ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
6 Φεβρουαρίου 2026
[Β.ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, ΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
W.L.T. από το Καμερούν
Αιτητής
-και-
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Ο Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως
Χαράλαμπος Καστανάς (κος), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση.
Ο Αιτητής είναι παρών (Παρούσα η διερμηνέας κα. Ζωή Ποντίκη, για πιστή μετάφραση από Γαλλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα.)
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερ. 09/09/2025 η οποία του κοινοποιήθηκε στις 18/09/2025, με την οποία τον πληροφορούν ότι το αίτημα του για διεθνή προστασία ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ο Αιτητής, σύμφωνα με στοιχεία που περιλαμβάνονται στον διοικητικό φάκελο, γεννήθηκε το 2001 στη Ντουάλα (Douala), στην Περιφέρεια Littoral του Καμερούν, όπου και διέμενε μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα. Ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του τον Απρίλιο του 2019 και ακολούθως αφίχθηκε στις κατεχόμενες από τη Τουρκία μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Την ίδια ημέρα εισήλθε παράνομα στις ελεύθερες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα, τόσο κατά την έξοδό του από τη χώρα καταγωγής του όσο και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του. Ο Αιτητής δεν είναι κάτοχος κάποιου πιστοποιητικού εγγράφου που να αποδεικνύει την ταυτότητά του, καθώς όπως ο ίδιος δήλωσε ο λαθρέμπορος του το αποστέρησε αμέσως μόλις έφτασε στη Κύπρο.
Υπέβαλε αίτηση για Διεθνή Προστασία στις 09/04/2019. Στις 04/09/2025 διεξήχθη συνέντευξη στον Αιτητή από τον Αρμόδιο Λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 24/01/2024 ετοίμασε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας, σχετικά με το κλείσιμο του φακέλου και τη διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης καθώς ο Αιτητής δεν παρέστη στην προσωπική συνέντευξη την οποία τον κάλεσε η Υπηρεσία Ασύλου. Συνεπώς η Υπηρεσία Ασύλου, θεώρεισε ότι ο Αιτητής σιωπηρά έχει αποσύρει την αίτηση του ή έχει υπαναχωρήσει από αυτήν. Στις 14/02/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή σχετικά με το κλείσιμο του φακέλου και τη διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης και στάλθηκε ταχυδρομικός στον Αιτητή στις 16/02/2024. Στις 24/07/2025, ο Αιτητής συμπλήρωσε αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του. Στις 30/07/2025, ο Αρμόδιος Λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Σημείωση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, σχετικά με το αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του Αιτητή, Στις 31/07/2025, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε το σημείωμα του Λειτουργού, σχετικά με το επανάνοιγμα του φακέλου, όπου η μεταγενέστερη αίτηση κρίθηκε παραδεκτή και αποφασίστηκε η ουσιαστική εξέταση της. Στις 04/09/2025, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή στον ΧΩΚΑΜ στη Μενόγγεια. Στις 08/09/2025, ο Αρμόδιος Λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, σχετικά με τη συνέντευξη του Αιτητή. Στη συνέχεια, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου, στις 09/09/2025. Στις 17/09/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης της σχετικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή στις 18/09/2025. Στις 14/10/2025, καταχωρήθηκε η προσφυγή υπ’ αριθμόν 2530/25 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Εκ προοιμίου, παρατηρώ ότι ο Αιτητής αναφέρει στο πλαίσιο του εισαγωγικού δικογράφου της παρούσας διαδικασίας την επιθυμία του να υποβάλει ένσταση κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, επειδή δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα του λόγω του ότι κινδυνεύει η ζωή του. Προσθέτει πως η οικογένεια του βρίσκεται στην Αγγλία, σύντροφος του είναι Αγγλίδα υπήκοος και βρίσκεται μακριά από την κόρη του.
Δεδομένου του γεγονότος ότι ο Αιτητής εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου άνευ συνηγόρου, ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμούς του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωσή τους. Αυτό συνεπάγεται ότι ο Αιτητής δεν είναι υποχρεωμένος να θέσει με την προσφυγή του τα νομικά σημεία επί των οποίων αυτή στηρίζεται και να τα αιτιολογήσουν πλήρως.
Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, ο Αιτητής επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του περί κινδύνου από το άτομο που τον βοήθησε να ταξιδέψει, ήτοι το συνέταιρο του άνδρα με τον οποίο εργαζόταν, ενώ προσθέτει ότι η σύζυγός του, η οποία είναι Αγγλίδα υπήκοος, και ασθενεί καθώς και το ανήλικο τέκνο του, βρίσκονται στην Αγγλία και αυτός τους βοηθάει οικονομικά.
Οι Καθ' ων η αίτηση υιοθέτησαν τα ευρήματα της Υπηρεσίας Ασύλου και παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην έκθεση εισήγηση του Αρμόδιου Λειτουργού.
Ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι Καμερουνέζος υπήκοος, ο οποίος γεννήθηκε και μεγάλωσε στη περιοχή Ντουάλα (Douala), στην Περιφέρεια Littoral του Καμερούν. Ανέφερε ότι είναι ελεύθερος, καθολικός χριστιανός και μιλά γαλλικά και λίγα αγγλικά. Ως προς την πατρική του οικογένεια, δήλωσε πως η μητέρα του απεβίωσε κατά τη γέννησή του και ο πατέρας του απεβίωσε τον Δεκέμβριο του 2017, ξεκαθαρίζοντας πως είναι το μοναδικό παιδί της οικογένειας του. Ισχυρίστηκε πως ο πατέρας του είχε ξαναπαντρευτεί και από τον δεύτερο γάμο του πατέρα του αυτός έχει μία αδερφή και έναν αδερφό, με τους οποίους δεν έχει στενές σχέσεις. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, ανάφερε πως έχει αρραβωνιαστεί Βρετανίδα υπήκοο και έχει ένα παιδί 1 έτους και 8 μηνών, οι οποίοι ζουν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο, ανέφερε ότι ολοκλήρωσε την πρωτοβάθμια του εκπαίδευση το 2011 από σχολείο στη περιοχή Ντουάλα (Douala), στην Περιφέρεια Littoral του Καμερούν. Ως προς την εργασιακή του εμπειρία, ανέφερε ότι εργάστηκε στην χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα από το 2015 μέχρι και την αναχώρηση του από τη χώρα το 2019 σε πλυντήριο αυτοκίνητων. Ισχυρίστηκε πως πάντα δούλευε . Δήλωσε ακόμα ότι εργάστηκε στην αγορά της περιοχής του πουλώντας γλυκά, για 2 χρόνια.
Κατά την καταγραφή του αιτήματός του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, καθώς δεν αισθάνεται ασφαλής εκεί. Ανέφερε ότι η σύντροφος του και το ανήλικο παιδί του διαμένουν στην Αγγλία, ενώ οι γονείς του έχουν αποβιώσει. Εξέφρασε την επιθυμία να παραμείνει στην Κυπριακή Δημοκρατία προκειμένου να εργαστεί και να μπορεί να φροντίζει οικονομικά τη σύζυγο και το παιδί του. (βλ. ερ. 1 και μετάφραση στο ερ. 59 του Δ.Φ.)
Κατά τη συνέντευξη που διεξήχθη στις 04/09/2025, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που τον ώθησε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, το Καμερούν, ήταν οι πληροφορίες τις οποίες παρείχε σε συνεργάτη ατόμου με το οποίο εργαζόταν στο παρελθόν. Ανέφερε ότι η απόφαση για την αναχώρησή του δεν ήταν δική του, αλλά λήφθηκε από τρίτο πρόσωπο. Δήλωσε ότι δεν γνώριζε πως θα ερχόταν με σκοπό την υποβολή αίτησης για διεθνή προστασία. Επιπλέον, υποστήριξε ότι το πρόσωπο που τον βοήθησε να ταξιδέψει, στο οποίο είχε παραδώσει τις εν λόγω πληροφορίες, του αφαίρεσε όλα τα ταξιδιωτικά και προσωπικά του έγγραφα. Τέλος, ανέφερε ότι μεταφέρθηκε από αγνώστους στις αστυνομικές αρχές και, ακολούθως, στην Υπηρεσία Μετανάστευσης και στην Υπηρεσία Ασύλου.(βλ. ερυθρά 90 6Χ, 1Χ, 2Χ του Δ.Φ.)
Κατά το στάδιο των διευκρινιστικών ερωτήσεων, και ειδικότερα σε ό,τι αφορά τη γνωριμία του με το εν λόγω πρόσωπο καθώς και τον χρόνο θανάτου του πατέρα του, ο Αιτητής παρουσίασε σημαντικές χρονικές αντιφάσεις. Περαιτέρω, ερωτηθείς σχετικά με τη χρονική περίοδο κατά την οποία φέρεται να παρείχε τις πληροφορίες, καθώς και ως προς το περιεχόμενό τους, δεν ήταν σε θέση να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις, περιοριζόμενος σε γενικόλογες αναφορές.
Ερωτηθείς κατά πόσο του είχε συμβεί οποιοδήποτε περιστατικό κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 2018, οπότε φέρεται να παρείχε τις πληροφορίες, έως τον Απρίλιο του 2019, οπότε και αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά.
Ωστόσο, σε επόμενη ερώτηση αναφορικά με το γεγονός ότι απουσιάζει από τη χώρα καταγωγής του για χρονικό διάστημα έξι (6) ετών και τι θεωρεί ότι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του, ο Αιτητής απάντησε ότι δεν θα είναι ασφαλής εάν επιστρέψει. Επιπλέον, ανέφερε ότι επιθυμεί να δει την κόρη του και ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, δεν θα έχει την οικονομική δυνατότητα να στηρίζει την αρραβωνιαστικιά του και την κόρη του.
Ο Αρμόδιος Λειτουργός εντόπισε και εξέτασε συνολικά (2) δύο ισχυρισμούς. Ο πρώτος αναφορικά με την ταυτότητα, χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ, ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου. Ο δεύτερος αφορούσε τον ισχυριζόμενο φόβο του, αφότου έδωσε πληροφορίες στον συνέταιρο του άνδρα με τον οποίο εργαζόταν, ο οποίος απορρίφθηκε. Κατά την εκτίμηση της εσωτερικής αξιοπιστίας, ο Αρμόδιος Λειτουργός κατέγραψε πως ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματός του. Κλήθηκε να δώσει περισσότερες πληροφορίες για τα πιο πάνω γεγονότα μέσω των οποίων υπέπεσε σε ασυνέπειες, γενικότητες, (χρονικές) αντιφάσεις και έλλειψη επαρκών πληροφοριών. Πιο συγκεκριμένα, παρουσιάζεται αντίφαση στους ισχυρισμούς του, καθώς στην αίτηση του για Διεθνή Προστασία την οποία συμπλήρωσε και υπόγραψε, αναφέρει ως λόγο εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του μία δολοφονία που συνέβη στο σπίτι του άνδρα που τον φιλοξενούσε όπου ο ίδιος ήταν μάρτυρας, με αποτέλεσμα να δέχεται απειλές κατά της ζωής του σε περίπτωση που ο ίδιος μιλήσει για το εν λόγω περιστατικό, κάτι που δεν ανάφερε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του. Ερωτηθείς επί τούτου, ο Αιτητής απάντησε πως το άτομο που οργάνωσε το ταξίδι στην Κύπρο του είπε να μην αναφερθεί σε οποιαδήποτε δολοφονία.
Ωστόσο, τα λεγόμενα του παρουσιάζουν σοβαρή έλλειψη ευλογοφάνειας, καθώς το ανάφερε ήδη στην αίτηση του για διεθνή προστασία. Ερωτηθείς επί τούτου, απάντησε λακωνικά πως «σήμερα είπε την ιστορία του», χωρίς να δώσει οποιεσδήποτε εξηγήσεις αναφορικά με τις αντιφάσεις των δηλώσεων του. Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί του κρίθηκαν αναξιόπιστοι.
Περαιτέρω, παρουσιάζεται αντίφαση στους ισχυρισμούς του Αιτητή, καθώς κατά τη διάρκεια συνέντευξης του με λειτουργό Κοινωνικών Υπηρεσιών, δήλωσε πως «κάποια στιγμή κατάφερε να αποδράσει, από το σπίτι του εν λόγω άνδρα και βρήκε προστασία σε μία εκκλησία, όπου ο πάτερ τον βοήθησε να εγκαταλείψει το Καμερούν», κάτι που δεν ανάφερε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του. Συγκεκριμένα, τα λεγόμενα του έρχονται σε πλήρη αντίφαση, καθώς κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του δήλωσε πως ο ίδιος εγκατέλειψε το σπίτι «εύκολα» και πως τον βοήθησε ο συνεταίρος του άνδρα με τον οποίο δούλευε και έμενα στο σπίτι του. Ερωτηθείς επί τούτου, ο Αιτητής απάντησε πως «επινόησε την αρχική ιστορία και πως σήμερα είπε την ιστορία του», Συνεπώς, όχι μόνο οι δηλώσεις του Αιτητή δεν προσδίδουν ευλογοφάνεια και συνέπεια στα λεγόμενα του ως προς το γεγονός που τον οδήγησε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, αλλά ταυτόχρονα το γεγονός πως υπέπεσε σε πολλαπλές αντιφάσεις πλήττει και καταρρίπτει τον πυρήνα του αιτήματός του, υποβιβάζοντας έτσι τον φερόμενο φόβο του.
Περαιτέρω, ο Αιτητής παρουσίασε πολλαπλές χρονικές ασυνέπειες και αντιφάσεις. Ενώ αρχικά δήλωσε πως μετά το θάνατο του πατέρα του τον Δεκέμβριο του 2017, αποφάσισε να εγκαταλείψει το οικογενειακό του σπίτι όπου ζούσε η θετή του μητέρα και τα θετά του αδέρφια και ζούσε στο δρόμο όπου γνώρισε τον άνδρα και ισχυριζόμενο φορέα του φόβου του, στη συνέχεια και σε σχετικές ερωτήσεις, τοποθέτησε το ισχυριζόμενο συμβάν τον Ιούνιο του 2017, δηλαδή πριν το θάνατο του πατέρα του και γενεσιουργό αιτία του πυρήνα του αιτήματος του. Στη συνέχεια, άλλαξε τα λεγόμενα του, τοποθετώντας το ισχυριζόμενο περιστατικό το Γενάρη του 2018. Ωστόσο, παρουσίασε χρονική αντίφαση στους ισχυρισμούς του καθώς σε προγενέστερο στάδιο της συνέντευξης δήλωσε πως ο πατέρας του απεβίωσε τον Δεκέμβρη του 2017 και πως ο ίδιος μετακόμισε στο σπίτι του εν λόγω άντρα λίγους μήνες αργότερα. Όταν του υποδείχθηκε η εν λόγω αντίφαση, ο Αιτητής παρέμεινε χρονικά ασυνεπής. Ως εκ πιο πάνω, πλήττεται η εσωτερική του αξιοπιστία.
Επιπλέον, ο Αιτητής παρουσίασε σοβαρή ασυνέπεια στους ισχυρισμούς του αναφορικά με τον φερόμενο φορέα του φόβου του. Ειδικότερα, ενώ δήλωσε ότι παρέδωσε τις επίμαχες πληροφορίες τον Οκτώβριο του 2018, ερωτηθείς ως προς τα γεγονότα που ακολούθησαν, απάντησε ότι συνέχισε τη συνήθη καθημερινότητά του, εργαζόμενος και διαμένοντας στην οικία του εν λόγω ατόμου. Περαιτέρω, ανέφερε ότι κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 2018 έως τον Απρίλιο του 2019 δεν του συνέβη οποιοδήποτε περιστατικό. Τα ανωτέρω συνιστούν ουσιώδη ασυνέπεια, καθότι, σύμφωνα με τους ίδιους τους ισχυρισμούς του, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω κινδύνου για τη ζωή του από το εν λόγω πρόσωπο.
Πέραν των πιο πάνω, ο Αιτητής δήλωσε κατ' επανάληψη ότι η απόφαση να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του δεν ήταν δική του, αλλά τρίτου προσώπου. Τα λεγόμενα του παρουσιάζουν σοβαρή έλλειψη ευλογοφάνειας, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο και ως εκ τούτου εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του. Δεδομένων των ισχυρισμών του, θα ήταν εύλογο και αναμενόμενο να προβεί ο ίδιος σε μέτρα προστασίας της ζωής και της ασφάλειάς του, αντί να επαφίεται στην απόφαση τρίτου προσώπου. Επιπλέον, ο ίδιος ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του για ένα καινούριο "τρόπο ζωής" και ότι ο λόγος για τον οποίο δεν επιθυμεί να επιστρέψει είναι η επιθυμία του να εργαστεί, δηλώσεις που δεν συνάδουν με τους ισχυρισμούς του αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματος του. Συνεπώς, διαπιστώνεται από τα λεγόμενά του ότι το στοιχείο του φορέα του φόβου του απουσιάζει από το αίτημα του σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και δεν διαφαίνεται ότι ο Αιτητής υπέστη οτιδήποτε που να δικαιολογεί την απόφασή του να εγκαταλείψει τη χώρα του σε σχέση με τους ισχυρισμούς του. Όσο αφορά την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο Αρμόδιος Λειτουργός κατέγραψε πως τα όσα ανέφερε ο Αιτητής στην συνέντευξη, σχετικά με το παρόν μέρος του αιτήματός του, δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, λόγω της υποκειμενικής φύσεως τους. Επιπλέον, ο Αιτητής δεν προσκόμισε οποιαδήποτε έγγραφα σχετικά με το παρόν μέρος της αξίωσής του. Ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι Γαλλόφωνος Καμερουνέζος και ανέφερε ως περιοχή καταγωγής του και περιοχή διαμονής του τη πόλη Ντουάλα (Douala). Δεδομένων των παραπάνω ως τόπος επιστροφής του Αιτητή λαμβάνεται υπόψιν η Ντουάλα (Douala) καθώς αποτέλεσε τον τόπο κατοικίας στον οποίο διέμεινε μέχρι και την αναχώρηση του από τη χώρα καταγωγής του το 2019.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, με βάση τις πληροφορίες/δεδομένα που έχουν ήδη αναφερθεί στο μέρος ΙΙΙ της έκθεσης-εισήγησης του αρμόδιου λειτουργού και αφορούν το αποδεκτό ουσιώδες πραγματικό περιστατικό 1 που προέκυψε στο αίτημα του Αιτητή, διαπιστώνεται ότι θα πρέπει να ληφθούν υπόψη πληροφορίες, οι οποίες επικεντρώνονται στην κατάσταση ασφάλειας στην πόλη Ντουάλα (Douala) όπου ο Αιτητής αναμένεται να επιστρέψει.
Με βάση τις πληροφορίες που αφορούν το αποδεκτό πραγματικό περιστατικό που προέκυψε στο αίτημα και λαμβάνοντας υπόψη, μετά από εξατομικευμένη εξέταση του αιτήματός, το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, καθώς και το γεγονός ότι διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν και συγκεκριμένα στην πόλη Ντουάλα (Douala), δεν δύναται να υποστεί δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης και δεν κρίνεται σκόπιμη η ανάλυση της κατάστασης ασφαλείας στην Ντουάλα (Douala), αφού διαπιστώνεται ότι δεν επικρατεί κατάσταση εσωτερικής ένοπλης σύρραξης αφού δεν υπάρχει καμία αναφορά εξωτερικής πηγής που να αναφέρει ότι υπάρχουν θέματα τέτοιας φύσεως στην περιοχή παρά μόνο στις Νοτιοδυτικές, Βορειοδυτικές και Βόρειες περιοχές της χώρας. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, κρίνεται πως δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο Λειτουργός έκρινε ότι από τους προβαλλόμενους και αποδεκτούς ισχυρισμούς του Αιτητή διαφαίνεται ότι στο πρόσωπό του δεν συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχειά τα οποία θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς του πρόσφυγα.
Ο Λειτουργός, στη συνέχεια, προέβη σε εξέταση του κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται να του παραχωρηθεί καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 (1) και έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 (2), (α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000. Συγκεκριμένα, ο λειτουργός έκρινε ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στο Καμερούν δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους να προκύπτει ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(α) ή βασανιστήρια, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(β) ή πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ως το άρθρο 19 (2)(γ) προνοεί, καθώς στη Douala, περιοχή στην οποία ο Αιτητής αναμένεται να επιστρέψει, δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων. Ως εκ τούτου ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Με βάση τις δηλώσεις του Αιτητή, το προσωπικό προφίλ και τη νομική ανάλυση, συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για καθεστώς πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε κανένας βάσιμος φόβος δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα, όπως ορίζεται στο άρθρο 1(Α)2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και στο άρθρο 3(1) του Νόμου περί Προσφύγων του 2000. Επιπλέον, συνάγεται ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για επικουρική προστασία σύμφωνα με το άρθρο 19(1), καθώς δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2) του Νόμου περί Προσφύγων του 2000 σχετικά με τον πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, υπό το φως βεβαίως και των σχετικών διατάξεων του Νόμου, κρίνω ότι ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου έκρινε ότι ο Αιτητής δεν αντιμετώπιζε οποιουδήποτε είδους δίωξη στη χώρα του και ότι η περίπτωσή του δεν πληρούσε τις υπό του Νόμου προβλεπόμενες προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα, αλλά ούτε και του καθεστώτος της συμπληρωματικής προστασίας.
Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, κρίνω δέον να αναφερθούν τα ακόλουθα:
Ο Αρμόδιος Λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, έκρινε ότι η αξιοπιστία του Αιτητή κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του υπήρξε ικανοποιητική όσον αφορά αναφορικά με την ταυτότητα, χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ του. Ωστόσο, ορθά ο Αιτητής κρίθηκε αναξιόπιστος αναφορικά με τον ισχυριζόμενο φόβο του, αφότου έδωσε πληροφορίες στον συνέταιρο του άνδρα με τον οποίο εργαζόταν.
Ειδικότερα, συντάσσομαι με την κρίση του αρμόδιος λειτουργός πως οι απαντήσεις του Αιτητή στις ερωτήσεις που τέθηκαν δεν ήταν συνεκτικές και επαρκώς λεπτομερείς, ενώ εντοπίστηκαν και ουσιώδεις όσο και χρονικές αντιφάσεις. Ο Αρμόδιος Λειτουργός παρατήρησε τη διαφοροποίηση μεταξύ των όσων δηλώθηκαν κατά την καταγραφή του αιτήματος διεθνούς προστασίας του Αιτητή και των όσων ειπώθηκαν από τον ίδιο κατά το στάδιο της συνέντευξής του. Ερωτηθείς ο Αιτητής σχετικά, αποκρίθηκε πως «επινόησε την αρχική ιστορία και πως σήμερα είπε την ιστορία του». Έτσι, με βάση τα πιο πάνω, διαπιστώνεται από τον Λειτουργό ότι ο ως άνω ισχυρισμός του Αιτητή χαρακτηρίζεται από ατεκμηρίωτες δηλώσεις, αντιφάσεις, έλλειψη ευλογοφάνειας και γενικόλογες απαντήσεις, με αποτέλεσμα να μην γίνεται αποδεκτός ο ισχυρισμός του αυτός. Κρίνω επίσης πως οι απαντήσεις του Αιτητή όταν του τέθηκαν διευκρινιστικές ερωτήσεις δεν είναι ικανές να ενισχύσουν την αξιοπιστία των ισχυρισμών του
Επιπλέον, εξέτασα με προσοχή τις δηλώσεις του Αιτητή κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του και κρίνω ότι η Υπηρεσία Ασύλου εξέτασε ενδελεχώς όλα τα κρίσιμα στοιχεία και στη βάση εμπεριστατωμένης έκθεσης του Αρμόδιου Λειτουργού της κατέληξε στη δική της κρίση.
Παρά την αξιοπιστία του Αιτητή αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, τα όσα περιέχονται στο διοικητικό φάκελο, τα όσα παρουσίασε ενώπιον των αρμόδιων διοικητικών οργάνων και τα όσα ο Αιτητής δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου, οδήγησαν στο ασφαλές συμπέρασμα ότι δεν υφίσταντο δικαιολογημένος λόγος δίωξης, ούτως ώστε ο Αιτητής να υπαχθεί στο καθεστώς του πρόσφυγα ή της συμπληρωματικής προστασίας.
Αυτό προκύπτει με ευκολία από τις απαντήσεις που έδωσε ο Αιτητής κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του, αλλά και από την διαδικασία ενώπιον του ακροατηρίου. Ανατρέχοντας στο πρακτικό της συνέντευξης και της έκθεσης εισήγησης, διαπιστώνω ότι η κατάληξη του Αρμόδιου Λειτουργού ως προς το ότι διαπιστώνεται από τα λεγόμενά του Αιτητή ότι το στοιχείο του φορέα του φόβου του απουσιάζει από το αίτημα του σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και δεν διαφαίνεται ότι αυτός υπέστη το οτιδήποτε που να δικαιολογεί την απόφασή του να εγκαταλείψει τη χώρα του σε σχέση με τους ισχυρισμούς του είναι ορθή.
Ενώπιον του Δικαστηρίου ο Αιτητής προέβαλε πως επιθυμεί να υποστηρίξει την οικογένεια του η οποία βρίσκεται στην Αγγλία πριν τη γέννηση της κόρης του .Η σύζυγος του είπε, αποφάσισε να μεταβεί στην Αγγλία για να γεννήσει εκεί το παιδί τους όπου βρισκόταν και η οικογένεια της. Προέβαλε επίσης πως σύζυγος του υποφέρει από ‘Alzheimer’και ότι επιθυμεί να παραμείνει στη Δημοκρατία για να βοηθήσει την οικογένεια του οικονομικά . Επισήμανε πως όλα αυτά τα χρόνια που βρίσκεται στη Κύπρο εργαζόταν νόμιμα και υποστήριζε οικονομικά την οικογένεια του .
Αναφορικά με τους προβαλλόμενους λόγους για τους οποίους δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα του ο Αιτητής προέβαλε τον και καινοφανή ισχυρισμό πως αν επιστρέψει στη χώρα θα καταστραφεί η ζωή του καθότι έχει εκλεγεί νέα κυβέρνηση της χώρα του . Ερωτηθείς από το Δικαστήριο να απαντήσει αν δραστηριοποιήθηκε ποτέ πολιτικά στη χώρα του δεν απάντησε και προέβαλε πως κινδυνεύει από τον άντρα που τον βοήθησε να εγκαταλείψει ην χώρα του καθώς ο εν λόγω άνδρας επιθυμούσε να τον βοηθά ο Αιτητής στις παράνομες εργασίες του ισχυρισμός εν κατακλείδι αντιφατικός αφενός σε σχέση με τα όσο ανέφερε κατά την καταγραφή του αιτήματος του για διεθνή προστασία και αφετέρου με τα όσα είχε ισχυριστεί κατά την συνέντευξη του και ενώπιον του Δικαστηρίου .
Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε αιτητή/αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατάφερε τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, αλλά ούτε κατά την ενώπιον μου διαδικασία.
Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην Έκθεση-Εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.
Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α.(2009 3 Α.Α.Δ. 358).
Συνεπώς, υπό το φως των ανωτέρω, τάσσομαι υπέρ της κρίσης της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν πληρείται η γενική αξιοπιστία του Αιτητή και δεν θεμελιώνεται βάσιμος φόβος δίωξης, ώστε να υπαχθεί αυτός στο προσφυγικό καθεστώς βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Σημειώνεται πως λόγω του ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή αναφορικά με τους λόγους που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος, δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).
Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:
Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).[1]
Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ’ οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.
Εν προκειμένω, θα εξετάσω ενδεχόμενη υπαγωγή του Αιτητή στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου (αντίστοιχο άρθρο 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ), παραθέτοντας επικαιροποιημένες πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής του.
Σημειώνεται δε, ότι η περιοχή τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του όπου ο ίδιος διέμενε μέχρι να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του (Douala) βρίσκεται γεωγραφικά στην περιφέρεια Littoral του Καμερούν.
Αρχικά βάσει πληροφοριών από τον ανεξάρτητο οργανισμό ACAPS, σημειώνεται ότι η κρίση που ξέσπασε στις Αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν (ήτοι στις Νοτιοδυτικές και Βορειοδυτικές περιφέρειες) περί τα τέλη του 2016 οδήγησε στην εμφάνιση διαφόρων αποσχιστικών ομάδων και σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ του κρατικού στρατού και των ενόπλων δυνάμεων των αυτονομιστών, που έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις αγγλόφωνες περιοχές, «αφήνοντας πάνω από 334.000 άτομα εσωτερικά εκτοπισμένα και περισσότεροι από 76.000 να αναζητούν καταφύγιο στη γειτονική Νιγηρία, μέχρι τον Φεβρουάριο του 2025.».[2] Εκ των όσων επίσης αναφέρονται στην ίδια πηγή, οι απαρχές της σύγκρουσης εντοπίζονται στα μακροχρόνια προβλήματα στην αγγλόφωνη κοινότητα στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές της χώρας, λόγω της περιθωριοποίησης τους από τη γαλλόφωνη κυβέρνηση, «που κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες περί τα τέλη του 2016».[3]
Οι αντιμαχόμενες πλευρές αποτελούνται από τις ένοπλες κρατικές δυνάμεις ασφαλείας του Καμερούν που έχουν αναπτυχθεί στην περιοχή (συμπεριλαμβανομένης της επίλεκτης μονάδας μάχης) και από διάφορες ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες (που αριθμούν πέραν των 7 διαφορετικών ενόπλων ομάδων, συνολικής δυναμικότητας 2.000-4.000 μαχητών, που κατά τις επιθέσεις τους εναντίον του κρατικού στρατού χρησιμοποιούν αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς, καθώς και πιο προηγμένο οπλισμό όπως εκτοξευτές αντιαρματικών), που δρουν (κυρίως) στις αγγλόφωνες περιοχές (παρά το ότι εμφανίζονται με ορισμένο διαχωρισμό, οι ομάδες αυτές προσπαθούν όλο και περισσότερο να συντονιστούν μεταξύ τους, ενώ «οι συνεχιζόμενες εχθροπραξίες παρουσιάζουν ένα συλλογικό χαρακτήρα»).[4]
Σύμφωνα με τη Μηνιαία Επισκόπηση του ACLED για τις εξελίξεις στην Αφρική του μήνα Νοεμβρίου (2025), ξέσπασαν ταραχές στο Καμερούν, οι οποίες σχετίζονται με τις εκλογές του προηγούμενου μήνα. Ειδικότερα ο κύριος υποψήφιος της αντιπολίτευσης, Issa Tchiroma Bakary, ισχυρίστηκε ότι είχε κερδίσει τις προεδρικές εκλογές της 12ης Οκτωβρίου πριν από την επίσημη ανακοίνωση του Constitutional Council. Ωστόσο, η επίσημη ανακοίνωση του Constitutional Council στις 27 Οκτωβρίου δήλωσε νικητή τον εν ενεργεία Πρόεδρο Paul Biya. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, ο Biya έλαβε 53.6% των ψήφων, έναντι 35.19% του Bakary. Η ανακοίνωση προκάλεσε πολυάριθμες διαδηλώσεις. Η ACLED κατέγραψε τουλάχιστον 48 θανάτους λόγω πυρών και ξυλοδαρμών, καθώς και μαζικές συλλήψεις διαδηλωτών από κρατικές δυνάμεις. Σε μεγάλες πόλεις όπως Douala, Garoua και Maroua, πρόσωπα έστησαν οδοφράγματα, έκαψαν κτίρια του κυβερνώντος κόμματος και συγκρούστηκαν με τις δυνάμεις ασφαλείας.[5]
Αναφορικά με τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η τελευταία έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας (2025) επιβεβαιώνει ότι στις δύο αγγλόφωνες περιοχές πραγματικοί ή θεωρούμενοι αυτονομιστές συνέχισαν να διαπράττουν ανθρωποκτονίες, απαγωγές για λύτρα και εκβιασμούς, στοχοποιώντας δυνάμεις άμυνας και ασφάλειας, πολιτικές και διοικητικές αρχές, δημόσιους υπαλλήλους και άλλους αμάχους, τους οποίους κατηγορούσαν ότι δεν συμμορφώνονταν με τους κανόνες τους, συμπεριλαμβανομένων των lockdowns και την καταβολή του "φόρου απελευθέρωσης". Αντίστοιχα, η ίδια έκθεση επιβεβαιώνει ότι στις Νοτιοδυτικές και Βορειοδυτικές Περιοχές, οι δυνάμεις άμυνας και ασφάλειας κατηγορήθηκαν από καμερουνέζικες μη κυβερνητικές οργανώσεις για παράνομες δολοφονίες ατόμων που θεωρούνταν ύποπτα για συνεργασία με ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες[6].
Αναφορικά με την Περιφέρεια Littoral, στην οποία υπάγεται η περιοχή τελευταίας διαμονής του Αιτητή, ήτοι η Ντουάλα (Douala), κατά την χρονική περίοδο από τον Φεβρουάριο 2025 – Φεβρουάριο 2026, καταγράφονται στην βάση ποσοτικών δεδομένων ACLED, 27 περιστατικά ασφαλείας με 31 ανθρώπινες απώλειες.[7] Επισημαίνεται πως ο πληθυσμός της περιφέρειας Littoral εκτιμάται στους 3.355.000 κατοίκους[8] και ο πληθυσμός της πόλης Ντουάλα (Douala) εκτιμάται στους 2.768.400 σύμφωνα με εκτίμηση του 2015[9]. Από τα ανωτέρω συμπεραίνεται πως η κατάσταση ασφαλείας στην περιφέρεια Littoral είναι σταθερή με ένα χαμηλό αριθμό περιστατικών ασφαλείας να καταγράφεται στην ανωτέρω περιφέρεια κάτω των 20, σε περίοδο ενός έτους και ως εκ τούτου ο αντίκτυπος της βίας σε συνάρτηση με τον πληθυσμό της εν λόγω περιφέρειας είναι πολύ χαμηλός.
Αναλύοντας δε, τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, σημειώνεται ότι πρόκειται για άμαχο πολίτη, ο οποίος αναμένεται να επιστρέψει στη περιφέρεια Littoral, όπου και εργαζόταν. Είναι άτομο ενήλικο, με βασική μόρφωση, χωρίς προβλήματα υγείας ή θέματα ευαλωτότητας, ενώ ομιλεί γαλλικά και αγγλικά. Επίσης, έχει υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του, καθώς εκεί ζουν τα αδέρφια του. Επιπλέον, δεν διαπιστώθηκαν περιστατικά προηγούμενης δίωξης. Επιπλέον, το ότι ο Αιτητής είναι εξοικειωμένος με την περιοχή, και κατά συνέπεια είναι σε θέση να γνωρίζει και να αξιολογεί επαρκώς τους κινδύνους, καθώς και το γεγονός ότι δεν διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί στη χώρα καταγωγής του, οποιαδήποτε μορφή δίωξης ή σοβαρή βλάβη, κρίνεται ότι δεν υπάρχουν εύλογοι/ βάσιμοι λόγοι σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, Καμερούν, και ειδικότερα στην πόλη Ντουάλα (Douala), να αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα δεδομένα για την κατάσταση ασφαλείας στην περιφέρεια Littoral του Καμερούν, καθώς και τo ατομικό προφίλ του Αιτητή, με βάση και τον ορισμό της «αδιάκριτης βίας» (ως η σχετική νομολογία του ΔΕΕ σύμφωνα με την απόφαση C-465/07 - Elgafaji, σκέψη 37), διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην πόλη Ντουάλα (Douala) της περιφέρειας Littoral, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας ως άμαχος πολίτης, κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Ως εκ τούτου ορθά δεν του χορηγήθηκε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας ως προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου, αφού αυτός δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο ότι θα υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη, ως καθορίζεται στο άρθρο 19(2).
Συνεπώς, η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με €800 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και η απόφαση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του επικυρώνεται.
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου Δ.Δ.Δ.Δ.Π
[1] Βλ. Απόφαση ΔΕΕ C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v Staatssecretaris van Justitie ημερ. 17/2/2009
[2] ACAPS, Country analysis: Cameroon, https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/02/2026)
[3] ACAPS, Country analysis: Cameroon, https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/02/2026)
[4] Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights - RULAC: Rule of Law in Armed Conflicts, Non-international Armed Conflicts in Cameroon, Last updated: 12th January 2023, https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-cameroon (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/02/2026)
[5] ACLED Monthly Regional Updates, Africa Overview: November 2025, https://acleddata.com/update/africa-overview-november-2025 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/02/2026)
[6] Amnesty International, The State of the World's Human Rights, Απρίλιος 2025, https://www.amnesty.org/en/location/africa/west-and-central-africa/cameroon/report-cameroon/#:~:text=Cameroon%202022,army%20committed%20human%20rights%20violations. (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/02/2026)
[7] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, 2023, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο: Explorer - ACLED (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/02/2026)
[8] City Population: https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/02/2026)
[9] City Population: https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/02/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο