ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπoθ. Αρ.: 2445/24
03 Φεβρουαρίου 2026
[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Α.Κ.Μ.
Αιτητής
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
-------------------
Α. Πλιάκα (κα) για Δ.Ζησιμοπούλου Κυριάκου (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Θ, Παπανικολάου (κα) για τους Καθ' ων η αίτηση
Ο Αιτητής είναι παρών.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(αργότερα εντός της ημέρας)
Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, Δ ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου που περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 18/06/2024, σύμφωνα με την οποία το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο "Α" στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση είναι τα ακόλουθα:
Ο Αιτητής είναι ενήλικας, υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κόγκο και κάτοχος διαβατηρίου με ημερομηνία έκδοσης 18/05/2022 και ημερομηνία λήξης 17/05/2027, ο οποίος κατά δήλωσή της στις 26/06/2022 εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της και μέσω Τουρκίας μετέβη στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου από όπου στη συνέχεια διήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Στις 14/07/2022 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας.
Στις 13/05/2024 διενεργήθηκε συνέντευξη του Αιτητής από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου και ακολούθησε η σύνταξη εισηγητικής έκθεσης στις 15/05/2024 υποβληθείσα προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία, ο αρμόδιος λειτουργός εισηγείται την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή.
Στις 15/05/2024 συγκεκριμένος λειτουργός, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν εξέτασης της εισηγητικής έκθεσης αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή και την επιστροφή του στη Λαική Δημοκρατία του Κόγκο.
Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία περιέρχεται σε επιστολή ημερομηνίας 18/06/2024, κοινοποιήθηκε δεόντως στον Αιτητή, ο οποίος εμπρόθεσμα προέβη σε καταχώρηση της παρούσας προσφυγής, καλώντας το Δικαστήριο όπως ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.
Με τη γραπτή αγόρευση για τον Αιτητή η συνήγορος του υποβάλλει στο Δικαστήριο την θέση περί έλλειψης δέουσας έρευνας, πλάνης περί το νόμο και τα πράγματα, έλλειψη αιτιολογίας και αναρμοδιότητα οργάνου, χωρίς ωστόσο υπαγωγή σε πραγματικά γεγονότα.
Οι Καθ'ων η αίτηση από τη πλευρά τους με την γραπτή τους αγόρευση υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της προσβαλλόμενης πράξης απορρίπτοντας όλους τους προωθούμενους από τον Αιτητή ισχυρισμούς. Αποτελεί θέση τους πως οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν ορθά και νόμιμα και μετά από δέουσα έρευνα εξέδωσαν πλήρως αιτιολογημένη απόφαση, ως εκ τούτου καλούν το Δικαστήριο όπως απορρίψει την προσφυγή και επικυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.
Ενώπιον του Δικαστηρίου σήμερα, τη παρουσία του Αιτητή, η συνήγορός του περιόρισε τη θέση της στον ισχυρισμό περί μη δέουσας έρευνας κατά την αξιολόγηση της αίτηση του Αιτητή από τους Καθ’ ων η αίτηση, αποσύροντας τους λοιπούς ισχυρίσου της.
Ο ίδιος ο Αιτητής ερωτηθείς σχετικά από το Δικαστήριο, επιβεβαίωσε πως ο λόγος για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του αφορά στις περιουσιακές διαφορές που αυτός αντιμετωπίζει με μέλη της οικογένειά του.
Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους των διαδίκων, και δεδομένης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου όπως ορίζεται από το άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν.73(Ι)/2018, το οποίο προνοεί για έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας της προσβαλλόμενης πράξης, κρίνω σκόπιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που ο Αιτητής προέβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματος του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας, έχοντας κατά νου τον μοναδικό προωθούμενο ισχυρισμό του Αιτητή.
Κατά την καταγραφή του αιτήματος του ο Αιτητής αναφέρθηκε σε περιουσιακές διαφορές που προέκυψαν μετά τον θάνατο του πατέρα του, με μέλη της οικογένειάς του.
Στο πλαίσιο της συνέντευξης του και σε σχέση με τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ως τόπο καταγωγής τη πόλη Kinshasa της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κόγκο (ΛΔΚ). Κατά δήλωσή του άγαμος και άτεκνος, οι γονείς του έχουν αποβιώσει και έχει μια αδελφή η οποία διαμένει στην Αγκόλα, θείου, θείες και ξαδέλφια διαμένοντες στην ΛΔΚ. Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο, ο Αιτητής δήλωσε απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με μερική εμπειρία στη φωτογραφία.
Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του ο Αιτητής κατά την ελεύθερη του αφήγηση αναφέρθηκε σε δύο θέματα. Το πρώτο αφορά παρενόχληση και πίεση που υπέστη από την οικογένεια και τους συνεργάτες του πατέρα του μετά τον θάνατό του. Ειδικόετα, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας του διατηρούσε εταιρεία ταξί μεταφορών και, ως μοναδικός γιος, ανέλαβε τη φροντίδα και τη διαχείριση της περιουσίας που άφησε. Ωστόσο, συγγενείς και συνεργάτες του πατέρα του δεν αποδέχτηκαν το γεγονός ότι ο Αιτητής και η οικογένειά του διατηρούσαν την περιουσία και άρχισαν να τους παρενοχλούν έντονα. Τον κατηγόρησαν ακόμη και ότι είχε σχεδιάσει τον θάνατο του πατέρα του για να κρατήσει τα υπάρχοντά του. Η πίεση και οι κατηγορίες από τους συγγενείς του πατέρα του ήταν συνεχείς και αφόρητες, με αποτέλεσμα η οικογένεια να ζει χωρίς ασφάλεια και ηρεμία.
Μετά τον θάνατο και της μητέρας του, η κατάσταση επιδεινώθηκε. Όταν ο Αιτητής επέστρεψε από την εργασία του, πληροφορήθηκε ότι η αδελφή του είχε εξαφανιστεί, καθώς άγνωστα άτομα την είχαν πάρει, ενώ ταυτόχρονα του απαγορεύτηκε να παραμείνει στο σπίτι που είχαν αφήσει οι γονείς τους, επικαλούμενοι την συμμετοχή του στην εκκλησία, όπου προέβαινε σε φωτογραφήσεις και βοηθούσε τον ιερέα. Ο Αιτητής ζήτησε βοήθεια από τον ιερέα, εξήγησε την κατάστασή του και άρχισε να ζει σε ένα δωμάτιο κοντά στην εκκλησία.
Ο δεύτερος λόγος, όπως ο ίδιος ανέφερε στην συνέντευξή του συνδέεται με γεγονότα που έλαβαν χώρα εντός της εκκλησιαστικής κοινότητας. Η διοίκηση της εκκλησίας πούλησε μέρος της εκκλησιαστικής γης σε ιδιώτες για την κατασκευή σούπερ μάρκετ, γεγονός που προκάλεσε σοβαρή σύγκρουση και διαχωρισμό εντός της εκκλησίας και της ηγεσίας της. Στη συνέχεια, τοποθετήθηκε νέος ιερέας, ενώ άρχισαν συλλήψεις ιερέων που είχαν εμπλακεί στην υπόθεση. Ο Αιτητής και άλλα μέλη της εκκλησίας κατά δήλωσή του στοχοποιήθηκαν επειδή υποστήριζαν τον ιερέα που είχε πουλήσει μέρος της εκκλησίας. Μετά τη σύλληψη του ιερέα, η κατάσταση έγινε επικίνδυνη, καθώς ένα νεαρό μέλος της εκκλησίας παρενοχλήθηκε και τραυματίστηκε. Επειδή ο Αιτητής ανήκε στην ομάδα που εργαζόταν και υποστήριζε τον συγκεκριμένο ιερέα, θεώρησε ότι η ζωή του βρισκόταν σε άμεσο κίνδυνο και αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα.
Ερωτηθείς σχετικά με την κατ’ ισχυρισμό απαγωγή της αδελφής του ο Αιτητής, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει οποιαδήποτε πληροφορία, επαναλαμβάνοντας πως δεν γνωρίζει, πέραν της δήλωσής του ότι πλέον διαβιεί στην Αγκόλα.
Ισχυρίστηκε πως σε περίπτωση επιστροφής του θα συνεχίζει να ζει με ανασφάλεια χωρίς ωστόσο να προσδιορίζει οτιδήποτε περαιτέρω.
Αξιολογώντας τις πιο πάνω δηλώσεις του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση διήκριναν 3 ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά τα προσωπικά στοιχεία και προφίλ του Αιτητή, ο δεύτερος τα ισχυριζόμενα προβλήματα από τους θείους του λόγω περιουσιακών διαφορών και ο τρίτος τα ισχυριζόμενα προβλήματα λόγω υποστήριξης ενός ιερέα στην πώληση μεριδίου ενός ακινήτου της εκκλησίας.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός αφού δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου και οι δηλώσεις του επιβεβαιώθηκαν και/ή εντοπίστηκαν σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Επιπλέον, ο Αιτητής προσκόμισε διαβατήριο από τη χώρα καταγωγής του.
Αντίθετα, οι λοιποί ισχυρισμοί απορρίφθηκαν, καθότι κρίθηκε πως ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται του πυρήνα του αιτήματος τού, προβαίνοντας σε μη συνεκτικές ή και αντιφατικές, γενικές και αόριστες τοποθετήσεις, χωρίς να παρέχει τις απαιτούμενες επαρκείς και συγκεκριμένες λεπτομέρειες σχετικά με τους ισχυρισμούς του.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματος του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν οποιαδήποτε ανάλυση μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Ως εκ τούτου οι υπό εξέταση ισχυρισμοί απορρίφθηκαν στο σύνολό του.
Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών, ήτοι των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι, επί τη βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές αναφορικά με τη χώρα καταγωγής του, δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο βλάβης.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση κρίθηκε ότι από τα στοιχεία και το προφίλ του Αιτητή, τις δηλώσεις του και την ανάλυση κινδύνου δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξής της σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής του στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, προσθέτοντας ότι δεν προέκυψε κίνδυνος σοβαρής βλάβης ούτε στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του περί Προσφύγων Νόμου, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Σε σχέση δε με τις προϋποθέσεις ένταξης του Αιτητή στο άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε ότι δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής λόγω αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς και εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, αφού η χώρα καταγωγής της και συγκεκριμένα η πόλη Kinshasa, δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.
Το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον Αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη του, ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομικής διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του/της. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημα για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση του/της αιτητή/τριας, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός. Επί τούτου ο συνήγορος της Αιτήτριας ισχυρίζεται ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση στα πλαίσια εξέτασης της αίτησής της, δεν προέβησαν σε δέουσα έρευνα, χωρίς ωστόσο να εξειδικεύει ειδικά σε τι συνίσταται η έλλειψη έρευνας.
Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ.Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.
Στο πλαίσιο ελέγχου της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τα όσα προκύπτουν από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και κυρίως το πρακτικό της διενεργηθείσας συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και της εισηγητικής έκθεσης, κρίνω ορθή την κατάληξη της αξιολόγησης των Καθ’ ων η αίτηση βάσει των δηλώσεων που ο ίδιος ο Αιτητής προέβαλε κατά την συνέντευξή του, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό που αφορά τη χώρα καταγωγής, την ταυτότητα, τα προσωπικά της στοιχεία και τον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής της.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας των λοιπών διακριθέντων ισχυρισμών, ανατρέχοντας στο πρακτικό της συνέντευξης κρίνω τις δηλώσεις του μη επαρκείς ως προς τις λεπτομέρειες, ασαφείς, σε σημεία αντιφατικές και μη εύλογες. Ακόμα και στα διευκρινιστικά ερωτήματα που τέθηκαν σε αυτόν, οι απαντήσεις του ήταν αόριστες, γενικές, σύντομες και χωρίς λεπτομέρεια και περιγραφικότητα. Γενικώς παρατηρώ ότι η αφήγηση του Αιτητή δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε βιωματικής φύσεως λεπτομέρεια, αλλά είναι στο σύνολό της πολύ γενική. Ειδικότερα, παρατηρείται ότι δόθηκαν αρκετές ευκαιρίες στον Αιτητή να απαντήσει με περισσότερες λεπτομέρειες για τους λόγους που εγκατέλειψε την χώρα του με αυτόν να απαντά καταληκτικά πως νοιώθει ανασφαλείς και επιζητεί ηρεμία και ασφάλεια. Πέραν των πιο πάνω διαπιστώνω ότι ο Αιτητής ουδέποτε ζήτησε βοήθεια, ούτε απευθύνθηκε στις αρχές της χώρας καταγωγής του, για να ζητήσει προστασία, στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη.
Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι ο Αιτητής, κατά την ενώπιον μου διαδικασία, εκπροσωπούμενος δια συνηγόρου της επιλογής του δεν προσπάθησε να στοιχειοθετήσει την υπόθεσής του μέσω της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου του και να καλύψει τα κενά που οι Καθ'ων η αίτηση επεσήμαναν κατά την αξιολόγηση των δηλώσεών του. Ως εκ των άνω, το Δικαστήριο κρίνει τους υπό εξέταση ισχυρισμούς ως εσωτερικά μη αξιόπιστους.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του υπό εξέταση ισχυρισμού, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα εκ του Αιτητή εξιστορισθέντα αποτελούν υποκειμενικής φύσης περιστατικά, εκ των οποίων δεν απορρέει κάποιο στοιχείο που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας.
Μελετώντας τον διοικητικό φάκελο, διαπιστώνω ότι οι Καθ' ων η αίτηση, συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιόν τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και, στη βάση αυτών, εξέδωσαν αιτιολογημένη απόφαση. Συνεπώς, από το ιστορικό του Αιτητή όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, έχοντας κατά νου τα δεδομένα που προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο και από την ανωτέρω αξιολόγηση των ισχυρισμών του, ορθά κρίθηκε ότι αυτός δεν στοιχειοθέτησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.
Επιπλέον, δεδομένης της προσωπικής φύσεως της διαφοράς, ακόμη και αν οι ισχυρισμοί του Αιτητή κρινόντουσαν ως αξιόπιστοι, οι περιουσιακές διαφορές δεν εμπίπτουν στους λόγους που ρητά προνοεί ο Νόμος για την παραχώρηση διεθνούς προστασίας. Είναι πλέον νομολογημένο ότι «δεν είναι επαρκές για αιτητή διεθνούς προστασίας, προς ευόδωση της αίτησής του, να επικαλείται φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του προκαλούμενο από ιδιωτικούς φορείς, χωρίς να συγκεκριμενοποιεί οποιοδήποτε γεγονός προς τούτο και αναμένοντας από τις διοικητικές ή δικαστικές αρχές να διεξάγουν εξ ιδίων έρευνα ώστε να εξιχνιάσουν τα γεγονότα επαλήθευσης ή μη του ισχυρισμού του» (βλ. M.M.R. v Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω ΑΑΠ, Έφεση κατά απόφασης ΔΔΔΠ αρ. 5/2019, ημερομηνίας 04/10/2023).
Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.
Σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου, καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δύναται να παραχωρηθεί σε οποιοδήποτε Αιτητή σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1) του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην Kinshasa, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[…]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Kinshasa της ΛΔΚ, τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή.
Αναφορικά με την γενικότερη κατάσταση ασφαλείας, σύμφωνα με την ιστοσελίδα Global Conflict Tracker, o στρατός της ΛΔΚ και οι κάτοικοι της ανατολικής περιφέρειας της χώρας συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν αυξανόμενες επιθέσεις από τις Συμμαχικές Δημοκρατικές Δυνάμεις (ADF) που συνδέονται με το Ισλαμικό Κράτος. Οι ανταλλαγές πυρών, οι επιθέσεις με πυραύλους και οι αψιμαχίες μεταξύ της M23, στρατευμάτων της Ρουάντα, δυνάμεων της ΛΔΚ και άλλων ομάδων πολιτοφυλακής παραμένουν συνήθεις ενέργειες.[1]
Αναφορικά δε με την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν και ορισμένα αριθμητικά δεδομένα. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην πρωτεύουσα Kinshasa της ΛΔΚ, τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 09/01/2026), καταγράφηκαν 47 περιστατικά πολιτικής βίας[2] τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 56 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[3] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πρωτεύουσας Kinshasa εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 18,552,800 (2026) κατοίκους.[4]
Τα εν λόγω στοιχεία, εξεταζόμενα συνδυαστικά με τον εκτιμώμενο πληθυσμό της Kinshasa για το έτος 2026 (18,552,800 κατοίκους)[5], καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πόλη, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Δεδομένου ότι στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι στην πόλη Kinshasa, η κατάσταση ασφαλείας καταγράφεται ως σταθερή, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών του περιστάσεων για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του ΔΕΕ.
Κατά συνέπεια, η διαπίστωση των Καθ΄ ων η αίτηση ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα αλλά ούτε του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας κρίνονται εύλογα επιτρεπτές ενόψει όλων των στοιχείων που η διοίκηση είχε ενώπιον της.
Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω υπό τις περιστάσεις, ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός του για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας ως προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.
Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, το οποίο συνεκτίμησε όλα τα πραγματικά στοιχεία και εξέδωσε τελική αιτιολογημένη απόφαση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και επαρκώς αιτιολογημένη.
Με βάση όλα τα πιο πάνω η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Α.Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Global Conflict Tracker, Conflict in the Democratic Republic of Congo, 16/12/2025, https://www.cfr.org/global-conflict-tracker/conflict/violence-democratic-republic-congo [Ημερομηνία Πρόσβασης: 16/01/2026]
[2] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests).
[3] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Democratic Republic Congo, Kinshasa) [Ημερομηνία Πρόσβασης: 20/01/2026]
[4] World Population Review, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa [Ημερομηνία Πρόσβασης: 20/01/2026]
[5] Ibid
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο