F. L. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1936/24, 27/2/2026
print
Τίτλος:
F. L. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1936/24, 27/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 1936/24

27 Φεβρουαρίου, 2026

[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

F. L.

Αιτητού,

και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η αίτηση

Α. Λαζάρου (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Χ. Καστάνα (κ.), για τους Καθ' ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται παράνομη, άκυρη, και στερούμενη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος, η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 30.4.2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023.

Γεγονότα

1.             Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (στο εξής: ΛΔΚ). Εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία από τις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση περιοχές και περί τις 3.12.2021, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 8.4.2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό, ο οποίος υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 30.4.2024, ο οποίος εξέδωσε παράλληλα και απόφαση επιστροφής του Αιτητή στη ΛΔΚ. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 22.5.2024, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

Νομικοί Ισχυρισμοί

2.             Ο Αιτητής, δια του συνηγόρου του, κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας προώθησε ισχυρισμό περί πλημμελούς και μη δέουσας έρευνας, καθώς και ισχυρισμούς επί της ουσίας της υπόθεσης, υποστηρίζοντας ότι οι δηλώσεις του δεν αξιολογήθηκαν ορθώς από τους Καθ’ ων η αίτηση. Περαιτέρω, προέβαλε ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την επίδικη πράξη, ερειδόμενο, τουλάχιστον κατά τη γραπτή του αγόρευση, στο ότι δεν έχει αποσαφηνισθεί το καθεστώς εξουσιοδότησης του λειτουργού που ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου. Ωστόσο, κατά την ακροαματική διαδικασία, ο Αιτητής, δια του συνηγόρου του, προέβαλε το πρώτον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας, λόγω της φερόμενης μη εξουσιοδότησης των λειτουργών του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο να συντάσσουν εισηγητικές εκθέσεις, αλλά μόνο να διενεργούν συνεντεύξεις.

3.             Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση υιοθέτησαν το περιεχόμενο της γραπτής τους αγόρευσης και του διοικητικού φακέλου και υπεραμύνθηκαν της νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης. Παραπέμπουν, προς τούτο, στα επιμέρους ευρήματά τους, όπως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση/Εισήγηση, η οποία αποτελεί το αιτιολογικό υπόβαθρο της επίδικης πράξης, υποστηρίζοντας ότι ο Αιτητής ορθώς κρίθηκε ως αναξιόπιστος ως προς τη φερόμενη δίωξή του και, συνακόλουθα, ότι νομίμως απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία. Επισημαίνουν δε ότι ο φορέας της αποφαινόμενης αρχής είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος, όπως επίσης και ο λειτουργός που συνέταξε και υπέβαλε την οικεία εισήγηση, και απορρίπτουν, ως εκ τούτου, τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας ως αβάσιμο.

Το νομικό πλαίσιο

4.             Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des trait?s des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».

5.             Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2023 έχει ως ακολούθως:

«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

6.             Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2025 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

 

7.             Το άρθρο 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: ο Περί Προσφύγων Νόμος) καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.

 

8.             Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:

«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών

16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).

(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-

(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».

9.             Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

 

 

Κατάληξη

1.             Εκ προοιμίου, επισημαίνω ότι η περίμετρος των ζητημάτων που έχει δικαιοδοσία να εξετάσει το παρόν Δικαστήριο καθορίζονται και σε αυτή την περίπτωση καταρχήν από τα δικόγραφα των διαδίκων. Μόνη εξαίρεση αποτελούν οι λόγοι ακύρωσης που άπτονται ζητημάτων δημοσίας τάξεως, τα οποία δύναται το Δικαστήριο να εξετάσει και αυτεπαγγέλτως κάτω και πάλι από συγκεκριμένες προϋποθέσεις [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260 και «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 247»].

 

2.             Η αναγκαιότητα έγερσης των λόγων ακύρωσης με ευκρίνεια και λεπτομέρεια είναι θεμελιώδους σημασίας διαφορετικά το Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να τα εξετάσει αυτεπαγγέλτως, έστω και εάν έχουν εγερθεί με την αγόρευση [Βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533 και Χατζηχάννας ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2) (2009) 3 Α.Α.Δ. 655]. 

 

3.             Επισημαίνεται συγκεκριμένα ότι το ζήτημα που εγείρεται αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμό αναρμοδιότητα του διοικητικού οργάνου, παρά το γεγονός ότι δεν δικογραφείται δεόντως στο πλαίσιο του εισαγωγικού δικογράφου της παρούσας διαδικασίας, καθώς η γενική και λακωνική, αναφορά περί έλλειψης αρμοδιότητας δεν αποτελεί δέουσα εξειδίκευση,  εντούτοις ως θέμα δημοσίας τάξεως, δύναται να εξεταστεί και αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο.

 

4.             Εν προκειμένω, θα προχωρήσω στην εξέταση του εγειρόμενου αυτού λόγου προσφυγής, καθόσον έχω ενώπιόν μου όλα τα ουσιώδη στοιχεία του διοικητικού φακέλου.

 

10.          Συναφώς, παρατηρείται ότι, με βάση τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο κ. Π.Κ.., ως φορέας του διοικητικού οργάνου κατά τον ουσιώδη χρόνο και κατά την έκδοση της επίδικης απόφασης στις 30.4.2024, ήταν ήδη νομίμως εξουσιοδοτημένος προς τούτο δυνάμει εξουσιοδότησης ημερομηνίας 9.6.2022 (ερυθρό 90 του διοικητικού φακέλου). Εν προκειμένω, δυνάμει του ερμηνευτικού άρθρου 2 του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο παρατίθεται ανωτέρω, Προϊστάμενος με την έννοια του εν λόγω νόμου, και άρα πρόσωπο το οποίο έχει εξουσία να εκδίδει απορριπτικές αποφάσεις επί αιτήσεων ασύλου, είναι και οποιοσδήποτε αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου που εξουσιοδοτείται από τον Υπουργό, για να ασκεί όλες ή οποιεσδήποτε από τις εξουσίες ή να εκτελεί όλα ή οποιαδήποτε από τα καθήκοντα του Προϊσταμένου. Ως εκ τούτου, υπάρχει ρητή πρόνοια στον περί Προσφύγων Νόμων, η οποία επιτρέπει την εκχώρηση των εξουσιών του Προϊσταμένου, (Βλ. Απόφαση στην. Α.Ε. αρ. 2115, Ανδρούλλας Ζηνοβίου ν Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ. 2.10.1997, (1997) 3 Α.Α.Δ 385). Συνεπώς δεν τίθεται θέμα αναρμοδιότητας.

11.          Ως προς τον ισχυρισμό περί έλλειψης εξουσιοδότησης του λειτουργού που διενήργησε τη συνέντευξη του Αιτητή και εν συνεχεία συνέταξε την έκθεση εισήγησης, παρατηρείται ότι πρόκειται περί καινοφανούς ισχυρισμού, ο οποίος προβάλλεται απαραδέκτως.

 

12.          Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνεται ότι ο εν λόγω λειτουργός είναι λειτουργός της EUAA και όχι της Υπηρεσίας Ασύλου. Ως εκ τούτου, τα όσα προβάλλονται στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης του Αιτητή, αναφορικά με το καθεστώς και την εξουσιοδότηση λειτουργών της δημόσιας υπηρεσίας, δεν τυγχάνουν εφαρμογής εν προκειμένω, καθόσον αφορούν διαφορετική κατηγορία λειτουργών

 

13.          Περαιτέρω, αναφορικά με τον ειδικότερο ισχυρισμό ότι η έκθεση εισήγησης συντάχθηκε από λειτουργό της EUAA χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση, σημειώνεται ότι το ζήτημα έχει ήδη αποσαφηνισθεί νομολογιακώς. Ειδικότερα, το Διοικητικό Εφετείο, σε πλείονες αποφάσεις του (βλ. ενδεικτικώς Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αρ. 102/2024, Ν.Κ. ν. Δημοκρατίας, ημερ. 12.11.2025, καθώς και τη μνημονευόμενη therein νομολογία), έχει ρητώς κρίνει ότι οι λειτουργοί της EASO (νυν EUAA) δύνανται νομίμως να διενεργούν συνεντεύξεις και να συντάσσουν εκθέσεις εισήγησης προς τον Προϊστάμενο. Το ίδιο Δικαστήριο έχει, επιπροσθέτως, αναγνωρίσει ότι οι εν λόγω πράξεις καλύπτονται από το τεκμήριο νομιμότητας της διοικητικής δράσης, το οποίο δεν αναιρείται εκ μόνης της απουσίας ρητής αναγραφής του φυσικού προσώπου που αντιστοιχεί στον σχετικό κωδικό αναφοράς. Παρατίθεται ακολούθως χαρακτηριστικό αυτούσιο απόσπασμα της ανωτέρω απόφασης:

 

«Aναφορικά με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 4 που αφορά τη διαδικασία της συνέντευξης, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής:

 «Με βάση το Άρθρο 13 (1Α) περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000) «Όταν ταυτόχρονες αιτήσεις από μεγάλο αριθμό υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών καθιστούν αδύνατη στην πράξη την έγκαιρη διεξαγωγή συνεντεύξεων επί της ουσίας κάθε αίτησης από την Υπηρεσία Ασύλου, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με διάταγμα, το οποίο δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, να προβλέπει ότι εμπειρογνώμονες από άλλα κράτη μέλη, οι οποίοι επιστρατεύονται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο ή από άλλο συναφή οργανισμό, μπορούν προσωρινά να συμμετέχουν στη διενέργεια των συνεντεύξεων αυτών.[.]. Υπάρχει σχετικό διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου στις 13/09/19 με την Κ.Δ.Π.297/2019 για συνδρομή εμπειρογνωμόνων από την ΕΥΥΑ, ο δε ισχυρισμός του Αιτητή ότι η συμμετοχή του λειτουργού της ΕΥΥΑ στις συνεντεύξεις θα πρέπει να συνοδεύεται με συμμετοχή λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο γράμμα ούτε στο πνεύμα της πρόνοιας του Νόμου και/ή της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (αναδιατύπωση), συνεπώς απορρίπτεται.

 

Απορρίπτεται και η θέση ότι αναρμοδίως οι λειτουργοί της ΕΥΥΑ προβαίνουν σε εισηγήσεις/εκθέσεις προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου. Στην υπόθεση με Αρ.453/21 M.P.Bv Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, ημερ.10/01/22, επί παρόμοιου ισχυρισμού επί αυτού του θέματος αποφασίστηκαν τα ακόλουθα, τα οποία και υιοθετούνται για σκοπούς της παρούσας απόφασης: 

 

«Αρχικά σημειώνω ότι στα πλαίσια συμφωνημένης παροχής βοήθειας από την EASO προς την Κυπριακή Δημοκρατία, οι εξουσιοδοτημένοι λειτουργοί της EASO βοηθούν στην εξέταση της υπόθεσης. Οι λειτουργοί της EASO ενεργούν για την Υπηρεσία Ασύλου και η απόφαση λαμβάνεται από την κυπριακή Υπηρεσία Ασύλου.

[.]

Περαιτέρω, σημειώνω ότι η αρμοδιότητα ενός διοικητικού οργάνου καθορίζεται ή από το Σύνταγμα ή από το νόμο ή από κανονιστική ή διοικητική πράξη που εκδίδεται κατ' εξουσιοδότηση νόμου.

Επί τούτου παραπέμπω στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 439/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαΐου 2010, για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο, ο οποίος και αποτελεί πηγή δικαίου στην Κυπριακή έννομη τάξη δυνάμει του Άρθρου 1Α του Συντάγματος. Παραθέτω το περιεχόμενο των Άρθρων 10, 13, 14 και 18 του Κανονισμού 439/2010 τα οποία και παραθέτω: [.]

 

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες της ομάδας υποστήριξης της EASO στο έδαφος του συμμετέχοντα κράτους μέλους ρυθμίζονται από το εκάστοτε συμφωνημένο επιχειρησιακό σχέδιο.»

 

Υπάρχει σχετικό επιχειρησιακό σχέδιο για την χρονική περίοδο του 2020, για την χρονική περίοδο 2021 όπως επίσης και για την χρονική περίοδο 2022-2024 μεταξύ ΕΥΥΑ και Κυπριακής Δημοκρατίας. Συνεπώς, κατά τον επίδικο χρόνο της συνέντευξης του Αιτητή και της ημερομηνίας ετοιμασίας έκθεσης/εισήγησης από τον λειτουργό της ΕΥΥΑ υπήρχε σε ισχύ σχετικό επιχειρησιακό σχέδιο. Συνεπώς, η παροχή βοήθειας και υποστήριξης προς την Υπηρεσία Ασύλου από λειτουργό της EΥΥΑ στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης του Αιτητή από την Υπηρεσία Ασύλου, έγινε στα πλαίσια της υφιστάμενης εθνικής και ευρωπαϊκής νομοθεσίας, ενόσω είχε ήδη υπογραφεί και τεθεί σε ισχύ το επιχειρησιακό σχέδιο μεταξύ της ΕΥΥΑ και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ούτε από τις πιο πάνω πρόνοιες προκύπτει ότι οι λειτουργοί της ΕΥΥΑ δεν μπορούν να διεκπεραιώνουν συνεντεύξεις και εισηγήσεις/εκθέσεις επί αιτημάτων ασύλου, ούτε δε τους έχει μεταβιβασθεί αποφασιστική αρμοδιότητα επί των αιτήσεων ασύλου, η οποία λαμβάνεται από εξουσιοδοτημένο, από τον Υπουργό Εσωτερικών,  πρόσωπο. Όπως δε προκύπτει από την Ένσταση και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου (στο εξής «ΔΦ») η απόφαση και/ή η έγκριση της έκθεσης για απόρριψη της αίτησης λήφθηκε από τον κ. Α. Αγρότη που είναι εγκύρως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό για να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου και/ή να προχωρεί σε έκδοση αποφάσεων επί αιτημάτων διεθνούς προστασίας με βάση την σχετική εξουσιοδότηση 09/07/22 που εντοπίζεται ως ερυθρό 82 ΔΦ (η οποία εξουσιοδότηση είναι σε σύμπνοια με το Άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000).

 

Αναφορικά με τον ισχυρισμό για παραβίαση του Άρθρου 13Α περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023 (Ν.6(Ι)/2000) διαπιστώνω από τα στοιχεία του φακέλου του Αιτητή ότι ενημερώθηκε πλήρως από τον λειτουργό της ΕΥΥΑ για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του. Κατά την συνέντευξη του έγιναν επαρκείς ερωτήσεις για να περιγράψει τους λόγους που υπέβαλε αίτημα ασύλου όπως επίσης και άλλα ζητήματα που αφορούν τις προσωπικές του περιστάσεις. Τηρήθηκε η νενομισμένη διαδικασία και του παραχωρήθηκε το δικαίωμα της δωρεάν βοήθειας διερμηνέα σε γλώσσα κατανοητή σε αυτόν. Μετά δε το πέρας της συνέντευξης ο λειτουργός της ΕΥΥΑ, ο διερμηνέας και ο Αιτητής υπέγραψαν κάθε σελίδα της συνέντευξης όπως επίσης στο τέλος του εντύπου της συνέντευξης, βεβαιώνοντας πως όσα καταγράφηκαν αντικατοπτρίζουν επακριβώς τις δηλώσεις του. Επομένως, δεν εντοπίζω οτιδήποτε παράτυπο, παράνομο και μεμπτό στην διαδικασία που ακολουθήθηκε που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η διαδικασία της συνέντευξης ήτο σε πλήρη σύμπνοια με το Άρθρο 13 & 13Α του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023 (Ν.6(Ι)/2000). Απορριπτέος κρίνεται και ο σχετικός με την διαδικασία συνέντευξης ισχυρισμός περί μη κατάρτισης των λειτουργών, καθότι ούτε εδώ - όπως και στον ισχυρισμό για παράτυπη διαδικασία - ανατράπηκε το τεκμήριο της κανονικότητας που διέπει διοικητικές πράξεις της διοίκησης, με βάση τη πάγια νομολογία.

 

Είχαμε την ευκαιρία να ασχοληθούμε με το ίδιο ζήτημα στην Bolarninwa Emmanuel Johnson, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 95/2023, ημερομηνίας 27/02/2025. Υιοθετούμε τα όσα εκεί αποφασίστηκαν τα οποία τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση και τα οποία παρατίθενται κατωτέρω:

 

«Προβάλλει ο Εφεσείων ότι, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 13Α(1Α) του N.6(I)/2000, με σαφήνεια διατυπώνεται ότι, προσωπικό άλλο από αυτό της Υπηρεσίας Ασύλου (εν προκειμένω της ΕΥΥΑ), επιτρέπεται «να συμμετέχει» στη διενέργεια της συνέντευξης.  Συναφώς, δεν επιτρέπεται επέκταση του πεδίου εφαρμογής, έτσι ώστε να καλύπτει και τις περιπτώσεις που ο λειτουργός διεκπεραιώνει συνεντεύξεις μόνος του.

 

Δεν συμφωνούμε με την πιο πάνω προσέγγιση.  Το Υπουργικό Συμβούλιο στις 13/09/2019 εξέδωσε διάταγμα (ΚΔΠ 297/2019) δυνάμει του Άρθρου 13Α(1Α), το οποίο προνοεί ότι, λόγω του μεγάλου αριθμού αιτήσεων διεθνούς προστασίας, για την εξέταση των οποίων η Υπηρεσία Ασύλου αδυνατεί «να διεξάγει» εγκαίρως συνεντεύξεις επί της ουσίας της κάθε μιας αίτησης, επιστρατεύονται από την ΕΥΥΑ εμπειρογνώμονες, οι οποίοι μπορούν να «διεξάγουν τις συνεντεύξεις» για όσο διάστημα βρίσκεται σε ισχύ Σχέδιο Στήριξης της Κυπριακής Δημοκρατίας από την ΕΥΥΑ το οποίο περιλαμβάνει την αποστολή εμπειρογνωμώνων «για τη διεξαγωγή συνεντεύξεων».  Μεταφέρεται το περιεχόμενο του σχετικού διατάγματος:

 

«Το Υπουργικό Συμβούλιο, ασκώντας την εξουσία που του χορηγεί το άρθρο 13Α(1Α) των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2019, εκδίδει το ακόλουθο διάταγμα.

 

Επειδή έχουν υποβληθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία ταυτόχρονες αιτήσεις διεθνούς προστασίας από μεγάλο αριθμό υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών και η Υπηρεσία Ασύλου του Υπουργείου Εσωτερικών αδυνατεί να διεξάγει εγκαίρως συνεντεύξεις επί της ουσίας για την κάθε αίτηση, εμπειρογνώμονες οι οποίοι επιστρατεύονται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο μπορούν να διεξάγουν τις συνεντεύξεις αυτές για όσο διάστημα ευρίσκεται σε ισχύ Σχέδιο Στήριξης της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο, το οποίο περιλαμβάνει την αποστολή εμπειρογνωμόνων για τη διεξαγωγή συνεντεύξεων».

 

Κατ' επέκταση δεν ευσταθεί η θέση του Εφεσείοντα ότι, οι λειτουργοί που επιστρατεύονται από την ΕΥΥΑ απλώς συμμετέχουν στις συνεντεύξεις.  Ούτε έχει προβληθεί από τον Εφεσείοντα ισχυρισμός πρωτόδικα, ότι η πιο πάνω δευτερογενής νομοθεσία έχει εκδοθεί καθ' υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδότησης ως ultra vires, έτσι ώστε να παρήχετο η δυνατότητα εφετειακής παρέμβασης στην πρωτόδικη κρίση.

 

Ισχυρίζεται πρόσθετα ο Εφεσείων ότι, το διάταγμα της ΚΔΠ 297/2019, δεν εξουσιοδοτεί τους λειτουργούς της ΕΥΥΑ να προβαίνουν σε εκθέσεις-εισηγήσεις.

 

Θεωρούμε ότι τα λεχθέντα επί των πιο πάνω από το πρωτόδικο Δικαστήριο, θέτουν το ζήτημα στην ορθή του διάσταση.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 439/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 19ης Μαΐου 2010 για την ίδρυση της ΕΥΥΑ, τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες της ομάδας υποστήριξης ρυθμίζονται από το εκάστοτε συμφωνημένο επιχειρησιακό σχέδιο και κατά τον επίδικο χρόνο της συνέντευξης του Εφεσείοντα και της ετοιμασίας της έκθεσης/εισήγησης από τον λειτουργό της ΕΥΥΑ, υπήρχε σε ισχύ σχετικό επιχειρησιακό σχέδιο.

 

Κρίνονται εύλογες οι διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος, δεδομένου ότι στο Άρθρο 18 του πιο πάνω Κανονισμού προνοείται ότι, «Ο εκτελεστικός Διευθυντής και το αιτούν κράτος μέλος εγκρίνουν επιχειρησιακό σχέδιο [..]» το οποίο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων «την περιγραφή των καθηκόντων και των ειδικών οδηγιών για τα μέλη των ομάδων [.]».

 

Ούτε επίσης τα όσα προβάλλονται σε σχέση με την ταυτότητα και τα προσόντα του λειτουργού που διενήργησε  τη συνέντευξη θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά, αφού στη βάση του τεκμηρίου της κανονικότητας, του οποίου επίκληση έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, τεκμαίρεται ότι η διοίκηση λειτούργησε σύμφωνα με τον Νόμο.  Δεν έχει δε υποδειχθεί οτιδήποτε από τον Εφεσείοντα ικανό να ανατρέψει το πιο πάνω τεκμήριο.».

14.          Ως προς τις αιτιάσεις που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας εξετάζει την ενώπιόν του επίδικη απόφαση αφορώσα αίτηση διεθνούς προστασίας εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία και δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc (Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, TorubarovC-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελής χαρακτηρίζεται ο λόγος προσφυγής, ο οποίος ακόμα και αν γίνει δεκτός δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].

15.          Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτών. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie vAναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του Αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).

16.          Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών του Αιτητή, επισημαίνεται ότι, κατά την καταγραφή της αίτησής του για διεθνή προστασία, αυτός ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας δίωξης που, κατά τους ισχυρισμούς του, υπέστη. Ειδικότερα, δήλωσε ότι εργαζόταν ως φρουρός σε ξενοδοχείο στην πόλη Kinshasa, όταν, μία ημέρα, δύο άγνωστα πρόσωπα εμφανίστηκαν και τον συνέλαβαν βίαια, την στιγμή που καταφερόταν κατά της κακοδιαχείρισης από πολιτικούς αρχηγούς, τόσο του παλαιότερου όσο και του νυν καθεστώτος.

17.          Κατά το κρίσιμο στάδιο της προσωπικής του συνέντευξης, ο Αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε το έτος 1978 και μεγάλωσε στην Κινσάσα (ΛΔΚ), στην κοινότητα Matonge. Δήλωσε ότι δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, ανέφερε ότι ο πατέρας του απεβίωσε, ενώ η μητέρα του εξακολουθεί να διαμένει στη χώρα καταγωγής του, όπως επίσης και τα αδέλφια του, με τους οποίους διατηρεί επικοινωνία. Στη χώρα καταγωγής του έχει μία κόρη, η οποία διαμένει με τη μητέρα της επίσης στην Κινσάσα, ενώ ο ίδιος έχει χωρίσει από τη μητέρα του παιδιού του. Πέραν της οικογένειάς του, δήλωσε ότι διαθέτει και ευρύτερο κοινωνικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Στη Δημοκρατία ανέφερε ότι διατηρεί δεσμό με ομοεθνή του, επίσης αιτήτρια διεθνούς προστασίας, η οποία, κατά δήλωσή του, κυοφορεί. Ως προς το θρήσκευμά του, δήλωσε ότι είναι Χριστιανός. Αναφορικά με το μορφωτικό του επίπεδο, ανέφερε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, χωρίς να συνεχίσει σε ανώτερες σπουδές. Ως προς την επαγγελματική του πορεία, δήλωσε ότι εργάστηκε ως υπάλληλος ασφάλειας από το 2001 έως το 2004, ακολούθως ως υπάλληλος διανομής από το 2005 έως το 2013, στη συνέχεια εκ νέου ως υπάλληλος φύλαξης, ενώ από το 2019 έως την αναχώρησή του από τη χώρα (αναχώρηση Σεπτέμβριος του 2019) εργαζόταν ως φύλακας σε ξενοδοχείο στην Κινσάσα.

18.          Ως προς τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, κατά την ελεύθερη αφήγησή του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι, κατά τη διάρκεια συζήτησης με συνάδελφό του έξω από το ξενοδοχείο όπου εργαζόταν, ασκούσαν κριτική κατά της παρούσας αλλά και της προηγούμενης κυβέρνησης της χώρας. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, δύο άτομα που διέρχονταν από το σημείο αντέδρασαν στα λεγόμενά τους, ρωτώντας τους εάν σκοπεύουν να προβούν σε επανάσταση κατά του καθεστώτος. Ο Αιτητής ανέφερε ότι τους απάντησε πως απλώς σχολίαζαν την πολιτική κατάσταση και ότι δεν είχαν οποιαδήποτε ανάμειξη με την πολιτική. Κατά τα λεγόμενά του, αργότερα την ίδια ημέρα, επιστρέφοντας από την εργασία του, είδε ταξί το οποίο έφερε ένδειξη της περιοχής όπου διέμενε, και αποφάσισε να επιβιβαστεί με το συνάδελφό του. Εντός του οχήματος, όπως ισχυρίστηκε, βρίσκονταν  προς εκπληξή του τα ίδια πρόσωπα που τους είχαν προηγουμένως απευθύνει τον λόγο. Υπό την απειλή όπλων, τους ανάγκασαν να σιωπήσουν και τους μετέφεραν με δεμένα μάτια σε άγνωστο μέρος, όπου, κατά δήλωσή του, κρατήθηκαν και κακοποιήθηκαν επί πέντε ημέρες. Ο Αιτητής ανέφερε ότι, όταν ανέκτησε τις αισθήσεις του, βρισκόταν σε νοσοκομείο, ενώ πληροφορήθηκε ότι οι απαγωγείς είχαν πυροβολήσει τον συνάδελφό του, ο οποίος υπέκυψε στα τραύματά του. Με τη βοήθεια προσώπου ονόματι George, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι κατόρθωσε να εγκαταλείψει τη χώρα. Το περιστατικό, κατά δήλωσή του, έλαβε χώρα στις 7.9.2016. Ακολούθως, κατά τη συνέντευξη, υποβλήθηκαν στον Αιτητή διευκρινιστικής φύσεως ερωτήματα αναφορικά με τις περιστάσεις της φερόμενης απαγωγής, της κακοποίησης, της διαφυγής του, καθώς και της αναχώρησής του από τη χώρα με τη συνδρομή τρίτου προσώπου.

19.          Αξιολογώντας τις δηλώσεις του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση σχημάτισαν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά το προσωπικό του προφίλ, τα στοιχεία ταυτότητάς του και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του. Ο δεύτερος αφορά στην ισχυριζόμενη στοχοποίησή του και κακοποίηση του αφότου άσκησε κριτική στην κακοδιαχείριση των κυβερνήσεων του Kabila και του Tshisekedi.

20.          Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός. Οι δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν επαρκώς συγκεκριμένες, συνεκτικές, ενώ ευρίσκονται σε συμφωνία με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης τις οποίες οι Καθ’ ων η αίτηση εντόπισαν. Περαιτέρω, τα στοιχεία της ταυτότητάς του επιβεβαιώνονται από ταυτοποιητικά έγργαφα που προσκόμισε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου (βλ. ερ. 19).

21.          Ως προς το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι στοχοποιήθηκε και υπέστη απαγωγή και βασανιστήρια από πρόσωπα που φέρονται να συνδέονται με τις υπηρεσίες πληροφοριών της ΛΔΚ, κατόπιν επικρίσεων που διατύπωσε κατά της διακυβέρνησης του Joseph Kabila και της νυν διακυβέρνησης του F?lix Tshisekedi, και ότι εν συνεχεία δραπέτευσε από τη χώρα. Ωστόσο, κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού, διαπιστώθηκε ότι οι δηλώσεις του ήταν αόριστες, ελλιπείς και σε ουσιώδη σημεία αντιφατικές, καθόσον δεν παρείχε επαρκείς και εξατομικευμένες λεπτομέρειες ως προς τις συνθήκες της φερόμενης απαγωγής, της κράτησης, των βασανιστηρίων και της απελευθέρωσής του, ενώ οι αναφορές του στους φερόμενους διώκτες παρέμειναν γενικόλογες, χωρίς συγκεκριμένη περιγραφή της ταυτότητας ή του ρόλου τους. Περαιτέρω, οι δηλώσεις του σχετικά με το όχημα της απαγωγής και τον τρόπο μεταφοράς του κρίθηκαν ασυνεπείς, δεν κατόρθωσε να παράσχει σαφείς πληροφορίες αναφορικά με το πρόσωπο που φέρεται να τον συνέδραμε στη διαφυγή του ούτε ως προς τις περιστάσεις υπό τις οποίες αυτή οργανώθηκε, ενώ και οι αναφορές του στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα στερούνταν συγκεκριμένων στοιχείων. Παρότι από τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής προκύπτει γενικώς η ύπαρξη περιστατικών αυθαίρετων συλλήψεων, βασανιστηρίων και καταστολής, εντούτοις κρίθηκε ότι, εν προκειμένω, η εσωτερική αξιοπιστία του συγκεκριμένου ισχυρισμού δεν τεκμηριώθηκε, δεδομένου ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκώς λεπτομερείς, συνεκτικές και συνεπείς πληροφορίες, Ως εκ τούτου, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του απορρίφθηκε.

22.            Με βάση τον μόνο αποδεκτό ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι της χώρας καταγωγής και του τελευταίου τόπου διαμονής του, ο οποίος προσδιορίστηκε η κοινότητα πρωτεύουσα Kinshasa, και λαμβάνοντας υπόψιν τις πληροφορίες αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του, κρίθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση ότι σε περίπτωση επιστροφής του, δεν θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

23.          Στο πλαίσιο της νομικής ανάλυσης, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν προκύπτει δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης αυτού δυνάμει του άρθρου 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικά σχετικά με ενδεχόμενη υπαγωγή του στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, από τις πληροφορίες που παρατέθηκαν σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο τελευταίας διαμονής του Αιτητή, διαπιστώθηκε ότι δεν προκύπτει η ύπαρξη ένοπλης σύρραξης σε αυτόν.  

24.          Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, ο συνήγορος του Αιτητή προώθησε τον ίδιο πυρήνα του αιτήματός του, χωρίς να προστίθενται οποιοιδήποτε νέου ουσιώδεις ισχυρισμοί αλλά ούτε και στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης σχολιάζεται οτιδήποτε ειδικώς ως τα επιμέρους ευρήματα των Καθ’ ων η αίτηση. 

25.          Προχωρώντας στην de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν μου δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, κρίνεται, επί τη βάσει των ενώπιον μου στοιχείων, ότι γίνεται δεκτό το εύρημα των Καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό. Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]

26.          Συγκεκριμένα, ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής υπήρξε σαφής ως προς τα προσωπικά του στοιχεία. Η αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού εδραιώνεται περαιτέρω και από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες εντοπίζονται στο διοικητικό φάκελο και από το διαβατήριό του.  

27.          Ως προς την αξιολόγηση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή, το Δικαστήριο συντάσσεται με την κατάληξη των Καθ’ ων η Αίτηση και τα επιμέρους ευρήματά τους. Μολονότι ο Αιτητής παρέμεινε σταθερός ως προς τον βασικό πυρήνα του αφηγήματός του και τους λόγους για τους οποίους ισχυρίζεται ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, οι περιστάσεις που πλαισιώνουν τους ισχυρισμούς του παρατέθηκαν με ιδιαίτερη γενικότητα και έλλειψη συγκεκριμενοποίησης, στοιχείο που δεν συνάδει με πρόσωπο το οποίο φέρεται να έχει βιώσει προσωπικώς τα επικαλούμενα περιστατικά, ιδίως λαμβανομένων υπόψη της ηλικιακής του ωριμότητας και του μορφωτικού του επιπέδου.

28.          Ειδικότερα, ο Αιτητής υπήρξε γενικόλογος ως προς τους φερόμενους φορείς δίωξής του, τις συνθήκες και τις περιστάσεις της κράτησής του, καθώς και ως προς τη σχέση και το προφίλ του προσώπου που, κατά τους ισχυρισμούς του, τον συνέδραμε μεταγενεστέρως στη διαφυγή του. Περαιτέρω, επικουρικώς παρατηρείται ότι δεν παρίσταται ευλογοφανής η αιφνίδια εμφάνιση ταξί κατά την επιστροφή του από την εργασία του, χωρίς να προκύπτει ότι αποτελούσε συνήθη πρακτική του να χρησιμοποιεί ταξί κατά τη συγκεκριμένη διαδρομή, ούτε εξηγήθηκε επαρκώς η συγκυρία κατά την οποία τα πρόσωπα με τα οποία είχε προηγουμένως διαπληκτισθεί φέρονται να επέβαιναν στο ίδιο όχημα, το οποίο επέλεξε να χρησιμοποιήσει. Σε κάθε περίπτωση, μολονότι το παρόν ζήτημα άπτεται και της αξιολόγησης του μελλοντικού κινδύνου, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να εξηγήσει με τρόπο αντικειμενικά πειστικό πώς, πέντε έτη μετά το φερόμενο περιστατικό και ελλείψει οποιουδήποτε συγκεκριμένου ή επαληθεύσιμου στοιχείου, εξακολουθεί να θεωρεί ότι διατρέχει κίνδυνο από τα εν λόγω πρόσωπα. Ιδίως, δεν παρείχε εύλογη εξήγηση ως προς το γιατί τα πρόσωπα αυτά, εφόσον, κατά τους ισχυρισμούς του, τον είχαν ήδη υπό τον πλήρη έλεγχό τους και εντός της σφαίρας επιρροής τους κατά τον χρόνο της φερόμενης απαγωγής και κράτησης, δεν προέβησαν τότε στην εξόντωσή του, όπως έπραξαν με το συνάδελφό του, εάν πράγματι είχαν τέτοια πρόθεση. Η παράλειψη αυτή αποδυναμώνει περαιτέρω την αντικειμενική θεμελίωση του επικαλούμενου κινδύνου.

29.          Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, το Δικαστήριο κρίνει ότι λόγω της ασάφειας δια της οποίας ο Αιτητής προώθησε τον υπό εξέταση ισχυρισμό, δεν μπορεί να διεξαχθεί έρευνα σε εξωτερικές πηγές προκειμένου να επιβεβαιωθούν οι δηλώσεις του. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, το Δικαστήριο προχώρησε σε σύντομη έρευνα, εκ της οποίας εντοπίστηκε έκθεση της Liberal Interantional, η οποία αναφέρει ότι η κυβέρνηση της ΛΔΚ θεσπίζει ολοένα και πιο κατασταλτικά μέτρα με το πρόσχημα της εθνικής ασφάλειας. Δυστυχώς, αυτό έχει οδηγήσει σε σοβαρές παραβιάσεις των θεμελιωδών ελευθεριών, καθώς πολίτες έχουν συλληφθεί και κρατηθεί αυθαίρετα σε μυστικές εγκαταστάσεις επειδή εξέφραζαν πολιτικές απόψεις ή συνδέονταν με ομάδες της αντιπολίτευσης, καθώς δημοσιογράφοι, υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πολιτικοί αντίπαλοι υφίστανται συχνά παρενόχληση, σύλληψη και, σε ορισμένες περιπτώσεις, κράτηση σε απομόνωση[2].

30.          Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, λόγω της αδυναμίας του Αιτητή να θεμελιώσει την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται από το Δικαστήριο στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος.

31.          Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που διατρέχει ο Αιτητής, στη βάση του μόνου αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού του, επιπρόσθετα προς όσα καταγράφονται στην Εισηγητική-Έκθεση, ιδίως όσον αφορά στην επικαιροποιημένη εικόνα της κατάστασης ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του, παρατηρώ τα εξής:

 

32.          Σύμφωνα με την ιστοσελίδα RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης, η ΛΔΚ εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις εντός των εδαφών της εναντίον ορισμένων μη κρατικών ένοπλων ομάδων, μεταξύ των οποίων οι ADF (Allied Democratic Forces), Mai-Mai Yakutumba, FDLR (Forces d?mocratiques de lib?ration du Rwanda), CODECO (Coop?rative de d?veloppement ?conomique du Congo) και M23[3]. Ειρηνευτική αποστολή των Ηνωμένων Εθνών (UN Organization Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo- MONUSCO) υποστηρίζει τις ένοπλες δυνάμεις της ΛΔΚ[4], και το Συμβούλιο Ασφαλείας,  με το ψήφισμά του υπ’ αρ. 2765 (2024), αποφάσισε την επέκταση της εντολής της MONUSCO μέχρι τις 20.12.2025[5]. Οι περιοχές Kivu, Kasai και Ituri είναι αυτές οι οποίες πλήττονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις ένοπλες συγκρούσεις, αν και η βία είναι εκτεταμένη και επηρεάζει ολόκληρη τη χώρα[6]. Ειδικά στην Kinshasa, οι προαναφερόμενες οργανώσεις, δεν παρουσιάζονται ως δρώσες[7].

 

33.          Με βάση το τελευταίο COI Query της EUAA (2025)[8] για την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα και ειδικότερα το COI Focus του Φεβρουαρίου 2025 του CEDOCA (CGRS, Βέλγιο), αναφέρεται ότι στην Κινσάσα καταγράφηκαν κατά το 2024 περιορισμένα και σποραδικά περιστατικά ασφάλειας, όπως διαδηλώσεις, απόπειρα πραξικοπήματος, απόδραση από τη φυλακή Μακάλα και ορισμένα επεισόδια στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Μαλακού, τα οποία συνδέονταν με τη σύγκρουση στη γειτονική επαρχία Μάι-Ντομπέ[9]. Στο ίδιο σημείωμα, η ίδια πηγή, με παραπομπή στο Κοινό Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, επισημαίνει ότι η επαρχία της Κινσάσα θεωρείται ανεπηρέαστη από ένοπλη σύγκρουση και ότι, μετά την επιδείνωση της κατάστασης ασφάλειας στα ανατολικά της χώρας το 2025, δεν αναφέρθηκαν σοβαρά περιστατικά, πέραν διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών[10].

 

34.          Όσον αφορά στις εξελίξεις στις αρχές του 2025, το ίδιο COI Query της EUAA (2025) καταγράφει ότι τον Ιανουάριο διαδηλωτές στην Κινσάσα επιτέθηκαν σε πρεσβείες και προκάλεσαν πυρκαγιές, στο πλαίσιο διαμαρτυριών κατά της επίθεσης των ανταρτών του M23 στην ανατολική ΛΔΚ[11].

 

35.          Σύμφωνα με το Africa News, κατά τις αποκαλούμενες «αντι-ρουαντικές διαδηλώσεις» οι συμμετέχοντες κρατούσαν σημαίες της ΛΔΚ και εξέφραζαν υποστήριξη προς τον Πρόεδρο Τσισεκέντι, εν μέσω των συγκρούσεων μεταξύ του M23 και των κυβερνητικών δυνάμεων στην πόλη Γκόμα[12].

 

36.          Επιπλέον, η Amnesty International σημειώνει ότι καθ’ όλη τη διάρκεια του 2024 πραγματοποιήθηκαν διαδηλώσεις σε ολόκληρη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένης της πρωτεύουσας Κινσάσα, σε άμεση συνάφεια με την ένοπλη σύγκρουση στα ανατολικά[13].  Οι κινητοποιήσεις αυτές στρέφονταν και κατά της φερόμενης στήριξης δυτικών κρατών προς τη Ρουάντα[14], με αναφορές ειδικά στη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες[15].

 

37.          Επίσης, το ίδιο σημείωμα αναφέρει ότι σύμφωνα με πηγές στις 3 Σεπτεμβρίου 2024 σημειώθηκε απόπειρα μαζικής απόδρασης από την Κεντρική Φυλακή Μακάλα στην Κινσάσα, με απολογισμό 129 νεκρούς –μεταξύ άλλων λόγω ποδοπατήματος– και σχεδόν 60 τραυματίες[16]. Περαιτέρω πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο ίδιο έγγραφο, βάσει εσωτερικής έκθεσης του UNFPA, αποκαλύπτουν ότι κατά τη διάρκεια των γεγονότων στη φυλακή περισσότερες από 260 γυναίκες υπέστησαν σεξουαλική βία και βιασμό[17].

 

38.          Αναφορικά με την πολιτική ασφάλεια, σημειώνεται ότι στις 19 Μαΐου 2024 έλαβε χώρα αποτυχημένο πραξικόπημα υπό την ηγεσία του Κονγκολέζου πολιτικού Christian Malanga, με έδρα τις ΗΠΑ, κατά το οποίο ένοπλοι επιτέθηκαν στο προεδρικό μέγαρο της Κινσάσα και συνελήφθησαν 50 άτομα[18]. Στη συνέχεια των ίδιων γεγονότων, καταγράφεται ότι στρατιωτικό δικαστήριο της ΛΔΚ επέβαλε ποινή θανάτου σε 37 εμπλεκόμενα άτομα, για αδικήματα όπως η τρομοκρατία και άλλες βαριές κατηγορίες[19].

 

39.          Τέλος, επισημαίνεται ότι η διακοινοτική σύγκρουση μεταξύ των εθνοτικών ομάδων Τέκε και Γιακά, η οποία ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2022 στην επαρχία Μάι-Ντομπέ λόγω διαφορών για γη και φορολογία, έχει επηρεάσει και γειτονικές περιοχές της Κινσάσα[20].

 

40.          Ως προς τον αριθμό των περιστατικών ασφαλείας στην Kinshasa, ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται ο τόπος καταγωγής και τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, βάσει στοιχείων από το ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 1.1.2026), καταγράφηκαν 46 περιστατικά πολιτικής βίας[21], από τα οποία προκλήθηκαν 56 θάνατοι.[22] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πρωτεύουσας Kinshasa εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 17,778,500 (2025) κατοίκους.[23] Υπό το φως των ανωτέρω ποιοτικών και αριθμητικών δεδομένων, δεν διαπιστώνεται οποιοσδήποτε κίνδυνος για τον Αιτητή ένεκα της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο προηγουμένης διαμονής του.

 

41.          Ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ειδικώς ως προς το θρησκευτικό του προφίλ ως χριστιανός, πέραν της απουσίας εκπεφρασμένου φόβου ένεκα αυτής της παραμέτρου ή άλλων συναφών προσωπικών περιστάσεων, σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, το σύνταγμα της ΛΔΚ απαγορεύει τις θρησκευτικές διακρίσεις και προβλέπει την ελευθερία της θρησκείας και το δικαίωμα λατρείας, με την επιφύλαξη της «συμμόρφωσης με τον νόμο, τη δημόσια τάξη, την δημόσια ηθική και τα δικαιώματα των άλλων». Ορίζει δε ότι το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία δεν μπορεί να καταργηθεί ακόμη και όταν η κυβέρνηση κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή πολιορκία. Σύμφωνα με έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Η.Π.Α του 2023, σχετικά με τη θρησκευτική ελευθερία στη ΛΔΚ, οι χριστιανοί αποτελούν το 95,1% του πληθυσμού και 48,1% των χριστιανών είναι προτεστάντες. Αν και καταγράφηκαν κάποιες επιθέσεις από το ISIS-DRC/ADF, αυτές αφορούσαν αδιακρίτως βία κατά πολιτών.[24] Ως εκ τούτου, ούτε ένεκα του θρησκευτικού του προφίλ ευλόγως αναμένεται ο Αιτητής να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα.

 

42.          Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, ως αυτό έγινε αποδεκτό και ειδικότερα ότι ο Αιτητής είναι νεαρός, υγιής, με εργασιακή πείρα στη χώρα καταγωγής του και με  ευρύ οικογενειακό  και κοινωνικό κύκλο, και χωρίς οποιοδήποτε σημείο ευαλωτότητας ή αποδεδειγμένο περιστατικό παρελθούσας δίωξης,  κρίνεται πως σε συνάρτηση με τις παρατεθείσες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του στη χώρα καταγωγής του, δεν πιθανολογείται ότι σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, θα εκτεθεί  ευλόγως σε κίνδυνο.

 

43.          Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

44.          Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου), καθώς ο Αιτητής δεν τεκμηριώνει, αλλά και από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.

 

45.           Ειδικότερα, στην προκείμενη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό του Αιτητή δεν προκύπτει, ότι ενόψει των προσωπικών του περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32)], ότι αυτός διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της [βλ άρθρο 19(2)(α) και (β)]. 

46.           Ούτε εξάλλου, προκύπτει ότι συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο προσφεύγων, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή (βλ. άρθρο 19(2)(γ) απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94  Elgafaji, σκέψη 43).

47.          Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως  «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».

48.          Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ.  απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28). Με βάση την ανωτέρω ανάλυση, δεν λαμβάνει χώρα ένοπλη σύρραξη στην Kinshasa, τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή Ως εκ τούτου, παρέλκει η οποιαδήποτε άλλη εξέταση των συστατικών στοιχείων της υπό εξέταση διάταξης.

49.          Ενόψει των ανωτέρω ποιοτικών και ποσοτικών χαρακτηριστικών, δεν είναι δυνατό η επικρατούσα κατάσταση στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι στην ευρύτερη επαρχία της Kinshasa, να χαρακτηριστεί ως κατάσταση αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης η οποία εξικνείται σε τέτοιο βαθμό ώστε ο Αιτητής μόνο λόγω της παρουσίας του εκεί να έρχεται αντιμέτωπος με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης εντός του πλαισίου του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε στοιχείο του προφίλ το οποίο θα επέτεινε τυχόν κίνδυνο. Υπό το φως των ανωτέρω, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο αντίστοιχο καθεστώς.

50.          Ως προς δε την απόφαση επιστροφής του, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω (Βλ. απόφαση της της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51). Επισημαίνεται, τέλος, ότι ο Αιτητής, μολονότι εκπροσωπείτο δια συνηγόρου και είχε κατά τη συνέντευξή του αναφερθεί σε πρόσωπο με το οποίο διατηρούσε σχέση και το οποίο, κατά δήλωσή του, κυοφορούσε, εντούτοις ουδέν συγκεκριμένο ισχυρισμό προέβαλε ούτε προσκόμισε οποιοδήποτε στοιχείο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ικανό να επηρεάσει την κρίση αναφορικά με τη νομιμότητα της απόφασης επιστροφής του.

Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition,

 EUAA https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system  [τελευταία ημερομηνία πρόσβασης 18.11.2025], σ. 120-134.

UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status

[2] Liberal International, Human Rights Crisis in DRC, n.d., https://liberal-international.org/human-rights-in-drc/, (24/02/2026)

[3] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, ‘Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo’, Last updated: Tuesday 14th February 2023, διαθέσιμο σε https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-democratic-republic-of-congo#collapse1accord [Ημερομηνία Πρόσβασης: 1.12.2025]

[4] Ο.π.

[5] UNSC, S/RES/2765 (2024) διαθέσιμο σε https://digitallibrary.un.org/record/4069994?v=pdf [Ημερομηνία Πρόσβασης: 12.12.2025]

[6] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, ‘Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo’, Last updated: Tuesday 14th February 2023, διαθέσιμο σε https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-democratic-republic-of-congo#collapse1accord [Ημερομηνία Πρόσβασης: 12.12.2025]

[7] Βλ. σχετικά Global Protection Cluster, https://www.globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-02/points_saillants-situation_de_protection_decembre_2023_vf.pdf,  Παρουσία των ανωτέρω ομάδων στην Kinshasa δε μαρτυρείται ούτε κατά την πρόσφατη επιστολή ομάδας ειδικών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας UNSC, 'Letter dated 15 December 2023 from the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo addressed to the President of the Security Council' (2023), διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2103043/N2336437.pdf [Ημερομηνία Πρόσβασης: 12.12.2025]

[8] EUAA, COI Query, DRC, Security Situation in Kinshasa, (2025), https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa.pdf (ημερομηνία τελευαταίας πρόσβασης 21/01/2026).

[9] Belgium, CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation s?curitaire [Democratic Republic of

the Congo: Security Situation],, 25 February 2025, p. 2 (ημερομηνία τελαυταίας πρόσβασης 21.1.2026). https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf

[10] Belgium, CEDOCA, COI Focus: Republique Democratique du Congo: Situation s?curitaire [Democratic Republic of

the Congo: Security Situation], 25 February 2025, p. 2 https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21.1.2026).

[11] Reuters, Congo protesters storm Kinshasa embassies over conflict in east, 28 January 2025, https://www.reuters.com/world/africa/congo-protesters-attack-kinshasa-embassies-over-conflict-east-2025-01-28/ ; Euro News, Protesters attack foreign embassies in DR Congo over M23 rebel advance, 28 January 2025, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21.1.2026)

[12] Africa News, People in Kinshasa protest against Rwanda and the crisis in the eastern DRC, 29 January 2025, https://www.africanews.com/2025/01/29/people-in-kinshasa-protest-against-rwanda-and-the-crisis-in-the-eastern-drc/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21.1.2026)

[13] AI, The State of the World's Human Rights; Democratic Republic Of The Congo 2024, 29 April 2025, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21.1.2026)

[14] Reuters, Congo protesters storm Kinshasa embassies over conflict in east, 28 January 2025, https://www.reuters.com/world/africa/congo-protesters-attack-kinshasa-embassies-over-conflict-east-2025-01-28/ ; AI, The State of the World's Human Rights; Democratic Republic Of The Congo 2024, 29 April 2025, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21.1.2026)

[15] AI, The State of the World's Human Rights; Democratic Republic Of The Congo 2024, 29 April 2025, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21.1.2026)

[16] 1 BBC News, More than 100 killed in failed DR Congo jailbreak, 3 September 2024, url; DW, DR Congo: 129 killed in attempted prison break, 3 September 2024, https://www.dw.com/en/dr-congo-129-killed-in-attempted-prison-break/a-70117343 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21.1.2026)

[17] Reuters, More than 260 women sexually assaulted during Congo prison break, UN report shows, 12 September 2024, https://www.reuters.com/world/africa/more-than-260-women-sexually-assaulted-during-congo-prison-break-un-reports-2024-09-12/  ; HRW, Protect Women and Girls in DR Congo’s Prisons, 20 September 2024, https://www.hrw.org/news/2024/09/20/protect-women-and-girls-dr-congos-prisons (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21.1.2026)

[18] Reuters, DRC army says it stopped attempted coup involving US citizens, 20 May 2024, https://www.reuters.com/world/africa/democratic-republic-congo-army-says-it-stopped-attempted-coup-2024-05-19/ ; Al Jazeera, Who was behind the DRC’s attempted coup, and were Americans involved?, 20 May 2024, https://www.aljazeera.com/news/2024/5/20/who-was-behind-the-drcs-attempted-coup-and-were-americans-involved (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21.1.2026)

[19] Al Jazeera, DR Congo military court sentences 37 to death in coup trial, 13 September 2024, https://www.aljazeera.com/news/2024/9/13/dr-congo-military-court-sentences-37-to-death-in-coup-trial (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21.1.2026)

[20] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices – Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf , pp. 45-46; New York Times (The), Congo’s ‘Other’ Conflict Kills Thousands in West Near the Capital, 19 July 2024, https://www.nytimes.com/2024/07/19/world/africa/crisis-western-congo.html ; New Humumanitarian (The), Conflict in western DRC simmers unnoticed amid rebel gains in the east, 12 February 2024, https://www.thenewhumanitarian.org/news-feature/2024/02/12/conflict-western-drc-democratic-republic-of-the-congo-amid-rebel-gains-east (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21.1.2026).

[21] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests)

[22] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer  (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Democratic Republic Congo, Kinshasa) [Ημερομηνία Πρόσβασης:21.01.2026]

[23] World Population Review, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa [Ημερομηνία Πρόσβασης: 21.1.2026]

[24] USDOS - US Department of State, 'DEMOCRATIC REPUBLIC OF THE CONGO 2023 INTERNATIONAL RELIGIOUS FREEDOM REPORT' (26 June 2024) σελ. 3 διαθέσιμο σε https://www.state.gov/reports/2023-report-on-international-religious-freedom/democratic-republic-of-the-congo/  [Ημερομηνία Πρόσβασης: 1.12.2025]


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο