ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπoθ. Αρ.: Τ415/2025
15 Ιανουαρίου 2026
[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Α. D
Αιτητής
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω
Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Υπηρεσία Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Ορ. Ηλιάδης (κος) για Α. Λαζάρου, Δικηγόρος για τον Αιτητή
Στην απουσία των Καθ' ων η αίτηση δυνάμει των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019)
Ο Αιτητής είναι παρών.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ΄ ων η αίτηση ως αυτή περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 24/08/2025 σύμφωνα με την οποία η μεταγενέστερη αίτησή του κρίθηκε ως απαράδεκτη και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Παράλληλα αιτείται την έκδοση νέας εκτελεστής απόφασης επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή για διεθνή προστασία, που να αντικαθιστά την προσβαλλόμενη απόφαση.
Η υπό εξέταση προσφυγή ορίστηκε απευθείας για Ακρόαση σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), αφού εν τω μεταξύ υποβλήθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, Υπόμνημα συνοδευόμενο από το σχετικό διοικητικό φάκελο. Μελετώντας αυτόν, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ' ων η αίτηση και η διαδικασία ολοκληρώθηκε στην παρουσία του Αιτητή ο οποίος εκπροσωπείται από δικηγόρο.
Όπως προκύπτει από τον ενώπιον μου Διοικητικό Φάκελο, πρόκειται για ενήλικα, υπήκοο Καμερούν, ο οποίος, σύμφωνα με τις δηλώσεις του, στις 18/10/2020 εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του με προορισμό τις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, από όπου στη συνέχεια εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Στις 02/11/2020 ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας.
Στις 12/10/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό της EUAA, ο οποίος στις 28/03/2024 συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή κρίνοντας ότι αυτός δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή ούτε στο προσφυγικό καθεστώς κατά το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας κατά το άρθρο 19 του ίδιου Νόμου. Στις 29/03/2024 συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών, να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή.
Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου παραλήφθηκε από τον Αιτητή δια χειρός στις 23/04/2024 και εναντίον αυτής υποβλήθηκε η υπ' αρ. 1544/24 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση ημερομηνίας 24/10/2024, καθιστώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, τελεσίδικη.
Στις 03/04/2025, ο Αιτητής συμπλήρωσε μεταγενέστερη αίτηση προσκομίζοντας έγγραφα τα οποία σύμφωνα με τον ίδιο ενισχύουν τον ισχυρισμό του περί της δίωξής του εξαιτίας του σεξουαλικού προσανατολισμού του.
Εξετάζοντας σε προκαταρκτικό στάδιο, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου στις 07/08/2025 συνέταξε, εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας, με το οποίο εισηγήθηκε όπως η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή κριθεί απαράδεκτη. Η προαναφερθείσα εισήγηση εγκρίθηκε από δεόντως εξουσιοδοτημένο λειτουργό από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου στις 13/08/2025, ο οποίος αποφάσισε την απόρριψη ως απαράδεκτη της αίτησης του Αιτητή, δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα.
Η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 24/08/2025 κοινοποιήθηκε στον Αιτητή, αυθημερόν και προσβλήθηκε εμπρόθεσμα με καταχώρηση της υπό κρίση προσφυγής .
Ο συνήγορος για τον Αιτητή προβάλλει τη θέση πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι λανθασσμένη εφόσον οι Καθ’ ων η αίτηση δεν αξιολόγησαν τα προσκομισθέντα από τον Αιτητή έγγραφα τα οποία ενισχύουν το αίτημα ασύλου του, ωστόσο ο κ. Ηλιάδης παραδέχεται ότι ο Αιτητής ούτε κατά την αρχική του αίτηση αλλά ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την προηγούμενη προσφυγή του δεν αναφέρθηκε σε αυτά ως είχε υποχρέωση να πράξει. Αποτελεί επιπλέον θέση του ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν αξιολόγησαν ορθά τα υποβληθέντα από τον Αιτητή έγγραφα, με αποτέλεσμα το μεταγενέστερο αίτημα του Αιτητή να απορριφθεί αδικαιολόγητα και αναιτιολόγητα. Ως εκ τούτου, κατά τον κ. Ηλιάδη, οι Καθ’ ων η αίτηση εσφαλμένα απέρριψαν την αίτηση του Αιτητή ως απαράδεκτη.
Έχοντας αναφερθεί στα πιο πάνω γεγονότα, προχωρώ σε ανάλυση του νομικού πλαισίου εξέτασης μεταγενέστερων αιτήσεων.
Το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου το αρμόδιο όργανο οφείλει να εξετάσει υποβληθείσες μεταγενέστερες αιτήσεις αποτελούν τα άρθρα 12Βτετρακις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου και προνοούν τα ακόλουθα (ο τονισμός και οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου):
«16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο
(i) Μεταγενέστερη αίτηση, ή
(ii) νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,
ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
(β) Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.
(2) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος, λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
Νοείται ότι σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτησή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.»
Το δε άρθρο 12Βτετράκις(2) προνοεί ότι: (οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου)
«Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνο εάν-
[..]
(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας ή [.]».
Με βάση τα πιο πάνω, είναι σαφές ότι με την υποβολή μεταγενέστερου αιτήματος από αιτητή/τρια ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης, με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον/την αιτητή/τρια νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη στα πλαίσια εξέτασης της αρχικής του/της αίτησης. Στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι δεν υποβλήθηκαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, τότε η αίτηση κρίνεται απαράδεκτη χωρίς επί της ουσίας εξέταση. Αντίθετα εάν διαπιστωθεί από τον Προϊστάμενο ότι υποβλήθηκαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση μόνο εφόσον τα υποβληθέντα από τον/την αιτητή/τρια νέα στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εφόσον ο Προϊστάμενος ικανοποιείται ότι ο/η αιτητής/τρια αδυνατούσε να υποβάλει τα συγκεκριμένα στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Δικαστήριο.
Είναι απολύτως αντιληπτό ότι η μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται ως ένα μεταγενέστερο διάβημα, στα πλαίσια της αρχικής αίτησης που αποφασίστηκε ήδη από το αρμόδιο όργανο. Ο Προϊστάμενος, εν πρώτης, έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη του όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν και να προβεί σε μια συγκριτική εξέταση της αρχικής αίτησης του/της αιτητή/τριας με την μεταγενέστερη του/της αίτηση ώστε να διαφανεί εάν με την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης ο/η Αιτητής/τρια για πρώτη φορά προβάλλει τέτοια στοιχεία ή ισχυρισμούς τα οποία χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης.
Θεωρώ χρήσιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που ο Αιτητής προέβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας.
Πυρήνας του αιτήματος του Αιτητή για διεθνή προστασία αποτέλεσε ο σεξουαλικός του προσανατολισμός, ο οποίος τον ώθησε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του αναζητώντας προστασία στην χώρα μας, αλλά και η γενικότερη κατάσταση που επικρατεί στο Καμερούν λόγω του πολέμου, ισχυρισμοί οι οποίοι απορρίφθηκαν πρωτοβάθμια αλλά και κατά την αναθεώρησή τους στα πλαίσια προσφυγής που υπέβαλε ο Αιτητής. Ανατρέχοντας μάλιστα στην αιτιολογημένη απόφαση του Δικαστηρίου, την οποία σημειώνω όπως δηλώνει ο συνήγορος του ο Αιτητής δεν εφεσίβαλε, παρατηρώ ότι ο Αιτητής δεν προσκόμισε οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία προς ενίσχυση των ισχυρισμών του, ως εκ τούτου η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου κατέστη τελεσίδικη.
Με την μεταγενέστερη αίτησή του, ο Αιτητής επανέλαβε ακριβώς τους ίδιους ισχυρισμούς, δηλαδή ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του εξαιτίας του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Επί της αίτησης του επισύναψε αντίγραφο ειδοποίησης αναζήτησης (Want Notice) ημερομηνίας 09/11/2020, αντίγραφο ιατρικής βεβαίωσης εκδοθείσας από ιατρικό κέντρο στη χώρα καταγωγής του ημερομηνίας 12/12/2024 και αντίγραφο σελίδας εφημερίδας The Guardian Post ημερομηνίας 10/11/2020.
Στην βάση των δηλώσεων του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση μετά από ανάλυση των τριών εγγράφων έκριναν απαράδεκτη τη μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή, εφόσον αυτά λόγω δικής του υπαιτιότητας δεν υποβλήθηκαν σε προπγενέστερο στάδιο εξέτασης της αίτησης του αν και αφορούν σε γεγονότα προ της φυγής του από το Καμερούν .
Επαναλαμβάνεται ότι με την υποβολή μεταγενέστερου αιτήματος από αιτητή/τρια ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση αυτού και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση μόνο εφόσον τα υποβληθέντα από τον/την αιτητή/τρια νέα στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εφόσον ο Προϊστάμενος ικανοποιείται ότι ο/η Αιτητής/τρια αδυνατούσε να υποβάλει τα συγκεκριμένα στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Δικαστήριο.
Ουδέν αναφέρθηκε για την καθυστέρηση στην αναφορά ή και υποβολή των εν λόγω εγγράφων που αφορούν αυτό καθ’ αυτό το αίτημά του Αιτητή, παρά μόνο ότι δεν του ζητήθηκαν κατά την συνέντευξη του. Ανατρέχοντας στο πρακτικό της συνέντευξης του Αιτητή, απορρίπτω τη θέση του κ. Ηλιάδη ότι ο Αιτητής δεν ενημερώθηκε περί του δικαιώματος του να προσκομίσει οτιδήποτε σχετικό με την υπόθεσή του έγγραφο και προς τούτο παραπέμπω στην σελίδα 3 της συνέντευξης. Αυτό με οδηγεί στο συμπέρασμα επιβεβαίωσης της εξ υπαιτιότητας του Αιτητή να υποστηρίξει το αίτημά του για διεθνή προστασία το οποίο εξετάστηκε κατ’ ουσία και απορρίφθηκε καθιστώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου τελεσίδικη.
Τούτων λεχθέντων, ο ισχυρισμός περί έλλειψης δέουσας έρευνας απορρίπτεται. Κρίνω με το ενώπιον μου υλικό ότι οι Καθ' ων η αίτηση αξιολόγησαν δεόντως όλους τους ισχυρισμούς του Αιτητή, κατά συνέπεια ορθά απέρριψαν την αίτηση ως απαράδεκτη.
Λαμβάνοντας υπόψη μου το σύνολο των ενώπιον μου στοιχείων και δεδομένων, κρίνω ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα αλλά και η νομιμότητα της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση. Δεν αποδείχθηκαν ισχυρισμοί, σε κανένα στάδιο της διαδικασίας, οι οποίοι θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε υπαγωγή του Αιτητή στις διατάξεις των άρθρων 3 ή 19 του περί Προσφύγων Νόμου και τα όσα κατέγραψε στη μεταγενέστερη αίτηση του δεν πληρούσαν τα κριτήρια που τίθενται από το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, ώστε η μεταγενέστερη να κριθεί παραδεκτή και η διοίκηση να προβεί σε ουσιαστική εξέταση τους. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και είναι επαρκώς αιτιολογημένη.
Με βάση τα πιο πάνω η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1.500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Α.Α. ΑΓΡΟΤΗ Δ. ΔΔΔΠ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο