ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 1383/2023
12 Φεβρουαρίου, 2026
[Ε.ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 Συντάγματος
Μεταξύ:
J.N.B.,
από Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Δικηγόροι για Αιτητή: Τζ. Μπετίτο (κος), για Πιερίδης & Πιερίδης
Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Εφρ. Χατζηγιάννη (κα), για Α. Δημητριάδου (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής στρέφεται εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 10.02.2023, με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημά του για άσυλο, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).
Ο Αιτητής κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (στο εξής αναφερόμενη ως «Λ.Δ.Κ.»)., την οποία εγκατέλειψε την 01.03.2020 και εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, δια μέσου των μη ελεγχόμενων περιοχών, υποβάλλοντας αίτηση ασύλου στις 19.06.2020. Στις 08.12.2022, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EUAA) (στο εξής αναφερόμενος ως «Ο Λειτουργός»), ο οποίος υπέβαλε στις 30.01.2023 Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 10.02.2023 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 11.04.2023 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ημερ. 06.04.2023. Την απόφαση αυτή αμφισβητεί ο Αιτητής μέσω της υπό εξέταση προσφυγής του.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο Αιτητής, μέσω των συνηγόρων του, προέβαλε στα πλαίσια τόσο του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας όσο και της γραπτής του αγόρευσης πλείονες λόγους ακυρώσεως, τους οποίους ωστόσο απέσυρε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων και περιορίστηκε μόνο στην προώθηση του ισχυρισμού περί έλλειψης δέουσας έρευνας.
Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση, υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, εξετάζοντας και αντικρούοντας έναν έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή, υποβάλλοντας ότι αυτή είναι αποτέλεσμα των εξουσιών με τις οποίες περιβάλλονται οι Καθ' ων η αίτηση, κατ' εφαρμογή των αρχών του διοικητικού δικαίου, λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας όλων των σχετικών στοιχείων της υπόθεσης, αφού αξιολογήθηκαν όλα τα σχετικά γεγονότα και στοιχεία της υπόθεσης και ότι αυτή είναι επαρκώς αιτιολογημένη.
Αξιολόγηση εκατέρωθεν ισχυρισμών και καταληκτικά συμπεράσματα
Αναφορικά με τον εναπομείναντα λόγο ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας, επισημαίνω ότι αυτός προωθείται με γενικότητα και αοριστία χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση σε συνάρτηση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης του Αιτητή[1]. Τούτο δε, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962[2]. Έχει πλειστάκις λεχθεί και από το παρόν Δικαστήριο, με παραπομπή στη σχετική επί του θέματος νομολογία ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία[3], ενώ ξεκάθαρη είναι η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο[4]. Δεν αρκεί συνεπώς η γενικόλογη και αόριστη επιχειρηματολογία περί έλλειψης δέουσας έρευνας, χωρίς ταυτόχρονα την εξειδίκευση και αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και στη βάση ποιας συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας προωθείται ο συγκεκριμένος λόγος ακυρώσεως.
Εν πάση περιπτώσει, ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας, όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν[5], θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της υπόθεσης αυτής, σε συνάρτηση και με τον έστω γενικόλογο ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας.
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου.
Στο πλαίσιο της υποβληθείσας αίτησής του για διεθνή προστασία κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας της έλλειψης ασφαλείας (βλ. ερ. 1 και 18 δ.φ.)
Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του, ανέφερε ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στην πρωτεύουσα της ΛΔΚ, την πόλη Kinshasa, η οποία αποτελεί και τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του στη χώρα. (βλ. ερ. 41/2X δ.φ.). Ως οι ισχυρισμοί του, ο πατέρας του διαβιεί στην Angola, η μητέρα του στην Kongo Central (Bas-Congo), ενώ δεν γνωρίζει τον τόπο διαμονής κάποιων εκ των 5 αδελφών του. Επιπλέον, έχει μια κόρη η οποία ζει με μια από τις αδελφές του. (βλ. ερ. 42/2Χ, 41/1Χ δ.φ.) Ως προς την εκπαίδευση και την εργασία του, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και συγκεκριμένα την 6η τάξη ανθρωπιστικών επιστημών και ότι από το 2013 ασχολείτο με την καθαριότητα σε ξενοδοχεία, το βάψιμο τοίχων, το μαγείρεμα και το κούρεμα (βλ. ερ. 44/2Χ, 43/2Χ δ.φ.).
Ως προς την ουσία του αιτήματός του, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης, ισχυρίστηκε ότι έφυγε από τη ΛΔΚ καθώς τον αναζητούσαν. Ειδικότερα, εργαζόταν στο σπίτι ενός άντρα, τον οποίον αποκαλούσε στρατηγό, και που βάσει των λεγομένων του, ήταν αρχηγός της πολιτείας, δήμαρχος και επικεφαλής τον στρατιωτικών υπηρεσιών πληροφοριών. Τη μέρα του θανάτου του στρατηγού, ο ίδιος απουσίαζε, ενώ έπρεπε να ερευνηθούν όλοι. Ακολούθως, έλαβε ένα τηλεφώνημα με το οποίο τον προειδοποίησαν να μην έρθει και επομένως, άρχισε να ψάχνει τρόπους για να διαφύγει και να σώσει τον εαυτό του (βλ. ερ. 40/2Χ δ.φ.).
Κατά τη διερεύνηση των ισχυρισμών του μέσω της υποβολής περαιτέρω ερωτήσεων από το Λειτουργό, ανέφερε ότι δεν γνώριζε τους διώκτες του και ότι επρόκειτο για θέμα κυρίως πολιτικό (βλ. ερ. 39/1Χ δ.φ.).
Αναφορικά με το χρονικό διάστημα κατά το οποίο εργαζόταν στην οικία του στρατηγού, ανέφερε ότι ξεκίνησε την εργασία της εκεί το 2017 και ότι τα καθήκοντά της περιορίζονταν στο μαγείρεμα. Δεν είχε συγκεκριμένο ωράριο εργασίας, καθώς η παρουσία της στο σπίτι εξαρτιόταν αποκλειστικά από το πότε την καλούσε ο στρατηγός. Επιπλέον, δεν περνούσε ουσιαστικό χρόνο μαζί του, δεδομένου ότι βρισκόταν απλώς σε υπηρεσιακή σχέση (βλ. ερ. 39/2Χ, 38/2Χ δ.φ.).
Ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν γνώριζε πληροφορίες σχετικά με τον στρατηγό, διότι εκείνος ανήκε στην κατηγορία των ανθρώπων που, εάν υποπτεύονταν ότι κάποιος ερευνούσε ή αναζητούσε στοιχεία γι’ αυτούς, τα πράγματα μπορούσαν να λάβουν επικίνδυνη τροπή. Όταν κλήθηκε να παράσχει πληροφορίες σχετικά με τη θέση του στρατηγού ως επικεφαλής των στρατιωτικών υπηρεσιών πληροφοριών, απάντησε ότι δεν ήταν σε θέση να το πράξει, καθώς επρόκειτο για άτομο που, αν υποψιαζόταν ότι κάποιος μιλούσε γι’ αυτόν, ενδεχομένως να προέβαινε σε πράξεις βλάβης εις βάρος του (βλ. ερ. 38/2Χ δ.φ.).
Ο Αιτητής δήλωσε ότι ο στρατηγός απεβίωσε στις 28.02.2020 και ότι πληροφορήθηκε τον θάνατό του από συνάδελφό του, ο οποίος τον ενημέρωσε τηλεφωνικώς για την κατάσταση που επικρατούσε, ήτοι ότι οι αρχές προέβαιναν στη σύλληψη όλων των εργαζομένων. Ερωτηθείς εάν οι αρχές μετέβησαν στην οικία του για διενέργεια έρευνας ή εάν κλήθηκε στο αστυνομικό τμήμα προς ανάκριση, απάντησε ότι δεν γνώριζε, καθόσον αναχώρησε από τη χώρα αμέσως μετά το εν λόγω τηλεφώνημα. Κληθείς να αναφερθεί σε τυχόν εκκρεμή εναντίον του εντάλματα έρευνας ή σύλληψης, ανέφερε ότι δεν είχε γνώση, προσθέτοντας ότι η έρευνα βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη. Τέλος, ερωτηθείς για τους λόγους του φόβου του έναντι των αρχών, δήλωσε ότι στη ΛΔΚ, ακόμη και άτομα που δεν είναι ένοχα ενδέχεται να υποστούν βλάβη (βλ. ερ. 38/3Χ, 37 1Χ–3Χ δ.φ.).
Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση
Κατά την αξιολόγηση της αίτησης του Αιτητή, ο Λειτουργός διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις του Αιτητή. Ο πρώτος αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής και αυτός έγινε αποδεκτός, αφού στοιχειοθέτηθηκε η εσωτερική και η εξωτερική αξιοπιστία του Αιτητή.
Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορούσε το ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του καθώς κατηγορήθηκε για τη δολοφονία ενός στρατηγού του στρατού. Σχετικά με τον εν λόγω ισχυρισμό, ο Λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει πληροφορίες που άπτονταν του πυρήνα του αιτήματός του και ότι οι απαντήσεις του στις ερωτήσεις που του τέθηκαν ήταν ασαφείς, αόριστες ανακριβείς και ασυνάρτητες. Επισημάνθηκε ότι ο Αιτητής ανέφερε ότι άρχισε να μαγειρεύει για το στρατηγό το 2017, χωρίς ωστόσο να δύναται να παραθέσει στοιχεία για το εργασιακό του πρόγραμμα ή για το κάθε πότε πήγαινε να εργαστεί. Ούτε μπορούσε να εξηγήσει το από που ο πατέρας του, μέσω του οποίου και πήρε τη δουλειά, γνώριζε το στρατηγό. Περαιτέρω, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει στοιχεία για τη θέση του εν λόγω ατόμου, αφού περιορίστηκε στο να δηλώσει ότι συγκαταλεγόταν στα άτομα που αν υποψιάζονταν ότι ένα άτομο μιλούσε γι’ αυτά, μπορεί να του έκαναν κακό. Πλέον, δεν ήξερε το λόγο του θανάτου του όπως ούτε και τους υπαίτιους για το συμβάν. Επιπλέον, στερείτο λογικής το ότι έφυγε από τη ΛΔΚ προτού οι αρχές έρθουν στο σπίτι του για να διεξάγουν έρευνα και πριν τον καλέσουν στο τμήμα για να τον ανακρίνουν. Τέλος, δεν γνώριζε για τυχόν εναντίον του εντάλματα έρευνας ή σύλληψης ενώ δεν είχε λογική ότι ενώ δεν είχε εμπλακεί στη δολοφονία εντούτοις, πιθανόν να υφίστατο ζημιά.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ισχυρισμού, o Λειτουργός ανατρέχοντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης παρέθεσε πληροφορίες που επιβεβαίωναν τη θέση που κατείχε ο στρατηγός, την ημερομηνία θανάτου του αλλά και τις αδιευκρίνιστες συνθήκες υπό τις οποίες πέθανε. Ωστόσο, συνεπεία της αδυναμίας του Αιτητή να παραθέσει συγκεκριμένες, λεπτομερείς και ευλογοφανείς απαντήσεις, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.
Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, ενόψει του ισχυρισμού ο οποίος έγινε αποδεκτός, ήτοι των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή, ο Λειτουργός, αφού έλαβε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή και την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, έκρινε, ότι δεν συνέτρεχε εύλογη πιθανότητα να αντιμετώπιζε δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην Kinshasa.
Κατά τη νομική ανάλυση, κρίθηκε πως δεν προέκυπτε βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στη ΛΔΚ, δεν θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορούσε να θεωρηθεί ότι θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο Λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή βλάβη και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, αφού η κατάσταση στη ΛΔΚ δεν χαρακτηριζόταν από καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση του Λειτουργού όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά την διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:
Καταρχάς, συμφωνώ και συντάσσομαι με την κρίση των Καθ' ων η αίτηση ως προς την αξιοπιστία του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού τον οποίον και αποδέχομαι.
Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή κατηγορείτο για τη δολοφονία στρατηγού του στρατού, κατόπιν προσεκτικής εξέτασης τόσο της προφορικής του συνέντευξης όσο και της εισηγητικής έκθεσης του Λειτουργού, διαπιστώνεται ότι το αφήγημά του χαρακτηρίζεται από αοριστία και έλλειψη ευλογοφάνειας. Ειδικότερα, ο Αιτητής υποστήριξε ότι καταζητείτο λόγω του τρόπου θανάτου του στρατηγού, πλην όμως δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει από ποιους διωκόταν. Περαιτέρω, δεν παρείχε ουσιώδεις πληροφορίες σχετικά με τον ίδιο τον στρατηγό, ο οποίος φερόταν ως εργοδότης του, ενώ σε σχετικές ερωτήσεις απέφευγε να απαντήσει, ισχυριζόμενος ότι επρόκειτο για άτομο το οποίο, εάν υποψιαζόταν ότι κάποιος ερευνούσε ή μιλούσε γι’ αυτό, τα πράγματα μπορούσαν να λάβουν επικίνδυνη τροπή.
Επιπλέον, δεν ανέφερε συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με το εργασιακό του πρόγραμμα ούτε με τη συχνότητα παροχής της εργασίας του. Εξάλλου, στερείται λογικής συνοχής ο ισχυρισμός ότι εγκατέλειψε τη ΛΔΚ χωρίς να γνωρίζει εάν υπήρχαν οποιεσδήποτε υποψίες εις βάρος του. Ομοίως, αντιφατικός κρίνεται ο ισχυρισμός ότι αγνοούσε την ύπαρξη τυχόν ενταλμάτων έρευνας ή σύλληψης, ενώ ταυτόχρονα υποστήριζε ότι η έρευνα βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη. Τέλος, ο επικαλούμενος λόγος φόβου έναντι των αρχών δεν κρίνεται πειστικός, καθόσον περιορίστηκε στη γενική αναφορά ότι στη ΛΔΚ, ακόμη και άτομα χωρίς ευθύνη ενδέχεται να υποστούν βλάβη.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, δεδομένης της παντελούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής του ισχυρισμού αυτού εκ της αοριστίας, της γενικότητας και της έλλειψης ευλογοφάνειας που χαρακτηρίζει το αφήγημα του Αιτητή δεν προκύπτει ανάγκη για εξέταση της εξωτερικής του συνοχής, με αναφορά σε αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης. Επί τούτου, σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στο εγχειρίδιο της EASO (νυν EUAA), Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System[6], σελ.169 όπου διαλαμβάνονται συγκεκριμένα τα ακόλουθα:
«This will be necessary insofar as the rationale of the judgment relies on the appreciation of conditions prevailing in the country of origin. This would not be the case in all situations. For example, it may well be unnecessary in respect of a negative credibility finding based on a blatant lack of internal consistency or on unsatisfactorily explained discrepancies and variations on the essential elements of a claim, nor a fortiori if an appeal is rejected on inadmissibility grounds.»
Βλέπε σχετικώς και τα όσα αναφέρθηκαν επί του ζητήματος τούτου στην απόφαση του Εφετείου στην FERDINAND EBELE EWELUKWA v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 18/2023, 31.10.2024.
Καταλήγω συνεπώς ότι ο δεύτερος αυτός ισχυρισμός του Αιτητή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και αυτός απορρίπτεται για τους λόγους που έχουν ανωτέρω επεξηγηθεί.
Υπό το φως των προλεχθέντων και του ισχυρισμού περί προσωπικών στοιχείων του Αιτητή που έγινε αποδεκτός από το παρόν Δικαστήριο, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν διαπιστώνονται δείκτες κινδύνου έναντι της ζωής του, σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ, ιδιαιτέρως υπό τον ορισμό και προϋποθέσεις του προφίλ του πρόσφυγα, άρθρο 1Α της Συνθήκης της Γενεύης και άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα να υπαχθεί ο Αιτητής στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, ως αυτό καθορίζεται στην εθνική μας νομοθεσία. Ειδικότερα, το άρθρο 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου διαλαμβάνει ότι:
«το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δεν βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής.»
Ο ορισμός της «σοβαρής» ή «σοβαρής και αδικαιολόγητης βλάβη» καλύπτει δυνάμει του άρθρου 19(2) εξαντλητικά, τρεις διαφορετικές καταστάσεις, ήτοι :
(α) θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή
(β) βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, ή
(γ) σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Έχοντας υπόψη τις περιστάσεις που διαλαμβάνονται στην υπό κρίση υπόθεση, ο Αιτητής δεν μπορεί να ενταχθεί στα υπό (α) και (β) ανωτέρω εδάφια. Εξέτασης συνεπώς χρήζει το εδάφιο (γ) του άρθρου 19(2).
Ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν αναφορικά την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επεσήμανε στην απόφαση του CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland[7] ότι συνιστούν:
«(.) μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (βλ. σκέψη 43 της απόφασης)
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην απόφασή του Sufi and Elmι[8], αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Όπως επίσης διευκρίνισε το ΔΕΕ στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[9] :
«33. Αντιθέτως, η κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας βλάβη, καθόσον συνίσταται σε «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» του αιτούντος, αναφέρεται σε ένα γενικότερο κίνδυνο βλάβης.
34.Συγκεκριμένα, η βλάβη αυτή αφορά, ευρύτερα, «απειλή [.]κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» αμάχου και όχι συγκεκριμένες πράξεις βίας. Επιπροσθέτως, η απειλή αυτή είναι συμφυής με μια γενική κατάσταση «διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης». Τέλος, η βία από την οποία προέρχεται η εν λόγω απειλή χαρακτηρίζεται ως «αδιακρίτως» ασκούμενη, όρος που σημαίνει ότι μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους.
35. Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ, της οδηγίας.
36. Η ερμηνεία αυτή, η οποία δύναται να διασφαλίσει ένα αυτοτελές πεδίο εφαρμογής στο άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, δεν αναιρείται από το γράμμα της εικοστής έκτης αιτιολογικής σκέψης, κατά το οποίο «οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη».
37. Συγκεκριμένα, μολονότι η αιτιολογική αυτή σκέψη σημαίνει ότι η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.
38. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της καταστάσεως αυτής επιρρωννύεται, επίσης, από το γεγονός ότι η οικεία προστασία είναι επικουρική, καθώς και από την οικονομία του άρθρου 15 της οδηγίας, καθόσον η βλάβη, της οποίας τον ορισμό δίνει το άρθρο αυτό υπό τα στοιχεία α΄ και β΄, πρέπει να εξατομικεύεται σαφώς. Μολονότι είναι αληθές ότι στοιχεία που αφορούν το σύνολο του πληθυσμού αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την εφαρμογή του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ο ενδιαφερόμενος, όπως και άλλα πρόσωπα, εντάσσεται στον κύκλο των δυνητικών θυμάτων μιας αδιακρίτως ασκούμενης βίας, εντούτοις, η ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως πρέπει να γίνεται λαμβανομένου υπόψη του συστήματος στο οποίο εντάσσεται, δηλαδή σε σχέση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 15 και, επομένως, να ερμηνεύεται σε στενή συνάρτηση με την εξατομίκευση αυτή.
39. Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».
Στη βάση της ως άνω νομολογίας, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ενσωματώνει το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[10] και λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης του Αιτητή, προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την πόλη Kinshasa, από την οποία προκύπτει ότι η κατάσταση παραμένει ασταθής κυρίως στο ανατολικό τμήμα της Λ.Δ.Κ., καθώς υπάρχουν ένοπλες ομάδες και η διακοινοτική βία, η οποία μπορεί να επηρεάσει την πολιτική κατάσταση, την ασφάλεια και την ανθρωπιστική κατάσταση. Καταγράφονται επίσης συνεχείς αναφορές για πολλές πόλεις στην ανατολική ΛΔΚ που δέχθηκαν επίθεση ή έπεσαν υπό τον προσωρινό έλεγχο ένοπλων ομάδων. Πιο πρόσφατα στοιχεία, βάσει της βάσης δεδομένων RULAC[11], μια πρωτοβουλία της Ακαδημίας Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Γενεύης, έως τον Ιούνιο του 2024, αναφέρουν ότι η κατάσταση στην Kinshasa, δεν κατατάσσεται ως ένοπλη σύγκρουση σύμφωνα με το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο.
Το RULAC παρακολουθεί και κατατάσσει τις ένοπλες συγκρούσεις με βάση αυστηρά νομικά κριτήρια και δεν αναφέρει την Kinshasa ως περιοχή που βιώνει τέτοια σύγκρουση. Σύμφωνα με μια εστιασμένη έκθεση COI που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2025 σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔK από το βέλγικο Κέντρο Τεκμηρίωσης και Έρευνας (CEDOCA), «όσον αφορά την Kinshasa, αναφέρθηκαν σποραδικά περιστατικά ασφαλείας κατά τη διάρκεια του 2024, συμπεριλαμβανομένων διαδηλώσεων, μιας απόπειρας πραξικοπήματος, μιας απόδρασης από τη φυλακή Makala και ορισμένων επεισοδίων στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Maluku λόγω της σύγκρουσης που λαμβάνει χώρα στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe». Η ίδια πηγή, επικαλούμενη πληροφορίες από το United Nations Joint Human Rights Office, ανέφερε ότι η επαρχία της Kinshasa ήταν «ανεπηρέαστη από ένοπλη σύγκρουση» και ότι «από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, εκτός από διαδηλώσεις κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σοβαρά περιστατικά ασφαλείας στην Kinshasa»[12]. Τον Ιανουάριο του 2025, διαδηλωτές στην Kinshasa επιτέθηκαν σε πρεσβείες και προκάλεσαν πυρκαγιές στο πλαίσιο ενός ξεσπάσματος διαδηλώσεων κατά της επίθεσης των ανταρτών M23 στην ανατολική περιοχή[13].
Εξετάζοντας την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή (Kinshasa), όπου δηλαδή ευλόγως αναμένεται ότι θα επιστρέψει, και καθώς τα συμπεράσματά μου επί της αξιοπιστίας του Αιτητή συνάδουν με αυτά του Λειτουργού κατά την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησής του, αναφέρω ότι, όσον αφορά στην Kinshasa, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 23.01.2026), καταγράφηκαν 48 περιστατικά πολιτικής βίας (“political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/ απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 57 θάνατοι.[14] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της Κινσάσα ανέρχεται σε 14,565,700 κατοίκους σύμφωνα με εκτίμηση του 2020[15].
Λαμβάνοντας υπόψιν τα παραπάνω δεδομένα, δε διακρίνω την ύπαρξη κατάστασης αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης στην Kinshasa, ή έστω αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης η οποία να εξικνείται σε τέτοιο βαθμό ώστε ο Αιτητής λόγω της παρουσίας του και μόνο στο έδαφος της περιοχής αυτής να έρχεται αντιμέτωπος με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής απειλής κατά το άρθρο 19 στοιχείο (2)(γ). Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, υγιής, ικανοποιητικού μορφωτικού επιπέδου ικανός προς εργασία και με προηγούμενη εργασιακή εμπειρία στη χώρα καταγωγής του, χωρίς ενδείξεις ευαλωτότητας. Επισημαίνω τέλος, ότι δεν έχουν εγερθεί ή/και αναδειχθεί ατομικά χαρακτηριστικά ή στοιχεία του Αιτητή που να υποδηλώνουν και να δείχνουν ειδικώς ότι θα τεθεί σε κατάσταση που αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης και δυνατόν να μπορούσε να αντισταθμίσει το επίπεδο αδιάκριτης βίας βάσει της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα έχω αναφέρει, είναι η κατάληξή μου ότι ορθώς κρίθηκε και επί της ουσίας ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων και, περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).
Με βάση το σύνολο των στοιχείων ενώπιον μου, όπως έχω αναλύσει ανωτέρω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Ε. Ρήγα, Δ. Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14 ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου», Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2 η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552
[2] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 : « Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.»
[3] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598
[4] Zωμενή-Παντελίδου ν. Α.Η.Κ., Υποθ. Αρ. 108/2006, ημερ. 26.07.2007
[5] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).
[6] Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System' (2023), 136 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023- 02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 08.11.2024)
[7] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland
[8] ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 and 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011
[9] Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ;κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009
[10] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση).
[11] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-democratic-republic-of-congo, (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 31.01.2026)
[12] EUAA COI Query Response - DRC - Democratic Republic of the Congo - Security Situation in Kinshasa,
01/07/2025, σελ. 4, 2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa, ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 31.01.2026.
[13] EUAA COI Query Response - DRC - Democratic Republic of the Congo - Security Situation in Kinshasa,
01/07/2025, σελ. 4, 2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa, ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 31.01.2026.
[14] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 31.01.2026)
[15] City Population - DRC - Kinshasa, https://www.citypopulation.de/en/drcongo/cities/ (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 31.01.2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο