ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπoθ. Αρ.: 2395/2023
27 Φεβρουαρίου 2026
[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
C.C.O.
Αιτητής
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Τζ Μπετίτο (κος) για ΠΙΕΡΙΔΗΣ & ΠΙΕΡΙΔΗΣ, Δικηγόροι για τον Αιτητή.
Χ. Καστάνας (κος) για Α. Αναστασιάδη (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ Δ. ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 29/06/2023, σύμφωνα με την οποία το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο Α στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση είναι τα ακόλουθα:
Ο Αιτητής είναι ενήλικας, υπήκοος Νιγηρίας, κάτοχος διαβατηρίου, ο οποίος σύμφωνα με δηλώσεις του εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 20/06/2022, μεταβαίνοντας μέσω Τουρκίας στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, από όπου στη συνέχεια εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές υποβάλλοντας στις 02/12/2022 αίτηση διεθνούς προστασίας.
Στις 06/06/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 14/06/2023, ο αρμόδιος λειτουργός συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγείτο την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή και στις 23/06/2023, συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή, αποφασίζοντας παράλληλα και την επιστροφή του στην Νιγηρία.
Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου μαζί με την αιτιολογία αυτής, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 29/06/2023 παραλήφθηκε από τον Αιτητή αυθημερόν, θέτοντας την υπογραφή του μετά από πλήρη επεξήγηση του περιεχομένου της σε γλώσσα κατανοητή από τον Αιτητή, ήτοι την Αγγλική.
Εμπρόθεσμα ο Αιτητής, μέσω του συνηγόρου του, καταχώρησε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση, προβάλλοντας πλήθος νομικών ισχυρισμών, ωστόσο κατά το στάδιο των διευκρινήσεων, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Αιτητή περιόρισε τους νομικούς ισχυρισμούς του στη μη διεξαγωγή δέουσας έρευνας από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση κατά την λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης.
Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση, υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της υπό εξέταση απόφασης, ισχυριζόμενοι ότι η επίδικη απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας και ότι ο Αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης. Ως εκ των πιο πάνω, καλούν το Δικαστήριο όπως απορρίψει την προσφυγή του Αιτητή ως νόμω και ουσία αβάσιμη και επικυρώσει την επίδικη απόφαση.
Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνήγορους των διαδίκων και δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018 κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω πιο κάτω όλους τους ισχυρισμούς που αυτός πρόβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας.
Με την αίτηση του για παροχή διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω της άρνησης του να ενταχθεί σε ομάδα cult. Ισχυρίστηκε ότι μέλη ομάδας cult τον προσέγγισαν για να ενταχθεί στην ομάδα τους με τον ίδιο να αρνείται. Ενημέρωσε τον αδερφό του, ο οποίος μαζί με τον πατέρα του πήγαν να τους αντιμετωπίσουν, τους χτύπησαν με αποτέλεσμα τον θάνατο και των δύο (2). Η μητέρα του για να τον προστατεύσει τον βοήθησε να εγκαταλείψει την χώρα.
Στα πλαίσια της συνέντευξής του από αρμόδιο λειτουργό, και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ως τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής την πολιτεία Anambra της Νιγηρίας. Κατά δήλωσή του άγαμος και άτεκνος, ο πατέρας και ο αδερφός του απεβίωσαν, έχει δε τρεις (3) αδερφές, και η μητέρα του ασχολείται με την πώληση προϊόντων. Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε την δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ενώ παρακολούθησε και μαθήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών, με εργασιακή εμπειρία ως χειριστής υπολογιστών σε σχολείο με καθήκοντα γραφίστα και δακτυλογράφου, και περιστασιακά στις οικοδομές.
Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής προέβαλε ότι δέχθηκε εξαναγκασμό για να ενταχθεί σε μια ομάδα/αδελφότητα (cult) και αρνήθηκε. Ο αδερφός του και ο πατέρας του πήγε να τους αντιμετωπίσει, ωστόσο τους επιτέθηκαν, με αποτέλεσμα πατέρας του να σκοτωθεί μετά από πυροβολισμούς, ενώ ο αδερφός του μεταφέρθηκε τραυματισμένος σε νοσοκομείο όπου απεβίωσε μία εβδομάδα μετά το περιστατικό. Με τη βοήθεια της μητέρας του εγκατέλειψε τη χώρα για να προστατεύσει την ζωή του.
Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με την αναφερόμενη ομάδα/αδελφότητα, ο Αιτητής πρόβαλε ότι άκουσε από φίλους του ότι τα μέλη της διέπρατταν ληστείες και δολοφονίες. Ως προς τον τρόπο που τον προσέγγισαν, ο Αιτητής υποστήριξε ότι τον Ιανουάριο του 2022 ενόσω βρισκόταν με τον αδερφό του τον προσέγγισαν δύο (2) άτομα και του ζήτησαν να ενταχθεί στην ομάδα τους. Ο αδερφός του, τον ενημέρωσε, ότι τους αντιμετώπισε για να σταματήσουν, και τότε, ως ενημερώθηκε από την μητέρα του, επέστρεψαν με εκδικητική διάθεση και πυροβόλησαν τον πατέρα και τον αδερφό του.
Αξιολογώντας τις πιο πάνω δηλώσεις του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά τα προσωπικά στοιχεία και προφίλ του Αιτητή, και ο δεύτερος αφορά τον ισχυριζόμενο αναγκασμό προς τον ίδιο από μέλη μιας ομάδας ατόμων να συμμετάσχει στο cult τους (ερ 41 στο διοικητικό φάκελο)
Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός αφού δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου και οι δηλώσεις του Αιτητή επιβεβαιώθηκαν από το προσκομισθέν διαβατήριο και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό καθότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε σχέση με το αίτημά του, ενώ οι ισχυρισμοί του χαρακτηρίζονται από έλλειψη ευλογοφάνειας. Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με την αναφερόμενη ομάδα/αδελφότητα, ούτε για τον τρόπο με τον οποίο τον προσέγγισαν. Επιπρόσθετα, το μέρος του αφηγήματός του που αφορά την δολοφονία του πατέρα και του αδερφού του χαρακτηρίστηκε ως μη συνεκτικό, προβάλλοντας ότι ενημερώθηκε για τα γεγονότα από την μητέρα του καθώς ο ίδιος εργαζόταν στις οικοδομές σε άλλη πολιτεία. Τέλος, ο Αιτητής με γενικές και ασαφείς δηλώσεις υποστήριξε ότι επιθυμούν να τον σκοτώσουν λόγω της άρνησής του, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να στοιχειοθετήσει τον συγκεκριμένο ισχυρισμό, ενώ μετά το περιστατικό της φερόμενης δολοφονίας του πατέρα και του αδερφού του, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, δεν έχει συμβεί κανένα περιστατικό στον ίδιο.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του συγκεκριμένου ισχυρισμού, ο λειτουργός έκρινε ότι τα όσα ο Αιτητής ανέφερε στη συνέντευξη του αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.
Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών, ήτοι των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι, επί τη βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την χώρα καταγωγής του Αιτητή, στις οποίες ανέτρεξαν, δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του, και συγκεκριμένα στην πολιτεία Anambra της Νιγηρίας, να αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο βλάβης.
Ως εκ τούτου, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του ίδιου Νόμου, το δε αρμόδιο, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών πρόσωπο, να εκτελεί καθήκοντα Προϊστάμενου, υιοθέτησε την εισήγηση και απέρριψε το αίτημα του Αιτητή.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.
Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη του/της ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του/της. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση του/της αιτητή/τριας, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή, με σκοπό να εξεταστεί ο ισχυρισμός του Αιτητή περί πάσχουσας έρευνας, το Δικαστήριο μελετώντας το σύνολο του διοικητικού φακέλου, αποδέχεται τον ισχυρισμό του Αιτητή σχετικά με τα προσωπικά του στοιχεία, τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής καθώς δεν προέκυψαν περί του αντιθέτου στοιχεία και σύμφωνα με την Έκθεση/Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, οι δηλώσεις του Αιτητή επιβεβαιώθηκαν και/ή εντοπίστηκαν σε εξωτερικές πηγές αλλά και από το προσκομισθέν διαβατήριο του.
Ομοίως ορθές κρίνονται και οι διαπιστώσεις των Καθ’ ων η αίτηση σε σχέση με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή. Παρατηρώ ότι πράγματι οι δηλώσεις του ήταν επιγραμματικές, ανεπαρκείς και αόριστες, ενώ αρκετές απαντήσεις του δηλώνουν άγνοια, στηρίζονται σε εικασίες, και χαρακτηρίζονται από υπεκφυγές και ασάφεια. Ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει καμία πληροφορία αναφορικά με την εν λόγω ομάδα/αδελφότητα, πέραν του ότι διέπρατταν ληστείες και δολοφονίες, στοιχεία τα οποία ως ο ίδιος δήλωσε, «άκουσε από τους φίλους του». Επιπρόσθετα, δεν ήταν σε θέση να παραθέσει επαρκείς βασικές πληροφορίες αναφορικά με την δολοφονία του πατέρα και του αδερφού του, προβάλλοντας με υπεκφυγές ότι δεν ήταν παρών και ενημερώθηκε από την μητέρα του.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, παρόλο που τα όσα ανέφερε ο Αιτητής αποτελούν προσωπικής φύσεως γεγονότα, το Δικαστήριο προέβη σε σχετική έρευνα από ανεξάρτητες πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την ύπαρξη ομάδων/αδελφοτήτων που δρουν στην Νιγηρία, από τα οποία προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ο όρος “cult” στη Νιγηρία χρησιμοποιείται για διαφορετικούς τύπους ομάδων, των οποίων τα κίνητρα ή οι τρόποι λειτουργίας κρατούνται μυστικά: παραδοσιακές μυστικές εταιρείες, ομάδες αυτοκτονίας, εθνοτικές πολιτοφυλακές και φοιτητικές αδελφότητες ή πανεπιστημιακές αιρέσεις.[1] Οι συγκεκριμένες ομάδες διακρίνονται από τα σύμβολά τους, το ντύσιμο, το χρώμα των ενδυμάτων τους, του συνθηματικού τρόπου ομιλίας και χαιρετισμών, των τατουάζ και των piercing.[2]
Σύμφωνα με την ιστοσελίδα των Ηνωμένων Εθνών (Office on Drugs and Crime) «Οι ομάδες cult επεκτείνουν τις δραστηριότητες τους στη Νιγηρία και στο εξωτερικό. Παρόλο που δεν είναι εγγενώς οργανωμένες εγκληματικές ομάδες, χρησιμεύουν ως οργανισμοί που διευκολύνουν μια σειρά εγκληματικών δραστηριοτήτων. Χρησιμοποιούν τη συλλογική τους ικανότητα για βία, για να εκβιάσουν επιχειρήσεις, να διευκολύνουν διεφθαρμένους πολιτικούς ή να ρυθμίσουν παράνομες δραστηριότητες».[3]
Ως συνάγεται από τις ανωτέρω πληροφορίες, η ύπαρξη και η εγκληματική δραστηριότητα των ομάδων cult είναι γνωστή και ευρέως διαδεδομένη στην χώρα, ωστόσο, δεδομένης της μη στοιχειοθέτησης των ισχυρισμών του Αιτητή, εξαιτίας της αδυναμίας του να παράσχει τις απαραίτητες λεπτομέρειες σε σχέση με την αναφερόμενη ομάδα η οποία κατ΄ισχυρισμό αποτελεί τον διώκτη του, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται.
Από το ιστορικό του Αιτητή, όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, στη βάση των δεδομένων του διοικητικού φακέλου και από την ανωτέρω αξιολόγηση των ισχυρισμών του, προκύπτει ότι ορθά και μετά από δέουσα έρευνα κρίθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση ότι δε στοιχειοθέτησε κανέναν ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. Τα όσα ανέφερε δεν θα μπορούσαν να τον εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.
Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.
Εξετάζοντας πλήρως την υπόθεση, διαπιστώνω ότι ορθά κρίθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στον Αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα του.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619 ).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην Νιγηρία, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[…]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην χώρα καταγωγής του Αιτητή, και ειδικότερα στην πολιτεία Anambra, τόπο συνήθους διαμονής του.
Σύμφωνα με την ιστοσελίδα της War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), της Ακαδημίας της Γενεύης «από το 1960, η Νιγηρία συνδυάζει την εθνογραφική και θρησκευτική ποικιλομορφία με επαναλαμβανόμενη και εξελισσόμενη βία. Από το 2009, η βορειοανατολική περιοχή βιώνει παρατεταμένη εξέγερση από την Boko Haram και την αποσχισθείσα ομάδα της, το Ισλαμικό Κράτος Δυτικής Αφρικής (ISWAP). Παρά τις προηγούμενες στρατιωτικές επιτυχίες των νιγηριανών ενόπλων δυνάμεων που υποστηρίχθηκαν από την ομάδα Civilian Joint Task Force (CJTF) το 2015-2016, η ασφάλεια έχει έκτοτε επιδεινωθεί ξανά, καθώς τα τρομοκρατικά και εγκληματικά δίκτυα έχουν επεκταθεί. Κάποιες περιοχές έχουν αντιμετωπίσει βία που σχετίζεται με τους πόρους, συγκρούσεις αγροτών-κτηνοτρόφων, κινητοποίηση αυτονομιστών και εγκληματικότητα συμμοριών, συμβάλλοντας σε μαζικούς εσωτερικούς εκτοπισμούς. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε επίσης από αμφισβητούμενες εκλογές, τεταμένες σχέσεις με τον Νίγηρα, σοβαρές πλημμύρες και μια επιδεινούμενη κρίση κόστους ζωής που χαρακτηρίστηκε από διαμαρτυρίες και θανατηφόρα καταστολή. Η περιφερειακή συνεργασία μέσω της Multinational Joint Task Force (MTJF) αποδυναμώθηκε, ενώ οι επιχειρήσεις του ISWAP εντάθηκαν και οι αεροπορικές επιδρομές των Ηνωμένων Πολιτειών (ΗΠΑ) διεξήχθησαν με αμφισβητούμενη αιτιολόγηση».[4]
Αναφορικά δε με την κατάσταση ασφαλείας στην πολιτεία Anambra, τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν και ορισμένα αριθμητικά δεδομένα. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην εν λόγω πολιτεία κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 13/02/2026), καταγράφηκαν 61 περιστατικά πολιτικής βίας[5] τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 85 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[6] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πολιτείας Anambra εκτιμάται ότι ανερχόταν στα 5,953,500 (2021) κατοίκους.[7]
Τα εν λόγω στοιχεία, εξεταζόμενα συνδυαστικά με τον εκτιμώμενο πληθυσμό της πολιτείας Anambra (5,953,500 κατοίκους)[8], καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πολιτεία, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Κατά συνέπεια, η διαπίστωση των Καθ΄ ων η αίτηση ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα αλλά ούτε του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας κρίνονται εύλογα επιτρεπτές ενόψει όλων των στοιχείων που η διοίκηση είχε ενώπιον της.
Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός του για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση της συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.
Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, το οποίο συνεκτίμησε όλα τα πραγματικά στοιχεία και εξέδωσε τελική αιτιολογημένη απόφαση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και επαρκώς αιτιολογημένη. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορώ να παραγνωρίζω ότι σύμφωνα με την ΚΔΠ 145/25 η Νιγηρία συγκαταλέγεται στις ασφαλείς χώρες ιθαγένειας, τεκμήριο το οποίο ο Αιτητής δεν πέτυχε να ανατρέψει.
Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Α. AΓΡΟΤΗ, Δ. ΔΔΔΠ
[1] EASO, Nigeria, Targeting of Individuals, November 2018, σελ. 43, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2018-EASO-COI-Nigeria-TargetingIndividuals.pdf [Ημερομηνία Πρόσβασης: 26/02/2026]
[2] Ibid, σελ. 45-46
[3] United Nations, Office on Drugs and Crime, From Cults to Kidnapping: A Deeper Look into Organized Crime in Nigeria, https://www.unodc.org/unodc/en/frontpage/2023/September/from-cults-to-kidnapping_-a-deeper-look-into-organized-crime-in-nigeria.html [Ημερομηνία Πρόσβασης: 26/02/2026]
[4] War Watch, At a Glance, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-nigeria/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 25/02/2026]
[5] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests).
[6] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Nigeria, Anambra) [Ημερομηνία Πρόσβασης: 25/02/2026]
[7] City Population, https://www.citypopulation.de/en/nigeria/admin/nga004__anambra/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 25/02/2026]
[8] Ibid
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο