I.M.E. ν. Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1513/2023, 17/2/2026
print
Τίτλος:
I.M.E. ν. Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1513/2023, 17/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 1513/2023

17 Φεβρουαρίου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

I.M.E.

από Καμερούν

                  Αιτητής

 -και-

Υπηρεσίας Ασύλου

                                                            Καθ' ων η Αίτηση

 

Δικηγόροι για Αιτητή: Α. Σεργίδου (κα) για Μ. Σουρουλλά (κα)

Δικηγόροι για Καθ' ων η αίτηση: Αι. Κίτσιου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

Αιτητής παρών.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής αποτελεί η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 28.04.2023 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).

Ο Αιτητής κατάγεται από το Καμερούν, το οποίο εγκατέλειψε στις 07.10.2022 και στις 18.10.2022 εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, μέσω των μη ελεγχόμενων περιοχών. Στις 03.02.2020 υπέβαλε αίτηση για παροχή καθεστώτος διεθνούς προστασίας και στις 03.04.2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος υπέβαλε στις 24.04.2023 Έκθεση-Εισήγηση προς  τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου υπάλληλος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 28.04.2023 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 10.05.2023 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ιδίας ημερομηνίας. Με την υπό κρίση προσφυγή ο Αιτητής αμφισβητεί την εν λόγω απόφαση.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

Εξειδικεύοντας και περιορίζοντας στα πλαίσια της γραπτής αγόρευσης της ευπαιδεύτου συνηγόρου του, τους εγειρόμενους στην προσφυγή λόγους ακυρώσεως, ο Αιτητής επικαλείται κατά πρώτον ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν ήταν η ορθή δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου. Κατά δεύτερον, ισχυρίζεται πως η επίδικη απόφαση εκδόθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα ενώ κατά τρίτον, ισχυρίζεται πως η επίδικη απόφαση εκδόθηκε κατά ελλιπή αιτιολογία και τέλος, υποστηρίζει ότι ο Αιτητής απέδειξε τη θέση του επί τη βάση του ισοζύγιου των πιθανοτήτων.

 

Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε νόμιμα σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι η απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Ισχυρίζονται περαιτέρω, ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν αποσείουν το βάρος απόδειξης το οποίο ο ίδιος φέρει στους ώμους του, τόσο ως προς τους λόγους ακυρώσεως που προωθεί με την προσφυγή του, όσο και προς την ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου, υποστηρίζοντας καταληκτικά ότι ο Αιτητής εμπίπτει στην έννοια του οικονομικού μετανάστη.

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ

 

Παρατηρώ καταρχάς ότι με το δικόγραφο της προσφυγής του, ο Αιτητής επιζητά έξι (6) συνολικά θεραπείες (Α έως Ζ) με τα οποία ωστόσο προσβάλλεται η ίδια πράξη, επιζητώντας την ακύρωση αυτής επί την βάση διαφορετικών λόγων ακυρώσεως. Ως εύστοχα έχει λεχθεί στην απόφαση SINGH v. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΔΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υπόθεση Αρ. 33/2021 (Κ), 28.01.2022 (Εντ. Γ. Σεραφείμ, ΔΔΔ, ως ήταν τότε):

 

 

«Επαναλαμβάνω ότι, είναι τουλάχιστον δικονομικά αδόκιμη και αχρείαστη η παράθεση ξεχωριστών θεραπειών για την ίδια πράξη, στη βάση των λόγων ακυρώσεως που προτείνονται. Την λανθασμένη αυτή πρακτική είχα την ευκαιρία να σχολιάσω και στην απόφαση μου ημερομηνίας 31.8.2017 στην Προσφυγή Αρ. 640/2017 TUI ΚΑΙ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, στην οποία ανέφερα τα ακόλουθα σχετικά:

 

«...Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να παρατηρήσω εκ νέου (βλ. και απόφαση μου ημερομηνίας 30.5.2016 στην προσφυγή Αρ. 933/2014 THICHIENDOANν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ), ότι το ίδιο ή παρόμοιο, στο λεκτικό, αίτημα για την ίδια επίδικη ως άνω απόφαση, επαναλαμβάνεται στις αιτούμενες θεραπείες Α μέχρι Η στην αίτηση ακυρώσεως, με μόνη διαφορά, στο λεκτικό έκαστης θεραπείας, την επίκληση κάθε φορά διαφορετικών λόγων ακυρώσεως των ίδιων πάντα αποφάσεων (κράτησης και απέλασης της αιτήτριας, βλ. ανωτέρω). Κατά την άποψη μου αυτό αποτελεί εσφαλμένη δικονομικά πρακτική, η οποία είναι κατ' ελάχιστον αχρείαστη και, δικονομικά ή ουσιαστικά δεν εξυπηρετεί οτιδήποτε ή διασφαλίζει κάτι, πέραν από την ενδεχόμενη δημιουργία σύγχυσης για το αντικείμενο της προσφυγής και, ως εκ τούτου, ορθό είναι να αποφεύγεται....

 

Κατά τα λοιπά , στο πλαίσιο εξέτασης του παραδεκτού της προσφυγής, είναι πάγια η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι, το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει ακόμη και αυτεπάγγελτα ζητήματα που δεν εγείρονται στα δικόγραφα, αν κρίνει ότι αυτά είναι δημόσιας τάξης και σ' αυτά σαφώς συμπεριλαμβάνεται και το ζήτημα της εκτελεστότητας της επίδικης απόφασης (βλ. ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ (2002) 3 Α.Α.Δ. 314), αφού το ζήτημα αυτό άπτεται και της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το Άρθρο 146.1 του Συντάγματος. Στα πλαίσια τέτοιας αυτεπάγγελτης εξέτασης, κρίνω ότι, οι αιτούμενες θεραπείες Ξ και Ο της προσφυγής στρέφονται εναντίον της σύλληψης του αιτητή από την Αστυνομία, πράξη, η οποία, στην καλύτερη περίπτωση, δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, αλλά διοικητικό μέτρο εκτέλεσης των επίδικων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, στερούμενο εκτελεστότητας (βλ. Προσφυγή Αρ. 534/2005 Faisal Madalal  και Δημοκρατίας, απόφαση ημερομηνίας 24.1.2007). Ως εκ τούτου, η προσφυγή, όσον αφορά στις αιτούμενες θεραπείες Ξ και Ο, απορρίπτεται ως μη παραδεκτή.»

 

Ενόψει των πιο πάνω, οι αιτούμενες θεραπείες Β- Ζ απορρίπτονται ως απαράδεκτες.

 

Μελετώντας την γραπτή αγόρευση του Αιτητή, εύκολα διαπιστώνεται η γενικόλογη, αόριστη και εν πολλοίς ρητορική αναφορά σε σειρά επιχειρημάτων, χωρίς ωστόσο να δίδονται οποιαδήποτε στοιχεία ή επιχειρήματα, που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του αυτούς. Πράττει δε τούτο, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962[1].

 

Είναι διαχρονική η θέση της ημεδαπής νομολογίας ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία[2], ενώ ξεκάθαρη είναι η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο[3]. Σχετική είναι και η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστήμιο Κύπρου, ECLI:CY:AD: 2018:C344,  Α.Ε. 95/2012, ημερ. 06.07.2018, ECLI:CY:AD:2018:C344, ECLI:CY:AD:2018:C344, όπου επισημάνθηκε ακριβώς ότι η γενικότητα με την οποία παρατηρείται η δικογράφηση των νομικών ισχυρισμών έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και στην ουσία παρακωλύει την ορθή και σύννομη απονομή της δικαιοσύνης, διότι οι προσφεύγοντες καλυπτόμενοι πίσω από τη γενικότητα των ισχυρισμών τους, θεωρούν ότι δύνανται να εγείρουν οποιοδήποτε θέμα κατά τον τρόπο που επιθυμούν, αποπροσανατολίζοντας έτσι την υπόθεση από την ορθή της διάσταση, αλλά και με το Δικαστήριο να ασχολείται άνευ λόγου με σωρεία θεμάτων. Η έννοια του Κανονισμού 7 είναι  η οριοθέτηση με λεπτομέρεια, (αυτή είναι η έννοια της λέξης «πλήρως»), ούτως ώστε τα επίδικα θέματα να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, με τους διαδίκους να γνωρίζουν με ακρίβεια το λόγο που προωθείται η νομική εισήγηση, αλλά και το Δικαστήριο να ασχολείται μόνο με συγκεκριμένα ζητήματα και όχι με γενικότητες και αοριστολογίες. 

 

Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, αυτό που επίσης παρατηρείται είναι πως πέραν από γενικόλογους λόγους ακυρώσεως, ο Αιτητής δεν προβάλει, στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Υπενθυμίζεται ότι, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας το οποίο εξετάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του  πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc), κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει την ουσιαστική ορθότητα της επίδικης πράξεως (στο πλαίσιο πάντα που καθορίζουν οι ισχυρισμοί του εκάστοτε αιτητή). Συνεπώς η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής τέτοιων ισχυρισμών, αφού ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι συγκεκριμένοι λόγοι ακυρώσεως είναι βάσιμοι, καμία επίδραση δεν θα έχει, μία τέτοια κρίση, στο νομικό αποτέλεσμα που επήλθε με την προσβαλλόμενη απόφαση αφού ο Αιτητής δεν προβάλλει, ως οφείλει, ειδικούς και τεκμηριωμένους ισχυρισμούς που να δικαιολογούν την υπαγωγή του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, που είναι και το κρίσιμο στα πλαίσια της έκτασης του ελέγχου του παρόντος δικαστηρίου[4].

 

Όλοι λοιπόν οι λόγοι ακυρώσεως, είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης ως γενικοί, αόριστοι αλλά και αλυσιτελείς και κατά τούτο απορρίπτονται στο σύνολό τους. Ανεξαρτήτως της ως άνω κατάληξης μου, ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν[5], θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της υπόθεσης αυτής σε συνάρτηση με τον έστω γενικόλογο ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας.

 

Επί της ουσίας της υπόθεσης σε συνάρτηση και με το λόγο ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας.

 

Αναφορικά με  τη   θέση  του  Αιτητή,  περί έλλειψη δέουσας έρευνας επισημαίνεται ότι, το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση[6].

 

Ως εκ τούτου, το ζήτημα εξετάστηκε στη βάση των ενώπιόν μου στοιχείων και του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου, από τον οποίο προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της υποβληθείσας αίτησής του και αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι αποχώρησε λόγω οικογενειακού προβλήματος. Ειδικότερα, ανέφερε ότι προέρχεται από πολυγαμική οικογένεια και ότι έχει τέσσερα αδέλφια και τρεις αδελφές.

Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο μεγαλύτερος αδελφός του επιδίωκε να του αποστερήσει την περιουσία, δεδομένου ότι ο ίδιος είναι ο μοναδικός γιος της μητέρας του. Ο Αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας του απεβίωσε το έτος 2015 και του κληροδότησε την περιουσία του, ήτοι μία φάρμα και την οικία που βρίσκεται στην περιοχή Limbe, καθώς ο ίδιος δεν ήταν μορφωμένος όπως τα υπόλοιπα αδέλφια του. Ανέφερε ότι ο μεγαλύτερος αδελφός του δεν αποδέχθηκε την εξέλιξη αυτή και, λόγω της ιδιότητάς του ως μέλους του στρατού του Καμερούν, έκανε χρήση των διασυνδέσεών του εις βάρος του Αιτητή. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι το έτος 2016 ο μεγαλύτερος αδελφός του, του έστησε ενέδρα και τον ξυλοκόπησε βάναυσα, με αποτέλεσμα να νοσηλευτεί και να λάβει ιατρική περίθαλψη λόγω κατάγματος στο κεφάλι. Ακολούθως, μετέβη στη Douala, όπου εργαζόταν, και δήλωσε ότι εν τέλει αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Καμερούν προκειμένου να διασώσει τη ζωή του και να εξεύρει εργασία.

 

Περαιτέρω, ο Αιτητής ανέφερε ότι στη Douala ήρθε σε επαφή με Ρώσο υπήκοο, ο οποίος τον συνέδραμε στο να ταξιδέψει στην Κύπρο. Δήλωσε ότι στις 30 Ιουνίου 2020 παραλήφθηκε από το αεροδρόμιο Ercan από άγνωστο άνδρα, ο οποίος τον μετέφερε σε οικία, όπου βρίσκονταν ακόμη δύο άνδρες. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, τα πρόσωπα αυτά αποπειράθηκαν να ασκήσουν βία εναντίον του. Ανέφερε ότι τότε αντιλήφθηκε πως, κατά τη διάρκεια της νύχτας στο αεροδρόμιο, μία γυναίκα παρείχε οδηγίες προς τα πρόσωπα αυτά αναφορικά με τις ενέργειες που έπρεπε να προβούν εις βάρος του. Δήλωσε ότι δέχθηκε άγριο ξυλοδαρμό και ότι κατόρθωσε να διαφύγει (βλ. ερυθ. 6–4 δ.φ.).

 

Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του, ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος Καμερούν, γεννημένος στην πόλη Tiko, Southwest region. Σε ηλικία πέντε ετών μετοίκησε στην πόλη Buea Southwest region, όπου διέμεινε μέχρι το 2016. Ακολούθως, μετοίκησε στην περιοχή Kousseri, Far North Region, στην οποία διέμεινε μέχρι να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του. Ως προς την εθνοτική του καταγωγή δήλωσε ότι ανήκει στην εθνοτική ομάδα Bakweri και πως είναι Χριστιανός ως προς το θρήσκευμα. Ως ο ίδιος ανέφερε, δεν είναι παντρεμένος και δεν έχει τέκνα. Αναφορικά με την οικογένειά του, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας του απεβίωσε  το 2015, ενώ η μητέρα του, καθώς και οι πέντε αδελφοί του και οι τέσσερις αδελφές του διαμένουν στην Buea. Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο ανέφερε ότι φοίτησε για διάστημα εννέα ετών σε σχολείο. Ομιλεί αγγλικά και  λίγο γαλλικά. Σχετικά με την επαγγελματική του εμπειρία, δήλωσε ότι εργάστηκε στο Καμερούν για διάστημα έξι μηνών ως συγκολλητής μετάλλων.

 

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι αποχώρησε από το Καμερούν λόγω περιουσιακής διαφοράς με τον μεγαλύτερο αδελφό του. Ειδικότερα, ανέφερε ότι ο πατέρας του κατείχε ακίνητη περιουσία στις περιοχές Limbe και Buea, καθώς και μία φάρμα, και ότι πριν τον θάνατό του τον όρισε διάδοχο της περιουσίας, λόγω του ότι ο ίδιος δεν ήταν μορφωμένος. Ωστόσο, ο μεγαλύτερος αδελφός του αμφισβήτησε το δικαίωμά του επί της περιουσίας, γεγονός το οποίο ο Αιτητής δήλωσε ότι αδυνατούσε να αντιμετωπίσει, δεδομένου ότι ο αδελφός του είναι μεγαλύτερος και υπηρετεί στον στρατό.

 

Μετά τον θάνατο του πατέρα τους, στις 7 Φεβρουαρίου 2016, πραγματοποιήθηκε οικογενειακή συνάντηση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο μεγαλύτερος αδελφός εισήλθε στον χώρο συνοδευόμενος από στρατιωτικούς. Όταν ο θείος του Αιτητή κατέστησε σαφές ότι, βάσει διαθήκης την οποία ο πατέρας τους είχε παραδώσει στον ίδιο και η οποία αναγνώστηκε ενώπιον της οικογένειας, ο Αιτητής ήταν ο νόμιμος διάδοχος της περιουσίας, ο αδελφός του εξοργίστηκε, κατέστρεψε το έγγραφο και οι συνοδοί του επιτέθηκαν στον Αιτητή, ξυλοκοπώντας τον. Ο Αιτητής ανέφερε ότι μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου παρέμεινε σχεδόν δύο εβδομάδες, ενώ ο αδελφός του τον απείλησε με θάνατο.

 

Στη συνέχεια, η οικογένειά του τον μετέφερε στην περιοχή Kousseri για λόγους προστασίας. Ανέφερε επίσης ότι φίλος του αδελφού του ενημέρωσε την οικογένεια ότι ο τελευταίος σχεδίαζε να τον ενοχοποιήσει ως μέλος των αυτονομιστών μαχητών «Ambazonians», προκειμένου να συλληφθεί και, εκμεταλλευόμενος την πολιτική κατάσταση, να τον εξοντώσει.

 

Ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα πέραν της διαφοράς με τον αδελφό του και ότι δεν υπήρχαν άλλοι λόγοι που να τον οδήγησαν στην εγκατάλειψη του Καμερούν. Ανέφερε ότι αναχώρησε από τη χώρα στις 31.01.2020, χωρίς να έχει προηγηθεί κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό, αλλά κατόπιν προσωπικής απόφασης (βλ. ερυθ. 38 δ.φ.).

 

Περαιτέρω, δήλωσε ότι μετά την αναχώρησή του από το Καμερούν, τα προβλήματα συνεχίστηκαν, καθότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο αδελφός του προκαλεί προβλήματα στη μητέρα τους. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι την τελευταία φορά που η μητέρα του μετέβη στη φάρμα, ο αδελφός του τη ξυλοκόπησε.

 

Ερωτηθείς σχετικά με το τι θεωρεί ότι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής απάντησε ότι θα θανατωθεί. Ανέφερε ότι, εφόσον ο αδελφός του είναι σε θέση να ασκήσει βία ακόμη και εις βάρος της μητέρας τους, θεωρεί ότι σε βάρος του θα προέβαινε σε ακόμη σοβαρότερες πράξεις. Πρόσθεσε δε ότι, σε περίπτωση που ο αδελφός του τον συνέδεε με τους αυτονομιστές μαχητές «Ambazonians», θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον ισχυρισμό αυτό για να τον εξοντώσει.

 

Αναφερόμενος εκ νέου στο περιστατικό της οικογενειακής συνάντησης, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο θείος του ανέγνωσε επιστολή του πατέρα τους, με την οποία τον όριζε διάδοχο της οικίας και της φάρμας. Ο μεγαλύτερος αδελφός του αντέδρασε έντονα, δηλώνοντας ότι δεν αποδέχεται την απόφαση, επικαλούμενος την ιδιότητά του ως πρωτότοκου υιού. Ο Αιτητής ανέφερε επίσης ότι προέρχεται από πολυγαμική οικογένεια και ότι ο πατέρας του είχε τρεις συζύγους. Το περιστατικό έλαβε χώρα στις 07.02.2016, κατά τη διάρκεια του οποίου ο Αιτητής έχασε τις αισθήσεις του κατόπιν χτυπήματος στο κεφάλι. Μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Buea, όπου παρέμεινε για περίπου τρεις εβδομάδες, τόσο για ιατρικούς λόγους όσο και για λόγους προστασίας.

 

Σε ερώτηση γιατί αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα τον Ιανουάριο του 2020, δεδομένου ότι από τον Μάρτιο του 2016 ο αδελφός του δεν τον είχε ενοχλήσει προσωπικά, ο Αιτητής απάντησε ότι ο αδελφός του τον αναζητούσε, προσπαθούσε να εντοπίσει την τοποθεσία του, ασκούσε πιέσεις στη μητέρα τους και δημιουργούσε προβλήματα. Δήλωσε ότι στενός φίλος του αδελφού του ενημέρωσε την οικογένεια ότι ο τελευταίος σκόπευε να τον κατηγορήσει ως μέλος των «Ambazonians». Διευκρίνισε ότι η εν λόγω κατηγορία δεν είχε ακόμη διατυπωθεί πριν από την αναχώρησή του, αλλά ότι πληροφορήθηκε την πρόθεση αυτή τον Ιανουάριο του 2020.

 

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Kousseri, δήλωσε ότι ο αδελφός του είχε τον έλεγχο της περιουσίας που είχε αφήσει ο πατέρας τους. Ανέφερε επίσης ότι ο αδελφός του είχε ξυλοκοπήσει τη μητέρα τους, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει ακριβή ημερομηνία, τοποθετώντας το περιστατικό χρονικά περί τον Αύγουστο του 2022. Διευκρίνισε ότι, όσο βρισκόταν στο Kousseri, τη διαχείριση της περιουσίας ασκούσαν ο αδελφός του και η μητέρα του, με τη μητέρα του να μεταβαίνει εκεί όταν ο αδελφός του απουσίαζε.

 

Ερωτηθείς γιατί ο αδελφός του επιχείρησε να τον κατηγορήσει ως μέλος των «Ambazonians» τρία έτη μετά το τελευταίο μεταξύ τους περιστατικό, ο Αιτητής απάντησε ότι ο αδελφός του προσπαθούσε να τον εντοπίσει, χωρίς να γνωρίζει πού βρισκόταν έως την αναχώρησή του από τη χώρα.

 

Κληθείς να διευκρινίσει γιατί δεν διεκδίκησε την περιουσία του κατά τα τρία έτη που παρέμεινε στο Καμερούν, ο Αιτητής δήλωσε ότι η μητέρα του, σε συνεργασία με τους θείους του, προσπαθούσαν να επιλύσουν το ζήτημα, πλην όμως δεν υπήρχε αποδεικτικό στοιχείο, καθότι ο αδελφός του είχε καταστρέψει την επιστολή του πατέρα τους. Πρόσθεσε ότι ο αδελφός του είναι ισχυρός, υπηρετεί στον στρατό και διαθέτει διασυνδέσεις. Αναφορικά με τη στρατιωτική του ιδιότητα, ανέφερε ότι κατέχει τον βαθμό του Υπολοχαγού (Lieutenant Colonel) και ότι εργάζεται στο Tiko, περιγράφοντας τη στολή του ως κανονική στρατιωτική στολή.

 

Ως προς τη στάση της υπόλοιπης οικογένειας αναφορικά με την κληρονομιά, ο Αιτητής δήλωσε ότι όλοι συμφωνούσαν να περιέλθει η περιουσία στον ίδιο, συμπεριλαμβανομένων των ετεροθαλών αδελφών του, με μοναδική εξαίρεση τον μεγαλύτερο αδελφό του.

 

Τέλος, ερωτηθείς σχετικά με τη δυνατότητα μετεγκατάστασής του σε άλλη περιοχή του Καμερούν, όπως η Douala, ο Αιτητής απάντησε ότι δεν υφίσταται τέτοια δυνατότητα, καθότι θεωρεί ότι θα διακινδύνευε τη ζωή του.

 

Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του από τους Καθ’ ων η αίτηση, διαφαίνεται ότι ο Λειτουργός εντόπισε και εξέτασε δύο ισχυρισμούς:

 

Ο πρώτος ισχυρισμός αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, ο οποίος έγινε αποδεκτός.

 

Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορούσε τον ισχυρισμό ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του διότι το 2016 είχε διαφορά γης με τον μεγαλύτερο αδελφό του, επειδή ο ίδιος κληρονόμησε την περιουσία του πατέρα τους, ισχυρισμός ο οποίος απορρίφθηκε καθώς οι δηλώσεις του κρίθηκαν γενικές και αόριστες. Ειδικότερα, ο Λειτουργός διαπίστωσε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με τον φερόμενο ξυλοδαρμό του από τον αδελφό του κατά τη διάρκεια της οικογενειακής συνάντησης, ούτε να αναπτύξει με σαφήνεια στοιχεία σχετικά με την ιδιότητα του αδελφού του στον στρατό, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο ο τελευταίος φέρεται να σκόπευε να τον κατηγορήσει ως μαχητή των Ambazonians.

 

Όπως επισημαίνει ο Λειτουργός, ο Αιτητής κλήθηκε να αναπτύξει τι ακριβώς συνέβη κατά το εν λόγω περιστατικό και απάντησε με γενικό τρόπο ότι ο αδελφός του τον χτύπησε στο κεφάλι και ότι μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, χωρίς να παράσχει οποιαδήποτε περαιτέρω πληροφορία σχετικά με τις συνθήκες ή τις λεπτομέρειες του περιστατικού. Ερωτηθείς ως προς τον λόγο για τον οποίο παρέμεινε στο νοσοκομείο επί τρεις εβδομάδες, απάντησε εκ νέου με αόριστο τρόπο, χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσει ποιες ιατρικές εξετάσεις ή λόγοι επέβαλαν την παραμονή του εκεί. Περαιτέρω, ανέφερε ότι μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο μετέβη στην περιοχή Kousseri και, ερωτηθείς εάν ο μεγαλύτερος αδελφός του τον ενόχλησε εκ νέου προσωπικά, απάντησε αρνητικά.

 

Ο Λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής απάντησε επίσης με γενικό και αόριστο τρόπο ως προς τον λόγο για τον οποίο αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του τρία έτη μετά το φερόμενο περιστατικό, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις δηλώσεις του, ο αδελφός του δεν τον ενόχλησε από το 2016 και εντεύθεν. Περαιτέρω, ο Αιτητής ερωτήθηκε εάν ο αδελφός του τον κατηγόρησε πράγματι ως μέλος των Ambazonians και απάντησε με ασυνέπεια αρνητικά, προσθέτοντας ωστόσο ότι ο αδελφός του σκόπευε να το πράξει πριν την αναχώρησή του από τη χώρα. Ερωτηθείς δε εάν, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, θα διεκδικούσε την περιουσία του, απάντησε εκ νέου με ασυνέπεια ότι δεν προτίθεται να επιστρέψει στο Καμερούν.

 

Ο Λειτουργός σημείωσε επίσης ότι ο Αιτητής, ερωτηθείς εάν είχε αποταθεί σε δικηγόρο για την επίλυση της περιουσιακής διαφοράς, απάντησε αρνητικά, ενώ δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκώς συγκεκριμένες και λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με την εργασία του αδελφού του στον στρατό. Κατά την κρίση του Λειτουργού, αναμενόταν από τον Αιτητή να μπορεί να αναπτύξει με μεγαλύτερη σαφήνεια και λεπτομέρεια τόσο τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά την οικογενειακή συνάντηση όσο και βασικά στοιχεία σχετικά με τον αδελφό του, ο οποίος, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, υπηρετούσε στον στρατό του Καμερούν.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο Λειτουργός παρέθεσε σχετικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την ύπαρξη διαφορών γης στο Καμερούν και τον τρόπο επίλυσής τους. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι πληροφορίες που παρείχε ήταν γενικές, αόριστες και ανεπαρκώς τεκμηριωμένες. Ως εκ τούτου, έκρινε ότι η συνολική εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού δεν θεμελιώνεται και προέβη στην απόρριψή του.

 

Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, και ενόψει του ισχυρισμού που έγινε αποδεκτός, ήτοι των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή, ο Λειτουργός, αφού έλαβε υπόψη τις ατομικές περιστάσεις του Αιτητή καθώς και την κατάσταση ασφάλειας στο Καμερούν, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να υποστεί συμπεριφορά που να ισοδυναμεί με δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στην περιοχή Buea, στο Καμερούν.

 

Ακολούθως, στο πλαίσιο της νομικής ανάλυσης, κρίθηκε ότι δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά το άρθρο 19 του ιδίου Νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, ο Λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Περαιτέρω, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν θα τεθεί σε κίνδυνο ως άμαχος λόγω αδιάκριτης βίας σε περίπτωση επιστροφής του στην περιοχή Buea, στο Καμερούν.

 

Η εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση του Λειτουργού όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά την διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:

 

Καταρχάς επισημαίνω ότι η αξιολόγηση της πόλης Buea, στην επαρχία/περιφέρεια South-West του Καμερούν, ως του τελευταίου τόπου συνήθους διαμονής του Αιτητή είναι εσφαλμένη. Από τις δηλώσεις του Αιτητή προκύπτει ότι, μολοτι σε ηλικία πέντε ετών μετοίκησε στην Buea και διέμεινε εκεί μέχρι το 2016, ακολούθως μετεγκαταστάθηκε στην περιοχή Kousseri, στην Far North Region, όπου και διέμεινε μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του στις 31.01.2020. Περαιτέρω, η μετακίνησή του στο Kousseri δεν περιγράφεται ως παροδική ή ευκαιριακή, αλλά ως εγκατάσταση για λόγους προστασίας, με χρονική διάρκεια περίπου τριών ετών, γεγονός που στοιχειοθετεί τον εν λόγω τόπο ως τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του πριν την έξοδό του από το Καμερούν.

 

Υπό το πρίσμα αυτό, η περιοχή Kousseri (Far North Region) συνιστά τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή στο Καμερούν και, κατά λογική ακολουθία, το σημείο στο οποίο θα αναμενόταν να επιστρέψει σε περίπτωση επαναπατρισμού. Κατά συνέπεια, η αξιολόγηση των Καθ’ ων η αίτηση ως προς τον κίνδυνο, εφόσον ερείδεται στην Buea ως τόπο επιστροφής και ως το κύριο σημείο αναφοράς της αξιολόγησης κινδύνου, στηρίζεται σε εσφαλμένη πραγματική βάση, γεγονός που καθιστά την αιτιολογία τους πλημμελή στο συγκεκριμένο σκέλος, λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και ορθής υπαγωγής των πραγματικών δεδομένων, ανεξαρτήτως του τελικού συμπεράσματος στο οποίο κατέληξαν.

 

Ενόψει των ανωτέρω, ο ισχυρισμός περί έλλειψης δέουσας έρευνας κρίνεται βάσιμος και επιτυγχάνει, έστω και αν δεν προβλήθηκε ρητώς και ειδικώς με αναφορά στον εσφαλμένο προσδιορισμό του τελευταίου τόπου συνήθους διαμονής στην αξιολόγηση των Καθ’ ων η αίτηση. Ωστόσο, ως έχει πλειστάκις επισημανθεί, η διαπίστωση πάσχουσας νομιμότητας δεν συνεπάγεται αυτομάτως επιτυχία της προσφυγής, ενόψει των διευρυμένων εξουσιών του παρόντος Δικαστηρίου για πλήρη έλεγχο ορθότητας.

 

Προχωρώ, συνεπώς, σε πλήρη έλεγχο ορθότητας της υπό εξέταση υπόθεσης.

 

Αρχικά, και στο πλαίσιο του πλήρους ελέγχου ορθότητας, συντάσσομαι με την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση μόνον ως προς την αποδοχή του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή, ήτοι της ταυτότητας, του προφίλ και της χώρας καταγωγής του, τον οποίο και αποδέχομαι. Οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή κρίνονται σαφείς και συνεκτικές, δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου και, ως προς τα στοιχεία αυτά, επιβεβαιώνονται από αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης στις οποίες προσέτρεξε ο Λειτουργός. Η αποδοχή αυτή, ωστόσο, δεν εκτείνεται σε ζητήματα που άπτονται του εσφαλμένου προσδιορισμού του τελευταίου τόπου συνήθους διαμονής του Αιτητή, τα οποία, όπως προεκτέθηκε, πάσχουν και χρήζουν αυτοτελούς δικαστικής επανεκτίμησης.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι  ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του διότι το 2016 είχε διαφορά γης με τον μεγαλύτερο αδελφό του, επειδή ο ίδιος κληρονόμησε την περιουσία του πατέρα τους,, συμφωνώ και συντάσσομαι με την αξιολόγηση του Λειτουργού περί έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού αυτού, την οποία κρίνω ως ορθή και επαρκώς αιτιολογημένη.

 

Ειδικότερα, ο Αιτητής θεμελιώνει τον ισχυρισμό του σε επίθεση/ξυλοδαρμό κατά την οικογενειακή συνάντηση της 07.02.2016, με συμμετοχή στρατιωτικών συνοδών του αδελφού του. Εντούτοις, όπως προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο, όταν κλήθηκε να εξηγήσει τι ακριβώς συνέβη, περιορίστηκε σε γενικές αναφορές περί χτυπήματος στο κεφάλι και μεταφοράς στο νοσοκομείο, χωρίς να παραθέτει επαρκείς, ειδικές και ελέγξιμες πληροφορίες για τις συνθήκες, την ένταση, τον τρόπο, τη διάρκεια ή τα επιμέρους πραγματικά δεδομένα του περιστατικού. Η έλλειψη αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθότι αφορά το εναρκτήριο γεγονός που, κατά τον ίδιο, ενεργοποιεί τον επικαλούμενο κίνδυνο.

 

Συναφώς, ο Αιτητής ανέφερε παραμονή στο νοσοκομείο για σημαντικό χρονικό διάστημα, αφού σε διαφορετικά σημεία των δηλώσεών του αποτυπώνεται παραμονή «σχεδόν δύο εβδομάδες» και αλλού «περί τις τρεις εβδομάδες», χωρίς να εξηγεί επαρκώς τους ιατρικούς λόγους ή τις εξετάσεις που επέβαλαν τέτοια διάρκεια. Δεν πρόκειται περί απλής δευτερεύουσας λεπτομέρειας, αλλά περί στοιχείου που θα αναμενόταν να συνοδεύεται από στοιχειώδη σαφήνεια, εφόσον προβάλλεται ως επακόλουθο σοβαρής επίθεσης.

 

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται περαιτέρω στο γεγονός ότι ο ίδιος ο Αιτητής δήλωσε πως, μετά τη μετακίνησή του στο Kousseri, ο αδελφός του δεν τον ενόχλησε ξανά προσωπικά. Παρά ταύτα, ο Αιτητής αποφάσισε να αναχωρήσει από τη χώρα στις 31.01.2020, ήτοι περίπου τρία έτη αργότερα, χωρίς να επικαλείται συγκεκριμένο πρόσφατο περιστατικό το οποίο να οδήγησε στην απόφαση του αυτή, αλλά «κατόπιν προσωπικής απόφασης», ως δήλωσε. Η χρονική αυτή απόσταση, σε συνδυασμό με την απουσία προσωπικής επαφής ή ενόχλησης, υπονομεύει τη λογική αλληλουχία του ισχυρισμού περί άμεσου και εξατομικευμένου κινδύνου.

 

Περαιτέρω, ο Αιτητής προβάλλει ότι ο αδελφός του «σκόπευε» να τον κατηγορήσει ως μαχητή των «Ambazonians». Ωστόσο, ο ίδιος παραδέχεται ότι τέτοια κατηγορία δεν είχε τεθεί σε εφαρμογή πριν από την αναχώρησή του. Επιπλέον, η σχετική αιτιολόγηση παραμένει σε επίπεδο γενικής επίκλησης πληροφορίας από τρίτο πρόσωπο («στενός φίλος του αδελφού»), χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση ως προς το πώς, πότε και με ποιον μηχανισμό θα μπορούσε να λάβει χώρα μια τέτοια ενοχοποίηση, ιδίως όταν προβάλλεται ως κρίσιμος παράγοντας θανατηφόρου κινδύνου.

 

Ομοίως, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο αδελφός του υπηρετεί στον στρατό, διαθέτει διασυνδέσεις και κατέχει βαθμό «Lieutenant Colonel», εργαζόμενος στο Tiko. Εντούτοις, τα στοιχεία αυτά, ως παρατίθενται, παραμένουν σε γενικό επίπεδο, χωρίς επαρκή πραγματολογική ανάπτυξη που να στηρίζει τον ισχυρισμό περί δυνατότητας του αδελφού να κινητοποιήσει κρατικούς μηχανισμούς ή να επιτύχει «εξόντωση» μέσω κατασκευασμένης σύνδεσης με αυτονομιστές. Κατά συνέπεια, ο κρίσιμος σύνδεσμος μεταξύ της οικογενειακής διαφοράς και ενός κινδύνου που υπερβαίνει το ιδιωτικό επίπεδο δεν τεκμηριώνεται επαρκώς.

 

Τέλος, σε ερώτηση εάν, σε περίπτωση επιστροφής, θα διεκδικούσε την περιουσία του, ο Αιτητής απάντησε ότι δεν προτίθεται να επιστρέψει. Η απάντηση αυτή, σε συνδυασμό με την παραδοχή ότι δεν αποτάθηκε σε δικηγόρο για την επίλυση της διαφοράς, ενισχύει την εκτίμηση ότι ο ισχυρισμός δεν παρουσιάζει την αναμενόμενη σαφήνεια ως προς τα βήματα, τις επιλογές και τη λογική αντιμετώπισης μιας διαφοράς που ο ίδιος χαρακτηρίζει υπαρξιακά απειλητική.

 

Με βάση τα ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι αοριστίες, τα κενά και οι ασυνέπειες δεν αφορούν περιφερειακά σημεία, αλλά τον ίδιο τον πυρήνα του ισχυρισμού: το τι ακριβώς συνέβη, ποια είναι η πραγματική φύση και ένταση της απειλής, γιατί η αναχώρηση επήλθε έτη μετά, και πώς συνδέεται ο κίνδυνος με κρατικούς μηχανισμούς ή με την απόδοση ταυτότητας «Ambazonian». Συνεπώς, η εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ισχυρισμού δεν στοιχειοθετείται.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού της Αιτήτριας, το Δικαστήριο κρίνει ότι, ενόψει της παντελούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής του ισχυρισμού αυτού, η οποία προκύπτει από την αοριστία, τη γενικότητα και τις ουσιώδεις αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν το αφήγημά της, δεν γεννάται ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης της εξωτερικής του συνοχής μέσω αναφοράς σε αντικειμενικές και αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης σχετικά με τη χώρα καταγωγής. Η αξιολογική διαδικασία της εξωτερικής αξιοπιστίας προϋποθέτει έναν ελάχιστα συνεκτικό πυρήνα γεγονότων, ικανό να επιδεχθεί σύγκριση με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα προέλευσης. Όταν όμως, όπως στην παρούσα περίπτωση, το αφήγημα του αιτητή παρουσιάζει σαφή και αναπόδραστη κατάρρευση εσωτερικής συνοχής στα ουσιώδη του στοιχεία, η σύγκριση με πληροφορίες COI καθίσταται αλυσιτελής και μη αναγκαία.

 

Επί τούτου, σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στο εγχειρίδιο της EASO (νυν EUAA), Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System[7], σελ.169 όπου διαλαμβάνονται συγκεκριμένα τα ακόλουθα:

 

«This will be necessary insofar as the rationale of the judgment relies on the appreciation of conditions prevailing in the country of origin. This would not be the case in all situations. For example, it may well be unnecessary in respect of a negative credibility finding based on a blatant lack of internal consistency or on unsatisfactorily explained discrepancies and variations on the essential elements of a claim, nor a fortiori if an appeal is rejected on inadmissibility grounds.»

 

Περαιτέρω, η ως άνω προσέγγιση έχει επιβεβαιωθεί και στη νομολογία του Κυπριακού Εφετείου, το οποίο, στην FERDINAND EBELE EWELUKWA[8] επανέλαβε ότι η διοίκηση δεν υποχρεούται να προβεί σε εξέταση εξωτερικών πηγών πληροφοριών όταν ο εξεταζόμενος ισχυρισμός δεν πληροί το κατώφλι εσωτερικής αξιοπιστίας που να δικαιολογεί τέτοια περαιτέρω ανάλυση.

 

Για λόγους πληρότητας, σημειώνεται ότι ο Αιτητής, στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, επισυνάπτει ορισμένες φωτογραφίες, οι οποίες φέρονται να απεικονίζουν πρόσωπο με τραυματισμό στο κεφάλι, ενδεχομένως τον ίδιο. Ωστόσο, οι φωτογραφίες αυτές δεν προσδιορίζονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο στο σώμα της προσφυγής, δεν συνοδεύονται από οποιαδήποτε επεξηγηματική αναφορά ως προς το περιεχόμενό τους, τον χρόνο λήψης τους, τις περιστάσεις υπό τις οποίες ελήφθησαν ή τη σύνδεσή τους με τα προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά, ούτε μνημονεύονται ή αξιοποιούνται στη γραπτή αγόρευση του Αιτητή. Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι το εν λόγω υλικό στερείται αναγκαίου πραγματολογικού πλαισίου και αιτιολογικής σύνδεσης με τους ισχυρισμούς της προσφυγής, με αποτέλεσμα να μην δύναται ούτε να ληφθεί υπόψη ούτε να υποβληθεί σε ουσιαστική αξιολόγηση στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.

 

Καταλήγω συνεπώς ότι και ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίπτεται.

 

Υπό το φως των προλεχθέντων και του ισχυρισμού περί προσωπικών στοιχείων του Αιτητή που έγινε αποδεκτός από το παρόν Δικαστήριο, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν διαπιστώνονται δείκτες κινδύνου έναντι της ζωής του, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, ιδιαιτέρως υπό τον ορισμό και προϋποθέσεις του προφίλ του πρόσφυγα, άρθρο 1Α της Συνθήκης της Γενεύης και άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα να υπαχθεί ο Αιτητής στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, ως αυτό καθορίζεται στην εθνική μας νομοθεσία.  Ειδικότερα, το άρθρο 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου διαλαμβάνει ότι:

 

«το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δεν βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής.»

 

Ο ορισμός της «σοβαρής» ή «σοβαρής και αδικαιολόγητης βλάβη» καλύπτει δυνάμει του άρθρου 19(2) εξαντλητικά, τρεις διαφορετικές καταστάσεις, ήτοι :

 

(α) θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή

 

(β) βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, ή

 

(γ) σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Έχοντας υπόψη τις περιστάσεις που διαλαμβάνονται στην υπό κρίση υπόθεση, ο Αιτητής δεν μπορεί να ενταχθεί στα υπό (α) και (β) ανωτέρω εδάφια. Εξέτασης συνεπώς χρήζει το εδάφιο (γ) του άρθρου 19(2).

 

Ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν αναφορικά την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επεσήμανε στην απόφαση του CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland[9] ότι συνιστούν:

 

«(.) μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (βλ. σκέψη 43 της απόφασης)

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην απόφασή του Sufi and Elmι[10], αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

 

Όπως επίσης διευκρίνισε το ΔΕΕ στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[11] :

 

 «33. Αντιθέτως, η κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας βλάβη, καθόσον συνίσταται σε «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» του αιτούντος, αναφέρεται σε ένα γενικότερο κίνδυνο βλάβης.

 

34.Συγκεκριμένα, η βλάβη αυτή αφορά, ευρύτερα, «απειλή [.]κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» αμάχου και όχι συγκεκριμένες πράξεις βίας. Επιπροσθέτως, η απειλή αυτή είναι συμφυής με μια γενική κατάσταση «διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης». Τέλος, η βία από την οποία προέρχεται η εν λόγω απειλή χαρακτηρίζεται ως «αδιακρίτως» ασκούμενη, όρος που σημαίνει ότι μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους.

 

35. Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ, της οδηγίας.

 

36. Η ερμηνεία αυτή, η οποία δύναται να διασφαλίσει ένα αυτοτελές πεδίο εφαρμογής στο άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, δεν αναιρείται  από το γράμμα της εικοστής έκτης αιτιολογικής σκέψης, κατά το οποίο «οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη».

 

37.  Συγκεκριμένα, μολονότι η αιτιολογική αυτή σκέψη σημαίνει ότι η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.

 

38. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της καταστάσεως αυτής επιρρωννύεται, επίσης, από το γεγονός ότι η οικεία προστασία είναι επικουρική, καθώς και από την οικονομία του άρθρου 15 της οδηγίας, καθόσον η βλάβη, της οποίας τον ορισμό δίνει το άρθρο αυτό υπό τα στοιχεία α΄ και β΄, πρέπει να εξατομικεύεται σαφώς. Μολονότι είναι αληθές ότι στοιχεία που αφορούν το σύνολο του πληθυσμού αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την εφαρμογή του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ο ενδιαφερόμενος, όπως και άλλα πρόσωπα, εντάσσεται στον κύκλο των δυνητικών θυμάτων μιας αδιακρίτως ασκούμενης βίας, εντούτοις, η ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως πρέπει να γίνεται λαμβανομένου υπόψη του συστήματος στο οποίο εντάσσεται, δηλαδή σε σχέση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 15 και, επομένως, να ερμηνεύεται σε στενή συνάρτηση με την εξατομίκευση αυτή.

 

39. Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».

 

Υπό το φως της ως άνω νομολογίας, εξετάζοντας σήμερα την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την Far Νorth Region (Άπω Βορρά) στην οποία υπάγεται η περιοχή Kousseriη οποία ως έχει ήδη καθοριστεί ανωτερώ, συνιστά τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή στο Καμερούν όπου δηλαδή ευλόγως αναμένεται ότι θα επιστρέψει, αναφέρω τα εξής, τα οποία προκύπτουν από επικαιροποιημένες διεθνείς πηγές:

 

Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος (ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης 11.02.2026) σημειώθηκαν στην Far Νorth Region (Άπω Βορρά) στην οποία υπάγεται η περιοχή Kousseri, συνολικά 33 περιστατικά ασφαλείας (ήτοι διαδηλώσεις, πολιτική βία, τρομοκρατική δραστηριότητα, ανταρσία) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 15 απώλειες.[12] Η Far North Region (Άπω Βορράς) σύμφωνα με προβλέψεις έχει πληθυσμό περί τα 3.5 εκατομμύρια κατοίκων[13] και η περιοχή Kousseri έχει περί τις 101.246  κατοίκων[14]

 

Λαμβάνοντας υπόψιν τα παραπάνω δεδομένα, δε διακρίνω την ύπαρξη κατάστασης αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης στην Kinshasa, ή έστω αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης σε τέτοια ένταση και έκταση ώστε να συντρέχει πραγματικός κίνδυνος σοβαρής απειλής κατά την έννοια του άρθρου 19 στοιχείο (2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, αποκλειστικά και μόνο λόγω της παρουσίας του Αιτητή στην περιοχή αυτή. Τα εν λόγω περιστατικά, εξεταζόμενα σε συνάρτηση με τον πληθυσμό της Far North Region, ο οποίος εκτιμάται περί τα 3,5 εκατομμύρια κατοίκους, καθώς και με τον πληθυσμό της ίδιας της περιοχής Kousseri, που ανέρχεται περίπου σε 101.246 κατοίκους, δεν καταδεικνύουν επίπεδο γενικευμένης και αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης που να συνεπάγεται αυτομάτως σοβαρό κίνδυνο για κάθε άμαχο που βρίσκεται στην περιοχή.

 

Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι πρόκειται για ενήλικα άνδρα, σε καλή κατάσταση υγείας, με στοιχειώδες έως ικανοποιητικό μορφωτικό υπόβαθρο, ικανό προς εργασία και με προηγούμενη εργασιακή εμπειρία στη χώρα καταγωγής του, χωρίς να προκύπτουν ενδείξεις ιδιαίτερης ευαλωτότητας. Επισημαίνω, τέλος, ότι δεν έχουν προβληθεί ούτε αναδειχθεί ατομικά χαρακτηριστικά ή ειδικά στοιχεία του Αιτητή που να υποδηλώνουν ότι θα τεθεί σε κατάσταση αυξημένου κινδύνου σοβαρής βλάβης, ικανής να αντισταθμίσει το διαπιστωθέν χαμηλό επίπεδο αδιάκριτης βίας, βάσει της εφαρμοζόμενης αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα έχω αναφέρει, είναι η κατάληξή μου ότι ορθώς κρίθηκε και επί της ουσίας ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων και, περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).

  

Με βάση συνεπώς το σύνολο των στοιχείων ενώπιόν μου, όπως έχω αναλύσει ανωτέρω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται.

 

Ενόψει, ωστόσο, της κατάληξής μου αναφορικά με την πάσχουσα νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας, θεωρώ ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να μην επιδικάσω έξοδα. Υπό το φως της ανάλυσης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως έχει παρατεθεί ανωτέρω, αυτή επικυρώνεται ως προς την κατάληξή της, ήτοι ότι η αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίπτεται χωρίς έξοδα.

 

 

 

 

Ε. Ρήγα, Δ. Δ.Δ.Δ.Π.



[1]Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 : « Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και  οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και  πρακτικής που ακολουθούνται και  εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

[2] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598.

[3] Ζωμενή-Παντελίδου ν. Α.Η.Κ., Υποθ. Αρ. 108/2006, ημερ. 26.07.2007

[4]«Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π.  Σπηλιωτόπουλος,14η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ.72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου», Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ.247 και «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», Εκδόσεις Σάκκουλα Έκτη Έκδοση, 2014, Π. Δ. Δαγτόγλου, σ. 552.

[5]Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσηςκαι Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).

[6] Απόφαση αρ. 128/2008, JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.2010.

[7] Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System' (2023), 136 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 08.11.2024)

[9] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland

[10] ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 and 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011

[11] Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ;κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009

[12] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Cameroon, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμη σε: https://acleddata.com/platform/explorer

[13] City Population, 'Cameroon', https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/02/2026).

[14] City Population, 'Cameroon', Kousseri, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/admin/logone_et_chari/040206__kouss%C3%A9ri/  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/02/2026).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο