A. K. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 3255/2024, 20/2/2026
print
Τίτλος:
A. K. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 3255/2024, 20/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

Υπoθ. Αρ.: 3255/2024 

 

20 Φεβρουαρίου 2026 

[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ] 

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ: 

A. K.

Αιτητής 

-και- 

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργείου Εσωτερικών,

Υπηρεσίας Ασύλου 

Καθ' ων η Αίτηση 

 

Χ. Παφίτη (κα) για Α. Λαζάρου (κα), για τον Αιτητή

Ι. Χαραλάμπους (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η Αίτηση

Ο Αιτητής παρών  

 

[Παρούσα η M. Katchatrian για πιστή μετάφραση από ελληνικά σε γαλλικά και αντίστροφα]

Α Π Ο Φ Α Σ Η 

 

Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ Δ. ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, κοινοποιηθείσας προς αυτό μέσω επιστολής ημερομηνίας 23/07/2024, σύμφωνα με την οποία το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε, και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος, εκδίδοντας παράλληλα νέα εκτελεστή απόφαση επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή για διεθνή προστασία, η οποία να αντικαθιστά την προσβαλλόμενη απόφαση, ως η αιτούμενη θεραπεία Β. 

 

Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο Α στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση είναι τα ακόλουθα:

 

Ο Αιτητής είναι ενήλικας, υπήκοος Γουινέας, κάτοχος διαβατηρίου εκδοθέντος από τις αρχές της χώρας καταγωγής του με ημερομηνίας έκδοσης 04/10/2022 και ημερομηνία λήξης 04/10/2027. Κατά δήλωσή του εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 21/11/2022 και μέσω Τουρκίας αφίχθηκε στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, όπου διέμεινε μέχρι και τον Μάιο του 2024. Ακολούθως   εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές.  υποβάλλοντας στις 13/05/2024 αίτηση διεθνούς προστασίας.

 

Στις 31/05/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 05/06/2024 ο αρμόδιος λειτουργός συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματός του. Αυθημερόν συγκεκριμένος λειτουργός, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν εξέτασης της εισηγητικής έκθεσης, αποφάσισε την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή.

 

Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 23/07/2024, μαζί με την αιτιολογία αυτής, παραλήφθηκε δια χειρός από τον Αιτητή αυθημερόν, θέτοντας την υπογραφή του αφού προηγουμένως του επεξηγήθηκε το περιεχόμενο της σε γλώσσα που πλήρως κατανοεί.

 

Εμπρόθεσμα ο Αιτητής καταχώρησε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση, προβάλλοντας σωρεία νομικών ισχυρισμών για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, ωστόσο με τη γραπτή της αγόρευση, η συνήγορος του Αιτητή προωθεί ορισμένους από αυτούς. Ειδικότερα η κ. Λαζάρου προωθεί ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι αυτή εκδόθηκε χωρίς να προηγηθεί δέουσα έρευνα εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση ληφθείσα υπό καθεστώς πλάνης περί τα πράγματα. Τέλος προβάλλει τη θέση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας και ως εκ τούτου καλεί το Δικαστήριο όπως προχωρήσει σε ακύρωσή της. 

 

Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση, μέσω της γραπτής τους αγόρευσης, απορρίπτουν τους ισχυρισμούς του Αιτητή υποστηρίζοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης.

 

Στο στάδιο των διευκρινήσεων ενώπιον του Δικαστηρίου η συνήγορος του Αιτητή περιόρισε έτη περαιτέρω τους ισχυρισμούς της προωθώντας τη θέση περί ελλιπούς δέουσας έρευνας, προβάλλοντας ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν έλαβαν υπόψη την εναντίον του Αιτητή επίθεση που οδήγησε σε τραυματισμό στο πόδι καθιστώντας τον ανίκανο προς εργασία, οι δε Καθ’ ων η αίτηση υιοθέτησαν το περιεχόμενο της γραπτής τους αγόρευσης, εμμένοντας στις θέσεις τους.

 

Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους των διαδίκων και δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018 κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω πιο κάτω όλους τους ισχυρισμούς που αυτός πρόβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας, έχοντας κατά νου και τους προωθούμενους από τον Αιτητή ισχυρισμούς προς ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Με την αίτηση του για παροχή διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής προέβαλε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του λόγω απειλών που δέχθηκε από την μητριά του λόγω κληρονομιάς.

 

Στα πλαίσια αξιολόγησης ευαλωτότητας, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας του ήταν μηχανικός αυτοκινήτων, και εκπαίδευσε και τον ίδιο. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, η μητριά του πώλησε το γκαράζ που είχε ο πατέρας του και διεκδίκησε όλη την κληρονομιά του. Ως πρωτότοκος υιός, ο Αιτητής, επιθυμούσε μέρος της κληρονομιάς με την ίδια να τον απειλεί, ενώ προέβη σε σωματικές επιθέσεις με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του στο πόδι που του προκάλεσε πρόβλημα κινητικότητας. Ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε παραπομπή του Αιτητή για ιατρικές εξετάσεις.  

 

Κατά την προφορική του συνέντευξη, ο Αιτητής δήλωσε υπήκοος Γουινέας, γεννηθείς στην πόλη Nzerekore η οποία προσδιορίστηκε και ως ο τελευταίος τόπος διαμονής του. Ως προς το οικογενειακό του πλαίσιο, δήλωσε ότι δεν έχει γνωρίσει την μητέρα του, ο πατέρας του απεβίωσε το 2020, και στη Γουινέα εξακολουθούν να διαμένουν η μητριά του και τα τρία (3) ετεροθαλή αδέρφια του. Δήλωσε ότι ολοκλήρωσε την δευτεροβάθμια εκπαίδευση το 2020 και εργαζόταν μαζί με τον πατέρα του ως μηχανικός.

      

Αναφορικά με τους λόγους που τoν ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής αναφέρθηκε σε οικογενειακές συγκρούσεις μετά το θάνατο του πατέρα του το 2020 σχετικά με την κληρονομία. Δήλωσε ότι υπήρξαν διαφωνίες με τη μητριά και τα ετεροθαλή αδέλφια σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία του πατέρα του, αποτελούμενα από την εταιρεία του πατέρα του που ήταν μηχανικός, το σπίτι και ένα αυτοκίνητο. Η μητριά του με τα ετεροθαλή αδέρφια του ανέλαβαν τους λογαριασμούς του πατέρα του και της εταιρείας και πούλησαν περιουσιακά στοιχειά χωρίς την συγκατάθεσή του, γεγονός που δημιούργησε οικογενειακά προβλήματα και εντάσεις ακόμα και σωματικές συγκρούσεις. Ειδικότερα ο Αιτητής αναφέρθηκε σε ένα περιστατικό τσακωμού με τον ετεροθαλή αδερφό του ο οποίος ήθελε να πωλήσει την μοτοσυκλέτα του Αιτητή, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του αλλά και την στη μετά πάροδο δύο βδομάδων πώληση της μοτοσυκλέτας. Ισχυρίστηκε πως για περίοδο πέντε (5) μηνών ενώ δούλευε στην εταιρεία δεν πληρώνονταν και με τις αποταμιεύσεις της εταιρείας πλήρωνε τους εργαζόμενους. Καθότι ο ίδιος είχε ρόλο διευθυντή στην εταιρεία αποφάσισε να σταματήσει να τους στηρίζει οικονομικά, και του λέχθηκε από την μητριά του ότι θα πωλήσει την εταιρεία. Δύο βδομάδες αργότερα άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα εξαιτίας του τραυματισμού του ποδιού του, ο δε πάστορας τον συμβούλευσε να πάει σε κάποιο χωριό να αναζητήσει βοήθεια για το πόδι του και ενόσω απουσίαζε η μητριά του πώλησε την εταιρεία. Όταν επέστρεψε τον απείλησε, και έτσι ο ίδιος πώλησε το σπίτι και εγκατέλειψε τη χώρα.

 

Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις, ο Αιτητής ανέφερε ότι τα κληρονομικά προβλήματα ξεκίνησαν τέλος του 2020, και η ανάληψη των λογαριασμών από την θετή του οικογένεια έγινε τον Φεβρουάριο του 2021. Ως περαιτέρω δήλωσε, η σχέση του με την μητριά του, την οποία αποκαλούσε «μητέρα» άλλαξε, ωστόσο εξακολουθούσε να διαμένει στο ίδιο σπίτι μαζί τους. Ερωτηθείς αν συνέβη κάτι κατά την παραμονή του στο σπίτι, ο Αιτητής αναφέρθηκε σε διαφωνία που προέκυψε με τον ετεροθαλή αδερφό του ο οποίος ήθελε να πωλήσει την μοτοσυκλέτα του.

 

Κληθείς στη συνέχεια να περιγράψει την αντίδραση της οικογένειας όταν τους ενημέρωσε ότι η οικονομική στήριξη θα τερματιστεί, ο Αιτητής ανέφερε ότι ήθελαν να πωλήσουν την εταιρεία του πατέρα του∙ ενώ ερωτηθείς στη συνέχεια αν συνέβη κάτι στον ίδιο λόγω της συγκεκριμένης απόφασης, ο Αιτητής αναφέρθηκε σε λογομαχίες μεταξύ τους.

 

Σε ερωτήσεις αναφορικά με την επίσκεψη του στο χωριό, ο Αιτητής ανέφερε ότι πήγε στο χωριό Samoa όπου παρέμεινε για οκτώ (8) μήνες, χωρίς να έχει συμβεί οτιδήποτε με την οικογένεια του κατά την παραμονή του εκεί. Όταν επέστρεψε ενημερώθηκε από την ετεροθαλή αδερφή του για την πώληση της εταιρείας.

 

Κατά την παραμονή του στο σπίτι, είδε τον αδερφό του στο δωμάτιο του εικάζοντας ότι έσπασε την κλειδαριά και πήρε τα πιστοποιημένα έγγραφα της εταιρείας. Ως περαιτέρω ανέφερε, όταν αντιμετώπισε την μητριά του για την πώληση της εταιρείας τον απείλησε ότι τελειώνει η ζωή του (“your life will finish”). Ερωτηθείς αν συνέβη κάτι στον ίδιο μετά από αυτή την φράση, ο Αιτητής απάντησε ότι πωλήθηκε η εταιρεία και το αυτοκίνητο εν αγνοία του.     

 

Ο αρμόδιος λειτουργός στην εισηγητική του έκθεση διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς από τις δηλώσεις του Αιτητή. Πρώτον, ως προς την ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή, και δεύτερο ως προς τα οικογενειακά προβλήματα με την μητριά του εξαιτίας κληρονομιάς.

 

Αμφότεροι ουσιώδεις ισχυρισμοί έγιναν αποδεκτοί καθότι κρίθηκε ότι τεκμηριώθηκε η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο Αιτητής είναι κάτοχος διαβατηρίου της χώρας καταγωγής του, ενώ οι δηλώσεις του επιβεβαιώθηκαν και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι τα όσα ο Αιτητής ανέφερε στη συνέντευξη του αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. 

 

Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει των αποδεδειγμένων ισχυρισμών, ο λειτουργός έκρινε μετά από σχετική έρευνα σε σχέση με την γενική κατάσταση ασφαλείας στη Γουινέα ότι δεν προκύπτουν εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του θα υποστεί δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ενώ σ΄ότι αφορά τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τα κληρονομικά προβλήματα με την μητριά του κρίθηκε ότι δεν είναι εφικτό να συνδεθεί με οποιαδήποτε πράξη δίωξης κατά του Αιτητή ως αυτή ορίζεται από το άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου, και κίνδυνο σοβαρής βλάβης ως ορίζεται από το άρθρο 19 (1) και (2) του ιδίου νόμου.

 

Ακολούθως, κατά την νομική ανάλυση, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του περί Προσφύγων Νόμου. Σε σχέση δε με τις προϋποθέσεις ένταξης του Αιτητή στο άρθρο 19 (2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε ότι δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής απειλής λόγω αδιάκριτης βίας εφόσον η χώρα καταγωγής του δεν βρίσκεται σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.   

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.

 

Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη του/της ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του/της. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση του/της αιτητή/τριας, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.

 

Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή, με σκοπό να εξεταστεί ο ισχυρισμός της συνηγόρου περί πάσχουσας έρευνας, το Δικαστήριο μελετώντας το σύνολο του διοικητικού φακέλου, κρίνει απόλυτα ορθή την αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ’ ων η αίτηση.

 

Δεν παραγνωρίζω ότι πρόκειται για ιδιωτικής φύσεως διαφορές, ζητήματα δηλαδή που σε κάθε περίπτωση δεν εμπίπτουν στον ορισμό του πρόσφυγα.

 

Είναι πλέον νομολογημένο ότι «δεν είναι επαρκές για αιτητή διεθνούς προστασίας, προς ευόδωση της αίτησής του, να επικαλείται φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του προκαλούμενο από ιδιωτικούς φορείς, χωρίς να συγκεκριμενοποιεί οποιοδήποτε γεγονός προς τούτο και αναμένοντας από τις διοικητικές ή δικαστικές αρχές να διεξάγουν εξ ιδίων έρευνα ώστε να εξιχνιάσουν τα γεγονότα επαλήθευσης ή μη του ισχυρισμού του» (βλ. M.M.R. v Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω ΑΑΠ, Έφεση κατά απόφασης ΔΔΔΠ αρ. 5/2019, ημερομηνίας 04/10/2023).

 

Ως προς τον ισχυρισμό περί μη εξέτασης από τους Καθ’ ων η αίτηση ειδικά του ισχυρισμού που αφορά στο τραυματισμό του Αιτητή στο πόδι, και επακόλουθης μειωμένης κινητικότητας που δυσχεραίνει την εργασιακή του δυνατότητα, παρατηρώ ότι έγινε παραπομπή του Αιτητή για ιατρικές εξετάσεις, ενώ ως ο ίδιος ανέφερε εργαζόταν παρά τις κινητικές δυσκολίες και έλαβε αγωγή η οποία τον βοήθησε. Περαιτέρω επισημαίνω ότι δεν προσκομίστηκε κατά την ενώπιον μου διαδικασία οποιοδήποτε πιστοποιητικό ή έκθεση αναφορικά με την σημερινή κατάσταση υγείας του Αιτητή ώστε να εξεταστεί από το Δικαστήριο ο προωθούμενος ισχυρισμός. Αντίθετα στο στάδιο των διευκρινήσεων γενικά και αόριστα τέθηκε ισχυρισμός περί έλλειψης δέουσας έρευνας αναφορικά με την ανικανότητα του να εργαστεί λόγω του τραυματισμού που υπέστη στη χώρα καταγωγής του χωρίς επιχειρηματολογία πως από μόνο του αυτό το στοιχείο συνηγορεί υπερ της χορήγησης διεθνούς προστασίας.

 

Συνεπώς, από το ιστορικό του Αιτητή όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, έχοντας κατά νου τα δεδομένα που προκύπτουν από το διοικητικό φάκελο και από την ανωτέρω αξιολόγηση των ισχυρισμών του, προκύπτει ότι ο Αιτητής δε στοιχειοθέτησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.

 

Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου, καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δύναται να παραχωρηθεί σε οποιοδήποτε Αιτητή σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1) του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19 του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να στοιχειοθετήσει οποιοδήποτε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής υπό τα άρθρα 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψη ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[…]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

 

Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

 

Το Δικαστήριο προέβη σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σε σχέση με την γενικότερη κατάσταση στη Γουινέα, από όπου προκύπτει σύμφωνα με δημοσίευμα του Κέντρου Στρατηγικών και Αμυντικών Μελετών (Center for Strategic and Defense Studies) ότι η χώρα αντιμετωπίζει μακροχρόνιο υψηλό ποσοστό εγκληματικότητας, με την ληστεία να είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη σε πολλές περιοχές.[1] Σύμφωνα με την ίδια πηγή, η ένοπλη βία γίνεται ολοένα και πιο συχνή στις κατοικημένες περιοχές της Γουινέας, και βίαιες ληστείες, κλοπές αυτοκινήτων και εισβολές σε σπίτια διαπράττονται συχνά από ένοπλες συμμορίες.[2] Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το Υπουργείο Εξωτερικών και Εμπορίου (Department of Foreign Affairs and Trade) της Ιρλανδίας, οι πολιτικές εντάσεις παραμένουν υψηλές, και διαδηλώσεις που πραγματοποιούνται συχνά σε όλη τη χώρα, ενδέχεται να πραγματοποιηθούν με ελάχιστη ή καθόλου προειδοποίηση και να εξελιχθούν σε βίαιες, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.[3]

 

Ως προς τα αριθμητικά δεδομένα, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία από τη βάση δεδομένων ACLED (Armed Conflict Location and Event Data Project), στη Γουινέα, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 02/01/2026), καταγράφηκαν 81 περιστατικά πολιτικής βίας[4] τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 29 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[5] Ειδικότερα, στην πόλη Nzerekore, τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, το ανωτέρω χρονικό διάστημα καταγράφηκαν στην εν λόγω βάση δεδομένων, 14 περιστατικά πολιτικής βίας τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 4 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[6] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός στην πόλη Nzerekore εκτιμάται ότι ανέρχεται στις 272,866 (2025) κατοίκους.[7]

Τα εν λόγω στοιχεία καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης στην συγκεκριμένη περιοχή που θα μπορούσαν να θέσουν υπό απειλή την ζωή ενός πολίτη από την παρουσία του και μόνο στην εν λόγω περιοχή, υπό την έννοια του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

 

Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω υπό τις περιστάσεις, ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός του για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας ως προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου. Η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση κρίνεται ορθή και νόμιμη, πλήρως αιτιολογημένη (βλ. Γρηγορόπουλος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 4 ΑΑΔ 1414 και Γενεθλίου ν. Συμβούλιο Αμπελουργικών Προϊόντων (1990) 3 ΑΑΔ 4096).

 

Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

Α. AΓΡΟΤΗ, Δ. ΔΔΔΠ

 

 



[1] Center for Strategic and Defense Studies, Guinea Risk Report, https://csdsafrica.org/guinea/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 15/01/2026]

[2] Ibid

[3] Department of Foreign Affairs and Trade, Guinea, Updated: 21/11/2025, Still Current: 15/01/2026, https://www.ireland.ie/en/dfa/overseas-travel/advice/guinea/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 15/01/2026]

[4] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests).

[5] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer  (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Guinea, Nzerekore) [Ημερομηνία Πρόσβασης: 15/01/2026]

[6] Ibid

[7] Worldometer, https://www.worldometers.info/world-population/guinea-population/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 15/01/2026]


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο