ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
19 Φεβρουαρίου 2026
[Β.ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρα 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Α.Α.
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Ο Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως
Ρ. Προδρόμου, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
(Παρούσα η διερμηνέας κα Nour Habib για πιστή μετάφραση από τα ελληνικά στα αραβικά και αντίστροφα)
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερ. 29/08/2025, η οποία του κοινοποιήθηκε στις 09/09/2025 και με την οποία τον πληροφορούν ότι το αίτημα του για διεθνή προστασία ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου απορρίπτεται και ότι αποφασίστηκε η επιστροφή του στην χώρα καταγωγής του. Η αίτηση τους απορρίφθηκε καθότι δεν πληρούνται, οι απαιτούμενες προϋποθέσεις του άρθρου 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμο.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
O Αιτητής είναι υπήκοος Συρίας. Στις 03/02/2020 υπέβαλε αίτηση για παροχή Διεθνούς Προστασίας, αφού αφίχθηκε παράνομα στη Κυπριακή Δημοκρατία περί τις 03/02/2020, μετά την αναχώρηση του από τη χώρα καταγωγής του περί την 1/10/2019.
Μετά από προσπάθειες τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον Αιτητή, δεν κατέστη δυνατή η επικοινωνία μαζί του προς ενημέρωση για την διευθέτηση της συνέντευξης του. Ως εκ τούτου, δεν ήταν εφικτή η πραγματοποίηση συνέντευξης του προς εξέταση του αιτήματος για διεθνή προστασία. Στις 19/03/2024, λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, σχετικά με το κλείσιμο του φακέλου του Αιτητή και διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης του και την ίδια ημέρα, ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιος λειτουργός, ενέκρινε την εισήγηση για κλείσιμο του φακέλου. Στις 19/03/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία εστάλη ταχυδρομικώς στον αιτητή στις 28/03/2024.
Στις 08/04/2025, ο Αιτητής συμπλήρωσε αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του, το οποίο στις 11/04/2025 έγινε αποδεκτό.
Στις 12/08/2025 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή στην Υπηρεσία Ασύλου. Στις 22/08/2025 αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε έκθεση/εισήγηση με την οποία εισηγείτο την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή και στις 29/08/2025, ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιος λειτουργός ενέκρινε την εν λόγω έκθεση/εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης. Στις 08/09/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης της σχετικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή στις 09/09/2025.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Εκ προοιμίου, παρατηρώ ότι ο Αιτητής αναφέρει στο πλαίσιο του εισαγωγικού δικογράφου της παρούσας διαδικασίας την επιθυμία του να υποβάλει ένσταση κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου. Περαιτέρω προβάλλει πως ήρθε στη Κυπριακή Δημοκρατία περί τον Φεβρουάριο του 2020, διαφεύγοντας από τον πόλεμο, τους βομβαρδισμούς και τα αεροπορικά χτυπήματα στη Συρία. Κατέγραψε τα προβλήματα στέγασης που αντιμετώπισε κατά τη παραμονή του στη Κύπρο και αναφέρθηκε και στα προβλήματα που αντιμετώπιζε η οικογένεια του στη Συρία, τον εκτοπισμό, τον σεισμό, τις άθλιες συνθήκες διαβίωση, τη φτώχεια και τις διώξεις. Ισχυρίστηκε πως στη προσπάθεια του να διαφύγει στη Ολλανδία, συνελήφθη στη Τουρκία, όπου βρισκόταν υπό κράτηση για τρεισήμισι μήνες και ακολούθως απελάθηκε στη Συρία. Προβάλλει, επιπλέον, πως όταν επέστρεψε στη Συρία, τον ανάγκασαν δια της βίας, μετά από ξυλοδαρμούς, βασανιστήρια και απειλές, να υπηρετήσει ως «λαϊκός στρατιώτης», έζησε μέρες καταπίεσης, πείνας, αδικίας και φόβο και μετά την αλλαγή του καθεστώτος στη Συρία, θεωρήθηκε συνεργάτης του καθεστώτος Άσαντ λόγω της αναγκαστικής στράτευσης του. Ισχυρίστηκε πως έγινε στόχος ένοπλων ομάδων, οι οποίοι τον απειλούν ότι θα τον σκοτώσουν, αποστέλλουν απειλητικά μηνύματα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τον αναζητούν στην οικία της μητέρας του και της συζύγου του. Τέλος, καταγράφει πως η ζωή του κινδυνεύει από απαγωγή ή δολοφονία.
Δεδομένου του γεγονότος ότι ο Αιτητής εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου άνευ συνηγόρου, ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμούς του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωσή τους. Αυτό συνεπάγεται ότι ο Αιτητής δεν είναι υποχρεωμένος να θέσει με την προσφυγή του τα νομικά σημεία επί των οποίων αυτή στηρίζεται και να τα αιτιολογήσουν πλήρως.
Οι Καθ' ων η αίτηση υιοθέτησαν τα ευρήματα της Υπηρεσίας Ασύλου και παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην έκθεση εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Ο Αιτητής κατά την υποβολή της αίτησης του για διεθνή προστασία ημερομηνίας 03/02/2020, δήλωσε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής λόγω του πολέμου και των συνθηκών διαβίωσης και της έλλειψης ευκαιριών εργασίας. Επί της αίτησης για επανάνοιγμα του φακέλου του, ημερομηνίας 08/04/2025, προβάλλει πως επιθυμεί να εργαστεί νόμιμα στη Κυπριακή Δημοκρατία, για να συντηρεί τη σύζυγο και τα τέκνα του λόγω της ασταθούς κατάστασης στη Συρία.
Κατά τη συνέντευξη του ημερομηνίας 12/08/2025, δήλωσε ότι τόπος καταγωγής και συνήθους διαμονής είναι το χωριό Ras al Ein, του κυβερνείου Idlib. Είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και εργαζόταν ως μεταφορέας. Είναι έγγαμος με 4 ανήλικα τέκνα, η σύζυγος και τα τέκνα του διαμένουν στο χωριό Ras al Ein, ο πατέρας του απεβίωσε το 2018 και η μητέρα του διαμένει στο χωριό Ras al Ein. Έχει 3 αδελφές, οι οποίες διαμένουν σε Συρία, Ολλανδία και Σαουδική Αραβία και έχει 12 θετά αδέλφια, ένας εκ των οποίων διαμένει Ολλανδία και οι υπόλοιποι στη Συρία. Ο Αιτητής δήλωσε πως στη προσπάθεια του να αποχωρήσει για την Ολλανδία, συνελήφθη στη Τουρκία και απελάθηκε στη χώρα καταγωγής του, όπου διέμενε με την οικογένεια του στο χωριό Ras al Ein, για περίοδο 4-5 μηνών και ακολούθως επέστρεψε στη Κυπριακή Δημοκρατία (ερυθρά 74-χ5,χ7-χ10,χ1, 73-χ8,χ7,χ6,χ2, 72-χ3 του Δ.Φ).
Ως προς τους λόγους που τον οδήγησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε, πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του το έτος 2019 λόγω του πολέμου και του εκτοπισμού (ερυθρό 71-χ1 του Δ.Φ.). Δήλωσε πως λόγω του πολέμου εκτοπίστηκε και οι συνθήκες διαβίωσης ήταν αρκετά κακές, ωστόσο η οικογένεια του επέστρεψε στο χωριό περί το έτος 2022/2023. Ερωτηθείς για ποιο λόγο δεν επέστρεψε στη Συρία, εφόσον ο πόλεμος τερματίστηκε, δήλωσε πως διέμενε σε περιοχές του καθεστώτος και μετά τη πτώση του καθεστώτος, τον κατηγόρησαν ότι ήταν υποστηρικτής του Άσαντ, επιτέθηκαν στο χωριό του και διέφυγε. Κληθείς να εξηγήσει τον λόγο που τον κατηγόρησαν, δήλωσε διότι διέμενε στο χωριό και όταν επέστρεψε τον κάλεσαν να πάει στις περιοχές τους και μετά τη πτώση του καθεστώτος επιτέθηκαν στο χωρίο και σκότωσαν όσους δεν δραπέτευσαν. Κατηγόρησαν τον Αιτητή ότι διέμενε στις περιοχές που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο του Άσαντ και τον θεωρούσαν προδότη. Διευκρίνισε πως η επίθεση συνέβη μετά την πτώση του καθεστώτος και πως δεν συνέβη οτιδήποτε εναντίον του διότι δραπέτευσε. Όσον αφορά την παραμονή του επί 5 μήνες στο χωριό του δήλωσε πως διαβιούσε σε κακές συνθήκες και αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση στο χωριό του δήλωσε πως υπάρχουν όπλα παντού, η κατάσταση είναι άσχημη και οι συνθήκες διαβίωσης κακές. Σε περίπτωση επιστροφής του ισχυρίστηκε πως θα του επιτεθούν διότι η οικία του βρίσκεται σε περιοχή ελέγχου του Άσαντ (ερυθρά 71, 70-χ1,χ4,χ5,χ8,χ9 του Δ.Φ.).
Ερωτηθείς για τις πιθανές συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ανέφερε πως δεν γνωρίζει, πως δεν υπάρχει έννομη τάξη στη Συρία και όλοι έχουν όπλα (ερυθρό 69 του Δ.Φ.).
Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από τα πρακτικά της συνέντευξης και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας σχημάτισε την εισήγησή του επί τη βάση των εξής τριών (3) ουσιωδών ισχυρισμών: α) Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ Αιτητή, β) Γενική κατάσταση ανασφάλειας στη χώρα καταγωγής του και γ) Λόγω του ότι τον κατηγορούν ότι είναι υποστηρικτής του Άσαντ.
Όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό, αυτός έγινε δεκτός ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστος. Ομοίως, ο δεύτερος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός.
Αναφορικά με τον τρίτο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός επεσήμανε ότι ο Αιτητής υπέπεσε σε ασυνέπειες και δεν παρείχε ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες. Ειδικότερα, κληθείς να παράσχει πληροφορίες για τις κατηγορίες εναντίον του, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς και ικανοποιητικές απαντήσεις καθώς ανέφερε με γενικότητα ότι διέμενε στις περιοχές της κυβέρνησης και μετά την πτώση της κυβέρνησης, τον κατηγόρησαν ότι είναι υποστηρικτής του Άσαντ, επιτέθηκαν στο χωριό, αυτός απέδρασε και επέστρεψε στην Κύπρο, προσθέτοντας ότι το εν λόγω περιστατικό έγινε πριν την πτώση της κυβέρνησης του Άσαντ (ερυθρό 71-χ5 του Δ.Φ.). Ο Αιτητής ανέφερε με αοριστία πως ο λόγος που τον κατηγόρησαν ως υποστηρικτή του Άσαντ, ήταν ότι διέμενε σε περιοχή της κυβέρνησης (ερυθρό 71-χ7 του Δ.Φ.) και κληθείς να εξηγήσει πώς τον κατηγόρησαν δήλωσε με ασάφεια ότι όταν επέστρεψε στη Συρία, του τηλεφώνησαν και του είπαν ότι διαμένει σε περιοχές της κυβέρνησης και ότι πρέπει να μετακινηθεί σε δικές τους περιοχές και μετά την πτώση της κυβέρνησης, επιτέθηκαν στο χωριό και σκότωσαν τους άνδρες που δεν απέδρασαν (ερυθρό 71-χ6 του Δ.Φ.). Δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει χρονικά πότε έγιναν οι τηλεφωνικές κλήσεις (ερυθρό 71-χ8 του Δ.Φ.). Δόθηκε η ευκαιρία στον Αιτητή να αναφέρει ακριβώς τι τον ενημέρωσαν, ωστόσο επαναλάμβανε τα λεγάμενα του χωρίς να ήταν σε θέση να δώσει νέες και σαφείς πληροφορίες (ερυθρό 70-χ1 του Δ.Φ.), ενώ η δήλωση του πως τον εντόπισαν και τον κάλεσαν τηλεφωνικώς επειδή τον γνωρίζουν στερείται ευλογοφάνειας (ερυθρό 70-χ2,χ3 του Δ.Φ.). Ο Αιτητής δήλωσε πως δεν του συνέβη οτιδήποτε εξαιτίας των ισχυριζόμενων κατηγοριών διότι απέδρασε, ενώ στη συνέχεια επιβεβαίωσε ότι τίποτα δεν του συνέβη για τους 5 μήνες που διέμενε στη χώρα καταγωγής του και οι κατηγορίες υποβλήθηκαν πριν την πτώση του καθεστώτος (ερυθρό 70-χ4-χ6 του Δ.Φ.). Ασαφής κρίθηκε η απάντηση του στο ερώτημα για ποιο λόγο θα τον κατηγορήσουν, ενώ το καθεστώς καταρρίφθηκε, αποκρινόμενος ότι θα το πράξουν και ερωτηθείς πως θα είναι η ζωή του σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του ανέφερε με ανακρίβεια ότι δεν γνωρίζει και πως θα του επιτεθούν (ερυθρό 70-χ7,χ8 του Δ.Φ.), χωρίς να είναι σε θέση να αποσαφηνίσει πως θα του επιτεθούν, δηλώνοντας αόριστα ότι η οικία του βρισκόταν σε περιοχή υπό τον έλεγχο του Άσαντ (ερυθρό 70-χ9,χ10 του Δ.Φ.).
Επί της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός παρέπεμψε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, όπου καταγράφονται τα προφίλ ατόμων που στοχοποιούνται από την νέα κυβέρνηση, ήτοι (πρώην) μέλη των ενόπλων δυνάμεων του Άσαντ και φιλο-Άσαντ ένοπλες ομάδες, πρώην αξιωματούχοι και πολίτες που θεωρούνται υποστηρικτές της κυβέρνησης Άσαντ, επιφανείς επιχειρηματίες, οι οποίοι ήταν στενοί σύμμαχοι του καθεστώτος Άσαντ και Αλαουίτες. Καταλήγοντας πως τα προσωπικά στοιχεία του προφίλ του Αιτητή δεν εμπίπτουν στα ανωτέρω προφίλ ατόμων και ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε.
Εν συνεχεία, στη βάση των ισχυρισμών που κρίθηκαν αποδεκτοί, ήτοι τα προσωπικά στοιχεία και τη γενική κατάσταση ανασφάλειας στη Συρία, δεν διαπιστώθηκε ότι υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι συντρέχει εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής του στο κυβερνείο Idlib. Ο αρμόδιος λειτουργός παρέπεμψε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τη γενική κατάσταση ασφαλείας στη Συρία, για την εθελοντική επιστροφή Σύρων στη περιοχή διαμονής τους, σχετικά με τις ενέργειες συνεργασίας και ανοικοδόμησης της χώρας, την υποστήριξη στους επιστρέφοντες, την ανθρωπιστική δράση διάφορων ΜΚΟ καθώς και τη τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στο κυβερνείο Idlib. Κατέληξε πως στο κυβερνείο Idlib, τα περιστατικά που εντοπίζονται δεν μπορούν να θεωρηθούν ως περιστατικά υψηλής έντασης και συχνότητας, σε τέτοιο βαθμό που να τεκμαίρεται ότι επικρατούν συνθήκες αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερική ένοπλης σύρραξης, εφόσον αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά. Εξέτασε περαιτέρω, τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, καταλήγοντας πως πρόκειται για άμαχο πολίτη, ενήλικα έγγαμο άνδρα, χωρίς προβλήματα υγείας, απόφοιτο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ικανό για εργασία και με οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο.
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, εφόσον διαπιστώθηκε πως δεν πληρούνται τα αναγκαία υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του φόβου δίωξης. Αναφορικά δε με τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, με βάση τους ισχυρισμούς του Αιτητή, το προσωπικό του προφίλ και την αξιολόγηση κινδύνου διαπιστώθηκε ότι δεν θεωρείται ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β). Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως το κυβερνείο Idlib δεν βρίσκεται, τη παρούσα χρονική στιγμή, υπό συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης και λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, έκρινε ότι δεν δημιουργούνται οι προϋποθέσεις ώστε να προκύπτουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής του ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω άσκησης αδιάκριτης βίας εκ της παρουσίας του και μόνον στην εν λόγω περιοχή στην οποία αναμένεται να επιστρέψει.
Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα παρακάτω:
Αναφορικά με την αποδοχή του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος και αφορά την ταυτότητα και τα προσωπικά στοιχεία τoυ Αιτητή, κρίνω ως ορθή την αποδοχή από τους Καθ' ων η αίτηση. Περαιτέρω, ως προς το θρήσκευμα του Αιτητή, σουνίτη μουσουλμάνου (ερυθρό 76-χ10 του Δ.Φ), σημειώνω τα ακόλουθα:
Εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφέρουν πως o πληθυσμός των 22,9 εκατομμυρίων εκτιμάται σε 87% μουσουλμάνοι, εκ των οποίων το 74% είναι σουνίτες, ενώ οι αλαουίτες, οι ισμαηλίτες και οι σιίτες μουσουλμάνοι αποτελούν συνολικά το 13%.[1] Oι Σουνίτες Άραβες αποτελούν τη μεγαλύτερη εθνοθρησκευτική ομάδα στη Συρία και ζουν σε ολόκληρη τη χώρα, δεν μπορούν, ωστόσο, να θεωρηθούν ομοιογενής ομάδα, καθώς διαφέρουν ανάλογα με την πολιτική τους προσήλωση, τις πρακτικές και την ταυτότητά τους, καθώς και τις περιφερειακές και φυλετικές τους συμμαχίες. Εθνοθρησκευτικές μειονότητες αποτελούν οι Κούρδοι, Αλαουίτες (Alawites), Ισμαηλίτες (Ismailis), Δρούζοι (Druze), χριστιανοί, Dom και Παλαιστίνιοι. Η κυβέρνηση Άσαντ είχε επενδύσει πολύ στην «δημιουργία στρατηγικών δεσμών με εξέχουσες σουνιτικές οικογένειες και θρησκευτικές αρχές» προκειμένου να εδραιώσει την εξουσία της, ωστόσο, η πλειοψηφία των ανώτερων αξιωματικών του συριακού στρατού και των υπηρεσιών ασφαλείας ήταν Αλαουίτες γεγονός που δημιούργησε ένα αίσθημα αδικίας στους Σουνίτες της Συρίας, οι οποίοι ένιωθαν παραγκωνισμένοι. Η μεταβατική Κυβέρνηση κυριαρχείται από υπουργούς σουνιτικής αραβικής καταγωγής και οι ηγετικές θέσεις στην αστυνομία, τις Γενικές Υπηρεσίες Ασφαλείας (GSS) και τον στρατό καλύπτονται σε μεγάλο βαθμό από Σουνίτες Άραβες και το νέο συμβούλιο Fatwa αποτελείται εξ ολοκλήρου από σουνιτικά μέλη. Οι επιθέσεις των ανταρτών από τις αλαουιτικές πολιτοφυλακές του Άσαντ εναντίον της μεταβατικής κυβέρνησης και των σουνιτικών κοινοτήτων έχουν μειωθεί και πλέον συμβαίνουν με μικρότερη συχνότητα από ό,τι τον Μάρτιο του 2025, όταν έφτασαν στο αποκορύφωμά τους. Σύμφωνα με τον Οδηγό της EUAA, Δεκεμβρίου 2025, «σε περίπτωση που ένας σουνίτης Άραβας γίνει στόχος, αυτό θα σχετίζεται με άλλες περιστάσεις και όχι απλώς με το γεγονός ότι είναι σουνίτης Άραβας.»[2]
Σε σχέση με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι πως κατηγορείται ως υποστηρικτής του Άσαντ, ορθά και πάλι οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν τον Αιτητή εσωτερικά αναξιόπιστο και απέρριψαν τον ισχυρισμό του, καθώς ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματός του. Ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει λεπτομέρειες για τις σχετικές κατηγορίες, τον λόγο που κατηγορείται, πότε πραγματοποιήθηκε η επίθεση στο χωριό του, πριν ή μετά την πτώση του καθεστώτος Άσαντ, ενώ μη ευλογοφανείς κρίθηκαν οι αποκρίσεις του ως προς τον τρόπο που τον εντόπισαν, τι ακριβώς τον ενημέρωσαν καθώς και τη χρονική περίοδο που συνέβησαν. Οι αναφορές του παρέμειναν γενικές και ατεκμηρίωτες, ενώ ο ίδιος δήλωσε πως δεν πραγματοποιήθηκε κανένα περιστατικό εναντίον του κατά την επιστροφή του στη Συρία, και συγκεκριμένα στο τόπο καταγωγής του, το χωριό Ras al Ein, όπου παρέμεινε για περίοδο 5 μηνών. Ως εκ των άνω, βάσει της αξιολόγησης τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας του υπό εξέταση ισχυρισμού του Αιτητή, το Δικαστήριο καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με τον αρμόδιο λειτουργό και ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος, για τους λόγους που αναλυτικά καταγράφονται στην επίδικη στην οποία και παραπέμπω.
Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατάφερε τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, αλλά ούτε κατά την ενώπιον μου διαδικασία.
Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη μου ότι ο Αιτητής επέστρεψε στη Τουρκία και τον Ιούνιο του 2024 προσπάθησε να ταξιδέψει στην Ολλανδία Ωστόσο συνελήφθητε και επέστεψε πίσω στη Συρία όπου όπως ανέφερε παρέμεινε για το διάστημα 5 μηνών και επέστρεψε στη Δημοκρατία . Προέβαλε πως κουκουλοφόροι τον απείλησαν ωστόσο δεν ήταν σε θέση να δώσει σαφείς πληροφορίες ποιοι τον απειλούσαν και γιατί παρέμεινα τις απειλές και δεν προχωρήσαν σε πράξεις εναντίον του .
Ισχυρίστηκε επίσης ότι υπάρχει βίντεο όπου φαίνεται ότι τον απειλούν ωστόσο ο ισχυρισμός του ότι έχασε το τηλέφωνο του στη θάλασσα και δεν το παρουσίασε στην Υπηρεσία Ασύλου δεν γίνεται αποδεκτός .Ο Αιτητής είχε τον χρόνο να εξασφαλίσει οποιαδήποτε στοιχεία ήθελε να προσκομίσει ενώπιον της αρμόδιας Αρχής συνεπώς το Δικαστήριο απορρίπτει το αίτημα του να το παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου .
Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του στον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.
Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358).
Επομένως, ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του για διεθνή προστασία.
Περαιτέρω, συμφωνώ με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο λειτουργός στη βάση των αποδεκτών ουσιωδών ισχυρισμών, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για ένα από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο Άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων και πως δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).
Αναφορικά δε, με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:
Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ECLI:CY:AD:2015:D619, ημερομηνίας 22/9/2015) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[3]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).
Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι το κυβερνείο Idlib, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με τις επικρατούσες εκεί συνθήκες.
Όσον αφορά στην τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη Συρία, η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται σε διεθνείς και μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις. Οι ένοπλες συγκρούσεις στη Συρία συνέχισαν να προκαλούν σημαντικές ζημίες σε άμαχους μέσω άμεσων και αδιάκριτων επιθέσεων, περιλαμβανομένων μαζικών δολοφονιών σε κοινότητες Αλαουιτών και Δρούζων, τις οποίες η νέα κυβέρνηση δεν κατάφερε να αποτρέψει. Άμαχοι έγιναν στόχος σε κατοικημένες και αγροτικές περιοχές, ενώ νάρκες και αυτοσχέδια εκρηκτικά μηχανισμούς προκαλούσαν καθημερινά θύματα, μεταξύ των οποίων και παιδιά. Αεροπορικές επιδρομές και πυροβολισμοί από πυροβόλα όπλα έπλητταν τακτικά σπίτια, αγορές, σχολεία, νοσοκομεία, φράγματα, αεροδρόμια και πολιτιστικούς και θρησκευτικούς χώρους. Οι επιπτώσεις ήταν η διακοπή βασικών υπηρεσιών και η μαζική εκτόπιση πληθυσμών. Άτομα που βρισκόταν υπό την εξουσία των εμπλεκόμενων μερών στις συγκρούσεις δολοφονήθηκαν, βασανίστηκαν και υπέστησαν σεξουαλική βία, αυθαίρετη κράτηση και αναγκαστική εξαφάνιση, εν μέσω αργών και αμφισβητούμενων προσπαθειών μεταβατικής δικαιοσύνης.[4]
Σύμφωνα με τη πλατφόρμα ACLED, το 2025 ήταν μια χρονιά-σταθμός για τη Συρία. Μετά το τέλος της διακυβέρνησης Άσαντ, ο Ahmed al-Sharaa, ηγέτης της Hayat Tahrir al-Sham (HTS), ανακήρυξε τον εαυτό του μεταβατικό πρόεδρο της Συρίας, ο οποίος ηγήθηκε των προσπαθειών για την ενίσχυση της διεθνούς θέσης της Συρίας και την κατάργηση του καθεστώτος κυρώσεων. Η συνολική βία μειώθηκε κατά 44% σε σύγκριση με το 2024, ωστόσο, αυτή η μείωση δεν ήταν ομοιόμορφη και ο συνδυασμός πολιτικού ανταγωνισμού, θρησκευτικής βίας και ξένης παρέμβασης μαρτυρά τη εύθραυστη μετάβαση της Συρίας. Σε μεγάλο μέρος της χώρας, η καθημερινή βία μειώθηκε σε μεγάλο βαθμό επειδή η μεταβατική κυβέρνηση κατάφερε να εδραιώσει την εξουσία της στις περιοχές που ελέγχει. Η μεταβατική κυβέρνηση αναδιοργάνωσε τον μηχανισμό ασφάλειας, ενοποιώντας τις δυνάμεις των ανταρτών και τις πρώην μονάδες του HTS σε μια επίσημη ιεραρχία διοίκησης, που αναπτύχθηκε σε όλη τη βόρεια και κεντρική Συρία. Σε επαρχίες όπως το Aleppo, Idlib, Hama, και Raqqa, οι ένοπλες ομάδες που έχουν πλέον ενσωματωθεί στη δομή ασφάλειας της μεταβατικής κυβέρνησης έχουν αναλάβει την υπεράσπιση του εδάφους, εστιάζοντας στην τοπική αστυνόμευση. Ωστόσο, αυτή η σταθεροποίηση δεν επεκτάθηκε στις περιοχές όπου κυριαρχούν μειονότητες, όπου το κράτος δυσκολεύτηκε να επιβάλει την εξουσία του. Πέντε επαρχίες όπου σημειώθηκαν βίαιες συγκρούσεις και δολοφονίες των κοινοτήτων των Δρούζων και των Αλαουιτών είναι η Lattakia, al-Suwayda, Tartous, Hama, και Homs. [5]
Τα νεότερα ποσοτικά δεδομένα της πλατφόρμας ACLED, σε ολόκληρη τη χώρα, κατά την περίοδο του τελευταίου έτους (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 30/01/2026)καταγράφηκαν 6198 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 7421 θάνατοι.[6]
Ωστόσο, το κυβερνείο Idlib, βρίσκεται σχεδόν εξ ολοκλήρου υπό τον έλεγχο της μεταβατικής Κυβέρνησης, αν και οι δυνάμεις της παραμένουν κατακερματισμένες. Μεταξύ των κυρίαρχων παραγόντων συγκαταλέγονται η Hay’at Tahrir al-Sham (HTS) και ένοπλες ομάδες εντός του Συριακού Εθνικού Στρατού (SNA). Μερικές μικρές περιοχές στα νότια και δυτικά σύνορα χαρακτηρίζονται από «παρουσία ανταρτών υπέρ του καθεστώτος». Αναφορές υποδεικνύουν επίσης την παρουσία ξένων τζιχαντιστών. Στις αρχές Μαρτίου 2025, οι δυνάμεις της μεταβατικής κυβέρνησης ξεκίνησαν στοχευμένες επιχειρήσεις ασφαλείας και δημιούργησαν σημεία ελέγχου σε ολόκληρη την επαρχία για να ενισχύσουν την ασφάλεια στην περιοχή. Τον Μάρτιο του 2025, οι δυνάμεις της μεταβατικής Κυβέρνησης ξεκίνησαν επιχειρήσεις ασφαλείας και εγκατέστησαν σημεία ελέγχου για να ενισχύσουν τον έλεγχο. Το Κέντρο Harmoon χαρακτήρισε το Idlib ως «σχετικά σταθερό» σε σύγκριση με άλλες επαρχίες, με τις νέες δυνάμεις ασφαλείας να διατηρούν σταθερό έλεγχο παρά τις περιστασιακές εξωτερικές απειλές. Οι αντάρτες που υποστηρίζουν τον Άσαντ πραγματοποίησαν επιθέσεις εναντίον των κυβερνητικών δυνάμεων, προκαλώντας αντίποινα εναντίον των υποστηρικτών του καθεστώτος και των συνεργατών του. Μέχρι τα μέσα Απριλίου, οι αρχές φέρεται να βελτίωσαν τις σχέσεις τους με τον τοπικό πληθυσμό και να ξεκίνησαν τοπικές προσλήψεις.[7]
Σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα του ACLED, στο κυβερνείο Idlib, κατά την περίοδο του τελευταίου έτους (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 30/01/2026) καταγράφηκαν 189 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 184 θάνατοι.[8]
Τέλος, σύμφωνα με προβλέψεις ο πληθυσμός του κυβερνείου Idlib τον Μάρτιο του 2025, ήταν 2.848.168, συμπεριλαμβανομένων των κατοίκων, των εσωτερικά εκτοπισμένων ατόμων και των επαναπατριζόμενων από το εξωτερικό, σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΔΟΜ.[9]
Σύμφωνα με τον Οδηγό της EUAA, Δεκεμβρίου 2025, συμπεραίνεται πως στο κυβερνείο Idlib λαμβάνει χώρα αδιάκριτη βία, χωρίς ωστόσο να φθάνει σε υψηλό επίπεδο.[10]
Εκ των ανωτέρω πληροφοριών που παρατέθηκαν, διαπιστώνεται ότι στη χώρα υπάρχουν περιστατικά ασφαλείας και αδιάκριτη βία, ωστόσο η περιοχή καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, το κυβερνείο Idlib, ο αριθμός των επεισοδίων αυτών και ο βαθμός αδιάκριτης βίας κατά των αμάχων δεν φτάνει το βαθμό κατά τον οποίο να τεκμηριώνεται ότι και μόνη η παρουσία του Αιτητή στην εκεί περιοχή, τον εκθέτει σε πραγματικό κίνδυνο βλάβης, κατά την έννοια της διάταξης του Άρθρου 15(γ) της Οδηγίας, με συνέπεια να απαιτούνται ορισμένα προσωπικά χαρακτηριστικά που θα αύξαναν το ρίσκο του αμάχου συγκριτικά με τον μέσο πληθυσμό της περιοχής.
Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι είναι ενήλικας, νεαρός, έγγαμος άνδρας, χωρίς προβλήματα υγείας, ομιλεί την αραβική, σουνίτης μουσουλμάνος, απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με εργασιακό υπόβαθρο και με οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο. Επομένως, λαμβάνοντας υπόψιν επίσης και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Αιτητή, οι οποίες δεν παρουσιάζουν δείκτες ευαλωτότητας, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκε ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας του Αιτητή. Η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, αποτελεί προϊόν δέουσας και/ή επαρκούς έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των δεδομένων και στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, σύμφωνα και με το Νόμο.
Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι νόμιμη και εύλογη και λήφθηκε κατ' ορθή ενάσκηση της νόμιμης διακριτικής ευχέρειας των Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι ενήργησαν σύννομα και συνεκτίμησαν όλα τα ενώπιον τους στοιχεία. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Αντιθέτως, κρίνω ότι με σαφήνεια καταδεικνύεται στην υπό εξέταση περίπτωση και για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί, ότι τα πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούν και δεν στηρίζουν τις υπό του Περί Προσφύγων Νόμου (άρθρα 3-3Δ) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, αναγκαίες προϋποθέσεις για την υπαγωγή του εν λόγω Αιτητή στο προστατευτικό καθεστώς του πρόσφυγα. Ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως αυτοί οι λόγοι εξαντλητικά προνοούνται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Επίσης, δεν απέδειξε ότι μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου άρθρο 19(1) του προαναφερθέντος πάνω Νόμου, καθότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη με την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, ως καθορίζεται στο άρθρο 19(2) του ιδίου Νόμου.
Η προσφυγή απορρίπτεται με €900 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] USCIRF - US Commission on International Religious Freedom: United States Commission on International Religious Freedom 2024 Annual Report; USCIRF–Recommended for Special Watch List; Syria, May 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2111599/Syria.pdf , σελ. 2 [ημερ. πρόσβασης 06/02/2026]
[2] EUAA, COI Report - Syria: Country Focus, July 2025, σελ. 16,28,40-57, EUAA, Country Guidance: Syria , December 2025, σελ. 25, 40,41, EASO, COI Report – Syria: Targeting of Individuals , March 2020, σελ.77 [ημερ. πρόσβασης 06/02/2026]
[3] Βλ. επίσης ECHR, Sufi and Elmi v. The United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/06/2011 (final 28/11/2011), p. 51, §218 (https://www.refworld.org/cases,ECHR,4e09d29d2.html, ): «However, it is clear that not every situation of general violence will give rise to such a risk. On the contrary, the Court has made it clear that a general situation of violence would only be of sufficient intensity to create such a risk "in the most extreme cases" where there was a real risk of ill-treatment simply by virtue of an individual being exposed to such violence on return (ibid., § 115).»
[4] WarWatch, Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, Syria, Snapshot, https://warwatch.ch/situations/armed-conflicts-in-syria/?tab=tab-1 [ημερ. πρόσβασης 06/02/2026]
[5]ACLED, Region, Middle East, Sectarian violence threatens Syria’s chance at stability, 11 December 2025,
https://acleddata.com/report/sectarian-violence-threatens-syrias-chance-stability [ημερ. πρόσβασης 06/02/2026]
[6] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Syria, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 30/01/2026), διαθέσιμο https://acleddata.com/platform/explorer [ημερ. πρόσβασης 06/02/2026]
[7] EUAA, COI Report - Syria: Country Focus, July 2025, σελ.111-113[ημερ. πρόσβασης 06/02/2026]
[8]Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Syria, Idleb, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 30/01/2026), διαθέσιμο https://acleddata.com/platform/explorer [ημερ. πρόσβασης 06/02/2026]
[9]EUAA, COI Report - Syria: Country Focus, July 2025, σελ. 111-112 [ημερ. πρόσβασης 06/02/2026]
[10] EUAA, Country Guidance: Syria , December 2025, σελ. 80-81[ημερ. πρόσβασης 06/02/2026]
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο