε πως δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 19 του Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, καθότι με βάση έρευνα που διεξήγαγε ο αρμόδιος λειτουργός διαπιστώθηκε ότι η κατάσταση στη χώρα καταγωγής του και στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του, δεν χαρακτηρίζεται από διεθνή ή εσωτερική ένοπλη σύγκρουση. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης, εξέτασε ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.

 

Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τη συνήγορό του, αλλά και από το συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση.  Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου και αφορά ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία του αιτητή, δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμό, εφόσον προκύπτει πως ορθά έγινε αποδεκτός.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος συνδέεται με τους οικονομικούς λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και ο οποίος έγινε  αποδεκτός, σημειώνεται πως σύμφωνα με την παράγραφο 62 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων που εκδόθηκε από την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες: «62. Μετανάστης είναι το πρόσωπο που για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στον ορισμό εγκαταλείπει οικειοθελώς τη χώρα του με σκοπό να εγκατασταθεί αλλού. Μπορεί δε να ωθείται από την επιθυμία για αλλαγή ή για περιπέτεια ή από οικογενειακούς ή άλλους προσωπικούς λόγους. Εάν ωθείται αποκλειστικά από οικονομικά κίνητρα, είναι οικονομικός μετανάστης και όχι πρόσφυγας.».

 

Όπως έχει κατ' επανάληψην νομολογηθεί, οι οικονομικοί μετανάστες δεν εμπίπτουν στην έννοια του ορισμού του πρόσφυγα (Βλ. ενδεικτικά Md Jakir Hossain v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 2319/2006, ημερομηνίας 16/7/2008, Barakan Petrosyan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 883/2008, ημερομηνίας 10/2/2012, Irene Ferenko v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 1051/2010, ημερομηνίας 21/12/2011). Επομένως, μπορεί να κρίθηκε αξιόπιστος ως προς τον προαναφερόμενο ισχυρισμό, αλλά δεν θα μπορούσε να του χορηγηθεί οποιοδήποτε καθεστώς στη βάση τούτου.

 

Ο αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του νόμιμα, χρησιμοποιούνται τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και αφίχθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία νομίμως κατέχοντας άδεια εργασίας.  Επομένως, ορθά έγινε αποδεκτός ο προαναφερόμενος ισχυρισμός αλλά τέτοιος ισχυρισμός δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε χορήγηση οποιουδήποτε καθεστώτος.

 

Η συνήγορος του αιτητή επεσήμανε πως ο ίδιος αναφέρθηκε στα πολιτικά προβλήματα που αντιμετωπίζει και πως θα έπρεπε το αρμόδιο όργανο να αξιολογήσει τον ισχυρισμό αυτό σε εξατομικευμένη βάση.  Θα πρέπει βέβαια να αναφερθεί πως τέτοιος ισχυρισμός δεν τεκμηριώνεται ούτε στη συνέντευξή του, ούτε στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, εφόσον ο ίδιος δήλωσε ότι ήταν απλό υποστηριχτής κόμματος και πως συνελήφθη στα πλαίσια μιας διαμαρτυρίας, χωρίς να του συμβεί οτιδήποτε, ενώ στη συνέχεια αφέθηκε ελεύθερος.

 

Για να αποδειχθεί ότι πρόσωπο κινδυνεύει λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων θα πρέπει να αποδείξει την ενεργή δράση του στην παράταξη που βρίσκεται ενάντια στο κυβερνών κόμμα, πράγμα το οποίο δεν κατάφερε να αποδείξει ο αιτητής.  Στην παράγραφο 80 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων, του Ύπατου αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών, αναφέρονται τα εξής:

 

«80. Το να έχει κάποιος πολιτικές απόψεις διαφορετικές από εκείνες της κυβέρνησης δεν συνιστά από μόνο του λόγο για αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα και ο αιτών πρέπει να αποδείξει ότι εξαιτίας αυτών των απόψεων έχει φόβο δίωξης. Τούτο προϋποθέτει ότι ο αιτών εκφράζει απόψεις που δεν είναι ανεκτές από τις αρχές, επειδή συνιστούν κριτική στην πολιτική ή στις μεθόδους τους.  Προϋποθέτει επίσης ότι οι αρχές έχουν πληροφορηθεί τις απόψεις του συγκεκριμένου προσώπου ή ότι του αποδίδουν τέτοιες απόψεις.  Οι πολιτικές απόψεις ενός διδασκάλου ή ενός συγγραφέα είναι ενδεχομένως περισσότερο έκδηλες από εκείνες ενός προσώπου που είναι λιγότερο δημόσια εκτεθειμένο.  Η σχετική σημασία ή απήχηση των απόψεων του αιτούντος όπως διαπιστώνεται κάθε φορά με βάση τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης είναι επίσης καθοριστική.»

 

Ο προβαλλόμενος ισχυρισμός δεν αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα χορήγησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας εφόσον η αόριστη επίκληση ενός κινδύνου ζωής, όταν κάποιος ισχυρίζεται πως είναι απλά υποστηριχτής κόμματος και όταν ο ισχυρισμός αυτός δεν συνεπικουρείται εξ' ουδενός αντικειμενικού στοιχείου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αρκούντως σοβαρός λόγος που ισοδυναμεί με στοιχείο ικανό να καλύψει τις προϋποθέσεις χορήγησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας.  Ούτως ή άλλως, οποιαδήποτε προσβολή ενός δικαιώματος δεν υποχρεώνει τις αρχές του κράτους μέλους να χορηγήσουν το καθεστώς του πρόσφυγα στον υφιστάμενο την προσβολή.

 

Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφαση στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).

 

 Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):  «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».

 

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).  

 

Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.

 

Πρόσθετα, από το σύνολο το στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου κρίνω ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. (Βλ.Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία). 

 

Ακολούθως, στα πλαίσια της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχώρησα σε έρευνα σε έγκυρες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του αιτητή και στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του, από την οποία προκύπτουν τα ακόλουθα.

 

Κατόπιν αναζήτησης στη βάση δεδομένων ACLED, για το τελευταίο έτος (με τελευταία ενημέρωση τον Ιανουάριο του 2026), στη περιφέρεια (Division) Chittagong όπου ανήκει το χωριό  North Madarsha καταγράφηκαν 255 περιστατικά πολιτικής βίας από τα οποία προέκυψαν 93 ανθρώπινες απώλειες. Στο χωριό North Madarsha δεν σημειώθηκαν περιστατικά ασφαλείας[1] Ο συνολικός πληθυσμός της περιφέρειας Chittagong το 2022 ανερχόταν σε 34,178, 612 πολιτών.[2]

 

Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τόπο συνήθους διαμονής του όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι ενήλικας υγιής άνδρας, ικανοποιητικού μορφωτικού επιπέδου, χωρίς εξαρτώμενα, πλήρως ικανός προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.

 

Επιπρόσθετα, λαμβάνεται υπόψη ότι ο Υπουργός Εσωτερικών στα πλαίσια των εξουσιών του  δυνάμει του άρθρου 12Β τρις του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6 (Ι)/2000) με την Κ.Δ.Π. 145/2025, καθόρισε τη χώρα καταγωγής του αιτητή ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, εφόσον ικανοποιήθηκε βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, ότι στην οριζόμενη χώρα γενικά και μόνιμα δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.

 

Κατά πάγια νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα.

 

Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνίδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97). Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί της ευπαίδευτης συνηγόρου του αιτητή, ο πρώτος και ο τρίτος ισχυρισμός περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου απορρίπτονται στο σύνολό τους.

 

Η συνήγορος του αιτητή στα πλαίσια του πρώτου λόγου ακυρώσεως προβάλλει πως το αρμόδιο όργανο κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ενήργησε υπό πλάνη περί τα πράγματα. Καταρχάς θα πρέπει να αναφερθεί πως το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού για την ύπαρξη πλάνης το έχει ο αιτητής (βλ. Παπαδόπουλος v. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (1190) 3ΑΑΔ 262, 267). Ο προβαλλόμενος ισχυρισμός δεν στοιχειοθετείται επαρκώς από τον αιτητή και είναι γενικόλογος. Από τους ισχυρισμούς της ευπαίδευτης δικηγόρου του αιτητή, δεν στοιχειοθετείται οποιουδήποτε είδους πλάνη, τόσο ως προς την διαδικασία που ακολουθήθηκε, όσο και ως προς τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε η Υπηρεσία Ασύλου με βάση και τα στοιχεία που είχε ενώπιον της, αλλά ούτε και ως προς τα γεγονότα που έλαβε η Υπηρεσία Ασύλου υπόψη της.

 

Πλάνη περί τα πράγματα στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται η αντικειμενική ανυπαρξία γεγονότων που έλαβε υπόψη του το αρμόδιο όργανο για να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν υφίσταται πλάνη περί τα πράγματα όταν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε υπαρκτά γεγονότα, τα οποία όμως έχουν εκτιμηθεί από το αρμόδιο όργανο διαφορετικά κατ' ισχυρισμό του αιτητή (βλ. Σύγγραμμα του Επαμεινώνδα Π. Σπηλιωτόπουλου, «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Τόμος 2, 15η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη 2015, σελίδες 144-145, παράγραφοι 510 και 511). Ο αιτητής δεν παραπέμπει σε γεγονότα τα οποία οι καθ' ων η αίτηση παρέλειψαν να λάβουν υπόψη με αποτέλεσμα να αποφασίσουν κατά πλάνη περί τα πράγματα. Στη βάση των ανωτέρω, είναι προφανές πως δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του αιτητή περί πραγματικής πλάνης ή/και οποιασδήποτε άλλης ουσιώδους πλάνης και ως εκ τούτου ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή, μέσω του πρώτου λόγου ακυρώσεως εισηγείται μεταξύ άλλων πως η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε καθ' υπέρβαση και/ή κατάχρηση εξουσίας και κατά παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης. Κρίνω ότι ο ισχυρισμός περί κατάχρησης εξουσίας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου δεν έχει έρεισμα και απορρίπτεται, εφόσον ο αιτητής για να στοιχειοθετήσει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό του, όφειλε να αποδείξει τον κατάδηλα ξένο σκοπό από το σκοπό του νόμου που επεδίωξε το αρμόδιο όργανο και την υπέρβαση των ορίων της διακριτικής εξουσίας του αρμόδιου οργάνου.

 

Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην απόφαση της υπόθεσης Τριλλίδου v. Δημοτικού Συμβουλίου Στροβόλου, (1993) 3 ΑΑΔ 284, ο λόγος ακυρώσεως περί κατάχρησης εξουσίας δεν εξετάζεται αφηρημένα και ακαδημαϊκά, αλλά με βάση συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και «απαιτείται παράβαση του σκοπού του γράμματος και του πνεύματος του νόμου».

 

Ο λόγος ακυρώσεως προβάλλεται από τον συνήγορο του αιτητή αόριστα, χωρίς να προσδιορίζεται ποιος είναι ο ξένος σκοπός από το γράμμα του Νόμου ο οποίος επιδιώκεται. Ο αιτητής πρέπει να εξειδικεύει τον προβαλλόμενο νομικό ισχυρισμό αφού φέρει και ο βάρος απόδειξής του. Στην απόφαση της υπόθεσης Καλλιμάχου Χρυσταλλένη κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία (1994) 4ΑΑΔ, 314 αναφέρθηκε πως η κατάχρηση εξουσίας «Πρέπει να αποδεικνύεται είτε από την ίδια την πράξη είτε από τα στοιχεία του φακέλου και μάλιστα κατά τρόπο κατάδηλο».

 

Ενόψει των ανωτέρω, δεν διακρίνω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε με σκοπό κατάδηλα διαφορετικό από εκείνο που ο νομοθέτης θέλησε και η συνήγορος του αιτητή δεν υπέδειξε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε παρατυπία ούτε απέδειξε παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης την οποία οφείλει η διοίκηση να εφαρμόζει. Αντιθέτως, η απόφαση εκδόθηκε εντός των πλαισίων του νόμου.

 

Έχω εξετάσει τα ζητήματα που τέθηκαν ενώπιον μου λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Διαφαίνεται πως τέθηκαν αρκετές ερωτήσεις στον αιτητή και ο αιτητής είχε τη δυνατότητα να παραθέσει με λεπτομέρεια τον πυρήνα του αιτήματός του και να αφηγηθεί ότι ο ίδιος έκρινε αναγκαίο. Ο αιτητής υπέγραψε κάθε σελίδα των πρακτικών της συνέντευξης και επιβεβαίωσε στο τέλος της συνέντευξης πως όσα ανέφερε στη συνέντευξή του ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Επιπρόσθετα, ο αιτητής είχε τη δυνατότητα να διευκρινίσει στην ενώπιον μου διαδικασία τις ασάφειες και αντιφάσεις που εντοπίστηκαν, όπως επίσης και να ενισχύσει τον πυρήνα του αιτήματός του με το ορθό δικονομικό διάβημα, πράγμα που δεν έπραξε. Κατά συνέπεια ο προβαλλόμενος ισχυρισμός δεν τεκμηριώθηκε και απορρίπτεται στο σύνολό του.

 

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του λειτουργού, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι  απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας και των εξουσιών του αρμόδιου οργάνου.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή. 

 

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Πλατφόρμα ACLE Explorer, Country: Bangladesh Chittagong, Events/Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer

[2]  Bangladesh, Chittagong, διαθέσιμο στοhttps://www.citypopulation.de/en/bangladesh/cities/


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο