ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Αρ. Αίτησης Ν.Α.225/25
6 Φεβρουαρίου 2026
[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ - ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ. Δ.Δ.Δ.Π.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟN ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2002, Ν. 165(Ι)/2002 ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΑΡ. 1 ΤΟΥ 2003
ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ: Μ.Α.R.R(1) και M.A.M.S.M.S (2)και οικογένεια από το Ιράκ
Οι Aιτητές παρουσιάζονται προσωπικά.
Λώρα Βελίκοβα (κα), Δικηγόρος για το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.
Ζωή Αγαπίου μεταφράστρια, παρούσα για πιστή μετάφραση από τα Αγγλικά στα Ελληνικά και αντίστροφα.
Dazidiyshajwan για μετάφραση από Sorani στα Αγγλικά
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα Αίτηση Νομικής Αρωγής ο κ. Μ.A.R.R και η κα. M.A.M.S.M.S και οικογένεια , από το Ιράκ (εφεξής οι «Αιτητές») αιτούνται από το Σεβαστό Δικαστήριο όπως τους παραχωρηθεί δωρεάν νομική αρωγή, για να προωθήσουν την προσφυγή τους με αριθμό 2480/25 που καταχώρησαν στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας.
Σύμφωνα με το Άρθρο 3 του Περί Νομικής Αρωγής Νόμου του 2002, Ν.165(Ι)/2002 ως τροποποιήθηκε και ισχύει (στο εξής «ο Νόμος»), δωρεάν νομική αρωγή παρέχεται στις διαδικασίες «που αναφέρονται στα άρθρα 4, 4Α, 5, 6, 6Α, 6Β, 6Γ, 6Δ, 6Ε και 6ΣΤ στην έκταση και υπό τους όρους που διαλαμβάνονται στον παρόντα Νόμο.»
Οι Αιτητές με την παρούσα αίτηση που καταχωρίσθηκε στις 12/12/2025, ζητούν να τους παραχωρηθεί δωρεάν νομική αρωγή με σκοπό την προώθηση προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, με την οποία αμφισβητείται η νομιμότητα και η ορθότητα της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 15/09/2025, την οποίαν παρέλαβαν και υπέγραψαν στις 06/10/2025, διά της οποίας απορρίφθηκε το αίτημα τους για διεθνή προστασία.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Οι Αιτητές είναι υπήκοοι της Δημοκρατίας του Ιράκ και κάτοχοι διαβατηρίων.Συμπλήρωσαν αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας σε ξεχωριστά έντυπα στις 29/07/2025, αφού εισήλθαν παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές.
Στις 29/07/2025, οι Αιτητές παρέλαβαν τη Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας. Στις 11/08/2025 και 12/08/2025 πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις των Αιτητών στο Εξεταστικό Κέντρο Πουρνάρα. Στις 10/09/2025, αρμόδιος Λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τις συνεντεύξεις των Αιτητών. Στη συνέχεια ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εν λόγω Έκθεση/Εισήγηση και στις 15/09/2025 αποφάσισε την απόρριψη του αιτήματος των Αιτητών και για έκδοση απόφασης επιστροφής στη χώρα τους. Στις 06/10/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης σχετικά με το αίτημα των Αιτητών, τα οποία παραλήφθηκαν ιδιοχείρως από τους Αιτητές, στις 06/10/2025. Στις 09/10/2025 οι Αιτητές καταχώρησαν την Προσφυγή υπ’ αριθμό 2480/25 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.
Στις 12/12/2025, οι Αιτητές καταχώρησαν Αίτηση για παροχή δωρεάν Νομικής Αρωγής υπ’ αριθμόν 225/25 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.
Το νομικό πλαίσιο στο οποίο στηρίζεται η αίτηση εδράζεται στις πρόνοιες του άρθρου 6Β του περί Νομικής Αρωγής Νόμου του 2002 (Ν. 165(Ι)/2002), ως αυτός τροποποιήθηκε και ισχύει, το οποίο φέρει τον πλαγιότιτλο «νομική αρωγή σε αιτητές και δικαιούχους διεθνούς προστασίας».
Ειδικότερα, το εδάφιο 2 του άρθρου 6Β του Νόμου προβλέπει:
«(2) Παρέχεται δωρεάν νομική αρωγή σε αιτητή διεθνούς προστασίας, ο οποίος ασκεί προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος –
(α) Kατά δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του εν λόγω αιτητή, την οποία απόφαση ο Προϊστάμενος έλαβε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5, 12Βδις, 12Βτετράκις, 12Δ ή 13 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, ή
(β) ……………………………………..
(γ)…………………………………………..
υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
(αα) Η δωρεάν νομική αρωγή αφορά μόνο την πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος, και όχι την εκδίκαση έφεσης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά της δικαστικής απόφασης η οποία εκδίδεται στα πλαίσια της εν λόγω πρωτοβάθμιας εκδίκασης, ούτε άλλο ένδικο μέσο και
(ββ) κατά την κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου, η προσφυγή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας:
Νοείται ότι οι διατάξεις της παραγράφου (ββ) εφαρμόζονται χωρίς να περιορίζουν αυθαίρετα την παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση του αιτητή διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη.».
Στη βάση των ανωτέρω προνοιών της σχετικής νομοθεσίας, δίδεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσον, με βάση τα ενώπιον του στοιχεία, η προσφυγή του Αιτητή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας.
Σαφώς, ο Αιτητής δε θα πρέπει, από τη μια, να στερηθεί χωρίς επαρκή λόγο του δικαιώματός του για πρόσβαση στη δικαιοσύνη, από την άλλη, όμως, δε δύναται να παραχωρείται νομική αρωγή ανεξέλεγκτα με αποτέλεσμα τη σπατάλη δημοσίου χρήματος με την καταχώρηση προσφυγών οι οποίες δεν έχουν πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας σύμφωνα με την απόφαση στην Αίτηση Νομικής Αρωγής αρ.23/2010 - FARSHAD KHAMSEN, ημερ. 14/10/2010.
Τούτο, χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της οριστικής τύχης της προσφυγής που προτίθεται ο Αιτητής να καταχωρίσει. Η εκδίκαση της παρούσας αίτησης, ουδόλως θα επηρεάσει την τελική έκβαση της προσφυγής. (Durgo Man v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 278/09, ημερoμηνίας 15.7.2009, Baghour και Roud Gad, υπόθ. αρ. 7/11 και 8/11, ημερομηνίας 28.3.2011 και Odeh, υπόθ. αρ. 10/12, ημερομηνίας 28.3.2012).
Η ευπαίδευτη δικηγόρος που εκπροσωπεί το Γενικό Εισαγγελέα εισηγήθηκε απόρριψη της αίτησης για δωρεάν νομική αρωγή σε σχέση με την προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας κατά της πιο πάνω απόφασης του Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου. Η ευπαίδευτη δικηγόρος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στην παρούσα περίπτωση δεν πληρείται το κριτήριο της εκ πρώτης όψεως ύπαρξης πιθανοτήτων επιτυχίας της προσφυγής.
Κατά την ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο υπέδειξε στους Αιτητές ότι τους είχε δοθεί και μεταφραστεί το Σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα. Ερωτηθέντες εάν το είχαν κατανοήσει, οι Αιτητές απάντησαν θετικά. Όταν οι Αιτητές ρωτήθηκαν από το Δικαστήριο τι είχαν να πουν σχετικά με την θέση του Γενικού Εισαγγελέα που δεν συνέστησε την έγκριση στο αίτημα τους, ο Αιτητής(1) ισχυρίστηκε ότι κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ο ίδιος έχει φέρει στοιχεία που αποδεικνύουν αυτά που έχει πει. Ερωτηθείς γιατί δεν είχε δώσει αυτά τα έγγραφα στην Υπηρεσία Ασύλου, ο Αιτητής ανέφερε ότι ήταν για 3 μήνες στο Κέντρο Υποδοχής Πουρνάρα και κανείς δεν του τα είχε ζητήσει ούτε και κατά τη διάρκεια της συνέντευξης δεν του τα είχε ζητήσει κάποιος. Όταν ο Αιτητής ρωτήθηκε εάν είχε κάτι άλλο να πει, δήλωσε ότι έχει φύγει από τη χώρα του και δεν μπορεί να επιστρέψει και πρόσθεσε ότι τον απειλούν παντού στην πατρίδα του. Ερωτηθείς από το Δικαστήριο γιατί τον απειλούν, ο Αιτητής υποστήριξε ότι ο διευθυντής του, του είχε ζητήσει να σκοτώσει κάποιον και επειδή ο ίδιος δεν το έκανε, γι’ αυτό τον απειλούν.
Η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα υιοθέτησε το περιεχόμενο του Σημειώματος της και επέμεινε στη θέση ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του περί Νομικής Αρωγής Νόμου. Επισήμανε ότι ότι οι Αιτητές υπέπεσαν σε αρκετές αντιφάσεις και κρίθηκαν ως αναξιόπιστοι. Παρέπεμψε στο ερυθρό 53 όπου οι Αιτητές ρωτήθηκαν εάν ήθελαν να προσκομίσουν οποιαδήποτε έγγραφα και είχαν πει ότι δεν υπήρχαν έγγραφα. Επανέλαβε ότι υιοθετούσε το περιεχόμενο του σημειώματος και πρόσθεσε ότι οι Αιτητές συμφώνησαν και υπέγραψαν το περιεχόμενο της συνέντευξης. Ακολούθως, το Δικαστήριο επισήμανε ότι τα οποιαδήποτε στοιχεία που αφορούσαν την ουσία της υπόθεσης, θα εξεταστούν εφόσον και αν αυτά γίνουν αποδεκτά από το δικαστήριο κατά την εξέταση της που της προσφυγή με αριθμό 2480/25.
Έχω εξετάσει με προσοχή το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε υπό μορφή παραρτημάτων στο Σημείωμα της ευπαίδευτης δικηγόρου που εκπροσωπεί το Γενικό Εισαγγελέα όσο και τις δηλώσεις των Αιτητών ενώπιον του Δικαστηρίου και κατέληξα, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6Β(2)(ββ) αναφορικά με την πραγματική πιθανότητα επιτυχίας της προσφυγής τους.
Στην εισήγηση του, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής των Αιτητών. Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός ήταν οι αναφερόμενες απειλές που είχε δεχτεί ο Αιτητής από τον εργοδότη του ο οποίος του είχε ζητήσει να σκοτώσει κάποιον. Επειδή ο Αιτητής αρνήθηκε να το πράξει, ο εργοδότης του, τον απείλησε ότι θα σκότωνε τον ίδιο και την οικογένεια του.
Σχετικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό 1 που αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής των Αιτητών, αυτός έγινε αποδεκτός. Ο εν λόγω ισχυρισμός κρίθηκε ως αξιόπιστος βάσει των προσκομισθέντων εγγράφων από τους Αιτητές.
Αναφορικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό 2, αυτός κρίθηκε ως αναξιόπιστος και δεν έγινε αποδεκτός.
Σχετικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό 2 ,οι δηλώσεις που παρέθεσαν οι Αιτητές κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων τους, αναφορικά με τις ισχυριζόμενες απειλές που έλαβε ο Αιτητής θεωρήθηκαν από τους Καθ’ ων η Αίτηση αόριστες και μη επαρκείς.
· Συγκεκριμένα, παρατηρήθηκε χρονική ασυνέπεια αναφορικά με την χρονική περίοδο που ξεκίνησε εργασία ο Αιτητής. Από το έντυπο αξιολόγησης ευαλωτότητας, ο Αιτητής και η σύζυγος του ανέφεραν και οι δύο πως ο Αιτητής ξεκίνησε να εργάζεται για την Κυβέρνηση του Ιράκ από το έτος 2003, μέχρι και την ημερομηνία πριν την αναχώρηση από την χώρα τους. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ο Αιτητής υποστήριξε πως ξεκίνησε να εργάζεται την 1η Ιανουαρίου του 2005. Κληθείς να επεξηγήσει την ασυνέπεια αυτή, ο Αιτητής απάντησε πως ίσως να γράφτηκε λάθος από το μεταφραστή, προσθέτοντας πως σταμάτησε να εργάζεται για την ΝGO το 2003 και εν συνεχεία συνέχισε στην Κυβέρνηση το 2005. Η απάντηση του ωστόσο δεν έγινε αποδεκτή, εφόσον κατά την έναρξη της συνέντευξης κλήθηκαν και οι δύο να διευκρινίσουν εάν τα όσα καταγράφηκαν στα πρακτικά τους είναι αληθή, κάτι στο οποίο συμφώνησαν.
· Ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως εργαζόταν για την Πατριωτική Ένωση του Κουρδιστάν (PUK) μέχρι το έτος 2013 και έπειτα ανέφερε πως το έτος 2013, ενώθηκαν με το Δημοκρατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PDK) με τους οποίους εργάζονταν σαν μία ομάδα. Ωστόσο έπειτα από μελέτη εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, διαφάνηκε πως τα δύο κόμματα προέρχονται από εντελώς διαφορετικές περιοχές και δεν έχουν ενωθεί ποτέ, Αντιθέτως, τα δύο κόμματα, τα οποία είναι ιστορικοί αντίπαλοι, συμμετείχαν στις βουλευτικές εκλογές του 2013 με ξεχωριστά ψηφοδέλτια. Ο Αιτητής κλήθηκε να εξηγήσει τα λεγόμενα του, απαντώντας με γενικότητα πως ένας από το κόμμα PDK, ήρθε στην ομάδα της ΡUΚ, απλά για να ισορροπήσει η ομάδα, χωρίς να επεξηγεί περεταίρω. Τα λεγόμενα του φέρουν ασυνέπειες σε σχέση με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
· Αντίφαση παρατηρείται στα λεγόμενα του Αιτητή σχετικά με το κόμμα όπου εργαζόταν. Στο αίτημα του το οποίο συνέταξε και υπέγραψε ο ίδιος, σημείωσε πως αρχικά εργαζόταν για μια Αγγλική μη κυβερνητική οργάνωση από το έτος 1992, μέχρι και το 2003. Έπειτα, ανέφερε πως από το έτος 2003 συνέχισε να εργάζεται με την Κυβέρνηση του Ιράκ, και συγκεκριμένα με το κόμμα (PDK). Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης δήλωσε πως ξεκίνησε να εργάζεται για την Κυβέρνηση και συγκεκριμένα για το κόμμα (PUK), από το 2005 μέχρι το 2013 και έπειτα τα δύο κόμματα ενώθηκαν και συνέχισαν να εργάζονται ως ένα. Από τον Αιτητή θα αναμενόταν να διατηρήσει μια συνέπεια στα λεγόμενα του, αφενός λόγω του ότι κλήθηκε κατά την έναρξη της συνέντευξης να διαβάσει το αίτημα του και να διευκρινίσει την ακρίβεια του όπου συμφώνησε με τα γραφόμενα του, και αφετέρου λόγω του ότι αφορά προσωπικά του βιώματα.
· Επίσης στο αίτημα του ο Αιτητής ανέφερε πως του ζητήθηκε από το διοικητή του κόμματος PDK τον Srach Barzany, να σκοτώσει τον διοικητή της άλλης πλευράς του Ιράκ (PUK), με όνομα Jamal Madar. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ο Αιτητής ανάφερε πως το όνομα του ατόμου που του ζητήθηκε να σκοτώσει ήταν Ηίmagete, όνομα το οποίο ανέφερε και η σύζυγος του Αιτητή κατά τη διάρκεια της συνέντευξης. Κληθείς ο Αιτητής να επεξηγήσει την αντίφαση στα όσα ανέφερε, απάντησε πως το όνομα Ηίmagete ήταν το παρατσούκλι, ενώ το πραγματικό του όνομα ήταν Jamal Madar. Επιπλέον, από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με το κόμμα ΡDΚ και τις χρονικές περιόδους που αναφέρθηκε, δεν διαφαίνεται πουθενά το αναφερόμενο από τον Αιτητή όνομα (Jamal Madar, ή Himagete). Από τον Αιτητή θα αναμενόταν
· να διατηρήσει μια συνέπεια στα αρχικά του λεγόμενα, εφόσον αφορούν προσωπικά του βιώματα.
· Ο Αιτητής και η σύζυγός του παρουσιάζουν ορισμένες ασυνέπειες στους ισχυρισμούς τους. Συγκεκριμένα, η σύζυγος ανέφερε ότι ο σύζυγός της άρχισε να εργάζεται στην Κυβέρνηση το 2003, ενώ ο ίδιος δήλωσε ότι η έναρξη έγινε το 2005, γεγονός που δημιουργεί χρονική αντίφαση.
· Η Αιτήτρια δήλωσε ότι το αίτημά της για διεθνή προστασία συνδέεται αποκλειστικά με το περιστατικό που αφορά τον σύζυγό της, ο οποίος φέρεται να έλαβε εντολή να διαπράξει ανθρωποκτονία. Στις απαντήσεις της παρέχει περιορισμένες πληροφορίες και αναφορές, επιβεβαιώνοντας κυρίως τα βασικά γεγονότα που της μεταβίβασε ο σύζυγός της, όπως την απειλή κατά της ζωής της οικογένειας και την ανάγκη φυγής από τη χώρα. Δεν προσφέρει πρόσθετα στοιχεία ή προσωπικές εμπειρίες σχετικά με το περιστατικό.
· Σε ερώτηση σχετικά με το πώς ο ίδιος κατάφερε να εγκαταλείψει τη χώρα, εφόσον ως ανέφερε του τέθηκε από την Κυβέρνηση η επιλογή του είτε να σκοτώσει τον φίλο του, είτε να σκοτωθεί ο ίδιος ο Αιτητής και η οικογένεια του, δεν έδωσε κάποια σχετική απάντηση λέγοντας ότι δεν το ήξερε κάποιος ότι θα φύγουν.
· Είναι θέση των Καθ’ ων η Αίτηση ότι ο Αιτητής δεν αποσαφήνισε επαρκώς τους λόγους που τελικά εγκατέλειψε το Ιράκ. Επιπλέον, δεν παρείχε σαφείς πληροφορίες σχετικά με το γιατί η Κυβέρνηση αποφάσισε ξαφνικά, μετά από 21 χρόνια, να στοχεύσει αυτό το άτομο για δολοφονία, και συγκεκριμένα μέσω του Αιτητή. Επιπλέον, δεν διαφαίνεται ευλογοφάνεια σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η ίδια η Κυβέρνηση διατηρούσε εμπιστευτικότητα, ειδικά όταν ανάγκαζε τον Αιτητή να επιλέξει είτε να σκοτώσει τον εν λόγω άνδρα, είτε να σκοτώσει τον ίδιο και την οικογένεια του. Με άλλα λόγια, παρότι ο Αιτητής ανέφερε ότι η Κυβέρνηση δεν ήθελε να εμπλακεί άμεσα στη δολοφονία για να κρατήσει τα «χέρια της καθαρά», τον εκβίαζε δίνοντάς του μια συνειδητή και απειλητική επιλογή.
· Είναι θέση των Καθ΄ων η Αίτηση πως όλα τα ανωτέρω αποδεικνύουν ότι οι ισχυρισμοί των Αιτητών είναι ελλιπώς αιτιολογημένοι και δε συνοδεύονται από επαρκή αποδεικτικά ή/και πειστικά στοιχεία, γεγονός που θέτει σοβαρές αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία και την ουσιαστική βάση του αιτήματός τους.
Ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος των Αιτητών τόσο για προσφυγικό καθεστώς όσο και για συμπληρωματική προστασία.
Ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου προχώρησε σε αξιολόγηση κινδύνου στη βάση του ουσιώδους ισχυρισμού 1 που έγινε αποδεκτός. Ο αρμόδιος λειτουργός μετά από έρευνα σε αξιόπιστες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, συμπέρανε ότι στην πόλη Sulaymaniyah της περιφέρειας Sulaymaniyah του Ιρακινού Κουρδιστάν, (τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής όπου αναμένεται να επιστρέψουν οι Αιτητές), δεν υπάρχει κανένας πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να πληγεί προσωπικά μόνο και μόνο με την παρουσία του στη συγκεκριμένη πόλη.
Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός κατά τη νομική ανάλυση, εξέτασε το ενδεχόμενο υπαγωγής των Αιτητών σε προσφυγικό καθεστώς και συνήγαγε ότι οι Αιτητές δεν κατάφεραν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για έναν από τους πέντε λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1 Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και του άρθρου 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου 2000. Ως εκ τούτου, το ενδεχόμενο υπαγωγής των Αιτητών στο καθεστώς του πρόσφυγα απορρίφθηκε. Αναφορικά με την υπαγωγή των Αιτητών σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε, ότι βάσει του ισχυρισμού που έγινε δεκτός, ήτοι η ταυτότητα και η καταγωγή τους, οι Αιτητές δεν μπορούν να ενταχθούν στα εδάφια (α) και (β) του άρθρου 19(2). Ως προς το ενδεχόμενο υπαγωγής των Αιτητών στο Άρθρο 19(2)(γ), ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε με βάση την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής τους ήτοι την πόλη Sulaymaniyah της περιφέρειας Sulaymaniyah του Ιρακινού Κουρδιστάν, ότι δεν υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι οι Αιτητές θα αντιμετωπίσουν πραγματικό κίνδυνο να υποστούν σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής τους ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης υπό την έννοια του Άρθρου 19(2)(γ). Ενόψει των ανωτέρω, το αίτημά των Αιτητών απορρίφθηκε και ως προς την πιθανότητα υπαγωγής τους σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση κινδύνου, κρίνω εκ πρωτης όψεως πως ορθά ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου προέβη σε νομική ανάλυση κρίνοντας ότι οι λόγοι για τους οποίους οι Αιτητές εγκατέλειψαν τη χώρα τους δεν υποδεικνύουν ότι συντρέχουν στα πρόσωπα τους εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν στα πρόσωπα τους δικαιολογημένο φόβο δίωξης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου ούτε ότι αυτοί θα υποστούν σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση. Ως εκ τούτου, δεν δύνανται οι λόγοι που προέβαλαν να αποτελέσουν λόγο παραχώρησης διεθνούς προστασίας όπως προνοείται στα άρθρα 3 και 19(1),(2) των Περί Προσφύγων Νόμων του 2000.
Ο αρμόδιος λειτουργός ασύλου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται για πρόσφυγες ή δικαιούχους συμπληρωματικής προστασίας και δεν πληρείται η προϋπόθεση που προβλέπεται στο άρθρο 6Β(2)(ββ) ως προς τις πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας της προσφυγής που ήθελε προωθηθεί εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου που κοινοποιήθηκε στους Αιτητές με επιστολή ημερομηνίας 06/10/2025.
Διαπιστώνω εκ πρώτης όψεως ότι οι ισχυρισμοί των Αιτητών, καταγράφηκαν στην εισηγητική έκθεση και εξετάστηκαν από τους Καθ' ων η αίτηση, όπως επίσης εξετάστηκαν και όλα τα στοιχεία που περιέχονταν στο διοικητικό φάκελο.
Έχοντας μελετήσει και εξετάσει τους ισχυρισμούς των Αιτητών, πάντοτε σε συνάρτηση με τα ενώπιον μου στοιχεία, και όσα παρέθεσαν οι Αιτητές ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της παρούσας, φαίνεται εκ πρώτης όψεως, ότι το αίτημα τους για παροχή διεθνούς προστασίας, εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση ήταν το αποτέλεσμα επαρκούς έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, επαρκώς αιτιολογημένη και σύμφωνα με τον περί Προσφύγων Νόμο, το Σύνταγμα και τις Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.
Συνεπώς κρίνω ότι δεν τεκμηριώνεται η απαιτούμενη εκ του νόμου πιθανότητα έκδοσης θετικής δικαστικής απόφασης υπέρ των Αιτητών σε προσφυγή, την οποίαν έχουν καταχωρίσει και επιδιώκουν την παροχή σε αυτούς δωρεάν νομικής αρωγής, ως οι σχετικές πρόνοιες του Νόμου και η νομολογία επιτάσσουν.
Για όλους τους λόγους ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται, χωρίς διαταγή για έξοδα.
Β.Κουρουζίδου Καρλεττίδου ,Δ.Δ.Δ.Δ.Π
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο