Α.Μ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας , Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 200/2025, 25/2/2026
print
Τίτλος:
Α.Μ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας , Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 200/2025, 25/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση αρ. 200/2025

25 Φεβρουαρίου 2026

[ Β. ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:                

Α.Μ. από τη Σομαλία και τώρα στην Πάφο

 

Αιτητή

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας , Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η αίτηση

  

Ορέστης Ηλιάδης (κος)  για Αγγελική Λαζάρου (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Ραφαέλλα Προδρόμου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η Αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 03/12/2024 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, καθώς κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2022 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος). Ταυτόχρονα αιτείται την έκδοση απόφασης από τον παρόν Δικαστήριο με την οποία να αναγνωρίζεται ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ο Αιτητής κατάγεται από την Σομαλία. Εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές στις 03/02/2022 και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας περί τις 09/03/2022. Στις 02/12/2024 διενεργήθηκε η συνέντευξη ουσίας του Αιτητή  από αρμόδιο Λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου.  Στις 03/12/2024 αρμόδιος Λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση Εισήγηση για απόρριψη της αίτησης προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία εγκρίθηκε στις 03/12/2024. Στις 02/01/2025 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία παρελήφθη  και υπεγράφη από τον Αιτητή αυθημερόν. Στις 27/01/2025 καταχωρήθηκε η Προσφυγή υπ' αριθμόν 200/25 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Τόσο στο εισαγωγικό δικόγραφο της προσφυγής, όσο και στη Γραπτή  Αγόρευση, ο Αιτητής δια του συνηγόρου του, επικαλείται πολλούς λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης.  Αρχικά, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση της Νομοθεσίας, πλάνη περί το νόμο, έλλειψη δέουσας έρευνας, ότι η απόφαση είναι  μη επαρκώς αιτιολογημένη καθώς και ότι ελήφθη από αναρμόδιο όργανο. Περαιτέρω κατά η γραπτή του αγόρευση, εξειδικεύονται τα σημεία στα οποία έγκειται η πλημμελής έρευνας του Λειτουργού. Επίσης, εκθέτονται νομικοί ισχυρισμοί περί παράβασης διαδικασιών εξέτασης της αίτησης (αναφορικά με την αξιολόγηση αξιοπιστίας  και το βάρος απόδειξης) όπως και μη επαρκής αιτιολόγηση και  νομική πλάνη χωρίς ωστόσο να γίνεται αναφορά στα σημεία της υπόθεσης στα οποία εντοπίζονται.

Ο Αιτητής διά της συνηγόρου προωθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας. Υποστηρίζει η συνήγορος στη γραπτή της αγόρευση ότι οι Καθ’ ων όφειλαν να σχηματίσουν έναν ουσιώδη ισχυρισμό αναφορικά με την μελλοντική επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής και συγκεκριμένα στην επαρχία Bakool και έναν αναφορικά με τον φόβο για τη ζωή του και τη πιθανή του στρατολόγηση σε περίπτωση επιστροφής. Επισημαίνει η συνήγορος ότι εν προκειμένω δεν έχει ληφθεί υπόψη η ύπαρξη ενόπλων συγκρούσεων στην εν λόγω περιοχή μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων και της Αλ Σαμπάμπ. Καταλήγει ως προς τον συγκεκριμένο ισχυρισμό η συνήγορος του Αιτητή ότι δεν υπήρξε ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του κινδύνου αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, γεγονός που συνεπάγεται έλλειψη δέουσας έρευνας, τονίζοντας ότι η χώρα καταγωγής του Αιτητή δεν ανήκει στις ασφαλείς χώρες καταγωγής. Ακολούθως, υποστηρίζει η συνήγορος ότι ο Αιτητής έχει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης καθότι απάντησε με ευθύτητα στις ερωτήσεις, χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις και καταβάλλοντας προσπάθεια να παράσχει λεπτομέρειες στις ερωτήσεις που του τέθηκαν. Τονίζει ότι λαμβάνοντας υπόψη πηγές πληροφόρησης και λοιπές αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου, ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του θα αντιμετωπίσει κίνδυνο ζωής καθώς η περιοχή στην οποία γεννήθηκε και έζησε ελέγχεται από την Αλ Σαμπάμπ. Επιπροσθέτως, ο Αιτητής δια της συνηγόρου του προωθεί τον νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης επαρκούς και/ή δέουσας αιτιολογίας καθότι αναφέρει ότι δεν εξειδικεύονται οι λόγοι απόρριψης και ο τρόπος κατάληξης στο συμπέρασμα περί μη υπαγωγής στο καθεστώς του πρόσφυγα ή του δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας. Προς υποστήριξη της θέσης της, η συνήγορος επισημαίνει ότι λόγω της μη εξέτασης ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή, η έκθεση-εισήγηση είναι ελλιπής. Ακολούθως, ο Αιτητής διά της συνηγόρου του προωθεί το νομικό ισχυρισμό περί πλάνης περί τα πράγματα, υποστηρίζοντας ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση παρέλειψαν να λάβουν υπόψη τους ισχυρισμούς του Αιτητή αναφορικά με τον πραγματικό και σοβαρό κίνδυνο ζωής και τη πιθανή δίωξη σε περίπτωση επιστροφής του. Με τη γραπτή της αγόρευση, η συνήγορος του Αιτητή κατέθεσε υπομνήματα, παραπέμποντας στις κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για το Άσυλο αναφορικά με την επαρχία Bakool και τους δείκτες αδιάκριτης βίας που λαμβάνονται υπόψη στη περίπτωση της Σομαλίας, στην απόφαση 1157/2017 ημερομηνίας 30/09/2021 του παρόντος Δικαστηρίου και σε άλλες πηγές πληροφόρησης.

Οι Καθ’ ων η Αίτηση στη γραπτή τους αγόρευση υποστηρίζουν με τη σειρά τους ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατόπιν πλήρης και/ή δέουσας έρευνας. Αναφέρουν ότι ο τρόπος διεξαγωγής της έρευνας από τον αρμόδιο λειτουργό επαφίεται στη διακριτική του ευχέρεια και ότι εν προκειμένω ο λειτουργός αξιολόγησε όλες τις δηλώσεις του Αιτητή σχηματίζοντας δύο επιμέρους ουσιώδεις ισχυρισμούς. Αναφορικά με τις πηγές πληροφόρησης που κατατέθηκαν ως υπομνήματα με την γραπτή αγόρευση του Αιτητή, υποστηρίζουν οι Καθ’ ων ότι δεν ενδυναμώνουν την αξιοπιστία των ισχυρισμών του Αιτητή αφού δεν αφορούν βιωματικά περιστατικά του ίδιου, τονίζοντας παράλληλα ότι ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε την επικρατούσα κατάσταση στη περιοχή διαμονής του Αιτητή και έκρινε, κατά το στάδιο της νομικής ανάλυσης, ότι ο βαθμός άσκησης αδιάκριτης βίας δεν φτάνει σε τόσο υψηλό επίπεδο που να στοιχειοθετείται κίνδυνος λόγω παρουσίας και μόνο στην εν λόγω περιοχή. Καταλήγουν δε οι Καθ’ ων ότι δεδομένου ότι υποβλήθηκαν τόσο ερωτήσεις ανοιχτού τύπου όσο και διευκρινιστικές ερωτήσεις και εξετάστηκαν διεξοδικά οι προβαλλόμενοι από τον Αιτητή λόγοι κατάθεσης της αίτησης διεθνούς προστασίας, και ο Αιτητής κρίθηκε αναξιόπιστος, ορθά ο λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος πρόσφυγα ή δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας. Ως προς τον δεύτερο νομικό ισχυρισμό που προβλήθηκε από τη συνήγορο του Αιτητή ως προς την έλλειψη επαρκούς και/ή δέουσας αιτιολογίας, οι Καθ’ ων αντιτείνουν ότι η αιτιολογία της απόφασης περί απόρριψης του αιτήματος προκύπτει από την ίδια την επίδικη απόφαση και δη την Έκθεση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου καθώς και ότι σε κάθε περίπτωση αυτή δύναται να συμπληρωθεί από τα στοιχεία του φακέλου. Ως προς τον τρίτο προβληθέντα από τη συνήγορο του Αιτητή νομικό ισχυρισμό περί πλάνης περί τα πράγματα, αντιτείνουν οι Καθ’ ων ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είναι ανυπόστατος, καθώς ο αρμόδιος λειτουργός προέβη στη λήψη της απόφασης λαμβάνοντας υπόψη όλους τους ισχυρισμούς του Αιτητή ως αυτοί εκτέθηκαν τόσο κατά την αίτηση όσο και τη προσωπική συνέντευξη, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι δεν εμπίπτει στην έννοια του πρόσφυγα.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Η αναγκαιότητα έγερσης των λόγων προσφυγής με ευκρίνεια και λεπτομέρεια είναι θεμελιώδους σημασίας διαφορετικά το Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να τα εξετάσει αυτεπαγγέλτως, έστω και εάν έχουν εγερθεί με την αγόρευση.

 Καταρχάς, παρατηρείται ότι οι λόγοι ακύρωσης που εγείρονται στην παρούσα αίτηση παρατίθενται με γενικότητα και αοριστία.  Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως. 

«Η αναφορά, για παράδειγμα, ότι «Η απόφαση πάσχει γιατί λήφθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα» (το ίδιο αοριστολόγοι είναι και οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης), δεν εξηγεί καθόλου, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα, ή σε πλάνη, ή καταπάτηση των αρχών της ίσης μεταχείρισης κλπ.  Η προσφυγή θα μπορούσε να απορριφθεί για τους πιο πάνω διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αντανακλούν βεβαίως και επί της ουσίας.  Αυστηρώς ομιλούντες τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων. (δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384) (δέστε Υπόθεση Αρ. 1119/2009  ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και   Κυπριακής Δημοκρατίας).

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672:

Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης.

Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).

O συνήγορος του Αιτητή παραθέτει γενικά και αόριστα τα νομικά σημεία στην προσφυγή και επικαλείται παραβιάσεις του Συντάγματος, του περί Προσφύγων Νόμου, των Γενικών Αρχών και του Διοικητικού Δικαίου χωρίς ωστόσο να παραθέτει τις συγκεκριμένες διατάξεις της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμό παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά επίσης ελλείπει οποιαδήποτε τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης.

Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγεί­ρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτρο­πής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636:

«Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύ­ρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγό­ρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».

Σχετική είναι και  η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4.

«Το γεγονός ότι το άρθρο 146.1. του Συντάγματος καταγράφει ως αιτίες ακυρό­τητας την αντίθεση προς τις διατάξεις του Συντάγματος, ή του Νόμου και την υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας, δεν σημαίνει ότι αρκεί η γενική επίκληση κά­ποιας από αυτές χωρίς άλλο. Η ταξινόμηση κάποιου νομικού λόγου ως υπαγό­μενου στα πιο πάνω, είναι εγχείρημα ουσίας που προϋποθέτει την έγερσή του σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις».

Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου.

Στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου, 2010).

Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. The Republic (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης» (Δημοκρατίας ν. Γιαλλουρίδη και Άλλων), Αναθεωρητικές Εφέσεις 868, 868, ημερομηνίας 13.12.90)».

Ως προς τους προωθούμενους λόγους προσφυγής είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει και την ουσιαστική ορθότητα της de novo και ex nunc. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελείς  χαρακτηρίζονται  οι λόγοι προσφυγής, οι οποίοι ακόμα και αν γίνουν δεκτοί δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].

 Όπως επισημάνθηκε, αποτελεί βασική νομολογιακή αρχή ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγεται δε στην διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Α.Ε. Aρ.: 3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 5.6.2002, (2002) 3 ΑΑΔ 345).

 Η γενική αυτή νομολογιακή αρχή θα πρέπει να εξεταστεί εν προκειμένω υπό το φως του ειδικού δικαίου που διέπει τη διαδικασία εξέτασης μίας αιτήσεως ασύλου και των αρχών που θεσπίζει τόσο η εθνική όσο και η ενωσιακή νομοθεσία. Συναφές εν προκειμένω είναι το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτού. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας των αιτητών ασύλου να τεκμηριώσουν με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή τους, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C 277/11, M. M., ECLI:EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).

Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι η απόφαση λήφθηκε υπό πλάνη, οι Καθ' ων αντιτάσσουν ότι η Υπηρεσία Ασύλου βασίστηκε σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα όπως αυτά αναλύθηκαν και επεξηγήθηκαν από τον Αιτητή. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι Καθ' ων η αίτηση εξέτασαν ουσιαστικά την αίτηση του Αιτητή και όλα όσα είχε θέσει ο Αιτητής με τους ισχυρισμούς του και στάθμισαν και αξιολόγησαν πλήρως τα ενώπιον τους δεδομένα και ουδέποτε ενήργησαν υπό πλάνη.

Έχει νομολογηθεί ότι δεν υφίσταται πλάνη περί τα πράγματα όταν η Διοίκηση σταθμίζει και αξιολογεί στοιχεία και γεγονότα όπως αυτά τίθενται ενώπιον της προς κρίση. Πλάνη περί τα πράγματα στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται η αντικειμενική ανυπαρξία γεγονότων που έλαβε υπόψη του το αρμόδιο όργανο για να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.  Όταν η πλάνη του αρμόδιου οργάνου έγκειται στην λανθασμένη ερμηνεία του Νόμου, τότε η απόφαση του αρμόδιου οργάνου πάσχει διότι η πλάνη του αυτή οδήγησε σε εσφαλμένη εφαρμογή του Νόμου και κατά συνέπεια με αυτό τον τρόπο συντρέχει πλάνη περί το Νόμο.

Περαιτέρω θα πρέπει να αναφερθεί ότι το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού για ύπαρξη πλάνης το έχει ο Αιτητής (βλ. Παπαδόπουλος v. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (1190) 3ΑΑΔ 262, 267). Η υπό κρίση απόφαση λήφθηκε στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, ήτοι της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν συνεκτίμησης των πραγματικών στοιχείων και δεδομένων, στηριζόμενη στο ορθό νομικό υπόβαθρο όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω στην απόφαση μου. Συνεπώς, ο ισχυρισμός περί νομικής και πραγματικής πλάνης ή ότι η απόφαση λήφθηκε υπό πεπλανημένα κριτήρια απορρίπτεται.

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα όσων ο Αιτητής  δήλωσε με την αίτησή του για διεθνή προστασία, κατά τη διάρκεια των  συνεντεύξεων  ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου  και όσων προβάλει με την παρούσα Προσφυγή.

Κρίνεται σκόπιμο στο στάδιο αυτό, να καταγραφούν οι ισχυρισμοί που πρόβαλε o Αιτητής στα πλαίσια της εξέτασης του αιτήματός του για διεθνή προστασία από την Υπηρεσία Ασύλου.

Σημειώνεται ότι στην αίτηση καταγραφής ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του διότι μέλη της Αλ Σαμπάμπ σκότωσαν τον πατέρα του όταν ο ίδιος ήταν τεσσάρων ετών και ο ίδιος αφού αρνήθηκε να γίνει μέλος της οργάνωσης συνελήφθη για διάστημα τεσσάρων ετών καθώς και ότι οι θείοι του ανέλαβαν την ευθύνη για την αποφυλάκιση του.

Κατά την συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος Σομαλίας, εθνοτικής καταγωγής Rahanweyn και γεννήθηκε στη περιοχή Rabdhure, της επαρχίας Bakool, στη Σομαλία όπου και διέμενε έως και την αναχώρηση του από τη χώρα. Για χρονικό διάστημα τριών ετών, μεταξύ Μαΐου 2018 και Νοεμβρίου 2021 διέμεινε στη περιοχή Wajid, της επαρχίας Bakool. Ως προς το θρήσκευμα του δήλωσε πως είναι Μουσουλμάνος. Ως προς το μορφωτικό επίπεδο και το επάγγελμά του, δήλωσε ότι φοίτησε έως την δέκατη τάξη, την οποία αναγκάστηκε να σταματήσει λόγω της ανασφάλειας που υπήρχε στη περιοχή και έχει εργαστεί ως μεταφορέας επιβατών με μοτοσυκλέτα μεταξύ κοντινών περιοχών. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι είναι άγαμος, ο πατέρας του απεβίωσε στις 21/05/2008 και η μητέρα του μαζί με τα δύο αδέλφια του διαβιούν στη περιοχή Rabdhure, της επαρχίας Bakool, στη Σομαλία.

Αναφορικά με τους λόγους που εγκατέλειψε κατά την συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου ο Αιτητής δήλωσε ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του διότι η Αλ Σαμπάμπ ήθελε να τον στρατολογήσει. Ανέφερε ότι το 2017 ένας γείτονας, που ήταν μέλος της Αλ Σαμπάμπ, προσπάθησε να τον πείσει να γίνει μέλος της οργάνωσης. Κατόπιν τούτου, συνελήφθη και κρατήθηκε σε αστυνομικό τμήμα για διάστημα είκοσι μία ημερών και αποφυλακίστηκε με τη βοήθεια του θείου του ο οποίος ανέλαβε την ευθύνη για εκείνον. Ακολούθως, ανέφερε ότι μετέβη στη περιοχή Wajid, της επαρχίας Bakool η οποία ελέγχεται από την κυβέρνηση, όπου διέμεινε με φιλικό της μητέρας του πρόσωπο για διάστημα τριών ετών. Ανέφερε ότι πριν από τη αναχώρηση του από τη χώρα καταγωγής μετέβη στη πόλη Mogadishu για διάστημα είκοσι περίπου ημερών.  

Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από τα πρακτικά των συνεντεύξεων και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο αρμόδιος λειτουργός διαμόρφωσε στην εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αναφορικά με την ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή και ο δεύτερος αναφορικά με  τη δήλωση του Αιτητή ότι μέλη της Αλ Σαμπάμπ ήθελαν να τον στρατολογήσουν.

Ο πρώτος ισχυρισμός που διέκρινε ο αρμόδιος λειτουργός αφορούσε την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή. Ο εν λόγω ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τον αρμόδιο λειτουργό ως προς την εσωτερική αξιοπιστία, πλην του σκέλους που αφορά τη περιοχή γέννησης του εν λόγω Αιτητή, καθώς απάντησε με επάρκεια πληροφοριών στα ερωτήματα που του τέθηκαν αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, το μορφωτικό του επίπεδο, την εργασία του ως προς τη χώρα καταγωγής και την οικογενειακή του κατάσταση. Ως προς την περιοχή γέννησης του εν λόγω Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι παρόλο που ο Αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε στη περιοχή Rabdhure, της επαρχίας Bakool, ο εν λόγω ισχυρισμός ήταν ανακόλουθος με τις πληροφορίες που αναγράφονται στην πρωτότυπη ταυτότητα που κατέθεσε στην Υπηρεσία Ασύλου, η οποία αναφέρει ως περιοχή γέννησης τη πόλη Baidoa, της επαρχίας Bay. Κληθείς να εξηγήσει την εν λόγω αντίφαση, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής απάντησε χωρίς συνεκτικότητα ότι στο γραφείο μετανάστευσης αναφέρουν μόνο τη πρωτεύουσα της περιοχής και όχι τις ελεγχόμενες από την Αλ Σαμπάμπ περιοχές. Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε τις δηλώσεις του Αιτητή περί παραμονής του στη περιοχή Wajid, της επαρχίας Bakool για διάστημα τριών ετών, και το λόγο αναχώρησης του από την εν λόγω περιοχή, κρίνοντας ότι ο Αιτητής ανέφερε μόνο ότι έφυγε λόγω του ότι η Αλ Σαμπάμπ τον έπιασε και απαγόρευσε τη κυκλοφορία της μοτοσυκλέτας του, χωρίς να παρέχει περαιτέρω πληροφορίες. Ως προς την περιοχή διαμονής του, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής απάντησε ικανοποιητικά στα ερωτήματα που του τέθηκαν αναφορικά με τη περιοχή Wajid, της επαρχίας Bakool. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ουσιώδη ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε πηγές πληροφόρησης που επικυρώνουν την περιοχή γέννησης του Αιτητή στη πόλη Baidoa, της επαρχίας Bay, την φυλή του ως Rahanweyn και τα όσα ανέφερε αναφορικά με τη περιοχή διαμονής του, στη Wajid, της επαρχίας Bakool. Εν κατακλείδι, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός.

Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός που διέκρινε ο αρμόδιος λειτουργός αφορούσε τις δηλώσεις του Αιτητή ότι μέλη της Αλ Σαμπάμπ ήθελαν να τον στρατολογήσουν. Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με την προσπάθεια στρατολόγησης του από μέλη της Αλ Σαμπάμπ χαρακτηρίζονται από έλλειψη επαρκών πληροφοριών καθώς δεν ήταν σε θέση να τοποθετήσει χρονικά το εν λόγω συμβάν. Λαμβάνοντας υπόψη το μορφωτικό του επίπεδο και την απουσία στοιχείων ευαλωτότητας, έκρινε ο αρμόδιος λειτουργός ότι αναμενόταν από τον Αιτητή να είναι σε θέση να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες ως προς τις ανωτέρω δηλώσεις. Ερωτηθείς για τον τρόπο με τον οποίο η Αλ Σαμπάμπ τον προσέγγισε, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε ικανοποιητικές απαντήσεις, παρόλο που του δόθηκε πραγματική ευκαιρία να απαντήσει στα επιμέρους ερωτήματα, αναφέροντας μόνο ότι ο γείτονας του του έκανε πλύση εγκεφάλου, χωρίς να αποσαφηνίζει περαιτέρω, ως αναμενόταν. Αναφορικά με τις δηλώσεις του Αιτητή περί σύλληψής του, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής ανέφερε χωρίς συνεκτικότητα ότι δεν θυμόταν τον μήνα που συνελήφθη. Ο αρμόδιος λειτουργός επισήμανε ότι ο Αιτητής ανέφερε χωρίς λογική συνέχεια ότι δεν θυμόταν το χρονικό διάστημα κράτησης του καθώς πληροφορήθηκε μετέπειτα από τη μητέρα του ότι κρατήθηκε για είκοσι μία ημέρες, δίχως να εξηγεί τη δική του έλλειψη γνώσης. Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε επαρκώς το λόγο εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, δεδομένου ότι από το 2017, όταν ανέφερε ότι το ανωτέρω περιστατικό έλαβε χώρα, και μετέπειτα δεν βίωσε κάποιο άλλο περιστατικό σχετικό με την εν λόγω οργάνωση, αναχωρώντας από τη χώρα πέντε χρόνια αργότερα. Επισήμανε συγχρόνως ο λειτουργός ότι ο Αιτητής δεν ήταν ικανός να εξηγήσει πως κατάφερε αποφύγει την στρατολόγηση από την εν λόγω οργάνωση, μετά το 2017, δεδομένου του τρομοκρατικού της χαρακτήρα. Έκρινε επίσης ο αρμόδιος λειτουργός ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με συνεκτικότητα το γεγονός ότι πέρασε από σημεία ελέγχου της Αλ Σαμπάμπ κατά τη μετακίνηση του εντός διαφορετικών περιοχών χωρίς να του συμβεί το οτιδήποτε, παρόλης της προηγούμενης προσπάθειας στρατολόγησης του. Ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε επιπλέον ότι οι δηλώσεις του Αιτητή κατά τη διάρκεια της προσωπικής συνέντευξης έρχονται σε αντίφαση με τους λόγους που ανέφερε στην καταγραφή της αίτησης του για διεθνή προστασία, στην οποία αναφέρθηκε σε σύλληψη διάρκειας τεσσάρων ετών και όχι είκοσι μία ημερών όπως αναφέρθηκε στη προσωπική συνέντευξη. Ερωτηθείς να εξηγήσει την εν λόγω αντίφαση, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκή εξήγηση, καθώς ανέφερε ότι ίσως το άτομο που συμπλήρωσε την αίτηση έκανε λάθος, επισημαίνοντας ότι αναμενόταν σαφήνεια και συνέπεια στις δηλώσεις του αναφορικά με την εγκατάλειψη της χώρας καταγωγής και τις χρονικές περιόδους εξέλιξης των αναφερθέντων συμβάντων. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την στρατολόγηση από μέλη της Αλ Σαμπάμπ και τις συνέπειες άρνησης, συμπεραίνοντας ότι παρόλο που πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνουν το γενικότερο πλαίσιο στρατολόγησης ανδρών, δεν δύναται να γίνει συσχέτιση με το πλαίσιο στρατολόγησης του εν λόγω Αιτητή, λαμβάνοντας συγχρόνως υπόψιν ότι λόγω της ιδιωτικής φύσης των ισχυρισμών του Αιτητή δεν ευνοείται περαιτέρω διερεύνηση σε διεθνείς πηγές. Συνεπώς, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ουσιώδης ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός.

Εν συνεχεία ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ως τόπος υπαγωγής θα ληφθεί υπόψη η περιοχή Wajid, της επαρχίας Bakool όπου έγινε δεκτό ότι ο Αιτητής διέμενε και εργαζόταν. Κατόπιν, ο λειτουργός εξέτασε την γενική επικρατούσα κατάσταση στη Σομαλία καθώς και τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή διαμονής του εν λόγω Αιτητή, στη Wajid, της επαρχίας Bakool, παραθέτοντας πηγές πληροφόρησης και επισημαίνοντας ότι η περιοχή χαρακτηρίζεται από ποικίλες ένοπλες δυνάμεις, ενώ ο έλεγχος της εν λόγω επαρχίας είναι είτε ασαφής είτε αμφισβητούμενος. Ακολούθως, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες προσωπικές καταστάσεις του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι πρόκειται για ενήλικο νεαρό άνδρα, με επαρκές μορφωτικό επίπεδο, χωρίς προβλήματα υγείας ή άλλες ευαλωτότητες, και με μέλη οικογένειας στη περιοχή Rabdhure, της επαρχίας Bakool καθώς και θείους τόσο από τη πατρική όσο και τη μητρική του πλευρά, με τους οποίους εξακολουθεί να βρίσκεται σε επικοινωνία, και οι οποίοι συγκροτούν το οικογενειακό υποστηρικτικό του δίκτυο. Εκ κατακλείδι, ο αρμόδιος λειτουργός κρίνοντας ότι ο Αιτητής διέμεινε στη περιοχή Wajid, της επαρχίας Bakool για χρονικό διάστημα τριών ετών χωρίς να του συμβεί το οτιδήποτε σε προσωπικό επίπεδο και ότι είναι σε θέση να αναγνωρίσει τυχόν κινδύνους και να τους αποφύγει, καθώς και λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές του καταστάσεις και το προφίλ του, το οποίο δύναται να εγγυηθεί ένα επαρκές επίπεδο διαβίωσης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν κινδυνεύει να υποστεί προσωπική δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη περιοχή διαμονής στη Wajid, της επαρχίας Bakool, στη Σομαλία.   

Υπό το φως των ανωτέρω και προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή  σε προσφυγικό καθεστώς καθώς δεν θεμελιώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης  για κάποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους στο άρθρο 1(Α)(2) της Σύμβασης της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων και στο άρθρο άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου [Ν.6(Ι)/2000].

Εξετάζοντας δε ενδεχόμενη υπαγωγή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, κρίθηκε ότι  βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών του Αιτητή, ήτοι το προσωπικό του προφίλ και την αξιολόγηση κινδύνου ότι:

(α)  δεν θεωρείται ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια (α) , του Περί Προσφύγων Νόμου.

 (β) δεν θεωρείται ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια  (β), του Περί Προσφύγων Νόμου. σε περίπτωση που επιστρέψει στην χώρα καταγωγής του.

Παρομοίως, έκρινε ότι σε περίπτωση επιστροφής του ο Αιτητής δεν θα υποστεί οποιαδήποτε προσωπική δίωξη και σοβαρή βλάβη καθώς παρότι υπάρχουν περιστατικά ασφαλείας στη περιοχή Wajid, της επαρχίας Bakool, ο βαθμός άσκησης αδιάκριτης βίας δεν φτάνει σε τόσο υψηλό επίπεδο ώστε η παρουσία και μόνο στην εν λόγω περιοχή να δημιουργεί πραγματικό κίνδυνο, και λαμβάνοντας συγχρόνως υπόψη τη νομολογία του ΔΕΕ στις υποθέσεις Elgafaji C-465/07 και Diakite C-285/12, και το προφίλ του Αιτητή, συμπέρανε ότι δεν εγείρονται στοιχεία που να υποδεικνύουν ότι ο εν λόγω Αιτητής μπορεί να τύχει συμπληρωματικής προστασίας.

(γ) συνεκτιμώντας τη κατάσταση που επικρατεί στον τόπο τελευταίας διαμονής του, σε συνδυασμό με το προσωπικό προφίλ του Αιτητή κρίθηκε δεν διατρέχει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας όπως πιο πάνω λέχθηκε .

Ως προς το τελευταίο σημείο επεσήμαναν ότι ο η αδιάκριτη βία στην περιοχή τελευταίας διαμονής του Αιτητή,  δεν είναι τέτοιου βαθμού ώστε να θεωρείται ότι εκείνος δεν θα κινδυνεύσει απλώς και μόνο δια της παρουσίας του. Περαιτέρω, όπως επισημαίνουν ούτε οι προσωπικές περιστάσεις του αιτητή συνηγορούν στην επίταση κινδύνου σε καταστάσεις αδιάκριτης βίας.

Ενόψει των ανωτέρω, θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης επί τη βάσει του άρθρου 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018) και ενόψει τούτου να κρίνω αν ορθά το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα του Αιτητή.

Αρχικά, συντάσσομαι με τους Καθ’ ων η Αίτηση ως προς τον τρόπο που σχημάτισαν τους ισχυρισμούς του Αιτητή.

Προχωρώντας στην αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή,   λαμβάνοντας  υπόψιν τις δηλώσεις του καθ’ όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός του, παρατηρώ εκ προοιμίου ότι η γενική αξιοπιστία του δεν συνηγορεί στην υποστήριξη των ισχυρισμών του. Αφενός, κομβικά σημεία της αφήγησης του διέποντας από ουσιώδεις ελλείψεις, κρίσιμα κενά τα οποία ακόμα και με τις διευκρινιστικές ερωτήσεις που τέθηκαν στον Αιτητή αυτός δεν κατόρθωσε με τις απαντήσεις του να στοιχειοθετήσει  την αξιοπιστία των ισχυρισμών του .

Αξιολογώντας την εσωτερική του αξιοπιστία αναφορικά με το πρώτο ισχυρισμό συντάσσομαι με τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου που καταγράφονται ανωτέρω στην απόφαση μου .

Όσον αφορά στην αξιολόγηση του δεύτερου ισχυρισμού αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής του, συντάσσομαι με τους Καθ’ ων η αίτηση, και κρίνω ότι αυτός ορθά δεν έγινε αποδεκτός .Οι πληροφορίες που παρείχε ο Αιτητής δεν κρίνονται ικανοποιητικές ενώ παρατηρούνται ουσιώδης έλλειψη του βιωματικού στοιχείου . Τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού προκύπτουν αβίαστα από την αφήγηση του Αιτητή και καταγράφονται στις σελίδες 9-14 της έκθεσης εισήγησης του και δεν θα τα επαναλάβω .

Λαμβάνοντας υπόψιν τα ανωτέρω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν στοιχειοθετείται η εσωτερική αξιοπιστία του αιτητή αναφορικά με το συγκεκριμένο ισχυρισμό.

Αναφορικά με την εξωτερική του αξιοπιστία κρίνω επίσης ορθές τις αναφορές στην έκθεση εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού  και τις υιοθετώ.

Αξιολογώντας το μελλοντικό κίνδυνο που θα αντιμετώπιζε ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής στην πατρίδα του, θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν ο μόνος αποδεκτός ισχυρισμός του, ήτοι αυτός αναφορικά με τα προσωπικά της στοιχεία καθώς και στοιχεία για  τον τόπο καταγωγής και ειδικότερα συνήθους και τελευταίας διαμονής του. Λαμβάνοντας υπόψη το προφίλ του, κρίνω ότι σε περίπτωση επιστροφής  στον τόπο καταγωγής του, ο Αιτητής δεν θα κινδυνεύσει να υποβληθεί σε μεταχείριση η οποία θα μπορούσε να ανέλθει σε επίπεδο δίωξης και ως εκ τούτου  δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.

Επιπροσθέτως, ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε κανένα ουσιώδη λόγο ώστε  να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη ώστε να υπαχθεί σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 19 του Περί προσφύγων Νόμου. 

Αρχικά, δεν επικαλέστηκε βάσιμο  πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας στην χώρα καταγωγής του, δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια (α) και (β), του Περί Προσφύγων Νόμου.

Περαιτέρω, αναφορικά με το κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται συμπληρωματικής προστασίας το Άρθρο 15(γ) της Οδηγίας για αναγνώριση προσώπων ως δικαιούχων συμπληρωματικής προστασίας που αντιστοιχεί στο Άρθρο 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου διαλαμβάνει πως «σοβαρή απειλή» σημαίνει η «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης

Σε αυτό το πλαίσιο υπάρχουν τα στοιχεία που συνιστούν τη διάταξη και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σωρευτικά για να τύχει εφαρμογής η εν λόγω πρόνοια. Η ευρωπαϊκή οδηγία δεν παρέχει ορισμό του στοιχείου της «διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης», εντούτοις στηνυπόθεση Aboubacar Diakite ν. Commissaire general aux refugies et aux apatrides,  C-285/12 το ΔΕΕ ερμηνεύοντας την έννοια «ένοπλη σύρραξη» κατέληξε πως πρέπει να δοθεί μια ερμηνεία, αυτόνομη από το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, καθώς επίσης έθεσε ένα κατώτατο επίπεδο/όριο (low  hreshold) ως προς το κατά πόσο μια «ένοπλη σύρραξη» λαμβάνει χώρα, αναφέροντας στη σκέψη 35:

«[.] το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας 2004/83 έχει την έννοια ότι η ύπαρξη εσωτερικής ένοπλης συρράξεως πρέπει να γίνεται δεκτή, όσον αφορά την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, όταν οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή όταν δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να είναι δυνατός ο χαρακτηρισμός της συρράξεως αυτής ως ένοπλης συρράξεως που δεν έχει διεθνή χαρακτήρα, υπό την έννοια του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, και χωρίς η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργανώσεως των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων ή η διάρκεια της συρράξεως να αποτελεί αντικείμενο αυτοτελούς εκτιμήσεως σε σχέση με την εκτίμηση του βαθμού βίας που δεσπόζει στην οικεία επικράτεια.»

Περαιτέρω όμως, μια επιπλέον και καθοριστική προϋπόθεση για τη εφαρμογή του άρθρου 15 (γ) είναι η ύπαρξη «αδιάκριτης άσκησης βίας» αφού όπως αναφέρθηκε η ύπαρξη «ένοπλης σύρραξης» αποτελεί μεν αναγκαία, αλλά όχι επαρκή προϋπόθεση όπως τονίζεται και στη δικαστική ανάλυση του EASO. Θα πρέπει συνεπώς να εκτιμάται τόσο η ύπαρξη ένοπλης σύρραξης (διεθνούς ή εσωτερικής) όσο και ο βαθμός της βίας, αφού όπως επισημάνθηκε από το ΔΕΕ, στην απόφαση του στην Diakité (σκέψη 30):

«Επιπλέον, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η ύπαρξη εσωτερικής ένοπλης συρράξεως μπορεί να συνεπάγεται την παροχή της επικουρικής προστασίας μόνο στο μέτρο που οι συγκρούσεις μεταξύ των τακτικών δυνάμεων ενός κράτους και ενός ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων ή μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων θεωρούνται κατ' εξαίρεση ότι συνεπάγονται σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του αιτούντος την επικουρική προστασία, υπό την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γ), της οδηγίας 2004/83, διότι ο βαθμός της αδιάκριτης ασκήσεως βίας που τις χαρακτηρίζει είναι τόσο μεγάλος ώστε υπάρχουν σοβαροί και βάσιμοι λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να υποστεί την εν λόγω απειλή (βλέπε, υπό την έννοια αυτή, Elgafaji, σκέψη 43).»

Σε σχέση με τον ορισμό της «αδιάκριτης άσκησης βίας» στην απόφαση του ΔΕΕ που εκδόθηκε στην υπόθεση Elgafaji αποφάνθηκε ότι ο όρος «αδιάκριτη» σημαίνει ότι η βία «μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους». Το ΔΕΕ έχει επισημάνει ότι απαιτείται η ύπαρξη «εξαιρετικής κατάστασης» για την εφαρμογή του άρθρου 15 στοιχείο γ) στους αμάχους εν γένει.

Στη σκέψη 35 της απόφασης Elgafaji, το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι για να ισχύει κάτι τέτοιο:

«[.] ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη . [πρέπει να] είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας.»

Στη σκέψη 39 το ΔΕΕ τόνισε την ίδια στιγμή πως θα:

"[.] πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.»

Παραδείγματα πράξεων αδιακρίτως ασκούμενης βίας μπορεί να είναι τα εξής: μαζικές στοχευμένες βομβιστικές επιθέσεις, αεροπορικοί βομβαρδισμοί, επιθέσεις ανταρτών, παράπλευρες απώλειες σε άμεσες ή τυχαίες επιθέσεις σε περιοχές πόλεων, πολιορκία, καμένη γη, ελεύθεροι σκοπευτές, τάγματα θανάτου, επιθέσεις σε δημόσιους χώρους, λεηλασίες, χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών κ.λπ.

Με βάση και τις σκέψεις 35, 39 και 43 του ΔΕΕ, στην υπόθεση Elgafaji, η EASO αναφέρει πως εκεί όπου υφίσταται «αδιάκριτη άσκηση βίας» μπορεί να γίνει η ακόλουθη διαφοροποίηση σε δύο κατηγορίες ως προς το βαθμό της:

1. Εδάφη όπου ο βαθμός βίας φθάνει σε τέτοιο υψηλό επίπεδο ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας

2. Εδάφη όπου λαμβάνει χώρα αδιάκριτη άσκηση βίας, εντούτοις δεν φθάνει σε τέτοιο υψηλό επίπεδο, και σε σχέση με την οποία περαιτέρω ατομικά χαρακτηριστικά θα πρέπει να αποδειχθούν

Σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία θα πρέπει να αναφερθεί ότι βάσει του άρθρου 15 στοιχείο γ), ένα πρόσωπο που διατρέχει γενικό κίνδυνο δεν αποκλείεται να διατρέχει και ειδικό κίνδυνο, και το αντίστροφο. Πράγματι, το ΔΕΕ διατύπωσε την έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» ('sliding scale'), σύμφωνα με την οποία:

«όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας (Elgafaji, σκέψη 39· Diakité, σκέψη 31).»

Όπως αναφέρεται και στη σχετική δικαστική ανάλυση του EASO για το Άρθρο 15 στοιχείο γ) εν σχέση με τις ενδείξεις αδιάκριτης άσκησης βίας θα πρέπει να εξετάζεται από τα δικαστήρια τι προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία. Τα «κριτήρια Sufi και Elmi» βάσει της απόφασης του ΕΔΔΑ είναι (χωρίς να αποτελούν εξαντλητικό κατάλογο):

·  οι αντιμαχόμενες πλευρές και η αντίστοιχη στρατιωτική τους ισχύς·

οι εφαρμοζόμενες μέθοδοι και τακτικές πολέμου (κίνδυνος θυμάτων μεταξύ του άμαχου πληθυσμού)·

·  το είδος των χρησιμοποιούμενων όπλων·

·  η γεωγραφική έκταση των μαχών (τοπικές ή εκτεταμένες)·

·  ο αριθμός νεκρών, τραυματιών και εκτοπισμένων αμάχων ως αποτέλεσμα των μαχών.

Λαμβάνοντας υπόψιν τα ανωτέρω, το Δικαστήριο προέβη εκ νέου σε έρευνα αναφορικά με την πατρίδα και ειδικότερα με τον  τόπο διαμονής του Αιτητή.  Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 15 (γ) του κατά πόσον υφίσταται ένοπλη σύρραξη στη Σομαλία και την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή, αναφέρονται  τα κατωτέρω:

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων RULAC,μια πρωτοβουλία της Ακαδημίας Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Γενεύης, η Σομαλία αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή μια μη-διεθνή ένοπλη σύγκρουση. Αυτή η σύγκρουση περιλαμβάνει κυρίως την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση της Σομαλίας, που υποστηρίζεται από διεθνείς συμμάχους όπως η Αφρικανική Ένωση (ATMIS), οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Αιθιοπία και η Κένυα, ενάντια στην ισλαμική αντάρτικη ομάδα Αλ-Σαμπάμπ. Η Αλ-Σαμπάμπ συνεχίζει να ελέγχει τμήματα της αγροτικής κεντρικής, νότιας και δυτικής Σομαλίας, διατηρώντας σημαντική παρουσία και διεξάγοντας συχνές επιθέσεις παρά την απώλεια εδαφών από κυβερνητικές και συμμαχικές δυνάμεις. Η σύγκρουση έχει προκαλέσει πολυάριθμες απώλειες και σημαντική μετακίνηση πληθυσμού εντός της χώρας.

Εκτός από την κύρια σύγκρουση με την Al Shabaab,η Σομαλία αντιμετωπίζει επίσης ενδοδιαφυλετικές αντιπαραθέσεις, οι οποίες συμβάλλουν στη συνεχιζόμενη βία και αστάθεια στην περιοχή. Αυτές οι αντιπαραθέσεις συχνά περιστρέφονται γύρω από την πολιτική εξουσία, τον έλεγχο των εδαφών και τους πόρους, οδηγώντας σε συχνές συγκρούσεις μεταξύ διαφόρων φυλετικών πολιτοφυλακών.[1]

Αναφορικά με τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή διαμονής του Αιτητή, και συγκεκριμένα στην επαρχία Bakool, πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για το Άσυλο αναφέρει ότι, έως τον Σεπτέμβριο του 2024, διάφορες πηγές εκτιμούσαν τον πληθυσμό της περιφέρειας Bakool σε 543.371 (IPC), 626.000 και 392.347 (IOM). […] Η Al-Shabaab παρέμενε στον έλεγχο μεγάλων εκτάσεων του εδάφους της περιφέρειας. Η Bakool έχει περιγραφεί ως μία από τις περιφέρειες της χώρας όπου η επιρροή της Al-Shabaab ήταν εντονότερα αισθητή, μεταξύ άλλων μέσω αποκλεισμών της ανθρωπιστικής βοήθειας, βαριάς φορολογικής επιβάρυνσης και υψηλής συχνότητας απαγωγών παιδιών για σκοπούς στρατολόγησης. […] Έως την 1η Απριλίου 2023, η Al-Shabaab είχε τον έλεγχο των πόλεων Rab Dhuure και Tayeeglow, καθώς και αγροτικών περιοχών στην ανατολική και νοτιοανατολική Bakool, συμπεριλαμβανομένων των περιχώρων της Tayeeglow και της νοτιοανατολικής γωνίας της περιφέρειας. Κατά την περίοδο αναφοράς, η Al-Shabaab προσέθεσε στον έλεγχό της μεγάλες αγροτικές εκτάσεις νοτιοανατολικά της πόλης Rab Dhuure. […] Ο έλεγχος των υπόλοιπων αγροτικών περιοχών της Bakool ήταν μοιρασμένος μεταξύ της Al-Shabaab και της FGS. Οι πόλεις Xudur, Waajid, Ceel Barde, Yeed και Ato παρέμεναν υπό τον έλεγχο του συνασπισμού της FGS. Ωστόσο, η Al-Shabaab συνέχιζε να ασκεί επιρροή στα εδάφη που περιβάλλουν τις πόλεις Xudur και Waajid, διατηρώντας τις σε κατάσταση πολιορκίας. [...] Οι πόλεις Xudur και Waajid φιλοξενούσαν επίσης βάσεις αιθιοπικών στρατευμάτων. [2]

Αναφορικά με την παρουσία ένοπλων δυνάμεων στη περιοχή, η προαναφερθείσα πηγή αναφέρει ότι η Al-Shabaab συνέχισε να αποτελεί σημαντική απειλή στην περιφέρεια Bakool και σε άλλα τμήματα της νότιας Σομαλίας. […] Κατά την περίοδο αναφοράς, η Al-Shabaab πραγματοποίησε πολλαπλές επιθέσεις κατά στρατευμάτων της ATMIS στην περιοχή Waajid (μεταξύ άλλων τον Απρίλιο/Μάιο 2023, καθώς και τον Ιανουάριο και τον Οκτώβριο 2024), στην περιοχή Xudur και στα σύνορα Σομαλίας-Αιθιοπίας στην περιοχή Rab Dhuure (Ιούνιος 2023). Παράλληλα, εξαπέλυσε επιθέσεις κατά του SNA (στη Waajid τον Ιανουάριο και στο Ceel Barde τον Ιούνιο 2024) και κατά δυνάμεων της Πολιτείας South West (στη Waajid τον Μάρτιο 2025). Ειδικότερα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2023, η οργάνωση έστησε ενέδρα σε φάλαγγες αιθιοπικών στρατευμάτων της ATMIS που κινούνταν από τη Yeed προς τη Waajid και από το Ceel Barde προς τη Xudur. Διάφορες πλευρές ισχυρίστηκαν ότι περίπου 50 μαχητές και 167 Αιθίοπες στρατιώτες σκοτώθηκαν στις επιθέσεις και τις επακόλουθες συγκρούσεις, αν και οι πληροφορίες αυτές δεν κατέστη δυνατόν να επαληθευθούν ανεξάρτητα. Η οργάνωση εκτέλεσε επίσης πέντε άτομα στην Tayeeglow, κατηγορώντας τα για κατασκοπεία υπέρ των κυβερνήσεων των Ηνωμένων Πολιτειών και της Αιθιοπίας. […] Η περιφέρεια γνώρισε επίσης ορισμένα αεροπορικά πλήγματα κατά θέσεων της Al-Shabaab, συμπεριλαμβανομένου πλήγματος από δυνάμεις της FGS στην περιοχή Waajid, το οποίο, σύμφωνα με την Al-Shabaab, είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο οκτώ αμάχων.[3]

Αναφορικά με τα περιστατικά ασφάλειας, τις εκτιμώμενες απώλειες και τραυματισμούς αμάχων, πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για το Άσυλο αναφέρει ότι μεταξύ της 1ης Απριλίου 2023 και 21ης Μαρτίου 2025, το ACLED κατέγραψε 284 περιστατικά ασφάλειας στην περιφέρεια Bakool, συμπεριλαμβανομένων μαχών, εκρήξεων ή άλλων μορφών εξ αποστάσεως βίας και βίας κατά αμάχων, τα οποία προκάλεσαν 583 θανάτους. […] Σε επίπεδο περιφέρειας (district), η Xudur κατέγραψε τον μεγαλύτερο αριθμό περιστατικών ασφάλειας (149 περιστατικά), ακολουθούμενη από τη Waajid (87 περιστατικά) και τη Ceel Barde (26 περιστατικά). Το ACLED κατέγραψε 277 περιστατικά στα οποία ενεπλάκη η Al-Shabaab. Από τα περιστατικά αυτά, τα 205 αφορούσαν συγκρούσεις μεταξύ της Al-Shabaab και των Στρατιωτικών ή Αστυνομικών Δυνάμεων της Σομαλίας, συμπεριλαμβανομένων οκτώ περιστατικών στα οποία ενεπλάκησαν η Al-Shabaab και οι Ειδικές Αστυνομικές Δυνάμεις της Πολιτείας South West.[4]

Αναφορικά με τον εκτοπισμό αμάχων λόγω της ένοπλης σύγκρουσης, αναφέρεται ότι, μεταξύ 1ης Απριλίου 2023 και 16ης Μαρτίου 2025, 20.284 άτομα εκτοπίστηκαν εκ νέου από την περιφέρεια Bakool λόγω σύγκρουσης ή ανασφάλειας, σύμφωνα με το UNHCR PRMN. Από το σύνολο αυτό, 9.657 άτομα εκτοπίστηκαν εντός της ίδιας διοικητικής περιφέρειας, ενώ 10.627 άτομα εκτοπίστηκαν προς άλλες περιφέρειες, μεταξύ των οποίων οι Bay, Benadir, Bari, Gedo, Galgaduud, Hiraan και Nugal. Σε επίπεδο περιφέρειας (district), η Rab Dhuure ήταν η πλέον πληγείσα όσον αφορά τα άτομα που αναχώρησαν προς άλλες περιφέρειες (3.467 άτομα), ενώ η Waajid ήταν η μόνη περιφέρεια που επηρεάστηκε από εισροές εκτοπισμένων από άλλες περιφέρειες (3.510 άτομα, όλοι εκτοπισμένοι από την περιφέρεια Luuq της Gedo τον Ιούλιο 2024). Η Ceel Barde, με μεγάλη διαφορά, ήταν η περιφέρεια που επηρεάστηκε περισσότερο από ενδοπεριφερειακές μετακινήσεις εσωτερικά εκτοπισμένων προς άλλες τοποθεσίες εντός της περιφέρειας Bakool (7.736 άτομα, συμπεριλαμβανομένων 5.400 που εκτοπίστηκαν τον Ιούνιο 2023).[5]

Αναφορικά με τις επιπτώσεις στους αμάχους, πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσία για το Άσυλο, αναφέρει ότι, το UNOCHA κατέγραψε οκτώ περιστατικά παρεμπόδισης ανθρωπιστικής πρόσβασης στην περιφέρεια Bakool μεταξύ Απριλίου και Δεκεμβρίου 2023, καθώς και ένα επιπλέον περιστατικό κατά τη διάρκεια του έτους 2024. Τον Αύγουστο 2024, το UNOCHA ανέφερε ότι η Al-Shabaab είχε αποκλείσει και έθεσε υπό τον έλεγχό της τις κύριες οδούς ανεφοδιασμού προς την πόλη Xudur, περιορίζοντας τη ροή τροφίμων και άλλων εμπορευμάτων προς την πόλη αποκλειστικά σε αερομεταφερόμενη ανθρωπιστική βοήθεια και σε είδη που διοχετεύονταν λαθραία στην πόλη με κάρα που έσερναν γαϊδούρια.[6]

Άλλες διαθέσιμες και επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης, επιβεβαιώνουν ότι, κατά την περίοδο αναφοράς της εν λόγω πηγής, η Al-Shabab ήταν μακράν ο κυριότερος υποκινητής περιστατικών βίας στην περιφέρεια Bakool, ακολουθούμενη από τον ομοσπονδιακό στρατό. Ο αριθμός των συγκρούσεων μεταξύ της Al-Shabab και των φιλοκυβερνητικών δυνάμεων (συμπεριλαμβανομένων πολιτοφυλακών Rahanweyn) στην Bakool αυξήθηκε ελαφρώς κατά την περίοδο αναφοράς σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο. Τόσο η Al-Shabab όσο και οι πολιτοφυλακές darwish και οι φυλετικές πολιτοφυλακές της Πολιτείας South West ισχυρίστηκαν ότι σημείωσαν επιτυχίες. Η ύπαιθρος βρισκόταν υπό τον έλεγχο της Al-Shabab, ενώ ο ομοσπονδιακός στρατός και στρατεύματα των ομόσπονδων κρατών-μελών (darwish) είχαν παρουσία σε αστικές περιοχές. Σύμφωνα με μία πηγή, η Al-Shabab απέκλειε συστηματικά την πρόσβαση προς τις αστικές περιοχές. Αιθιοπικές δυνάμεις ήταν παρούσες στις παραμεθόριες περιοχές με την Αιθιοπία, τόσο στο πλαίσιο της ATMIS όσο και σε διμερές επίπεδο..[7]

Επιπροσθέτως, σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση δεδομένων του ACLED και για τη πληρότητα της έρευνας, κατά το προηγούμενο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 27/01/2026) στην επαρχία Bakool, καταγράφηκαν 166 περιστατικά ασφαλείας, από τα οποία προκλήθηκαν 106 θάνατοι.[8]  Ο πληθυσμός της επαρχίας Bakool έως το 2024 ανερχόταν στους  545.000 κατοίκους. (euaa.europa eu)

Εν προκειμένω, πρόκειται για έναν Αιτητή νέο σε ηλικία, υγιή, είναι ικανό να εργαστεί, ο οποίος διαθέτει  υποστηρικτικό δίκτυο και το κυριότερο είναι σε θέση να αντιληφθεί την επέλευση του κινδύνου και να προφυλαχθεί δεόντως. Για τους λόγους αυτούς φρονώ ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του τα στοιχεία που θα επέτειναν τον κίνδυνό του.

Η παράθεση στοιχείων από άλλες αποφάσεις αδελφών δικαστών δεν δεσμεύουν το παρόν δικαστήριο πέραν του ότι οι πηγές που το δικαστήριο διέρχεται πρέπει να είναι επικαιροποιημένες .

Συνεπώς και με  βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκε ενώπιον μου, καταλήγω ότι εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας του Αιτητή. Κρίνω ότι με σαφήνεια καταδεικνύεται και για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί, ότι τα πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούν τις υπό του Περί Προσφύγων Νόμου (άρθρα 3-3Δ) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, αναγκαίες προϋποθέσεις για την υπαγωγή του εν λόγω Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα. Ο Αιτητής δεν στοιχειοθέτησε βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως αυτοί οι λόγοι εξαντλητικά προνοούνται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Επίσης, δεν δύναται να του  αποδοθεί το καθεστώς  συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου άρθρο 19(1) του προαναφερθέντος  πάνω Νόμου, καθότι δεν συντρέχει πραγματικός κίνδυνος να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη με την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, ως καθορίζεται στο άρθρο 19(2) του ιδίου Νόμου.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με € 1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση     

 

                                          Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου Δ.Δ.Δ.Δ.Π.            

 



[1] Somalia | Rulac, https://www.rulac.org/browse/countries/somalia, ημ. Τελευταίας πρόσβασης 6/8/2024

[2] EUAA - European Union Agency for Asylum, Somalia: Security Situation, Μάιος 2025, σελ. 71-72, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-06/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 27/01/2026)

[3] EUAA - European Union Agency for Asylum, Somalia: Security Situation, Μάιος 2025, σελ. 72-73, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-06/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 27/01/2026)

[4] EUAA - European Union Agency for Asylum, Somalia: Security Situation, Μάιος 2025, σελ. 74, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-06/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 27/01/2026)

[5] EUAA - European Union Agency for Asylum, Somalia: Security Situation, Μάιος 2025, σελ. 75, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-06/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 27/01/2026)

[6] EUAA - European Union Agency for Asylum, Somalia: Security Situation, Μάιος 2025, σελ. 75, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-06/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 27/01/2026)

[7] | Netherlands Ministry of Foreign Affairs, General Country of Origin Information Report on Somalia, Απρίλιος 2025, σελ. 46, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/file/local/2126350/Country+of+Origin+Information+report+Somalia+2025.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 27/01/2026)

[8] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 26/01/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο