ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 2066/25
16 Φεβρουαρίου, 2026
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
A. M. Μ. S.
Αιτητού,
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
O Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως.
Ιμανίμης Κ. (κ.), για τους Καθ' ων η αίτηση
Ρ. Ευαγγέλου (κ.) για πιστή διερμηνεία από την γαλλική στην ελληνική και αντίστροφα
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 15.7.2025, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023 και αποφασίστηκε η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του.
Γεγονότα
1. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από τη Δημοκρατία της Γουινέας (στο εξής: η Γουινέα). Εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία από τις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση περιοχές και περί της 26.8.2019 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 5.12.20219, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή με σκοπό τον προσδιορισμό της ηλικίας του, όπου με την ολοκλήρωση της διαδικασίας διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για ενήλικα. Στις 6.5.2025, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή αναφορικά με το αίτημά του για διεθνή προστασία από λειτουργό, ο οποίος στις 23.5.2025 υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή και επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 15.7.2025. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή την 1.8.2025, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
Νομικοί Ισχυρισμοί
2. Ο Αιτητής, στο εισαγωγικό δικόγραφο της παρούσας διαδικασίας, καταγράφει ότι δεν δύναται να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, καθότι η μητριά του τον απειλούσε επανειλημμένως και τον κτυπούσε μετά τον θάνατο του πατέρα του, χωρίς, κατά τους ισχυρισμούς του, να συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος. Ο Αιτητής επαναλαμβάνει τον ίδιο ισχυρισμό ως προς τον πυρήνα του αιτήματός του, προσθέτοντας ότι δεν διαθέτει οποιοδήποτε άλλο συγγενικό πρόσωπο, πλην της γιαγιάς του, η οποία τον στήριξε οικονομικά και τον βοήθησε να ταξιδέψει εκτός της χώρας του.
3. Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι αγόρευσαν προφορικώς κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, παρέπεμψαν στα ευρήματά τους κατά τη διοικητική διαδικασία, επισημαίνοντας ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν τεκμηριώνουν ύπαρξη πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου. Τόνισαν ότι ο Αιτητής είναι πλέον ενήλικας και, ως εκ τούτου, δεν προκύπτει ότι διατρέχει κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, εισηγούμενοι ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Το νομικό πλαίσιο
4. Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des trait?s des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».
5. Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2023 έχει ως ακολούθως:
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
6. Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2025 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
7. Το άρθρο 3 του των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος) καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.
8. Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:
«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών
16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).
(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-
(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».
9. Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Κατάληξη
10. Είναι κρίσιμο να σημειωθεί εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας εξετάζει την ενώπιόν του αίτηση διεθνούς προστασίας εξ υπαρχής και δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική της ορθότητα της de novo και ex nunc (Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο εκάστοτε αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας.
11. Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτού. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του Αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).
12. Προχωρώντας στην επί της ουσίας εξέταση των ισχυρισμών του Αιτητή, σημειώνεται ότι κατά την καταγραφή του αιτήματός του αναφέρει ότι οι γονείς του έχουν αποβιώσει και ότι η μητριά του έκτοτε τον κακοποιεί.
13. Στο ειδικό έντυπο του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας, ημερομηνίας 5.11.2019, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε στις 21.11.2003 (ήτοι ότι ήταν 16 ετών κατά τον χρόνο άφιξής του) στο Conakry της Γουινέας. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, ανέφερε ότι οι γονείς του απεβίωσαν σε ατύχημα το 2010 και ότι διαθέτει δύο μικρότερα ετεροθαλή αδέλφια από τη δεύτερη σύζυγο του πατέρα του. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, μετά τον θάνατο των γονέων του, η μητριά του ασκούσε σε βάρος του σωματική βία. Δήλωσε επίσης ότι φοίτησε για τέσσερα έτη, πλην όμως αναγκάστηκε να διακόψει την εκπαίδευσή του ένεκα του θανάτου των γονέων του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι θείος του από τη μητρική πλευρά τον βοήθησε οικονομικά να ταξιδέψει, ενώ διατηρεί επικοινωνία με φιλικά του πρόσωπα στη Γουινέα.
14. Κατά το στάδιο της συνέντευξης προσδιορισμού της ηλικίας του, ο Αιτητής ερωτήθηκε, μεταξύ άλλων, για τη διαδικασία του ταξιδιού του προς τη Δημοκρατία, επαναλαμβάνοντας ότι οικονομικά τον συνέδραμε θεία του, η οποία διέμενε στην Ευρώπη και με την οποία, ωστόσο, δεν διατηρεί πλέον επικοινωνία. Επιβεβαίωσε ότι γεννήθηκε στο Conakry, το οποίο αποτελούσε και τον τόπο συνήθους διαμονής του προ της εγκατάλειψης της χώρας του. Ως προς τα συγγενικά του πρόσωπα που παραμένουν στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ανέφερε την αδελφή του πατέρα του, τη γιαγιά του, τη μητριά του και δύο μικρότερα από αυτόν ετεροθαλή αδέλφια. Περαιτέρω, δήλωσε ότι μετά το ατύχημα των γονέων του διέκοψε τη φοίτησή του στο σχολείο. Ανέφερε ότι ονομάζεται Tamssir Soumah και ότι οι γονείς του απεβίωσαν το 2010, ενώ μέχρι τότε είχε φοιτήσει στο σχολείο για τέσσερα έτη. Εν συνεχεία, εξηγήθηκαν στον Αιτητή οι λόγοι για τους οποίους εξακολουθούσε να υφίσταται αμφιβολία ως προς την πραγματική του ηλικία, και ο ίδιος παρείχε τη συγκατάθεσή του για τη διενέργεια περαιτέρω ιατρικών εξετάσεων προς εξακρίβωση αυτής. Με το πέρας της διαδικασίας, ο Αιτητής θεωρήθηκε εντέλει ενήλικας, παρά τις αντίθετες δηλώσεις του, και ακολούθως προχώρησε η πραγματοποίηση συνέντευξης για σκοπούς εξέτασης της αίτησής του για διεθνή προστασία.
15. Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, ο Αιτητής επανέλαβε τα περί της καταγωγής του και του τόπου διαμονής του. Επανέλαβε, επίσης, τις δηλώσεις του αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση, ήτοι ότι οι γονείς του απεβίωσαν σε δυστύχημα το 2010. Στο πλαίσιο αυτό εξήγησε ότι ο πατέρας του ήταν πολυγαμικός και ότι ο ίδιος διατηρούσε επικοινωνία με τη γιαγιά του, με την οποία, κατά δήλωσή του, επικοινώνησε τελευταία φορά το 2020, ενώ γενικότερα διαθέτει κοινωνικό και φιλικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι έχει θείο, ο οποίος τον βοήθησε να μεταβεί στη Δημοκρατία και ο οποίος, σύμφωνα με ενημέρωση που έλαβε, διαμένει στη Γαλλία, χωρίς ο ίδιος να διατηρεί απευθείας επικοινωνία μαζί του. Ως προς την εθνοτική του καταγωγή, δήλωσε ότι ανήκει στη φυλή Sousou, ενώ ως προς το θρησκευτικό του υπόβαθρο ανέφερε ότι είναι σουνίτης μουσουλμάνος. Αναφορικά με το εκπαιδευτικό του επίπεδο, δήλωσε ότι ξεκίνησε το σχολείο περί το 2006 και φοίτησε μέχρι το 2008, οπότε και διέκοψε λόγω του θανάτου των γονέων του. Δήλωσε, τέλος, ότι ουδέποτε εργάστηκε στη χώρα καταγωγής του.
16. Ερωτηθείς ως προς τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής, κατά την ελεύθερη αφήγησή του, δήλωσε ότι η μητριά του τον κακοποιούσε. Ανέφερε ότι η γιαγιά του, όταν πληροφορήθηκε τα όσα συνέβαιναν, μετέβη στην οικία όπου διέμενε, προκειμένου να τον προστατεύσει, και έκτοτε ο Αιτητής άρχισε να διαμένει μαζί της. Ωστόσο, κατά τους ισχυρισμούς του, η μητριά του μετέβη εκ νέου και επιχείρησε να τον πάρει πίσω. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η γιαγιά όταν διαπίστωσε σημάδια τραυματισμού στο σώμα του, επικοινώνησε με τον θείο του Αιτητή. Η τελευταία μετέβη στην οικία του, τον παρέλαβε με την πρόφαση ότι θα επισκέπτονταν κάποιον συγγενή και, ακολούθως, διευθέτησε το ταξίδι του στην Κύπρο με τη συνδρομή του θείου του. Στη συνέχεια, υποβλήθηκαν στον Αιτητή διευκρινιστικής φύσεως ερωτήματα αναφορικά με τις περιστάσεις θανάτου των γονέων του, τη σχέση του με τη μητριά του και τη στάση της έναντί του τόσο πριν όσο και μετά τον θάνατο των γονέων του, με ιδιαίτερη έμφαση στους ισχυρισμούς περί κακοποιητικής συμπεριφοράς. Εξετάστηκε επίσης η βοήθεια που φέρεται να λάμβανε από τη γιαγιά του, με την οποία, κατά δήλωσή του, διέμενε από ένα χρονικό σημείο και έπειτα μέχρι την εγκατάλειψη της χώρας του. Τέλος ερωτήθηκε αναφορικά με το ενδεχόμενο μετεγκατάστασής του στη περιοχή Kankan.
17. Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση διέκριναν δυο ουσιώδεις ισχυρισμούς: (α) ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/ προφίλ του Αιτητή (β) ότι ο Αιτητής μετά τα θάνατο των γονέων του σε τροχαίο, κακοποιούνταν από τη μητριά του υπό την ευθύνη της οποίας παρέμεινε μέχρι το στάδιο που η γιαγιά του τον βοήθησε να εγκαταλείψει τη χώρα του. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθόσον κρίθηκε ότι ο Αιτητής, ο οποίος πλέον θεωρήθηκε γεννηθείς του 2000 απάντησε σε όλα τα ερωτήματα που της τέθηκαν με ακρίβεια και κατέβαλε πραγματική προσπάθεια να παρέχει όσες το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες και καθόσον οι πληροφορίες που παρείχε, βρίσκονταν σε συμφωνία με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
18. Αντιθέτως, ο δεύτερος ισχυρισμός απορρίφθηκε, καθότι κατά τους Καθ΄ ων το αφήγημα του χαρακτηρίζεται από γενικόλογες αναφορές, έλλειψη λεπτομερειών και σε κάποιο βαθμό από χρονικές ανακολουθίες.
19. Βάσει του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού, και λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών από τη χώρα καταγωγής της, κρίθηκε ότι μετά από εξατομικευμένη εξέταση του αιτήματός, το προσωπικό προφίλ του ότι δεν υπάρχουν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της, στην κοινότητα Conakry της Γουινέας να αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
20. Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, οι Καθ' ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος διώξεως του Αιτητή, κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας, δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του αυτού Νόμου. Και τούτο, διότι, η μη ύπαρξη διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης στη Γουινέα και απλώς πολιτική αστάθεια, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν προκύπτει προσωπική απειλή εναντίον του.
21. Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, υποβλήθηκαν διευκρινιστικής φύσεως ερωτήματα στον Αιτητή. Στο πλαίσιο αυτών, o Αιτητής δήλωσε ότι κατάγεται από τη Γουινέα Conacry, είναι 25 ετών και εργάζεται σε βενζινάδικο. Ανέφερε ότι στη χώρα καταγωγής του φοιτούσε στο σχολείο, χωρίς να ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, καθώς διέκοψε τη φοίτησή του μετά τον θάνατο των γονέων του το 2010, οι οποίοι απεβίωσαν σε τροχαίο δυστύχημα. Δήλωσε ότι δεν θυμάται την ακριβή ηλικία κατά την οποία εγκατέλειψε το σχολείο, αναφέροντας ότι συνολικά φοίτησε περίπου έξι έτη, μέχρι την τρίτη τάξη του δημοτικού, και ότι είχε διακόψει τη φοίτηση αρκετό καιρό πριν αναχωρήσει από τη χώρα. Μετά τον θάνατο των γονέων του διέμενε με τη μητριά του, δεύτερη σύζυγο του πατέρα του, η οποία είχε δύο παιδιά. Το 2018 η γιαγιά του (από την πλευρά της μητέρας του) τον παρέλαβε και διέμεινε μαζί της μέχρι το 2019, οπότε και αναχώρησε από τη χώρα. Ανέφερε ότι οι σχέσεις του με τη μητριά του είχαν διακοπεί. Ως προς τους λοιπούς συγγενείς, δήλωσε ότι έχει έναν θείο, χωρίς να γνωρίζει την τρέχουσα κατάστασή του. Για την επιβίωσή του όσο διέμενε με τη γιαγιά του, ανέφερε ότι εκείνη επικοινωνούσε με τον θείο του, ο οποίος φέρεται να συνέδραμε οικονομικά και να οργάνωσε το ταξίδι του. Δήλωσε ότι δεν διατήρησε επικοινωνία με τον θείο του, ούτε επιχείρησε να επικοινωνήσει μαζί του, ενώ το πρώτο τηλέφωνο που απέκτησε του δόθηκε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του. Ανέφερε ότι διατηρούσε επικοινωνία με τη γιαγιά του μέσω φίλου του, ονόματι «I.M.», καθότι η γιαγιά του δεν διέθετε τηλέφωνο. Από το 2019 δεν είχε περαιτέρω επικοινωνία, καθώς ο εν λόγω φίλος ταξίδεψε. Δήλωσε ότι δεν έχει άλλα συγγενικά πρόσωπα στη χώρα καταγωγής του. Ως προς τους λόγους αναχώρησής του, ανέφερε ότι η απόφαση δεν ήταν δική του, αλλά της γιαγιάς του, η οποία του υπέδειξε να εγκαταλείψει τη χώρα για λόγους ασφάλειας, συγκεκριμένα λόγω της μητριάς του. Δήλωσε ότι η γιαγιά του τον έστειλε στο εξωτερικό επειδή, λόγω της προχωρημένης ηλικίας της, δεν μπορούσε να κάνει κάτι περισσότερο για εκείνον.
22. Προχωρώντας στη de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν μου δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, επισημαίνονται τα κάτωθι. Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]
23. Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, συντάσσομαι καταρχάς με τους Καθ’ ων η αίτηση ως προς την αποδοχή του, για τους ίδιους λόγους που καταγράφονται στην έκθεση, η οποία αποτέλεσε την αιτιολογική βάση της επίδικης απόφασης. Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα της ηλικίας του, προκύπτει και από τις ίδιες τις δηλώσεις του ότι εντέλει παραδέχεται πως είναι 25 ετών (βλ. δικάσιμο 12.2.2026 και ερώτηση 65 του διοικητικού φακέλου), καθόσον αναφέρει ότι κατά τον θάνατο των γονέων του το 2010 ήταν περίπου 11–12 ετών.
24. Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του, περί κακοποιητικής στάσης της μητριάς του, σε αντίθεση με την κατάληξη των Καθ’ ων η αίτηση, διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής υπήρξε συνεκτικός ήδη από το στάδιο καταγραφής της αίτησής του ως προς τον πυρήνα του ισχυρισμού περί κακοποίησής του. Ειδικότερα, ο Αιτητής εξειδίκευσε επαρκώς σε τι συνίστατο η εν λόγω συμπεριφορά, ήτοι στην αποστέρησή του από τη φοίτηση στο σχολείο, στον εξαναγκασμό του να προβαίνει σχεδόν στο σύνολο των οικιακών εργασιών, καθώς και σε λεκτική και σωματική κακοποίησή του, περιλαμβανομένου και εξαναγκαστικού εγκλεισμού του στην οικία. Δεδομένης της ανηλικότητάς του κατά τον χρόνο που, κατά τους ισχυρισμούς του, βίωνε τα εν λόγω περιστατικά, κρίνεται ότι η αφήγησή του παρουσιάζει επαρκή λεπτομέρεια ως προς το προσωπικό του βίωμα. Περαιτέρω, ένεκα του προσωπικού χαρακτήρα των περιστάσεων που συνθέτουν τον υπό εξέταση ισχυρισμό, δεν παρίσταται εύλογη η στοιχειοθέτησή του μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης.
26. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής ως μουσουλμάνος, δεν αναμένεται να αντιμετωπίσει πρόβλημα λόγω θρησκείας σε περίπτωση επιστροφής του στη Γουινέα. Το Ισλάμ αποτελεί την κυρίαρχη θρησκεία στη χώρα, καθώς περίπου το 84% του πληθυσμού είναι μουσουλμάνοι, και οι μουσουλμανικές κοινότητες είναι πλειοψηφικές σε όλες τις περιφέρειες[2].
27. Ως προς τις φυλετικές του καταβολές ως Sousou, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης[3] από τις οποίες διαφαίνεται ότι οι Susu (ή Soussou/Soso) είναι μια δυτικοαφρικανική εθνοτική ομάδα της μεγάλης οικογένειας Mande, που ζει κυρίως στις νότιες παράκτιες περιοχές της Γουινέας και στο βορειοδυτικό τμήμα της Σιέρα Λεόνε. Ο πληθυσμός τους μιλά τη γλώσσα Sosu (Sosoxui), η οποία ανήκει στην οικογένεια Niger-Congo και έχει ιστορικά λειτουργήσει ως σημαντική εμπορική γλώσσα κατά μήκος της γουινέζικης ακτής. Η κοινωνία τους είναι πατριαρχική και κυρίως μουσουλμανική, με ενδογαμικές πρακτικές και κοινωνικές κάστες για τεχνίτες, ενώ ασχολούνται κυρίως με γεωργία, εμπόριο και τη διατήρηση της πολιτιστικής τους παράδοσης.
28. Ως προς το αν υφίστανται διώξεις ή άλλου είδους διακρίσεις, με βάση τo Guidance Note για την Γουινέα της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (Refworld, Σεπτέμβριος 2025)[4], δεν υπάρχουν τεκμηριωμένα στοιχεία ότι οι Susu υφίστανται συστηματική διάκριση ή διώξεις απλώς λόγω της εθνοτικής τους ταυτότητας στο σύγχρονο πλαίσιο. Παρόλο που μπορεί να υπάρχουν γενικές εθνοτικές εντάσεις στη Γουινέα, η Ύπατη Αρμοστεία δεν αναφέρει ότι οι Susu στο πλαίσιο της χώρας αντιμετωπίζουν διακρίσεις ή καταπίεση per se. Συνεπώς, με βάση της ανωτέρω γενικές πληροφορίες σε συνάρτηση με την απουσία εκπεφρασμένου φόβου από πλευράς του Αιτητή δεν διαπιστώνεται οποιοσδήποτε κίνδυνος απορρέων εκ της φυλετικής του καταγωγής.
29. Ως προς τη γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, αναφέρονται τα ακόλουθα, ως προκύπτουν από έγκυρες πηγές πληροφόρησης. Σύμφωνα με το RULAC, μια πρωτοβουλία της «Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights» για τον προσδιορισμό και την καταγραφή των ενόπλων συγκρούσεων, η Γουινέα δεν βρίσκεται υπό καθεστώς εσωτερικής ή διεθνούς ένοπλης σύρραξης[5]
30. Ως προς τον αριθμό των περιστατικών ασφαλείας που καταγράφηκαν γενικότερα στην περιοχή Conakry της Γουινέας, στην οποία βρίσκεται ο τόπος καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, βάσει στοιχείων από το ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 30.01.2026), καταγράφηκαν 110 περιστατικά πολιτικής βίας[6], από τα οποία προκλήθηκαν 13 θάνατοι[7]. Σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις του 2014, ο πληθυσμός της περιοχής Conakry της Γουινέα, ανερχόταν στους 1,660,973 κατοίκους[8]. Ο διαπιστούμενος βαθμός βίας είναι χαμηλός.
31. Αξιολογώντας και το προφίλ του, προκύπτει ότι ο Αιτητής είναι νέος, υγιής και χωρίς αναφερόμενα προβλήματα σωματικής ή ψυχικής υγείας. Διαθέτει ένα περιορισμένο μεν αλλά υπαρκτό υποστηρικτικό δίκτυο και δεν αντιμετωπίζει προβλήματα με τις αρχές ούτε υπήρξε ποτέ θύμα διώξεων στην χώρα καταγωγής του. Τέλος, είναι εξοικειωμένος με τον τόπο καταγωγής του, κάτι που υποδηλώνει γνώση τα περιοχής και ικανότητας αναπροσαρμογής σε αυτήν.
32. Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, ως εκτέθηκε ανωτέρω σε συνάρτηση με την κατάσταση ασφαλείας του τόπου συνήθους διαμονής του, δεν πιθανολογείται ότι σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, θα εκτεθεί ευλόγως σε σοβαρό κίνδυνο.
33. Ως προς τον ισχυρισμό περί κακοποίησης του Αιτητή από τη μητριά του και την εκτίμηση του ενδεχόμενου μελλοντικού κινδύνου, το Δικαστήριο επισημαίνει τα ακόλουθα.
34. Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και τις δηλώσεις του Αιτητή ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και του παρόντος Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο ίδιος εγκατέλειψε την οικία της μητριάς του και μετέβη προς διαμονή στη γιαγιά του, η οποία του παρείχε προστασία και στήριξη. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώθηκε ρητώς και κατά την ακροαματική διαδικασία. Περαιτέρω, ο Αιτητής δήλωσε ότι ήδη από το έτος 2018 δεν διατηρούσε οποιαδήποτε επικοινωνία με τη μητριά του. Σημειώνεται ότι ο Αιτητής αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής του τον Αύγουστο του 2019. Κατά το χρονικό διάστημα που προηγήθηκε της αναχώρησής του και κατά το οποίο διέμενε με τη γιαγιά του, ανέφερε ότι «γενικώς τα πράγματα ήταν ήρεμα», χωρίς να επικαλεστεί οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό απειλής, αναζήτησης ή παρενόχλησης εκ μέρους της μητριάς του το εν λόγω διάστημα. Αντιθέτως, προέκυψε ότι η απόφαση αναχώρησής του από τη χώρα δεν συνδεόταν με άμεσο ή επικείμενο κίνδυνο, αλλά ελήφθη κατόπιν παρότρυνσης της γιαγιάς του, λόγω της προχωρημένης ηλικίας της και της αδυναμίας της να συνεχίσει να τον στηρίζει, η οποία επιδίωκε ο Αιτητής να βρίσκεται όσο πιο μακριά από τη μητριά του. Ενόψει των ανωτέρω, και λαμβανομένου υπόψη ότι ο Αιτητής είναι πλέον ενήλικας, ηλικίας 25 ετών, δεν προκύπτει ότι υφίσταται σήμερα πραγματικός και εξατομικευμένος κίνδυνος εκ μέρους της μητριάς του. Περαιτέρω, από το ίδιο το προφίλ της φερόμενης ως φορέως δίωξης — ήτοι προσώπου χωρίς ιδιαίτερη κοινωνική, οικονομική ή θεσμική ισχύ —, ούσα γυναίκα χήρα με δύο παιδιά, η οποία δεν εργαζόταν, δεν στοιχειοθετείται ευλόγως δυνατότητα άσκησης επιρροής ή ικανότητα εντοπισμού και πρόκλησης βλάβης στον Αιτητή στο μέλλον. Κατά συνέπεια, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι στο παρελθόν ο Αιτητής υπέστη κακομεταχείριση, τα πραγματικά δεδομένα δεν τεκμηριώνουν την ύπαρξη παρόντος ή μελλοντικού κινδύνου βλάβης.
35. Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
36. Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου), καθώς ο Αιτητής δεν τεκμηριώνει, αλλά και από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.
37. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό και δεδομένου ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε, ότι ενόψει των προσωπικών του περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32)] αυτός διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής του [βλ άρθρο 19(2)(α) και (β)].
38. Ούτε εξάλλου, προκύπτει ότι συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο προσφεύγων, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας της και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή (βλ. άρθρο 19(2)(γ) απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94 Elgafaji, σκέψη 43). Ειδικότερα, στο τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή δεν λαμβάνει χώρα ένοπλη σύρραξη, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω πηγές, και συνεπώς παρέλκει η εξέταση οποιονδήποτε συστατικών στοιχείων της εν λόγω διάταξης.
39. Ως προς δε την απόφαση επιστροφής του, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης, και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω (Βλ. απόφαση της της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C- 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51). Ο Αιτητής δεν έχει προσκομίσει οποιοδήποτε στοιχείο προς αυτή την κατεύθυνση.
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.
Κ. Κ. ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition,
EUAA https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system [τελευταία ημερομηνία πρόσβασης 7.1.2026], σ. 120-134 και επίσης
UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status
[2] U.S. Department of State, 2023 Report on International Religious Freedom: Guinea, ιδίως ενότητες Religious Demography, Status of Government Respect for Religious Freedom και Status of Societal Respect for Religious Freedom, https://www.ecoi.net/en/document/2111874.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/02/2026).
[3] 101LastTribes, “Susu,” https://www.101lasttribes.com/tribes/susu.html; Encyclopaedia Britannica, “Susu,” https://www.britannica.com/topic/Susu (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/02/2026).
[4] UN High Commissioner for Refugees, “Guidance Note on Guinea,” Refworld, September 2025, https://www.refworld.org/policy/countrypos/unhcr/2025/en/150582 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/02/2026).
[5] RULAC, Geneva Academy, map, available at: https://www.rulac.org/browse/map (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/02/2026).
[6] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests)
[7] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project (βλ. πλατφόρμα Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής και είναι διαθέσιμη στον διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Guinea, Conakry Region) (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 09.02.2026).
[8] City population, Guinea, Conakry, διαθέσιμο σε: https://www.citypopulation.de/en/guinea/admin/20__conakry/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 09.02.2026).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο