ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ. 4400/2024
27 Φεβρουαρίου 2026
[Β. ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
A.M.F. εκ Λευκωσίας
Αιτητή
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Γεώργιος Βασιλόπουλος (κος), Δικηγόροι για τον Αιτητή
Νικόλαος Νικολάου (κος), Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η Αίτηση
Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 18/09/2024 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, καθώς κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2022 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος). Ταυτόχρονα αιτείται την έκδοση απόφασης από τον παρόν Δικαστήριο με την οποία να αναγνωρίζεται ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ο Αιτητής κατάγεται από την Σομαλία. Εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές στις 11/10/2021 και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας περί τις 02/11/2021. Στις 16/09/2024 διενεργήθηκε η συνέντευξη ουσίας του Αιτητή από αρμόδιο Λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 18/09/2024 αρμόδιος Λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση Εισήγηση για απόρριψη της αίτησης προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία εγκρίθηκε στις 18/09/2024. Στις 08/10/2024 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία παρελήφθη και υπεγράφη από τον Αιτητή αυθημερόν. Στις 07/11/2024 καταχωρήθηκε η Προσφυγή υπ' αριθμόν 4400/24 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Κατά την καταχώρηση της προσφυγής, ο Αιτητής, ο οποίος τότε δεν εκπροσωπείτο από δικηγόρο, δεν προέβαλε κανένα νομικό ισχυρισμό εναντίον της προσβαλλόμενης απόφασης απόρριψης του αιτήματος του για διεθνή προστασία, αναφέροντας μόνο ότι κατάγεται από μία μικρή φυλή και έχει παντρευτεί με γυναίκα από διαφορετική μικρή φυλή, καθώς και ότι ο πατέρας και τα αδέρφια της του επιτέθηκαν και εξαιτίας αυτού αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής του. Κατόπιν διορισμού δικηγόρου στις 28/11/2024, ο συνήγορός του Αιτητή προέβη στη κατάθεση αίτησης τροποποίησης της προσφυγής, η οποία εγκρίθηκε από το παρόν Δικαστήριο και επί της οποίας εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης της προσφυγής στις 10/01/2025. Ακολούθως, ο Αιτητής, δια του δικηγόρου του, προβάλει πλείονες νομικούς ισχυρισμούς προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, αποσύροντας κατά το στάδιο των διευκρινίσεων τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας του οργάνου που έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση, πλην του σκέλους που αφορά το πρόσωπο που Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου. Πιο συγκεκριμένα:
Ως προς τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας κατά το σκέλος στο οποίο προωθείται αναφορικά με το πρόσωπο που Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής διά του συνηγόρου του προβάλλει ότι κατά τον χρόνο λήψης της επίδικης απόφασης χρέη Προϊσταμένου ασκούσε η κα Χρυσομηλά- Κουτσούμπα, η οποία ωστόσο στη συνέχεια εγκατέλειψε τη συγκεκριμένη θέση, χωρίς να έχει οριστεί πρόσωπο που να ασκεί τα καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου τουλάχιστον έως τον χρόνο κατά τον οποίο ο συνήγορος του Αιτητή καταχώρησε την γραπτή του αγόρευση, και συνεπώς η σχετική εξουσιοδότηση που έχει δοθεί στους λειτουργούς δεν έχει ισχύ, καθιστώντας τις επιμέρους αποφάσεις άκυρες.
Ως προς τους λοιπούς λόγους ακύρωσης που προωθούνται, ο Αιτητής προβάλει δια του συνηγόρου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και απουσίας επαρκούς αιτιολογίας, πλάνης περί τα πράγματα και περί το νόμο. Ως προς αυτό, ο συνήγορος του Αιτητή αναφέρει ότι δεν υπήρξε δέουσα έρευνα καθώς αφενός δεν αφιερώθηκε αρκετός χρόνος διεξαγωγής της συνέντευξης και αφετέρου η συνέντευξη βασίστηκε σε τυποποιημένα έντυπα συνεντεύξεων. Αναφέρει επίσης ο συνήγορος ότι ο λειτουργός, κατά την απόρριψη της φυλετικής μειονότητας του Αιτητή δεν παραπέμπει σε εξωτερικές πηγές, καθώς και ότι παρόλο που στον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό ο λειτουργός καταγράφει πληροφορίες για τη φυλή Gabooye, δεν δέχεται ότι ο Αιτητής είναι μέλος αυτής. Ο συνήγορος υποστηρίζει ακολούθως ότι μέλη της μειονοτικής φυλής Gabooye υφίστανται διακρίσεις αναφορικά με περιορισμούς στην εργασία, οικονομικούς πόρους, ιδιοκτησία και πρόσβαση στις αρχές, παραθέτοντας πηγές πληροφόρησης επί αυτού. Καταλήγει εν τέλει στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής χαρακτηρίζεται από ειδικές ατομικές περιστάσεις λόγω της εθνοτικής του καταγωγής ως Gabooye και έχει υποστεί εξευτελιστική μεταχείριση εξαιτίας αυτού.
Οι Καθ’ ων η Αίτηση στη γραπτή τους αγόρευση αναφορικά με την αναρμοδιότητα του αποφασίζοντος οργάνου ειδικά σε σχέση με το πρόσωπο του Προϊσταμένου, προβάλλουν με τη σειρά τους ότι ο εν λόγω λόγος ακύρωσης είναι ανεπίδεκτος δικαστικής, δεδομένου δεν είναι επίδικο ζήτημα στη παρούσα υπόθεση καθώς και ότι ο κ. Παντελής Καζαντζής, ως αποφασίζον όργανο, ήταν δεόντως και αρμοδίως εξουσιοδοτημένος. Υποστηρίζουν δε οι Καθ’ ων ως προς το πρόσωπο του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου ότι μπορεί να είναι είτε διορισμένο προς τούτο άτομο είτε αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ο οποίος εξουσιοδοτείται από τον Υπουργό να ασκεί τα σχετικά καθήκοντα. Επιπροσθέτως, όσον αφορά τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας οι Καθ’ ων αντιτείνουν ότι ο εν λόγω ισχυρισμός πάσχει λόγω αοριστίας και έλλειψης δικανικού συλλογισμού, υποστηρίζοντας ότι οι Καθ’ ων προέβησαν σε πλήρη έρευνα και ανάλυση των ισχυρισμών που προβλήθηκαν από τον Αιτητή, υποβάλλοντας επαρκείς ερωτήσεις και προβαίνοντας σε εξατομικευμένη έρευνα, και παρόλο που ο Αιτητής είχε την ευκαιρία να αναφέρει ό,τι επιθυμούσε σχετικά με την αίτηση του, προέβη μόνο σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς που οδήγησαν στην κρίση περί αναξιοπιστίας. Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί ελλιπούς αιτιολογίας, οι Καθ’ ων αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλήρως και δεόντως αιτιολογημένη καθώς στο σώμα της απόφασης, το οποίο ο Αιτητής έλαβε γνώση με τη λήψη της εισηγητικής έκθεσης, παρατίθενται λεπτομερώς οι λόγοι απόρριψης του αιτήματός του και ότι περαιτέρω αιτιολογία αναπληρώνεται από τους διοικητικούς φακέλους. Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί πλάνης περί τον Νόμο, οι Καθ’ ων προωθούν ότι θα πρέπει να απορριφθεί ο εν λόγω ισχυρισμός ως αβάσιμος καθότι ο Αιτητής δεν έχει καταδείξει οποιαδήποτε ουσιώδη πλάνη και η απόφαση περί μη υπαγωγής του στο καθεστώς του πρόσφυγα λήφθηκε κατόπιν ορθής εκτίμησης όλων των περιστατικών της εν λόγω υπόθεσης. Εν κατακλείδι, αναφορικά με την ενδεχόμενη υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας, οι Καθ’ ων προωθούν ότι από το ίδιο το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι εξετάστηκε κατά πόσο ο Αιτητής εμπίπτει στις σχετικές πρόνοιες του νόμου και δεν κατάφερε να αποδείξει σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Η αναγκαιότητα έγερσης των λόγων προσφυγής με ευκρίνεια και λεπτομέρεια είναι θεμελιώδους σημασίας διαφορετικά το Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να τα εξετάσει αυτεπαγγέλτως, έστω και εάν έχουν εγερθεί με την αγόρευση.
Καταρχάς, παρατηρείται ότι οι λόγοι ακύρωσης που εγείρονται στην παρούσα αίτηση παρατίθενται με γενικότητα και αοριστία. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.
«Η αναφορά, για παράδειγμα, ότι «Η απόφαση πάσχει γιατί λήφθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα» (το ίδιο αοριστολόγοι είναι και οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης), δεν εξηγεί καθόλου, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα, ή σε πλάνη, ή καταπάτηση των αρχών της ίσης μεταχείρισης κλπ. Η προσφυγή θα μπορούσε να απορριφθεί για τους πιο πάνω διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αντανακλούν βεβαίως και επί της ουσίας. Αυστηρώς ομιλούντες τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων. (δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384) (δέστε Υπόθεση Αρ. 1119/2009 ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και Κυπριακής Δημοκρατίας).
Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672:
Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης.
Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).
O συνήγορος του Αιτητή παραθέτει γενικά και αόριστα τα νομικά σημεία στην προσφυγή και επικαλείται παραβιάσεις του Συντάγματος, του περί Προσφύγων Νόμου, των Γενικών Αρχών και του Διοικητικού Δικαίου χωρίς ωστόσο να παραθέτει τις συγκεκριμένες διατάξεις της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμό παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά επίσης ελλείπει οποιαδήποτε τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης.
Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636:
«Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγόρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».
Σχετική είναι και η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4.
«Το γεγονός ότι το άρθρο 146.1. του Συντάγματος καταγράφει ως αιτίες ακυρότητας την αντίθεση προς τις διατάξεις του Συντάγματος, ή του Νόμου και την υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας, δεν σημαίνει ότι αρκεί η γενική επίκληση κάποιας από αυτές χωρίς άλλο. Η ταξινόμηση κάποιου νομικού λόγου ως υπαγόμενου στα πιο πάνω, είναι εγχείρημα ουσίας που προϋποθέτει την έγερσή του σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις».
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου.
Στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου, 2010).
Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. The Republic (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης» (Δημοκρατίας ν. Γιαλλουρίδη και Άλλων), Αναθεωρητικές Εφέσεις 868, 868, ημερομηνίας 13.12.90)».
Ως προς τους προωθούμενους λόγους προσφυγής είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει και την ουσιαστική ορθότητα της de novo και ex nunc. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελείς χαρακτηρίζονται οι λόγοι προσφυγής, οι οποίοι ακόμα και αν γίνουν δεκτοί δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].
Όπως επισημάνθηκε, αποτελεί βασική νομολογιακή αρχή ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγεται δε στην διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Α.Ε. Aρ.: 3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 5.6.2002, (2002) 3 ΑΑΔ 345).
Η γενική αυτή νομολογιακή αρχή θα πρέπει να εξεταστεί εν προκειμένω υπό το φως του ειδικού δικαίου που διέπει τη διαδικασία εξέτασης μίας αιτήσεως ασύλου και των αρχών που θεσπίζει τόσο η εθνική όσο και η ενωσιακή νομοθεσία. Συναφές εν προκειμένω είναι το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτού. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας των αιτητών ασύλου να τεκμηριώσουν με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή τους, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C 277/11, M. M., ECLI:EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).
Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι η απόφαση λήφθηκε υπό πλάνη, οι Καθ' ων αντιτάσσουν ότι η Υπηρεσία Ασύλου βασίστηκε σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα όπως αυτά αναλύθηκαν και επεξηγήθηκαν από τον Αιτητή. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι Καθ' ων η αίτηση εξέτασαν ουσιαστικά την αίτηση του Αιτητή και όλα όσα είχε θέσει ο Αιτητής με τους ισχυρισμούς του και στάθμισαν και αξιολόγησαν πλήρως τα ενώπιον τους δεδομένα και ουδέποτε ενήργησαν υπό πλάνη.
Έχει νομολογηθεί ότι δεν υφίσταται πλάνη περί τα πράγματα όταν η Διοίκηση σταθμίζει και αξιολογεί στοιχεία και γεγονότα όπως αυτά τίθενται ενώπιον της προς κρίση. Πλάνη περί τα πράγματα στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται η αντικειμενική ανυπαρξία γεγονότων που έλαβε υπόψη του το αρμόδιο όργανο για να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Όταν η πλάνη του αρμόδιου οργάνου έγκειται στην λανθασμένη ερμηνεία του Νόμου, τότε η απόφαση του αρμόδιου οργάνου πάσχει διότι η πλάνη του αυτή οδήγησε σε εσφαλμένη εφαρμογή του Νόμου και κατά συνέπεια με αυτό τον τρόπο συντρέχει πλάνη περί το Νόμο.
Περαιτέρω θα πρέπει να αναφερθεί ότι το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού για ύπαρξη πλάνης το έχει ο Αιτητής (βλ. Παπαδόπουλος v. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (1190) 3ΑΑΔ 262, 267). Η υπό κρίση απόφαση λήφθηκε στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, ήτοι της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν συνεκτίμησης των πραγματικών στοιχείων και δεδομένων, στηριζόμενη στο ορθό νομικό υπόβαθρο όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω στην απόφαση μου. Συνεπώς, ο ισχυρισμός περί νομικής και πραγματικής πλάνης ή ότι η απόφαση λήφθηκε υπό πεπλανημένα κριτήρια απορρίπτεται.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή ως προς την παραβίαση του άρθρου 13 του περί Προσφύγων Νόμου, κρίνω ότι η απόφαση λήφθηκε από αρμόδιο όργανο, ήτοι τον κο. Ανδρέα Αγρότη, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών διοικητική λειτουργό να λάβει την απόφαση και περαιτέρω ουδεμία απεμπόληση αρμοδιότητας υπήρξε.
Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Περί Προσφύγων Νόμου το οποίο ορίζει την έννοια του «Προϊσταμένου» που δύναται να αποφασίζει επί των αιτήσεων ασύλου ως εξής:
«"Προϊστάμενος" σημαίνει αρμόδιο λειτουργό ο οποίος προΐσταται της Υπηρεσίας Ασύλου και περιλαμβάνει οποιοδήποτε άλλο αρμόδιο λειτουργό της εν λόγω Υπηρεσίας που εξουσιοδοτείται από τον Υπουργό, για να ασκεί όλες ή οποιεσδήποτε από τις εξουσίες ή να εκτελεί όλα ή οποιαδήποτε από τα καθήκοντα του Προϊσταμένου».
Ο κος Α. Αγρότης είναι εγκύρως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό για να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου. Η εν λόγω εξουσιοδότηση ημερ. 09/06/2022 αποτελεί και μέρος του σχετικού διοικητικού φακέλου που έχει καταχωρηθεί στο Δικαστήριο κατά το στάδιο των διευκρινίσεων.
Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα όσων ο Αιτητής δήλωσε με την αίτησή του για διεθνή προστασία, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και όσων προβάλει με την παρούσα προσφυγή.
Κρίνεται σκόπιμο στο στάδιο αυτό, να καταγραφούν οι ισχυρισμοί που πρόβαλε o Αιτητής στα πλαίσια της εξέτασης του αιτήματός του για διεθνή προστασία από την Υπηρεσία Ασύλου.
Κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας ο Αιτητής δήλωσε ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του επειδή ανήκει σε μειονοτική ομάδα και η αναζήτηση εργασίας καθώς και η γενικότερη ζωή έγινε δύσκολη. Ανέφερε επίσης ότι κακοποιήθηκε σωματικά, προσθέτοντας παράλληλα ότι έφυγε για την σύζυγο του και τα τρία τους παιδιά.
Κατά την συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος Σομαλίας, εθνοτικής καταγωγής Gabooye και γεννήθηκε στην πόλη Burao, της επαρχίας Togheer στη Somaliland, της Σομαλίας όπου και διέμενε έως το Μάιο του 2021, όταν μετέβηκε στην περιοχή Hargeisa, της επαρχίας Woqooyi Galbeed στη Somaliland έως και την αναχώρηση του από τη χώρα καταγωγής. Ως προς το θρήσκευμα δήλωσε πως είναι Μουσουλμάνος. Ως προς το μορφωτικό επίπεδο και το επάγγελμα του δήλωσε ότι δεν πήγε ποτέ σχολείο και εργαζόταν ως κουρέας από νεαρή ηλικία μέχρι και το 2016 και μετέπειτα η μητέρα του και η οικογένεια της συζύγου του τον συντηρούσε οικονομικά. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι παντρεμένος και έχει τρία ανήλικα τέκνα που διαμένουν στη πόλη Burao, όπου διαμένει και η μητέρα του με τα δύο του αδέλφια.
Αναφορικά με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής, κατά τη διάρκεια της προσωπικής συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής δήλωσε ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του λόγω του ότι η οικογένεια της συζύγου του ήθελε να τον σκοτώσει επειδή ανήκει στη φυλή Gabooye και η σύζυγος του στη φυλή Isaac. Πρόσθεσε ότι από το 2009 έως το 2021 κρυβόταν για να μην τον βρουν και μετά το 2015, όταν και άφησε τη γυναίκα του και πήγε να μείνει με την μητέρα του, η οικογένεια της συζύγου τον αναζητούσε για να προχωρήσει στην έκδοση διαζυγίου. Ανέφερε επίσης ότι κατά το ανωτέρω διάστημα συναντούσε τη γυναίκα του κρυφά κάθε δύο με τρεις μήνες.
Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από τα πρακτικά των συνεντεύξεων και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο αρμόδιος λειτουργός διαμόρφωσε στην εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς.
Ο πρώτος ισχυρισμός που διέκρινε ο αρμόδιος λειτουργός αφορούσε την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή. Ο εν λόγω ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τον αρμόδιο λειτουργό, πλην των όσων ανέφερε ο Αιτητής αναφορικά με στην εθνοτική ομάδα στην οποία ανήκει ως Gabooye. Ως προς αυτό το σκέλος του ισχυρισμού, ο λειτουργός έκρινε ότι οι απαντήσεις του Αιτητή δεν ήταν ικανοποιητικές καθώς δεν γνώριζε επαρκείς πληροφορίες για τη φυλή του, αναφέροντας μόνο ότι εργάζονται ως τσαγκάρηδες και κουρείς και αντιμετωπίζουν προβλήματα διακρίσεων. Ερωτηθείς το λόγο που δεν είναι σε θέση να παράσχει περισσότερες πληροφορίες ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κάτι άλλο χωρίς να εξηγήσει το λόγο περί αυτού. Ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η εν λόγω εξήγηση δεν είναι ικανοποιητική και ότι αναμενόταν από τον Αιτητή να αναφέρει επιπλέον πληροφορίες σχετικά με την φυλή στην οποία ανήκει. Επιπλέον, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι αναφορικά με τα ζητήματα διακρίσεων που προέβαλε ο Αιτητής ανέφερε με ασάφεια ότι όλες οι άλλες φυλές είναι περισσότερες από εκείνους. Ο λειτουργός συμπέρανε ότι παρόλο που δόθηκαν ευκαιρίες στον Αιτητή να τεκμηριώσει τη φυλή του, δεν ήταν σε θέση να δώσει ολοκληρωμένες απαντήσεις αναφορικά με την ιδιότητα του ως μέλος της φυλής και οι γνώσεις του για την εν λόγω ομάδα δεν θεωρήθηκαν επαρκείς. Αναφέρει επίσης ο λειτουργός ότι η έλλειψη γνώσης εκ μέρους του Αιτητή δεν συνάδει με την βιβλιογραφία αφού ο Αιτητής είχε πρόσβαση σε υπηρεσίες έκδοσης διαβατηρίου, δεν είχε περιορισμούς κίνησης, κατάφερε να βρίσκεται εκτός της χώρας του χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα και εξασφάλισε χρήματα για το ταξίδι του, σημεία τα οποία τόνισε ότι δεν συνάδουν με τη ζωή ατόμων που ανήκουν στη μειονοτική ομάδα των Gabooye. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω σκέλους του ισχυρισμού, έπειτα από παράθεση πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, ο λειτουργός διαπίστωσε αντίφαση ανάμεσα στα όσα δήλωσε ο Αιτητής ενώπιον του και στα όσα ανέκυψαν από τον έρευνά του. Ειδικότερα, ο αρμόδιος λειτουργός τόνισε ότι παρόλο που οι περισσότερες πηγές συμφωνούν ότι οι Gabooye έρχονται αντιμέτωποι με διακρίσεις και οι επαγγελματικές κάστες αντιμετωπίζουν σοβαρή κοινωνική, πολιτική, νομική, ακαδημαϊκή και οικονομική διάκριση, ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα του χωρίς κανένα πρόβλημα και είχε πρόσβαση σε υπηρεσίες έκδοσης διαβατηρίου.
Όσον αφορά τα όσα δήλωσε ο Αιτητής σχετικά με τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του, ο λειτουργός έκανε δεκτό τον ισχυρισμό, αναφέροντας ότι το κατατεθέν πρωτότυπο διαβατήριο επιβιώνει τα λεγόμενα του και οι πηγές πληροφόρησης επικυρώνουν τις ονομασίες και την ύπαρξη των όσων ανέφερε.
Αξιολογώντας το δεύτερο ο ισχυρισμό του έκριναν ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματός του.
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός που διέκρινε ο αρμόδιος λειτουργός αφορούσε τα ισχυριζόμενα προβλήματα του Αιτητή σχετικά την οικογένεια της συζύγου του λόγω του ότι ανήκει στην εθνοτική ομάδα Gabooye. Όσον αφορά την εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται του πυρήνα του αιτήματός του. Ερωτηθείς πως προστάτευσε τον εαυτό του από το 2009 έως και το 2021 δεδομένου ότι διέμενε αρχικά με τη σύζυγο του και μετέπειτα με τη μητέρα του στην ίδια περιοχή, απάντησε ότι κρυβόταν, έτρεχε και ότι τον προστάτευσε ο θεός, αναφορές που κρίθηκαν ασυνεχείς λόγω του ότι έχουν άμεση σχέση με τον πυρήνα του αιτήματος, πλήττοντας την εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του Αιτητή. Ερωτηθείς τι τον ώθησε να εγκαταλείψει την χώρα του μετά από 12 χρόνια γάμου, ανέφερε απλώς ότι θα τον σκοτώσουν, χωρίς να δώσει ικανοποιητική εξήγηση. Ερωτηθείς πως κατάφερε να παντρευτεί την σύζυγο του δεδομένου ότι άνηκε σε διαφορετική φυλή απάντησε ότι ήταν πεπρωμένο, χωρίς να δώσει ικανοποιητική και επαρκή εξήγηση. Ο αρμόδιος λειτουργός συμπέρανε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρέχει μια συνεκτική παρουσίαση των συμβάντων με τρόπο που να προσδιορίζεται με σαφήνεια το πλαίσιο εκτύλιξης των γεγονότων, αφού οι απαντήσεις του στερούνταν λεπτομέρειας και πληροφορίας και συνεπώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εσωτερική αξιοπιστία δεν είναι ικανοποιητική. Επιπλέον, ο λειτουργός έκρινε ότι δεδομένου ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι ανήκει στην εν λόγω φυλή, οποιαδήποτε δυσμενή διάκριση εξαιτίας αυτού δεν χρήζει περαιτέρω διερεύνησης. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου τόνισε πως τα όσα ανέφερε ο Αιτητής αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματος και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης.
Εν συνεχεία ο λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Ο λειτουργός εξέτασε την γενική επικρατούσα κατάσταση στη Σομαλία καθώς και τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή καταγωγής του εν λόγω Αιτητή, στη πόλη Burao, επαρχία Togdheer, στη Somaliland, συμπεραίνοντας ότι η Al Shabab δεν ελέγχει την Somaliland και δεν καταγράφονται επιθέσεις από την εν λόγω οργάνωση στη περιοχή, καταλήγοντας ότι η περιοχή θεωρείται η πιο σταθερή και ασφαλής στη Σομαλία. Αναφορικά με τις ιδιαίτερες προσωπικές καταστάσεις του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είναι ενήλικο άτομο, νεαρής ηλικίας, με μέλη οικογένειας στη περιοχή συνήθους διαμονής του, προσωπικές συνθήκες που δεν δικαιολογούν τη πεποίθηση ότι σε περίπτωση επιστροφής θα υποστεί πραγματικό κίνδυνο προσωπικής βλάβης, επισημαίνοντας συγχρόνως ότι ο Αιτητής διέμεινε στην εν λόγω περιοχή όλη του τη ζωή χωρίς να του συμβεί το οτιδήποτε σε προσωπικό επίπεδο. Τέλος, ο λειτουργός συμπέρανε ότι στην πόλη Burao, της επαρχίας Togdheer, Somaliland, δεν υπάρχει εσωτερική ένοπλη σύρραξη ή αδιάκριτη άσκησης βίας και συνεπώς δεν υπάρχει κίνδυνος για τη σωματική του ακεραιότητα λόγω αδιάκριτης βίας.
Υπό το φως των ανωτέρω και προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή σε προσφυγικό καθεστώς καθώς δεν θεμελιώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης για κάποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους στο άρθρο 1(Α)(2) της Σύμβασης της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων και στο άρθρο άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου [Ν.6(Ι)/2000].
Εξετάζοντας δε ενδεχόμενη υπαγωγή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, κρίθηκε ότι βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών του Αιτητή, ήτοι το προσωπικό του προφίλ και την αξιολόγηση κινδύνου ότι:
(α) δεν θεωρείται ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια (α) , του Περί Προσφύγων Νόμου.
(β) δεν θεωρείται ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια (β), του περί Προσφύγων Νόμου. σε περίπτωση που επιστρέψει στην χώρα καταγωγής του και
(γ) συνεκτιμώντας τη κατάσταση που επικρατεί στον τόπο τελευταίας διαμονής του, σε συνδυασμό με το προσωπικό προφίλ του Αιτητή κρίθηκε δεν διατρέχει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας.
Ως προς το τελευταίο σημείο επεσήμαναν ότι ο η αδιάκριτη βία στην περιοχή τελευταίας διαμονής του Αιτητή, δεν είναι τέτοιου βαθμού ώστε να θεωρείται ότι εκείνος δεν θα κινδυνεύσει απλώς και μόνο δια της παρουσίας του. Περαιτέρω, όπως επισημαίνουν ούτε οι προσωπικές περιστάσεις του αιτητή συνηγορούν στην επίταση κινδύνου σε καταστάσεις αδιάκριτης βίας.
Ενόψει των ανωτέρω, θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης επί τη βάσει του άρθρου 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018) και ενόψει τούτου να κρίνω αν ορθά το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα του Αιτητή.
Αρχικά, συντάσσομαι με τους Καθ’ ων η Αίτηση ως προς τον τρόπο που σχημάτισαν τους ισχυρισμούς του Αιτητή.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή, λαμβάνοντας υπόψιν τις δηλώσεις του καθ’ όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός του, παρατηρώ εκ προοιμίου ότι η γενική αξιοπιστία του δεν συνηγορεί στην υποστήριξη των ισχυρισμών του. Αφενός, κομβικά σημεία της αφήγησης του διέπονται από ανακολουθίες, αφετέρου οι πληροφορίες που παρείχε δεν κρίνονται επαρκείς προς στοιχειοθέτηση των ισχυρισμών του.
Προχωρώντας εξ’ υπαρχής στην εξέταση της υπόθεσης και στην αξιολόγηση του πρώτου ισχυρισμού, κρίνω σκόπιμο να εκτεθούν ξανά τα διαθέσιμα στοιχεία προς αξιολόγηση :
Αξιολογώντας την εσωτερική του αξιοπιστία αναφορικά με το συγκεκριμένο ισχυρισμό, κρίνεται ότι ο Αιτητής παρείχε επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την καταγωγή του απαντώντας επαρκώς στις διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού.
Όσον αφορά στην εξωτερική αξιοπιστία του Αιτητή αναφορικά με το συγκεκριμένο ισχυρισμό, εντοπίστηκε η περιοχή καταγωγής και διαμονής του και άλλες πληροφορίες σχετικά την πατρίδα του. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του περί της φυλής του ως Gabooye συντάσσομαι με τη θέση των Κθ΄ων η αίτηση οτι αυτός δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του για του λογούς που ευκρινώς καταγράφονται στις σελίδες 5-6 της έκθεσης εισήγησης του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου (ερ.112-111 του δ.φ.).
Όσον αφορά στην αξιολόγηση του δεύτερου ισχυρισμού αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής του, συντάσσομαι με τους Καθ’ ων η αίτηση και συμφωνώ με τα ευρήματα τους τα οποία καταγράφονται στις σελ. 7-8 της έκθεσης εισήγησης του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου (ερ.110-109 του δ.φ.)
Οι πληροφορίες που παρείχε δεν κρίνονται ικανοποιητικές και οι αναφορές του ενώ παρατηρούνται ανακολουθίες μη συνεκτική παρουσίαση των συμβάντων που επικαλείται και ως μη ευλογοφανείς. Ο Αιτητής, κατά το στάδιο της συνέντευξης δεν ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητικές πληροφορίες τόσο για την φυλή του όσο και την δίωξη του από την οικογένεια του η οποία ως ισχυρίζεται επιθυμεί να τον σκοτώσει γιατί δεν εγκρίνει το γάμο του τον οποίο σύναψε με τη σύζυγό του το 2009 ήτοι περί τα 17 χρόνια προηγουμένως.
Περαιτέρω λαμβάνοντας υπόψιν τη σημασία των φυλών στη δομή της σομαλικής κοινωνίας και ως επί το πλείστον το γεγονός ότι η φυλετική του καταγωγή αποτελεί τον πυρήνα του αιτήματος του, αναμενόταν να είναι σε θέση να παράσχει περισσότερες πληροφορίες.
Λαμβάνοντας υπόψιν τα ανωτέρω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν στοιχειοθετείται η εσωτερική αξιοπιστία του αιτητή αναφορικά με το συγκεκριμένο ισχυρισμό.
Περαιτέρω παρατηρώ ότι η αρμόδια αρχή προέβη σε έρευνα των εξωτερικών πηγών αναφορικά με την επαγγελματική κάστα των Gabooye την οποία κρίνω ολοκληρωμένη.
Λαμβανομένου υπόψη οτι ο Αιτητής, δεν τεκμηρίωσε ότι ανήκει στην εν λόγω κάστα ισχυρισμός ο οποίος είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τη μη αποδοχή του ισχυρισμού του και για δίωξη από την οικογένεια της συζύγου πέραν βέβαια και των ευρημάτων του αρμόδιου λειτουργού τα οποία υιοθετώ κρίνω πως η εσωτερικής αναξιοπιστίας δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε ικανοποίηση των προϋποθέσεων του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000) αλλά ούτε η περίπτωση του εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής σε αυτόν καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Αξιολογώντας το μελλοντικό κίνδυνο που θα αντιμετώπιζε ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής στην πατρίδα του, θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν ο μόνος αποδεκτός ισχυρισμός του, ήτοι αυτός αναφορικά με τα προσωπικά της στοιχεία καθώς και στοιχεία για τον τόπο καταγωγής και ειδικότερα συνήθους και τελευταίας διαμονής του. Λαμβάνοντας υπόψη το προφίλ του, κρίνω ότι σε περίπτωση επιστροφής στον τόπο καταγωγής του, ο Αιτητής δεν θα κινδυνεύσει να υποβληθεί σε μεταχείριση η οποία θα μπορούσε να ανέλθει σε επίπεδο δίωξης και ως εκ τούτου δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.
Επιπροσθέτως, ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε κανένα ουσιώδη λόγο ώστε να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη ώστε να υπαχθεί σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 19 του Περί προσφύγων Νόμου.
Αρχικά, δεν τεκμηρίωσε τον πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας στην χώρα καταγωγής του, δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια (α) και (β), του Περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω, αναφορικά με το κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται συμπληρωματικής προστασίας το Άρθρο 15(γ) της Οδηγίας για αναγνώριση προσώπων ως δικαιούχων συμπληρωματικής προστασίας που αντιστοιχεί στο Άρθρο 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου διαλαμβάνει πως «σοβαρή απειλή» σημαίνει η «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.»
Σε αυτό το πλαίσιο υπάρχουν τα στοιχεία που συνιστούν τη διάταξη και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σωρευτικά για να τύχει εφαρμογής η εν λόγω πρόνοια. Η ευρωπαϊκή οδηγία δεν παρέχει ορισμό του στοιχείου της «διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης», εντούτοις στην υπόθεση Aboubacar Diakite ν. Commissaire general aux refugies et aux apatrides, C-285/12 το ΔΕΕ ερμηνεύοντας την έννοια «ένοπλη σύρραξη» κατέληξε πως πρέπει να δοθεί μια ερμηνεία, αυτόνομη από το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, καθώς επίσης έθεσε ένα κατώτατο επίπεδο/όριο (low hreshold) ως προς το κατά πόσο μια «ένοπλη σύρραξη» λαμβάνει χώρα, αναφέροντας στη σκέψη 35:
«[.] το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας 2004/83 έχει την έννοια ότι η ύπαρξη εσωτερικής ένοπλης συρράξεως πρέπει να γίνεται δεκτή, όσον αφορά την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, όταν οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή όταν δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να είναι δυνατός ο χαρακτηρισμός της συρράξεως αυτής ως ένοπλης συρράξεως που δεν έχει διεθνή χαρακτήρα, υπό την έννοια του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, και χωρίς η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργανώσεως των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων ή η διάρκεια της συρράξεως να αποτελεί αντικείμενο αυτοτελούς εκτιμήσεως σε σχέση με την εκτίμηση του βαθμού βίας που δεσπόζει στην οικεία επικράτεια.»
Περαιτέρω όμως, μια επιπλέον και καθοριστική προϋπόθεση για τη εφαρμογή του άρθρου 15 (γ) είναι η ύπαρξη «αδιάκριτης άσκησης βίας» αφού όπως αναφέρθηκε η ύπαρξη «ένοπλης σύρραξης» αποτελεί μεν αναγκαία, αλλά όχι επαρκή προϋπόθεση όπως τονίζεται και στη δικαστική ανάλυση του EASO. Θα πρέπει συνεπώς να εκτιμάται τόσο η ύπαρξη ένοπλης σύρραξης (διεθνούς ή εσωτερικής) όσο και ο βαθμός της βίας, αφού όπως επισημάνθηκε από το ΔΕΕ, στην απόφαση του στην Diakité (σκέψη 30):
«Επιπλέον, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η ύπαρξη εσωτερικής ένοπλης συρράξεως μπορεί να συνεπάγεται την παροχή της επικουρικής προστασίας μόνο στο μέτρο που οι συγκρούσεις μεταξύ των τακτικών δυνάμεων ενός κράτους και ενός ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων ή μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων θεωρούνται κατ' εξαίρεση ότι συνεπάγονται σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του αιτούντος την επικουρική προστασία, υπό την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γ), της οδηγίας 2004/83, διότι ο βαθμός της αδιάκριτης ασκήσεως βίας που τις χαρακτηρίζει είναι τόσο μεγάλος ώστε υπάρχουν σοβαροί και βάσιμοι λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να υποστεί την εν λόγω απειλή (βλέπε, υπό την έννοια αυτή, Elgafaji, σκέψη 43).»
Σε σχέση με τον ορισμό της «αδιάκριτης άσκησης βίας» στην απόφαση του ΔΕΕ που εκδόθηκε στην υπόθεση Elgafaji αποφάνθηκε ότι ο όρος «αδιάκριτη» σημαίνει ότι η βία «μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους». Το ΔΕΕ έχει επισημάνει ότι απαιτείται η ύπαρξη «εξαιρετικής κατάστασης» για την εφαρμογή του άρθρου 15 στοιχείο γ) στους αμάχους εν γένει.
Στη σκέψη 35 της απόφασης Elgafaji, το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι για να ισχύει κάτι τέτοιο:
«[.] ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη . [πρέπει να] είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας.»
Στη σκέψη 39 το ΔΕΕ τόνισε την ίδια στιγμή πως θα:
"[.] πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.»
Παραδείγματα πράξεων αδιακρίτως ασκούμενης βίας μπορεί να είναι τα εξής: μαζικές στοχευμένες βομβιστικές επιθέσεις, αεροπορικοί βομβαρδισμοί, επιθέσεις ανταρτών, παράπλευρες απώλειες σε άμεσες ή τυχαίες επιθέσεις σε περιοχές πόλεων, πολιορκία, καμένη γη, ελεύθεροι σκοπευτές, τάγματα θανάτου, επιθέσεις σε δημόσιους χώρους, λεηλασίες, χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών κ.λπ.
Με βάση και τις σκέψεις 35, 39 και 43 του ΔΕΕ, στην υπόθεση Elgafaji, η EASO αναφέρει πως εκεί όπου υφίσταται «αδιάκριτη άσκηση βίας» μπορεί να γίνει η ακόλουθη διαφοροποίηση σε δύο κατηγορίες ως προς το βαθμό της:
1. Εδάφη όπου ο βαθμός βίας φθάνει σε τέτοιο υψηλό επίπεδο ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας
2. Εδάφη όπου λαμβάνει χώρα αδιάκριτη άσκηση βίας, εντούτοις δεν φθάνει σε τέτοιο υψηλό επίπεδο, και σε σχέση με την οποία περαιτέρω ατομικά χαρακτηριστικά θα πρέπει να αποδειχθούν
Σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία θα πρέπει να αναφερθεί ότι βάσει του άρθρου 15 στοιχείο γ), ένα πρόσωπο που διατρέχει γενικό κίνδυνο δεν αποκλείεται να διατρέχει και ειδικό κίνδυνο, και το αντίστροφο. Πράγματι, το ΔΕΕ διατύπωσε την έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» ('sliding scale'), σύμφωνα με την οποία:
«όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας (Elgafaji, σκέψη 39· Diakité, σκέψη 31).»
Όπως αναφέρεται και στη σχετική δικαστική ανάλυση του EASO για το Άρθρο 15 στοιχείο γ) εν σχέση με τις ενδείξεις αδιάκριτης άσκησης βίας θα πρέπει να εξετάζεται από τα δικαστήρια τι προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία. Τα «κριτήρια Sufi και Elmi» βάσει της απόφασης του ΕΔΔΑ είναι (χωρίς να αποτελούν εξαντλητικό κατάλογο):
· οι αντιμαχόμενες πλευρές και η αντίστοιχη στρατιωτική τους ισχύς·
· οι εφαρμοζόμενες μέθοδοι και τακτικές πολέμου (κίνδυνος θυμάτων μεταξύ του άμαχου πληθυσμού)·
· το είδος των χρησιμοποιούμενων όπλων·
· η γεωγραφική έκταση των μαχών (τοπικές ή εκτεταμένες)·
· ο αριθμός νεκρών, τραυματιών και εκτοπισμένων αμάχων ως αποτέλεσμα των μαχών.
Λαμβάνοντας υπόψιν τα ανωτέρω, το Δικαστήριο προέβη εκ νέου σε έρευνα αναφορικά με την πατρίδα και ειδικότερα με τους τόπους διαμονής του Αιτητή. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 15 (γ) του κατά πόσον υφίσταται ένοπλη σύρραξη στη Σομαλία και την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή, αναφέρονται τα κατωτέρω:
Αναφορικά με τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή καταγωγής του Αιτητή, και συγκεκριμένα στην επαρχία Togdheer, πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για το Άσυλο αναφέρει ότι, μεταξύ 1ης Απριλίου 2023 και 21ης Μαρτίου 2025, το ACLED κατέγραψε 21 περιστατικά ασφάλειας στην περιοχή Togdheer (χωρίς την περιφέρεια Buhodle), συμπεριλαμβανομένων μαχών και βίας κατά αμάχων, που προκάλεσαν 17 θανάτους. Σε επίπεδο περιφέρειας, το Burao κατέγραψε τα περισσότερα περιστατικά ασφάλειας (13 περιστατικά), ακολουθούμενο από την περιφέρεια Owdweyne (8 περιστατικά). Αναφορικά με τον σχετικό με τις συγκρούσεις πληθυσμιακό εκτοπισμό, η ίδια πηγή αναφέρει ότι, μεταξύ 1ης Απριλίου 2023 και 16ης Μαρτίου 2025, 7 712 άτομα εκτοπίστηκαν εκ νέου από την περιοχή Togdheer (χωρίς την περιφέρεια Buhodle) λόγω σύγκρουσης ή ανασφάλειας, σύμφωνα με το UNHCR PRMN. Από αυτή την ομάδα, 7 518 άτομα εκτοπίστηκαν εντός της ίδιας διοικητικής περιοχής (χωρίς την Buhodle), και από αυτά τα 7 008 άτομα εκτοπίστηκαν εντός του Burao. Αναφορικά με τις επιπτώσεις στη ζωή αμάχων, η ανωτέρω πηγή επισημαίνει ότι, καταγράφηκαν έξι περιστατικά παρεμπόδισης ανθρωπιστικής πρόσβασης στην περιοχή Togdheer (συμπεριλαμβανομένης της περιφέρειας Buhodle) κατά την περίοδο από τον Απρίλιο έως τον Δεκέμβριο του 2023, και άλλα έξι το 2024. Για παράδειγμα, την περίοδο μεταξύ Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου 2024, η περιοχή «βίωσε σημαντικές λεηλασίες επισιτιστικής βοήθειας, γεγονός που οδήγησε στην αναστολή μιας επιχείρησης υπό την ηγεσία του ΟΗΕ σε περιοχές που διοικούνται από το SSC-Khaatumo».[1]
Επιπροσθέτως, σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση δεδομένων του ACLED και για τη πληρότητα της έρευνας, κατά το προηγούμενο έτος σημειώθηκαν 52 περιστατικά στην επαρχία Togdheer, οδηγώντας σε 134 ανθρώπινες απώλειες.[2] Να σημειωθεί εν προκειμένω ότι o πληθυσμός της πόλης Burao σύμφωνα με πρόσφατη εκτίμηση (2025) ανέρχεται στα 99, 270.[3]
Αναφορικά με τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή τελευταίας διαμονής του Αιτητή, τη Hargeisa, στην οποία διέμεινε για διάστημα τεσσάρων μηνών πριν την αναχώρηση του από τη χώρα και η οποία ανήκει στην επαρχία Wogoyi Galbeed, πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για το Άσυλο αναφέρει ότι από την 1η Απριλίου 2023, η Αλ-Σαμπάμπ δεν ήλεγχε κανένα έδαφος στην περιοχή Wogoyi Galbeed. Ολόκληρη η περιοχή, συμπεριλαμβανομένων των πόλεων Χαργκέισα (Hargeysa) και Μπερμπέρα (Berbera), αναφερόταν ότι βρισκόταν υπό τον έλεγχο της «διοίκησης της Σομαλιλάνδης (αποσχιστικής)». Τον Αύγουστο του 2023 αναφέρθηκαν συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων της Σομαλιλάνδης και της πολιτοφυλακής Gacaan Libaah. Τον Αύγουστο του 2024, ένα άτομο φέρεται να σκοτώθηκε σε συγκρούσεις που σχετίζονταν με τις εκλογές μεταξύ μιας φυλετικής πολιτοφυλακής, η οποία «φέρεται να ήταν δυσαρεστημένη με τις εκλογικές διαδικασίες», και των δυνάμεων ασφαλείας στην πόλη Baligubadle. Μεταξύ 1ης Απριλίου 2023 και 21ης Μαρτίου 2025, η ACLED κατέγραψε 14 περιστατικά ασφάλειας στην περιοχή Wogoyi Galbeed, συμπεριλαμβανομένων μαχών, εκρήξεων ή άλλων μορφών εξ αποστάσεως βίας και βίας κατά αμάχων, με συνολικά 22 θανάτους. […] Σε επίπεδο περιφέρειας (district), η Χαργκέισα κατέγραψε τα περισσότερα περιστατικά ασφάλειας (12 περιστατικά), ακολουθούμενη από τις περιφέρειες Gebiley και Berbera (από 1 περιστατικό η καθεμία). […] Μεταξύ 1ης Απριλίου 2023 και 16ης Μαρτίου 2025, επτά άτομα εκτοπίστηκαν εκ νέου από την περιοχή Wogoyi Galbeed λόγω σύγκρουσης ή ανασφάλειας, σύμφωνα με το UNHCR PRMN. Όλοι εκτοπίστηκαν εντός της περιφέρειας Χαργκέισα τον Σεπτέμβριο του 2023. Την ίδια περίοδο, 507 άτομα έφτασαν από άλλες περιοχές, συμπεριλαμβανομένων των περιοχών Sanaag, Sool και Togdheer. Και τα 507 άτομα εγκαταστάθηκαν στην περιφέρεια Χαργκέισα (μεταξύ αυτών, 210 από το Laas Caanood και 158 από το Burco). Η UNOCHA κατέγραψε 12 περιστατικά παρεμπόδισης ανθρωπιστικής πρόσβασης στην περιοχή Wogoyi Galbeed την περίοδο από τον Απρίλιο έως τον Δεκέμβριο του 2023 και άλλα 19 το 2024.[4]
Επιπροσθέτως, σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση δεδομένων του ACLED και για τη πληρότητα της έρευνας, κατά το προηγούμενο έτος σημειώθηκαν 68 περιστατικά στην επαρχία Woqooyi Galbeed, οδηγώντας σε 14 ανθρώπινες απώλειες.[5] Να σημειωθεί εν προκειμένω ότι o πληθυσμός της πόλης Hargeisa σύμφωνα με πρόσφατη εκτίμηση (2025) ανέρχεται στα 1,280,190.[6]
Εν προκειμένω, πρόκειται για έναν Αιτητή νέο σε ηλικία, υγιή, με δεξιότητες είναι ικανό να εργαστεί, ο οποίος διαθέτει υποστηρικτικό δίκτυο και το κυριότερο είναι σε θέση να αντιληφθεί την επέλευση του κινδύνου και να προφυλαχθεί δεόντως. Για τους λόγους αυτούς φρονώ ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του τα στοιχεία που θα επέτειναν τον κίνδυνό του.
Συνεπώς και με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκε ενώπιον μου, καταλήγω ότι εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας του Αιτητή. Κρίνω ότι με σαφήνεια καταδεικνύεται και για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί, ότι τα πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούν τις υπό του Περί Προσφύγων Νόμου (άρθρα 3-3Δ) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, αναγκαίες προϋποθέσεις για την υπαγωγή του εν λόγω Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα. Ο Αιτητής δεν στοιχειοθέτησε βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως αυτοί οι λόγοι εξαντλητικά προνοούνται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Επίσης, δεν δύναται να του αποδοθεί το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου άρθρο 19(1) του προαναφερθέντος πάνω Νόμου, καθότι δεν συντρέχει πραγματικός κίνδυνος να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη με την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, ως καθορίζεται στο άρθρο 19(2) του ιδίου Νόμου.
Υπό το φως των ανωτέρω, προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με € 1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση.
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] EUAA - European Union Agency for Asylum, Somalia: Security Situation, Μάιος 2025, σελ. 143-144, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-06/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/01/2026)
[2] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/01/2026)
[3] World Population Review, διαθέσιμο σε: https://worldpopulationreview.com/countries/somalia (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/01/2026)
[4] EUAA - European Union Agency for Asylum, Somalia: Security Situation, Μάιος 2025, σελ. 138-139, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-06/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/01/2026)
[5] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/01/2026)
[6] World Population Review, διαθέσιμο σε: https://worldpopulationreview.com/countries/somalia (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/01/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο