A.S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσία Ασύλου, Υπόθεση Αρ. Τ 288/2025, 30/1/2026
print
Τίτλος:
A.S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσία Ασύλου, Υπόθεση Αρ. Τ 288/2025, 30/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

                                                                                       Υπόθεση Αρ. Τ 288/2025

 

30 Ιανουαρίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΔΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

A.S.

 

Αιτητή

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσία Ασύλου

 

Καθ' ων η αίτηση.

 

...................................................

 

Ο αιτητής εμφανίζεται προσωπικά ενώπιον του Δικαστηρίου

 

Ζωή Ποντίκη για Αλ Ταχερ Μπενέτης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόρος του Αιτητή

 

Καμία εμφάνιση για τους καθ'ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 22/05/2025, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του για διεθνή προστασία ως προδήλως αβάσιμη, δυνάμει των άρθρων 12Βτρις, 12Δ και 12ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου, Ν, 6 (Ι)/2000. 

 

Τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης προκύπτουν από το Υπόμνημα το οποίο συνοδεύεται από τον διοικητικό φάκελο που αφορά τον αιτητή και καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο από την Υπηρεσία Ασύλου, σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 του περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2019. Από τη μελέτη του διοικητικού φακέλου προκύπτει πως ο αιτητής είναι υπήκοος του Νεπάλ και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 16/4/2025, αφού εισήλθε νόμιμα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, με φοιτητική άδεια.

 

Στις 8/05/2025 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή και ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, ετοίμασε έκθεση/εισήγηση σε σχέση με το αίτημα του αιτητή προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου.  Ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του αιτητή στις 22/5/2025.  Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρισε την υπό εξέταση προσφυγή με την οποία αμφισβητεί την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Ο αιτητής καταχώρησε προσωπικά προσφυγή και στη συνέχεια, διόρισε τους δικηγόρους του οι οποίοι τον εκπροσωπούν στην ενώπιον μου διαδικασία.  Η συνήγορος του αιτητή κατά την ακρόαση της αίτησης ακυρώσεως δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου πως προωθεί τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης.  Πρόσθετα αναφέρει πως το 2025 υπήρξαν  διαδηλώσεις στη χώρα του προκειμένου να παραιτηθεί ο Πρωθυπουργός ο οποίος απαγόρευσε τη χρήση σε 26 πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης και για αυτό οι νέοι ένιωθαν ότι η ελευθερία τους καταπατείται γι’ αυτό και διαδήλωσαν στους δρόμους.

 

Στην υπό εξέταση υπόθεση σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 (ε) του περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2019, δεν απαιτείται η παρουσία των καθ'ων η αίτηση στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία.  Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανέφερε η συνήγορος του αιτητή, είναι χρήσιμο να παρατεθούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν η Υπηρεσία Ασύλου αποφάσισε εντός των αρμοδιοτήτων της, όπως αυτές οι αρμοδιότητες καθορίζονται από τη σχετική νομοθεσία και έχουν επεξηγηθεί από τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου, Διοικητικού και Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου, ο αιτητής στην αίτηση που υπέβαλε στην Υπηρεσία Ασύλου, δήλωσε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του γιατί η συνθήκη στη χώρα του είναι άσχημη εξαιτίας της πολιτικής κατάστασης που επικρατεί.  Υπάρχει τεράστια σύγκρουση μεταξύ των δύο μερών και δεν νιώθει ασφαλής να βρίσκεται αυτή τη στιγμή στη χώρα του.  Ισχυρίστηκε πως αρκετοί άνθρωποι πεθαίνουν και άλλοι είναι σοβαρά τραυματισμένοι και πως η κυβέρνηση της χώρας του είναι ανίκανη να αντιμετωπίσει την κατάσταση αυτή.  Συνεπώς, αναζητά προστασία μέσω της παραμονής του στην Κυπριακή Δημοκρατία μέχρι να ηρεμήσει η κατάσταση στη χώρα του.

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του στην Υπηρεσία Ασύλου, ο αιτητής δήλωσε ότι κατάγεται από το Νεπάλ πως είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και απέκτησε πτυχίο στην πληροφορική.  Κληθείς να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής ανέφερε πως εγκατέλειψε τη χώρα του για να σπουδάσει και να εργαστεί, όπως είχε αποφασίσει ο πατέρας του.  Όπως ανέφερε, δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα του αλλά το Κολλέγιο του τον εξαπάτησε και αναγκάστηκε να υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας για να παραμείνει νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία.  Ο αιτητής ανέφερε πως ουδέποτε έχει κρατηθεί ή συλληφθεί στη χώρα καταγωγής του και πως σε περίπτωση επιστροφής του οι αρχές της χώρας του θα του επιτρέψουν την επιστροφή του.  Πρόσθετα, ο αιτητής ανέφερε πως επιθυμεί να παραμείνει στην Δημοκρατία για να σπουδάσει και να εργαστεί και σχεδιάζει να παντρευτεί την Κύπρια σύντροφό του και να παραμείνει για πάντα στην Κυπριακή Δημοκρατία.

 

Στη βάση των ανωτέρω πληροφοριών ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε στην έκθεση-εισήγησή του, δυο ουσιώδεις ισχυρισμούς.  Ο πρώτος αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία του αιτητή και ο δεύτερος αφορά στο ότι ο αιτητής αναχώρησε από τη χώρα του για να σπουδάσει και να εργαστεί. Ο πρώτος και ο δεύτερος ισχυρισμός έγιναν αποδεκτοί, καθότι ο λειτουργός έκρινε ότι πληρείται τόσο η εσωτερική, όσο και η εξωτερική αξιοπιστία των προβληθέντων ισχυρισμών.  Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας πως ο αιτητής είναι ενήλικας, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο στη χώρα του και χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας έκρινε πως δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του.  Ανατρέχοντας σε πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε πως δεν υφίστανται συνθήκες αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, έκρινε ότι οι λόγοι για τους οποίους ο αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα του, δεν δύνανται να αποτελέσουν λόγο παραχώρησης καθεστώτος πρόσφυγα ή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, όπως προνοείται στα άρθρα 3 και 19 (1) και (2) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.  Ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος λειτουργός, που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την έκθεση/εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.

 

Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, ο αιτητής δεν έχει επικαλεσθεί  στη συνέντευξή του κανέναν απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις υπαγωγής ατόμου σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, αντιθέτως, οι ισχυρισμοί ότι βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία για να σπουδάσει και να εργαστεί δεν αποτελούν λόγους για τους οποίους θα μπορούσε να του δοθεί οποιοδήποτε καθεστώς διεθνούς προστασίας.

 

Σύμφωνα με την παράγραφο 62 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων που εκδόθηκε από την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες«62. Μετανάστης είναι το πρόσωπο που για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στον ορισμό εγκαταλείπει οικειοθελώς τη χώρα του με σκοπό να εγκατασταθεί αλλού. Μπορεί δε να ωθείται από την επιθυμία για αλλαγή ή για περιπέτεια ή από οικογενειακούς ή άλλους προσωπικούς λόγους. Εάν ωθείται αποκλειστικά από οικονομικά κίνητρα, είναι οικονομικός μετανάστης και όχι πρόσφυγας.»

 

Στην πιο πάνω παράγραφο, το Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων που εκδόθηκε από την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες προβαίνει σε ένα διαχωρισμό μεταξύ μεταναστών και προσφύγων.  Όπως έχει κατ’ επανάληψην νομολογηθεί, οι οικονομικοί μετανάστες δεν εμπίπτουν στην έννοια του πρόσφυγα (βλ. ενδεικτικά Md Jakir Hossain v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 2319/2006, ημερομηνίας 16/7/2008, Barakan Petrosyan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 883/2008, ημερομηνίας 10/2/2012, Irene Ferenko v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 1051/2010, ημερομηνίας 21/12/2011).

 

Τα όσα ανέφερε η συνήγορος του αιτητή κατά την ακρόαση της αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου για τις διαδηλώσεις που γίνονται στη χώρα του δεν συνδέονται με οποιονδήποτε τρόπο προσωπικά με τον αιτητή. Λαμβάνεται υπόψη πως ο Υπουργός Εσωτερικών στα πλαίσια των εξουσιών του άρθρου 12 Β τρις του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, με την ΚΔΠ 145/2025, καθόρισε τη χώρα καταγωγής του αιτητή, ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, εφόσον ικανοποιείται βάσει της νομικής κατάστασης, πως δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.

 

Όπως έχω αναφέρει στην απόφασή μου στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.Rv. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020: «Η αόριστη επίκληση ενός κινδύνου ζωής, όταν όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν συνεπικουρείται εξ' ουδενός αντικειμενικού στοιχείου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αρκούντως σοβαρή, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση...»

 

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (βλ. παραγράφους 37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).

 

Αδιαμφισβήτητα όπως προκύπτει από το άρθρο 18 (5) του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6 (Ι)/2000), ο αιτητής που επιθυμεί την υπαγωγή του στο ειδικό προστατευτικό καθεστώς της Σύμβασης, οφείλει να εκθέσει στη διοίκηση με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του.  Ο αιτητής δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει για την απόδειξη των ισχυρισμών του, τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, αυτό όμως δεν αίρει την υποχρέωσή του να επικαλεσθεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αίτημα που υπέβαλε στις αρμόδιες αρχές.  Το γεγονός ότι ο αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα του για να σπουδάσει και να εργαστεί και αιτήτθηκε διεθνούς προστασίας εξαιτίας αυτού, δεν εμπεριέχονται στους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3 του Ν. 6 (Ι)/2000, τουλάχιστον με τον τρόπο που αυτά τέθηκαν ενώπιον των αρμόδιων αρχών, ενώ δεν επικαλέστηκε εναντίον του δίωξη από οποιονδήποτε φορέα που τον εμποδίζει να διαμείνει και να εργαστεί στη χώρα καταγωγής του.

 

Πρόσθετα, ορθά κρίθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου ότι δεν υφίσταται λόγος να  αναγνωριστεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει του άρθρου 19 (1) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, εφόσον δεν αποδείχθηκε από τα όσα ανέφερε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 (2), του Ν. 6 (Ι)/2000, αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη, όπως αυτή η βλάβη ερμηνεύτηκε από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015).

 

Η Υπηρεσία Ασύλου διεξήγαγε έρευνα των ουσιωδών στοιχείων, προτού  καταλήξει στην προσβαλλόμενη απόφαση, εξετάζοντας τη συνέντευξη που διεξήχθη, την εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, όλο το υλικό που περιέχεται στον διοικητικό φάκελο και γενικότερα όλο το υλικό το οποίο είναι ενώπιον μου. 

 

Το αρμόδιο όργανο οφείλει να προβαίνει σε επαρκή έρευνα σε σχέση με όλα τα γεγονότα που αφορούν το κάθε αίτημα που έχει ενώπιον του.  Δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στην διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2( Α.Α.Δ. 120). 

 

Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο έχει υποχρέωση να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωση του για επαρκή έρευνα.  Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω γεγονότα, το αρμόδιο όργανο διεξήγαγε τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα και ως εκ τούτου, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολό του.

  

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της και στην οποία αναφέρονται οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτουν ότι η απόφασή της ήταν απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.

 

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με 1000€ έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.         

 

 

                                                                                       Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο