M.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 10/2025, 25/2/2026
print
Τίτλος:
M.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 10/2025, 25/2/2026

 ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση αρ. 10/2025

 

25 Φεβρουαρίου 2026

Β. ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥΔ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος 

Μεταξύ:                                     

                       M.M. από τη Σομαλία και τώρα στη Λευκωσία                                                   

                                                      Αιτητής

                                                        Και

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Υπηρεσίας Ασύλου

  Καθ' ων η αίτηση

 

 

Χρυστάλλα Παφίτη (κα) για Αγγελική Λαζάρου (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Α. Παπαδοπούλου (κα), Δικηγόρος  για τους Καθ' ων η Αίτηση

Ο Αιτητής είναι παρών

 

                                              Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την υπό εξέταση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση ημερομηνίας 20/11/2024, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 12/12/2024, με την οποία την πληροφορούν ότι το αίτημα του για διεθνή προστασία ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου απορρίπτεται καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 και 19 του Περί Προσφύγων Νόμου και ο Αιτητής δεν απέδειξε οποιονδήποτε λόγο για να του παραχωρηθεί το καθεστώς πρόσφυγα ή της συμπληρωματικής προστασίας. Ταυτόχρονα αιτείται την έκδοση απόφασης από τον παρόν Δικαστήριο με την οποία να αναγνωρίζεται ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Σομαλίας.  Εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του στις 29/01/2022 και εισήλθε παράνομα  στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, όπου υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 09/03/2022. Στις 10/03/2022, ο Αιτητής παρέλαβε την Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας από την Υπηρεσία Ασύλου. Ακολούθως, στις 14/11/2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου και στις 20/11/2024 ο λειτουργός ετοίμασε Έκθεση – Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με την συνέντευξη του Αιτητή, εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματός του. Αυθημερόν, ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή. Εν συνεχεία, στις 12/12/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή σχετικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία αυθημερόν παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή κατόπιν διερμηνείας του περιεχομένου της σε γλώσσα πλήρως κατανοητή από τον ίδιο (Σομαλικά).

Κατά της ως άνω απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 20/11/2024, ο Αιτητής, στις 03/01/2025, καταχώρισε εμπρόθεσμα προσφυγή ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (Δ.Δ.Δ.Π.). 

Σημειώνεται ότι ο Αιτητής παρακολουθείτο από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας λόγω φυματικής νόσου και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή προς θεραπεία αυτής, ωστόσο σύμφωνα με το ιατρικό πιστοποιητικό δύναται να εργαστεί και δεν είναι μεταδοτικός στη νόσο. (ερ. 17 Δ.Φ.)

Σημειώνεται ότι ο Αιτητής απέστειλε επιστολή προς την Υπηρεσία Ασύλου στις 07/11/2024 αιτούμενος την σύνδεση του φακέλου του με της συζύγου του, στην οποία επιστολή επισύναψε το πιστοποιητικό τελέσεως γάμου τους, εκδοθέν από τον Δήμο Λευκωσίας, και αντίγραφο της άδειας διαμονής της συζύγου του, εκδοθείσα από τις αρχές της Δημοκρατίας την 12/06/2024 (ερ. 36, 35, 33 Δ.Φ.).

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ 

 

Δια της αίτησης ακυρώσεως και γραπτής του αγόρευσης, ο Αιτητής, μέσω της συνηγόρου του, προβάλλει πλείονες λόγους ακυρώσεως εκ των οποίων, κατά την ακροαματική διαδικασία της 10/10/2025, προώθησε μόνον αυτούς περί μη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας. Η συνήγορος του Αιτητή στην δικάσιμο της 10/10/2025 υποστήριξε ότι η σύζυγος του Αιτητή στην οποία έχει χορηγηθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας εγκυμονεί και προσκόμισαν επί τούτου, κατόπιν σύμφωνης γνώμης των Καθ’ ων η Αίτηση, ιατρικό πιστοποιητικό (υπερηχογράφημα κοιλίας και πυέλου) από ιατρό ακτινολόγο, ημερομηνίας 26/08/2025 (Τεκμήριο 3) καθώς και την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με την χορήγηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας στην σύζυγο του Αιτητή (Τεκμήριο 1) και ενοικιαστήριο έγγραφο του Αιτητή και της συζύγου του (Τεκμήριο 2).

 

Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η Αίτηση αντιτάσσουν ότι η επίδικη πράξη είναι καθ’ όλα νόμιμη και ορθή και ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που έφερε στους ώμους του. Προβάλλουν επίσης ότι, καίτοι η χώρα καταγωγής του Αιτητή δεν συγκαταλέγεται στις ασφαλείς χώρες βάσει του Προεδρικού Διατάγματος, αυτό δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι δεν είναι ασφαλής για τον ίδιο.

 

Οι Καθ' ων η αίτηση προβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου είναι ορθή, νόμιμη, δεόντως αιτιολογημένη, λήφθηκε δε σύμφωνα με το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, τη σχετική νομοθεσία, τους εκδοθέντες Κανονισμούς καθώς και με τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας των Καθ' ων η Αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Η αναγκαιότητα έγερσης των λόγων προσφυγής με ευκρίνεια και λεπτομέρεια είναι θεμελιώδους σημασίας διαφορετικά το Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να τα εξετάσει αυτεπαγγέλτως, έστω και εάν έχουν εγερθεί με την αγόρευση.

 Καταρχάς, παρατηρείται ότι οι λόγοι ακύρωσης που εγείρονται στην παρούσα αίτηση παρατίθενται με γενικότητα και αοριστία. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως. 

«Η αναφορά, για παράδειγμα, ότι «Η απόφαση πάσχει γιατί λήφθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα» (το ίδιο αοριστολόγοι είναι και οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης), δεν εξηγεί καθόλου, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα, ή σε πλάνη, ή καταπάτηση των αρχών της ίσης μεταχείρισης κλπ.  Η προσφυγή θα μπορούσε να απορριφθεί για τους πιο πάνω διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αντανακλούν βεβαίως και επί της ουσίας.  Αυστηρώς ομιλούντες τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων. (δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384) (δέστε Υπόθεση Αρ. 1119/2009  ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και   Κυπριακής Δημοκρατίας).

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672:

Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης.

Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως.  Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).

Η συνήγορος του Αιτητή παραθέτει γενικά και αόριστα τα νομικά σημεία στην προσφυγή και επικαλείται παραβιάσεις του Συντάγματος, του περί Προσφύγων Νόμου, των Γενικών Αρχών και του Διοικητικού Δικαίου χωρίς ωστόσο να παραθέτει τις συγκεκριμένες διατάξεις της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμό παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά επίσης ελλείπει οποιαδήποτε τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης.

Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγεί­ρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτρο­πής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636:

«Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύ­ρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγό­ρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».

Σχετική είναι και  η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4.

«Το γεγονός ότι το άρθρο 146.1. του Συντάγματος καταγράφει ως αιτίες ακυρότητας την αντίθεση προς τις διατάξεις του Συντάγματος, ή του Νόμου και την υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας, δεν σημαίνει ότι αρκεί η γενική επίκληση κά­ποιας από αυτές χωρίς άλλο. Η ταξινόμηση κάποιου νομικού λόγου ως υπαγό­μενου στα πιο πάνω, είναι εγχείρημα ουσίας που προϋποθέτει την έγερσή του σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις».

Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου.

Ως προς τους προωθούμενους λόγους προσφυγής είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει και την ουσιαστική ορθότητα της de novo και ex nunc. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελείς  χαρακτηρίζονται  οι λόγοι προσφυγής, οι οποίοι ακόμα και αν γίνουν δεκτοί δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].

 Όπως επισημάνθηκε, αποτελεί βασική νομολογιακή αρχή ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγεται δε στην διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Α.Ε. Aρ.: 3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 5.6.2002, (2002) 3 ΑΑΔ 345).

 Η γενική αυτή νομολογιακή αρχή θα πρέπει να εξεταστεί εν προκειμένω υπό το φως του ειδικού δικαίου που διέπει τη διαδικασία εξέτασης μίας αιτήσεως ασύλου και των αρχών που θεσπίζει τόσο η εθνική όσο και η ενωσιακή νομοθεσία. Συναφές εν προκειμένω είναι το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτού. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας των αιτητών ασύλου να τεκμηριώσουν με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή τους, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C 277/11, M. M., ECLI:EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα όσων ο Αιτητής  δήλωσε με την αίτησή του για διεθνή προστασία, κατά τη διάρκεια των  συνεντεύξεων  ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου  και όσων προβάλει με την παρούσα Προσφυγή.

Κρίνεται σκόπιμο στο στάδιο αυτό, να καταγραφούν οι ισχυρισμοί που πρόβαλε o Αιτητής στα πλαίσια της εξέτασης του αιτήματός του για διεθνή προστασία από την Υπηρεσία Ασύλου

Κατά το στάδιο υποβολής της αίτησής του, ο Αιτητής προέβαλε ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του λόγω της οργάνωσης AlShabaab η οποία επιχείρησε να τον στρατολογήσει δια της βίας. Περαιτέρω κατέγραψε ότι αντιμετώπιζε οικογενειακά προβλήματα τα οποία δεν μπορούσε πλέον να υπομείνει, ότι τον απειλούσαν ότι θα τον σκοτώσουν και ότι δεν υπάρχει ελευθερία να πράττει ως εκείνος επιθυμεί (ερ.1 και 23 – σε μετάφραση – Δ.Φ.).

Ο Αιτητής προσκόμισε κατά την υποβολή του αιτήματός του για διεθνή προστασία το διαβατήριο και την πολιτική του ταυτότητα, εκδοθέντα από τις αρχές της χώρας καταγωγής του (ερ. 6 – 7 Δ.Φ.). Κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής για λόγους ασφαλείας. Πιο συγκεκριμένα δήλωσε, ότι εργαζόταν ως οδηγός ταξί, όταν μια μέρα μετέφερε τρία μέλη της Al Shabab τα οποία ήταν ένοπλα. Καθώς αξιωματικοί σταμάτησαν το αυτοκίνητο για να διεξάγουν έρευνα ακολούθησε συμπλοκή, κατά την οποία ένα μέλος της Al Shabaab σκοτώθηκε και τα άλλα τραυματίστηκαν ενώ ο ίδιος φυλακίστηκε για 28 ημέρες. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι κατόπιν εξόδου του από τη φυλακή, φοβόταν για τη ζωή του γιατί τον έψαχναν τόσο η κυβέρνηση όσο και η Al Shabaab, μέλη της οποίας απήγαγαν τον πατέρα του.

Κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα υγείας, ολοκλήρωσε την δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην πόλη Mogadishu και τριετείς σπουδές σε Κορανικό σχολείο και ενόσω βρισκόταν στη χώρα καταγωγής, βοηθούσε την μητέρα του στο εστιατόριο που διατηρούσε (ερ. 53, 52, 47 Δ.Φ.). Ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι γεννήθηκε στην πόλη Mogadishu, περιοχή Banadir και δήλωσε ότι από το 2016 έως ότου εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του τον Ιανουάριο του 2022 διέμενε με την μητέρα, αδελφή και τον θείο του (από την πλευρά της μητέρας) στο Masaajid Cali Guduud στην πόλη Adale, περιοχή Middle Shabelle (ερ. 46 Δ.Φ.). Ανήκει στην υπο-φυλή Bimaal της φυλής Dir και δεν ανήκει σε κάποια πολιτική ή θρησκευτική ομάδα (ερ. 48, 46 Δ.Φ.). Η μητέρα του διαμένει στον προσφυγικό καταυλισμό Dadab στην Κένυα, η αδελφή του διαμένει στην Δημοκρατία με τον σύζυγό της και είναι Αιτήτρια διεθνούς προστασίας, ο πατέρας του απεβίωσε τον Μάρτιο του 2011 και ο ετεροθαλής αδελφός του (από τον δεύτερο γάμο της μητέρας του με τον αδελφό του αποβιώσαντος συζύγου της) έχει επίσης αποβιώσει (ερ. 51, 50 Δ.Φ.). Ο Αιτητής βρίσκεται σε επικοινωνία με την μητέρα του (ερ. 49 Δ.Φ.). Ο Αιτητής νυμφεύθηκε στην Δημοκρατία με την σύζυγό του την οποία γνώρισε στο ΚεΠΥ Πουρνάρα και στην οποία έχει χορηγηθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας· δεν έχουν αποκτήσει  κάποιο τέκνο [κατά τον επίδικο χρόνο] (ερ. 49, 48 Δ.Φ.).

Αναφορικά με τους κατ' ιδίαν λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής υποστήριξε ότι η οργάνωση AlShabaab επιχείρησε να τον στρατολογήσει δια της βίας μέσω του ξαδέλφου της μητέρας του που ανήκει στην εν λόγω. Τον Σεπτέμβριο του 2020, ο Αιτητής πληροφορήθηκε πως θα έπρεπε να παρακολουθήσει μαθήματα στο σχολείο της AlShabaab το οποίο απέφυγε όταν η μητέρα του μεσολάβησε με τον ξάδελφό της καθότι ο Αιτητής αντιμετώπιζε κάποια προβλήματα υγείας κατά τον χρόνο εκείνο. Ο ξάδελφός της τής δήλωσε ότι ο Αιτητής δεν θα εκπαιδεύονταν κατά τον χρόνο εκείνο αλλά θα έπρεπε σε κάθε περίπτωση να συμπεριληφθεί στην ομάδα ατόμων που θα εκπαιδεύονταν σε μελλοντικό χρόνο παρά τα προβλήματα υγείας του. Τον Ιανουάριο του 2022, αυτός συνέλεξε τον Αιτητή – που νοσούσε κατά τον χρόνο εκείνο – από την οικία του και τον μετέφερε σε ένα σχολείο ονόματι Machad όπου παρέμεινε για μία εβδομάδα. Κατά τον χρόνο εκείνο, ο Αιτητής ασθένησε βαρύτατα οπότε ο άντρας αυτός συμβούλεψε την μητέρα του Αιτητή να τον φροντίσει. Ο Αιτητής μετοίκησε στην πόλη Mogadishu με την αδελφή και μητέρα του και μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο ώστε να λάβει ιατρική περίθαλψη. Κατόπιν, ο ίδιος και η μητέρα του αποφάσισαν από κοινού να εγκαταλείψει ο ίδιος την χώρα ώστε να μην επιστρέψει στο μέρος όπου κρατούντο, ως όφειλε και ως είχε δηλώσει ο ξάδελφος της μητέρας του. Με την βοήθεια και οικονομική υποστήριξη της μητέρας του, ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής (ερ. 45 Δ.Φ.).

Στο πλαίσιο των διευκρινιστικών ερωτήσεων, ο Αιτητής δήλωσε ότι η AlShabaab επιχείρησε να τον στρατολογήσει πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο του 2020 και τελευταία φορά τον Ιανουάριο του 2022 και ότι ο ξάδελφος της μητέρας του την προσέγγισε αρχικά και της δήλωσε ότι ο Αιτητής έπρεπε να παρακολουθήσει μαθήματα σε αυτό το σχολείο το οποίο δεν μπορούσε να αρνηθεί, απείλησε δε την μητέρα του· ο Αιτητής βρισκόταν τότε μαζί της (ερ. 44 Δ.Φ.). Κληθείς να εξηγήσει την δήλωσή του ότι την απείλησε, απάντησε ότι ο τρόπος που της ομιλούσε ήταν απειλητικός (ερ. 44 Δ.Φ.). Ο Αιτητής δήλωσε ότι μετοίκησε στην περιοχή Yaqshid του Mogadishu όταν εγκατέλειψε το σχολείο Machad έως ότου εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής (ερ. 43 Δ.Φ.). Κληθείς να εξηγήσει τον λόγο που σε προγενέστερο χρόνο είχε δηλώσει πως τόπος προηγούμενης συνήθους διαμονής ήταν το Masaajid Cali Guduud, δήλωσε ότι είχε μεταβεί στην πόλη Mogadishu με σκοπό να λάβει ιατρική περίθαλψη και όχι για να διαμείνει (ερ. 43 Δ.Φ.). Ερωτηθείς για τον λόγο που δεν είχε πρωτύτερα μοιραστεί ότι είχε διαμείνει στην πόλη Mogadishu, απάντησε ότι αφότου είχε λάβει θεραπεία, ξεκίνησε να οργανώνει το ταξίδι του (ερ. 43 Δ.Φ.). Ο Αιτητής δήλωσε ότι ο ξάδελφος της μητέρας του επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικά τον Ιανουάριο του 2022, του απαγόρευσε να μετακινηθεί οπουδήποτε και του δήλωσε πως εφόσον είχε λάβει θεραπεία, όφειλε να επιστρέψει στο σχολείο (ερ. 42 Δ.Φ.). Ερωτηθείς εάν μετέβη στην πόλη Mogadishu για να τον παραλάβει, ο Αιτητής απάντησε αποφατικά και συμπλήρωσε ότι είπε ψέματα ότι θα επέστρεφε ώστε να εξασφαλίσει ότι το ταξίδι του θα ήταν ασφαλές (ερ. 42 Δ.Φ.). Ερωτηθείς για τον λόγο που δεν τον παρέλαβε ο εν λόγω άντρας, απάντησε ότι εάν είχε αρνηθεί, θα υπήρχαν επιπτώσεις, ωστόσο, ο Αιτητής του είχε δηλώσει πως θα επέστρεφε (ερ. 42 Δ.Φ.). Κληθείς να εξηγήσει τον λόγο που ο άντρας αυτός τον μετέφερε στο σχολείο τον Ιανουάριο του 2022 δεδομένου ότι είχε προσεγγίσει την μητέρα του για πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο του 2020, απάντησε ότι συνηθίζουν να συλλέγουν για εκπαίδευση νέα άτομα ανά ομάδα μόλις η προηγουμένως συλλεχθείσα ομάδα αποφοιτήσει (ερ. 42 Δ.Φ.).

Σε περίπτωση επιστροφής δήλωσε ότι ο άντρας αυτός θα το πληροφορηθεί ευθύς αμέσως όταν ο Αιτητής μεταβεί στην οικογένεια της μητέρας του (ερ. 41 Δ.Φ.). Σε σχέση με την δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης, απάντησε ότι δεν είναι δυνατή διότι ο άντρας αυτός τον είχε απειλήσει ότι είναι πανταχού παρών (ερ. 41 Δ.Φ.). Ερωτηθείς για τον λόγο που δεν θα μπορούσε να μετεγκατασταθεί εφόσον είχε ήδη διαμείνει στο Masaajid Cali Guduud και στην πόλη Mogadishu, απάντησε ότι η μοναδική περιοχή στην οποία ανήκει είναι η Lower Shabelle διότι εκεί διαμένει η φυλή του, η Bimaal, όπως και ο θείος του (από την πλευρά του πατέρα) (ερ. 41 Δ.Φ.).

Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό της συνέντευξης του Αιτητή και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο αρμόδιος λειτουργός Ασύλου σχημάτισε την Έκθεση – Εισήγησή του επί τη βάσει των εξής δύο (2) ουσιωδών ισχυρισμών: (1) Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, (2) Ισχυρισμός του Αιτητή ότι η Αλ Σαμπάμπ τον ήθελε να γίνει μέλος της και συγκριμένα ο ξάδελφος της μητέρας του που ήταν μέλος της ομάδας Αλ – Σαμπάμπ τον ήθελε να πάει στο σχολείο της εν λόγω οργάνωσης.

 

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε εν μέρει δεκτός, καθώς στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική και εξωτερική αξιοπιστία του σε συνάρτηση με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και τα προσκομισθέντα από τον Αιτητή ταυτοποιητικά έγγραφα αυτού. Όσον αφορά το μέρος του αιτήματος του Αιτητή που αφορά την σχέση του με την σύζυγό του, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι η εσωτερική αξιοπιστία αυτού του μέρους δεν στοιχειοθετείται διότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί ικανοποιητικώς και επαρκώς στην γυναίκα αυτή και στην μεταξύ τους σχέση. Αναφορικά με το πιστοποιητικό γάμου που προσκόμισε ο Αιτητής, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι παρότι αυτό επιβεβαιώνει το τυπικό στοιχείο, ήτοι την τέλεση γάμου, δεν δύναται να τεκμηριώσει την ύπαρξη ουσιαστικής σχέσης μεταξύ του Αιτητή και της γυναίκας που νυμφεύθηκε, καταλήγοντας στην απόρριψη αυτού του μέρους του ισχυρισμού.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό του Αιτητή, ο οποίος έτυχε απόρριψης, αναφέρεται ότι ο λειτουργός αξιολόγησε τις δηλώσεις του ως μη ικανοποιητικές, ανεπαρκείς και ελλιπείς. Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει λεπτομέρειες αναφορικά με τον τρόπο που η AlShabaab προσπάθησε να τον στρατολογήσει, την ακριβή τοποθεσία όπου ο ξάδελφος της μητέρας του μετέβη ώστε να πληροφορήσει την μητέρα του για την στρατολόγηση, τον τρόπο που πληροφορήθηκε ο Αιτητής ότι όφειλε να παρακολουθήσει μαθήματα στο σχολείο της οργάνωσης και τον λόγο που δεν μπορούσε να παραστεί στο σχολείο λόγω των προβλημάτων υγείας του ενώ δεν ήταν σε θέση να αποσαφηνίσει τις δηλώσεις του ότι ασκήθηκε πίεση στον ίδιο και ότι απειλήθηκε η μητέρα του όταν ο ίδιος δεν ήταν σε θέση αρχικά να παραστεί στο εν λόγω σχολείο. Περαιτέρω, δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει την αντίφαση ότι ο ξάδελφος της μητέρας του αποφάσισε ότι έπρεπε να λάβει θεραπεία, όταν η υγεία του είχε επιβαρυνθεί, ενώ πρωτύτερα ο ίδιος είχε δηλώσει πως όφειλε να παρακολουθήσει μαθήματα στο σχολείο ακόμα και νοσώντας μήτε μπόρεσε να αποσαφηνίσει την αντίφαση σχετικά με τον τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής του. Ο Αιτητής δεν προσέφερε πληροφορίες σχετικά με το ιατρικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε, το γεγονός ότι ο ξάδελφος της μητέρας του τον προσέγγισε εκ νέου, το περιεχόμενο της συνομιλίας τους, την πεποίθησή του ότι ο άντρας αυτός γνώριζε ότι ο Αιτητής λάμβανε θεραπεία στο Mogadishu και τον τρόπο που ο εν λόγω άντρας πληροφορήθηκε ότι ο Αιτητής σκόπευε να εγκαταλείψει τη χώρα. Ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή ότι ήταν δυνατό να διαμείνει στην πόλη Mogadishu δίχως να αντιμετωπίσει κάτι περαιτέρω και να εξαναγκαστεί από τον θείο του να επιστρέψει στο σχολείο, παρότι αυτός γνώριζε την τοποθεσία του, πλήττουν την αξιοπιστία του. Παράλληλα, αφενός ασυνεχείς κρίθηκαν οι δηλώσεις του Αιτητή ότι ήταν σε θέση να εγκατέλειψε το σχολείο λόγω του προβλήματος που αντιμετώπιζε ενώ πρωτύτερα είχε δηλώσει ότι δεν ήταν δυνατόν για κανέναν να εγκαταλείψει το εν λόγω μέρος και αφετέρου, μη ικανοποιητικές κρίθηκαν σε σχέση με τον τόπο που κατάφερε να μην επιστρέψει αφού ο ξάδελφος της μητέρας του γνώριζε την τοποθεσία του. Χρονική ασυνέχεια σημειώθηκε όταν δήλωσε ότι ο ξάδελφός της μητέρας του ζήτησε να παρακολουθήσει μαθήματα τον Σεπτέμβριο του 2020, εν τέλει ωστόσο τον μετέφερε εκεί τον Ιανουάριο του 2022 ενώ δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει περαιτέρω σχετικά με τα ληφθέντα μέτρα αυτοπροστασίας μήτε να σχολιάσει τον λόγο που ο εν λόγω άντρας δεν τον συνέλεξε εκ νέου, δεδομένου ότι αυτός ήταν μέλος της AlShabaab. Δεν επεξήγησε ικανοποιητικώς τον λόγο που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής δεδομένου ότι δεν αντιμετώπισε κάτι περαιτέρω ούτε εξαναγκάστηκε σε επιστροφή στο σχολείο μήτε τεκμηρίωσε τον λόγο που δεν διέφυγε όταν ο εν λόγω άντρας προσέγγισε την μητέρα του για πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο του 2020. Τέλος, δεν τεκμηρίωσε επαρκώς την δήλωσή του σχετικά με τις συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής ενώ αναφέρθηκε δίχως συνεκτικότητα στον λόγο που ο εν λόγω άντρας δεν γνώριζε ότι έφυγε από τη χώρα και οι δηλώσεις του σχετικά με την αδυναμία εσωτερικής μετεγκατάστασης αξιολογήθηκαν ως μη ικανοποιητικές. Ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε καταληκτικά ότι δεν διαφαίνεται να υπέστη ο Αιτητής κάποιας μορφής δίωξης που να δικαιολογεί την απόφαση του να διαφύγει από την χώρα καταγωγής.

 

Επί της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός Ασύλου παρέπεμψε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και κατέγραψε πληροφορίες σχετικά με την στρατολόγηση από την AlShabaab, το προφίλ των στρατολογημένων, τους μεθόδους και τα κίνητρα στρατολόγησης, τις συνέπειες σε περίπτωση άρνησης και την ύπαρξη εδραιωμένων από την AlShabaab δικαστηρίων προς εφαρμογή του νόμου της Σαρία, σημειώνοντας αναφορικά με την άρνηση στρατολόγησης ότι δεν δύναται να γίνει συσχέτιση με τις συνθήκες στρατολόγησης του Αιτητή και επισημαίνοντας ότι λόγω της εγγενώς υποκειμενικής φύσης των ισχυρισμών του Αιτητή, δεν είναι δυνατόν να επιβεβαιωθούν αυτές από πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Ακολούθως, ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στην απόρριψη του ισχυρισμού.

 

Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός Ασύλου προχώρησε σε αξιολόγηση του κινδύνου με ανάλυση του βάσιμου φόβου δίωξης και κινδύνου σοβαρής βλάβης του Αιτητή, στον οποίο ενδέχεται να εκτεθεί σε περίπτωση επιστροφής του στη Σομαλία κατά το οποίο εξετάζεται ο μελλοντικός κίνδυνος με βάση τα αποδεδειγμένα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά τα οποία έχουν γίνει αποδεκτά στην ανωτέρω ανάλυση. Επί τούτου, ο αρμόδιος λειτουργός Ασύλου, παραπέμποντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην χώρα καταγωγής και στο Masaajid Cali Guduud, πόλη Adale, περιοχή Middle Shabelle, τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής του Αιτητή, επισήμανε πως υπάρχουν εύλογοι και βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στην χώρα καταγωγής και στο Masaajid Cali Guduud, πόλη Adale, περιοχή Middle Shabelle, θα υποστεί δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ωστόσο η υπαγωγή του Αιτητή στις πρόνοιες της συμπληρωματικής προστασίας αναφορικά με το άρθρο 19 (2) (γ) καταγράφεται εκτενέστερα και αιτιολογείται πλήρως στις σελ. 24-28 της έκθεσης εισήγησης του αρμόδιου λειτουργού.

Συγκεκριμένα, κατά τη νομική ανάλυση, εφόσον διαπιστώθηκε πως δεν πληρούνται τα αναγκαία υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του φόβου δίωξης, κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε, συνεκτιμώντας την κατάσταση που επικρατεί στον τόπο τελευταίας διαμονής του Αιτητή σε συνδυασμό με το προσωπικό προφίλ του, ότι  δεν διατρέχει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη λόγω αδιάκριτης βίας. Ως προς το τελευταίο σημείο, ο λειτουργός επισήμανε ότι παρότι υπάρχει αδιάκριτη βία στην περιοχή τελευταίας διαμονής του Αιτητή, εκείνος δεν θα κινδυνεύσει απλώς και μόνο δια της παρουσίας του λόγω των προσωπικών του περιστάσεων καθότι πρόκειται για άτομο ενήλικο, νεαρής ηλικίας, άμαχο, υγιές, με οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο και επαρκές μορφωτικό επίπεδο, ικανό να υποστηρίξει οικονομικά τον εαυτό του, δίχως στοιχεία ευαλωτότητας και δίχως να έχει υποστεί κάποια δίωξη. Ως συνέπεια, η αίτηση διεθνούς προστασίας του Αιτητή απορρίφθηκε και έγινε εισήγηση για την επιστροφή του στην χώρα καταγωγής και ειδικότερα στην πόλη Adale, περιοχή Middle Shabelle δυνάμει του άρθρου 13(2)(δ) και 18(7Β) του Περί Προσφύγων Νόμου 2000.

 

Αρχικά, συντάσσομαι με τους Καθ’ ων η Αίτηση ως προς τον τρόπο που σχημάτισαν τους ισχυρισμούς του Αιτητή.

 

Αρχικά, συντάσσομαι με το εύρημα των Καθ’ ων η αίτηση, περί αξιοπιστίας του Αιτητή  αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό του, για τους λόγους που καταγράφονται στην εισηγητική έκθεση, η οποία αποτελεί και την αιτιολογική βάση της επίδικης απόφασης. Ωστόσο η αξιολόγηση των Καθ΄ων η αίτηση δεν με βρίσκει σύμφωνη σχετικά με τον οικογενειακή του κατάσταση στη Δημοκρατία .

Ο Αιτητής προσκόμισε κατά την συνέντευξή του προς επίρρωση των ισχυρισμών του πιστοποιητικό τέλεσης γάμου, εκδοθέν από τον Δήμο Λευκωσίας την 10/10/2024 (ερ. 58 Δ.Φ.), ως επίσης ενοικιαστήριο έγγραφο στο όνομα του Αιτητή και της συζύγου του.(ερ. 27 Δ.Φ.),

Συγκεκριμένα  δεν συντάσσομαι με τα πορίσματα των Καθ’ ων η αίτηση αλλά και με τον τρόπο που χρησιμοποιήθηκε η ευλογοφάνεια ως δείκτης αξιοπιστίας αναφορικά με τον γάμο του με την ομοεθνή του κάτοχο συμπληρωματικής προστασίας στη Δημοκρατίας της οποίας το καθεστως επιβεβαιώνεται από το (ερ.33 Δ.Φ.) . Πιο συγκεκριμένα, δεν συντάσσομαι με το πόρισμα τους περί έλλειψης ευλογοφάνειας στις εξηγήσεις που παρείχε αναφορικά αναφορικά με τη σύζυγο του

Ωστόσο το εν λόγω ζήτημα θα απασχολήσει το Δικαστήριο σε επόμενο στάδιο και σε σχέση με την απόφαση επιστροφής.

Προχωρώντας στην αξιολόγηση του δεύτερου ισχυρισμού του Αιτητή αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους αναχώρησε από την πατρίδα του, λαμβάνοντας υπόψιν τις δηλώσεις του καθ’ όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός του, παρατηρώ εκ προοιμίου ότι η γενική αξιοπιστία του δεν συνηγορεί στην υποστήριξη των ισχυρισμών του. Αφενός, κομβικά σημεία της αφήγησης του διέπονται από ανακολουθίες, αφετέρου οι πληροφορίες που παρείχε δεν κρίνονται επαρκείς προς στοιχειοθέτηση των ισχυρισμών του. Αφενός, διότι δεν διέπονται από επάρκεια καθώς ο βαθμός παρεχομένων πληροφοριών δεν αρκεί ώστε να σχηματιστεί απαραίτητη εικόνα για την στοιχειοθέτηση των ισχυρισμών.  Αφετέρου, διότι δεν διέπονται από την απαιτούμενη πτυχή της ιδιαιτερότητας  που αφορά τις προσωπικές, ατομικές περιστάσεις και τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται και εκφράζεται ένα γεγονός. Η βασική ιστορία πολλών υποθέσεων μπορεί να είναι ιδιαίτερα παρεμφερής, αλλά κάθε υπόθεση έχει τις δικές της μεμονωμένες ιδιαιτερότητες οι οποίες την καθιστούν μοναδική πράγμα το οποίο ελλείπει από την αφήγηση του Αιτητή. Επιπροσθέτως, ο Αιτητής υπέπεσε σε αντιφάσεις σε κομβικά σημεία της αφήγησης του, τα οποία πλήττουν την αξιοπιστία του και υιοθετώ αυτούσια τα ευρήματα της Υπηρεσίας Ασύλου στην έκθεση / εισήγηση της ,στις σελ. 10-16.

Σύμφωνα με βασικές αρχές αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων, η αξιολόγηση επικεντρώθηκε  στις προσωπικές εμπειρίες του Αιτητή και την εγγενή αξιοπιστία της αφήγησής του (Πρακτικός Οδηγός EASO: Αξιολόγηση Στοιχείων" (2018),  σελίδα 33).

 Καθώς δεν στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική αξιοπιστία του Αιτητή αναφορικά με το συγκεκριμένο ισχυρισμό, η αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του παρέλκει.

Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή/Αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατάφερε τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, αλλά  ούτε  κατά την ενώπιόν μου διαδικασία.

Εν πάση περιπτώσει  κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή  και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.

Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358). Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι η συνοχή μεταξύ των δηλώσεων του Αιτητή συνιστά δείκτη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του[1]. Όταν ο Αιτητής κρίνεται αναξιόπιστος, δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης (βλ.  υπόθ. αρ. 1964/06, ημερ. 11.3.08  Obaidul Haque v. Δημοκρατίας).

 

Αξιολογώντας το μελλοντικό κίνδυνο που θα αντιμετώπιζε ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής στην πατρίδα του, θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν ο μόνος αποδεκτός ισχυρισμός του, ήτοι αυτός αναφορικά με τα προσωπικά της στοιχεία και τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του. Λαμβάνοντας υπόψη το προφίλ του, κρίνω ότι σε περίπτωση επιστροφής  στον τόπο καταγωγής του, ο Αιτητής δεν θα κινδυνεύσει να υποβληθεί σε μεταχείριση η οποία θα μπορούσε να ανέλθει σε επίπεδο δίωξης και ως εκ τούτου  δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Επιπροσθέτως, ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε κανένα ουσιώδη λόγο ώστε  να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη ώστε να υπαχθεί σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 19 του Περί προσφύγων Νόμου. 

Περαιτέρω, αναφορικά με το κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται συμπληρωματικής προστασίας το Άρθρο 15(γ) της Οδηγίας για αναγνώριση προσώπων ως δικαιούχων συμπληρωματικής προστασίας που αντιστοιχεί στο Άρθρο 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου διαλαμβάνει πως «σοβαρή απειλή» σημαίνει η «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης

Σε αυτό το πλαίσιο υπάρχουν τα στοιχεία που συνιστούν τη διάταξη και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σωρευτικά για να τύχει εφαρμογής η εν λόγω πρόνοια. Η ευρωπαϊκή οδηγία δεν παρέχει ορισμό του στοιχείου της «διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης», εντούτοις στηνυπόθεση Aboubacar Diakite ν. Commissaire general aux refugies et aux apatrides,  C-285/12 το ΔΕΕ ερμηνεύοντας την έννοια «ένοπλη σύρραξη» κατέληξε πως πρέπει να δοθεί μια ερμηνεία, αυτόνομη από το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, καθώς επίσης έθεσε ένα κατώτατο επίπεδο/όριο (low  hreshold) ως προς το κατά πόσο μια «ένοπλη σύρραξη» λαμβάνει χώρα, αναφέροντας στη σκέψη 35:

«[.] το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας 2004/83 έχει την έννοια ότι η ύπαρξη εσωτερικής ένοπλης συρράξεως πρέπει να γίνεται δεκτή, όσον αφορά την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, όταν οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή όταν δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να είναι δυνατός ο χαρακτηρισμός της συρράξεως αυτής ως ένοπλης συρράξεως που δεν έχει διεθνή χαρακτήρα, υπό την έννοια του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, και χωρίς η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργανώσεως των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων ή η διάρκεια της συρράξεως να αποτελεί αντικείμενο αυτοτελούς εκτιμήσεως σε σχέση με την εκτίμηση του βαθμού βίας που δεσπόζει στην οικεία επικράτεια.»

Περαιτέρω όμως, μια επιπλέον και καθοριστική προϋπόθεση για τη εφαρμογή του άρθρου 15 (γ) είναι η ύπαρξη «αδιάκριτης άσκησης βίας» αφού όπως αναφέρθηκε η ύπαρξη «ένοπλης σύρραξης» αποτελεί μεν αναγκαία, αλλά όχι επαρκή προϋπόθεση όπως τονίζεται και στη δικαστική ανάλυση του EASO. Θα πρέπει συνεπώς να εκτιμάται τόσο η ύπαρξη ένοπλης σύρραξης (διεθνούς ή εσωτερικής) όσο και ο βαθμός της βίας, αφού όπως επισημάνθηκε από το ΔΕΕ, στην απόφαση του στην Diakité (σκέψη 30):

«Επιπλέον, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η ύπαρξη εσωτερικής ένοπλης συρράξεως μπορεί να συνεπάγεται την παροχή της επικουρικής προστασίας μόνο στο μέτρο που οι συγκρούσεις μεταξύ των τακτικών δυνάμεων ενός κράτους και ενός ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων ή μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων θεωρούνται κατ' εξαίρεση ότι συνεπάγονται σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του αιτούντος την επικουρική προστασία, υπό την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γ), της οδηγίας 2004/83, διότι ο βαθμός της αδιάκριτης ασκήσεως βίας που τις χαρακτηρίζει είναι τόσο μεγάλος ώστε υπάρχουν σοβαροί και βάσιμοι λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να υποστεί την εν λόγω απειλή (βλέπε, υπό την έννοια αυτή, Elgafaji, σκέψη 43).»

Σε σχέση με τον ορισμό της «αδιάκριτης άσκησης βίας» στην απόφαση του ΔΕΕ που εκδόθηκε στην υπόθεση Elgafaji αποφάνθηκε ότι ο όρος «αδιάκριτη» σημαίνει ότι η βία «μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους». Το ΔΕΕ έχει επισημάνει ότι απαιτείται η ύπαρξη «εξαιρετικής κατάστασης» για την εφαρμογή του άρθρου 15 στοιχείο γ) στους αμάχους εν γένει.

Στη σκέψη 35 της απόφασης Elgafaji, το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι για να ισχύει κάτι τέτοιο:

«[.] ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη . [πρέπει να] είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας.»

Στη σκέψη 39 το ΔΕΕ τόνισε την ίδια στιγμή πως θα:

"[.] πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.»

Παραδείγματα πράξεων αδιακρίτως ασκούμενης βίας μπορεί να είναι τα εξής: μαζικές στοχευμένες βομβιστικές επιθέσεις, αεροπορικοί βομβαρδισμοί, επιθέσεις ανταρτών, παράπλευρες απώλειες σε άμεσες ή τυχαίες επιθέσεις σε περιοχές πόλεων, πολιορκία, καμένη γη, ελεύθεροι σκοπευτές, τάγματα θανάτου, επιθέσεις σε δημόσιους χώρους, λεηλασίες, χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών κ.λπ.

Με βάση και τις σκέψεις 35, 39 και 43 του ΔΕΕ, στην υπόθεση Elgafaji, η EASO αναφέρει πως εκεί όπου υφίσταται «αδιάκριτη άσκηση βίας» μπορεί να γίνει η ακόλουθη διαφοροποίηση σε δύο κατηγορίες ως προς το βαθμό της:

1. Εδάφη όπου ο βαθμός βίας φθάνει σε τέτοιο υψηλό επίπεδο ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας

2. Εδάφη όπου λαμβάνει χώρα αδιάκριτη άσκηση βίας, εντούτοις δεν φθάνει σε τέτοιο υψηλό επίπεδο, και σε σχέση με την οποία περαιτέρω ατομικά χαρακτηριστικά θα πρέπει να αποδειχθούν

Σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία θα πρέπει να αναφερθεί ότι βάσει του άρθρου 15 στοιχείο γ), ένα πρόσωπο που διατρέχει γενικό κίνδυνο δεν αποκλείεται να διατρέχει και ειδικό κίνδυνο, και το αντίστροφο. Πράγματι, το ΔΕΕ διατύπωσε την έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» ('sliding scale'), σύμφωνα με την οποία:

«όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας (Elgafaji, σκέψη 39· Diakité, σκέψη 31).»

Όπως αναφέρεται και στη σχετική δικαστική ανάλυση του EASO για το Άρθρο 15 στοιχείο γ) εν σχέση με τις ενδείξεις αδιάκριτης άσκησης βίας θα πρέπει να εξετάζεται από τα δικαστήρια τι προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία. Τα «κριτήρια Sufi και Elmi» βάσει της απόφασης του ΕΔΔΑ είναι (χωρίς να αποτελούν εξαντλητικό κατάλογο):

·         οι αντιμαχόμενες πλευρές και η αντίστοιχη στρατιωτική τους ισχύς·

·         οι εφαρμοζόμενες μέθοδοι και τακτικές πολέμου (κίνδυνος θυμάτων μεταξύ του άμαχου πληθυσμού)·

·         το είδος των χρησιμοποιούμενων όπλων·

·         η γεωγραφική έκταση των μαχών (τοπικές ή εκτεταμένες)·

·         ο αριθμός νεκρών, τραυματιών και εκτοπισμένων αμάχων ως αποτέλεσμα των μαχών.

  Λαμβάνοντας υπόψιν τα ανωτέρω, το Δικαστήριο προέβη εκ νέου σε έρευνα  αναφορικά με την πατρίδα και ειδικότερα με τον τόπο διαμονής του Αιτητή. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 15 (γ) του κατά πόσον υφίσταται ένοπλη σύρραξη στη Σομαλία  και την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή, αναφέρονται  τα κατωτέρω:

Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή Middle Shabelle παρατίθενται τα εξής ποσοτικά δεδομένα. Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 30/01/2026), στην περιοχή Middle Shabelle όπου υπάγεται η πόλη Adale,ως τόπος τελευταίας διαμονής του Αιτητή  καταγράφηκαν 520 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες).[2] Εξ αυτών, 26 περιστατικά σημειώθηκαν στην Adale από τα οποία επήλθαν 43 θάνατοι.[3] Εξ αυτών, 27 περιστατικά σημειώθηκαν στο Masaajid Cali Guduud από τα οποία επήλθαν 52 θάνατοι.[4]Σημειώνεται πως ο πληθυσμός για την περιοχή Middle Shabelle σύμφωνα με εκτιμήσεις του Integrated Food Security Phase Classification (IPC) της Food Security and Nutrition Analysis Unit – Somalia, για το 2025, ανέρχεται σε 1,044,873 κατοίκους και της επαρχίας Cadale (Adale) σε 100,871 κατοίκους, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2019.[5] Σημειώνεται ότι δεν κατέστη εφικτή η ανεύρεση πληροφοριών στις πλατφόρμες αναζήτησης ecoi-net, Refworld, EUAA COI Portal, καθώς και στο Διαδίκτυο αναφορικά με τον πληθυσμό του Masaajid Cali Guduud.

Τα εν λόγω αριθμητικά στοιχεία, εξεταζόμενα υπό το φως των ποιοτικών δεδομένων που παρατέθηκαν ανωτέρω αναφορικά με τους ένοπλους φορείς, το είδος των επιχειρήσεών τους και τις δυναμικές της σύγκρουσης, εν δεικνύουν ότι στον τόπο τελευταίας διαμονής του Αιτητή, η ένταση της βίας  φαίνεται να είναι  υψηλή, ωστόσο για να θεωρείται ότι κάποιος/α κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή βλάβη εξαιτίας της παρουσίας του/της και μόνον σε αυτήν, αλλά απαιτείται η συνδρομή πρόσθετων στοιχείων, που να αφορούν τα ατομικά χαρακτηριστικά του εκάστοτε Αιτητή/Αιτήτριας.

Εν προκειμένω, πρόκειται για έναν Αιτητή νέο σε ηλικία, υγιή, ο οποίος έχει ζήσει όλη του τη ζωή του στο τόπος τελευταίας διαμονής του, γνωρίζοντας τις συνθήκες που επικρατούν, είναι ικανός να εργαστεί, διαθέτει  υποστηρικτικό δίκτυο και κυριότερο είναι σε θέση να αντιληφθεί την επέλευση του κινδύνου και να προφυλαχθεί δεόντως. Για τους λόγους αυτούς φρονώ ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του τα στοιχεία που θα ενέτειναν τον κίνδυνό του.

 Συνεπώς και με  βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκε ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας του Αιτητή. Η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, αποτελεί  προϊόν δέουσας και/ή επαρκούς έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των δεδομένων και στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, σύμφωνα και με το Νόμο.

 

Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω  ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι νόμιμη και  εύλογη και λήφθηκε κατ' ορθή ενάσκηση της νόμιμης διακριτικής ευχέρειας των Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι ενήργησαν σύννομα και συνεκτίμησαν όλα τα ενώπιον τους στοιχεία. Κρίνω ότι με σαφήνεια καταδεικνύεται στην υπό εξέταση περίπτωση και για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί, ότι τα πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούν και δεν στηρίζουν τις υπό του Περί Προσφύγων Νόμου (άρθρα 3-3Δ) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, αναγκαίες προϋποθέσεις για την υπαγωγή του εν λόγω Αιτητή στο προστατευτικό καθεστώς του πρόσφυγα. Ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως αυτοί οι λόγοι εξαντλητικά προνοούνται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Επίσης, δεν απέδειξε ότι μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς  συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου άρθρο 19(1) του προαναφερθέντος  πάνω Νόμου, καθότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη με την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, ως καθορίζεται στο άρθρο 19(2) του ιδίου Νόμου.

Ωστόσο όσο αφορά την παρούσα  οικογενειακή κατάσταση του Αιτητή δεν θα συμφωνήσω με τα ευρήματα της Υπηρεσίας Ασύλου ήτοι το πιστοποιητικό γάμου εκδομένο από αρμόδια Κυπριακή αρχή δεν δύναται να αξιολογηθεί ως τεκμήριο ουσιώδης σχέσης και ως ένδειξη ύπαρξης ουσιαστικής σχέση με την σύζυγο του δικαιούχο διεθνούς προστασίας. .

Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει πως ο Αιτητής προσκόμισε το ενοικιαστήριο έγγραφο στο όνομα του  και της συζύγου του με ισχύ τον κρίσιμο χρόνο που η Υπηρεσία Ασύλου εξέτασε το αίτημα του Αιτητή, όσο και  επιστολή του με την οποία αιτείται να εξεταστεί το αίτημα του σε συνάρτηση με αυτό της συζύγου του (ερ. 36 του Δ.Φ.), στοιχεία τα οποία δίχως άλλο ο αρμόδιος λειτουργός όφειλε να λάβει υπόψη αναφορικά με την απόφαση επιστροφής του Αιτητή .

Περαιτέρω σημειώνεται πως η συνήγορος του Αιτητή κατά την ημερομηνία των διευκρινίσεων προσκόμισε στο Δικαστήριο τεκμήρια τα οποία δεν τέθηκαν ενώπιον του με το κατάλληλο δικονομικό διάβημα, ήτοι νέο ενοικιαστήριο στο όνομα του Αιτητή και της συζύγου του με έναρξη την 16/5/205 ως επίσης και ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 26/8/2025 που καταδεικνύει ότι η σύζυγος του Αιτητή κυοφορεί έμβρυο 5 μηνών. Το Δικαστήριο δέχτηκε τα εν λόγω έγραφα υπό την επιφύλαξη αυτά να εξεταστούν στη βάση των νομικών ισχυρισμών  που ο Αιτητής υπόβαλε δια της εναρκτήριας αίτησης του και εφόσον αυτά δικογραφούνται.

 

Το Δικαστήριο διήλθε του εν λόγω δικογράφου στο οποίο ωστόσο καμία αναφορά γίνεται και επ΄ουδενί δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός σε σχέση με το εν λόγω ζήτημα.  βλ. Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 71/2023) ημερ. 25 Σεπτεμβρίου, 2025 ISAAC ENDAH ABURI V ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ όπου λέχθηκαν τα εξής :

 

«Εξετάζοντας, καταρχάς, τον πρώτο λόγο Έφεσης (ανωτέρω), κρίνουμε ότι αυτός είναι αβάσιμος. Από τα νομικά σημεία στην Προσφυγή του Εφεσείοντα ελλείπει οποιοδήποτε αιτιολογικό αυτών, το οποίο να συγκεκριμενοποιεί και δη με επάρκεια το πως παραβιάζεται ο νομικός κανόνας του οποίου την εκ της Διοίκησης παράβαση επικαλείται (βλ. Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672).»

 

Η συνήγορος του Αιτητή περιορίστηκε ωστόσο με την γραπτή της αγόρευση και μόνο στα πλαίσια του ισχυρισμού της περί έλλειψης επαρκούς και η δέουσας αιτιολογίας να προβάλει πως οι Καθ΄ων η αίτηση δεν αποδέχτηκαν τη σχέση του ζεύγους χωρίς να αιτιολογήσουν την απόφαση τους χωρίς ωστόσο να τεκμηριώνει με ποιο τρόπος αυτή είναι ελλιπής και  και πως επηρεάζει τον Αιτητή και στη βάση ποιων διατάξεων του Νόμου. Επί τούτου παραπέμπω ανωτέρω και στην απόφαση του Δικαστηρίου σε όσα αναφέρονται περί της ορθής προβολής των λόγων ακύρωσης. Συνεπώς το δικαστήριο δεν θα υπεισέλθει στην εξέταση των εν λόγω εγγράφων που προσκομίστηκαν κατά τις διευκρινίσεις αλλά ούτε και πως αυτά τα στοιχεία θα μπορούσαν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου.

 

Υπό το φως των πιο η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με € 1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση.                                  

                                     

 

 

                                        

 

                                        Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] EASO, 'Practical Guide: Evidence Assessment, 2015, διαθέσιμο σε: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/public/EASO-Practical-Guide_-Evidence-Assessment.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 30/04/2025). 

[2] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Somalia, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 09/02/2026)

[3] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Somalia, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 09/02/2026

[4] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Somalia, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 09/02/2026)

[5] Food Security and Nutrition Analysis Unit - Somalia (FSNAU), IPC Population Estimates: Current (Jul-Sep 2025), https://fsnau.org/downloads/Somalia_2025_Post_Gu_Acute_Food_Insecurity_Rural_Urban_and_IDP_Population_Stressed_Crisis_and_Emergency_Current_Jul_Sep_2025.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 09/02/2026); City Population – Somalia – Division – Cadale, https://www.citypopulation.de/en/somalia/admin/shabeellaha_dhexe/2104__cadale/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 09/02/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο