J.S.A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας , Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.5080/2024, 20/2/2026
print
Τίτλος:
J.S.A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας , Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.5080/2024, 20/2/2026

 ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

                                                                          Υπόθεση αρ.5080/2024

 

20 Φεβρουαρίου 2026

                                           [ Β. ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

J.S.A. από τη Σομαλία και τώρα στη Λευκωσία

                                  

Αιτητή

και

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας , Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η αίτηση

  

Χρυστάλλα Παφίτη (κα), για Αγγελική Λαζάρου (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Αντιγόνη Παπαδοπούλου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η Αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας  29/11/2024 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, καθώς κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2022 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος). Ταυτόχρονα αιτείται την έκδοση απόφασης από τον παρόν Δικαστήριο με την οποία να αναγνωρίζεται ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ο Αιτητής  κατάγεται από την Σομαλία. Εισήλθε παράνομα  στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές στις 21/06/2022 και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας περί τις 05/07/2022. Στις 11/11/2024 διενεργήθη η συνέντευξη ουσίας του Αιτητή  από αρμόδιο Λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 29/11/2024 αρμόδιος Λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση Εισήγηση για απόρριψη της αίτησης προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία εγκρίθηκε στις 29/11/2024. Στις 10/12/2024 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία παρελήφθη  και υπεγράφη από τον Αιτητή αυθημερόν. Στις 27/12/2024 καταχωρήθηκε η Προσφυγή υπ' αριθμόν 5080/24 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Ο Αιτητής, δια της δικηγόρου του, προβάλει  διάφορους νομικούς ισχυρισμούς προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, οι οποίοι τίθενται με γενικότητα και χωρίς να συναρτώνται με τα επίδικα γεγονότα, και οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν προωθούνται με την Γραπτή Αγόρευση.

Συγκεκριμένα προβάλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση της Νομοθεσίας, πλάνη περί το νόμο, έλλειψη δέουσας έρευνας, ότι η απόφαση είναι  μη επαρκώς αιτιολογημένη καθώς και ότι ελήφθη από αναρμόδιο όργανο.  Περαιτέρω κατά η γραπτή του αγόρευση, εξειδικεύονται τα σημεία στα οποία έγκειται η πλημμελής έρευνας του Λειτουργού. Επίσης, εκθέτονται νομικοί ισχυρισμοί περί παράβασης διαδικασιών εξέτασης της αίτησης (αναφορικά με την αξιολόγηση αξιοπιστίας  και το βάρος απόδειξης) όπως και μη επαρκής αιτιολόγηση και  νομική πλάνη χωρίς ωστόσο να γίνεται αναφορά στα σημεία της υπόθεσης στα οποία εντοπίζονται.

Πιο συγκεκριμένα:

Ο Αιτητής διά της συνηγόρου προωθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας. Υποστηρίζει η συνήγορος στη γραπτή της αγόρευση ότι οι Καθ’ ων όφειλαν να σχηματίσουν έναν επιπλέον ουσιώδη ισχυρισμό αναφορικά με την μελλοντική επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Επισημαίνει η συνήγορος του Αιτητή ότι δεν υπήρξε ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του κινδύνου αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, γεγονός που συνεπάγεται έλλειψη δέουσας έρευνας, τονίζοντας ότι η χώρα καταγωγής του Αιτητή δεν ανήκει στις ασφαλείς χώρες καταγωγής. Ακολούθως, υποστηρίζει η συνήγορος ότι ο Αιτητής έχει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης καθότι απάντησε με ευθύτητα στις ερωτήσεις, χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις και καταβάλλοντας προσπάθεια να παράσχει λεπτομέρειες στις ερωτήσεις που του τέθηκαν. Τονίζει η συνήγορος ότι κατά την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός δεν προέβη σε έρευνα αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής, η οποία υποστηρίζει ότι είναι ευμετάβλητη. Εν κατακλείδι, παραπέμποντας σε αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου, η συνήγορος του Αιτητή υποστηρίζει ότι σε περίπτωση επιστροφής υπάρχει κίνδυνος ζωής για τον εν λόγω Αιτητή. Επιπροσθέτως, ο Αιτητής δια της συνηγόρου του προωθεί τον νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης επαρκούς και/ή δέουσας αιτιολογίας καθότι αναφέρει ότι δεν εξειδικεύονται οι λόγοι απόρριψης και ο τρόπος κατάληξης στο συμπέρασμα περί μη υπαγωγής στο καθεστώς του πρόσφυγα ή του δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας. Προς υποστήριξη της θέσης της, η συνήγορος επισημαίνει ότι λόγω της μη εξέτασης ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή, η έκθεση-εισήγηση είναι ελλιπής. Ακολούθως, ο Αιτητής διά της συνηγόρου του προωθεί το νομικό ισχυρισμό περί πλάνης περί τα πράγματα, υποστηρίζοντας ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση παρέλειψαν να λάβουν υπόψη τους ισχυρισμούς του Αιτητή αναφορικά με τον πραγματικό και σοβαρό κίνδυνο ζωής και τη πιθανή δίωξη σε περίπτωση επιστροφής του. Με τη γραπτή της αγόρευση, η συνήγορος του Αιτητή κατέθεσε υπομνήματα, παραπέμποντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τη Αλ Σαμπάμπ, την οργάνωση Elman Peace, την κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή καθώς και στην απόφαση 1157/2017 ημερομηνίας 30/09/2021 του παρόντος Δικαστηρίου.

Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της ορθότητας της επίδικης πράξης.  Επισημαίνουν δε, ότι η επίδικη απόφαση, έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο νόμος στους Καθ΄ ων η αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Είναι δε επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και δεν υπήρχε οποιαδήποτε λανθασμένη εκτίμηση ή παρερμηνεία των στοιχείων, που ο Αιτητής είχε θέσει ενώπιον της διοίκησης. Η Δικηγόρος των Καθ' ων η Αίτηση, με τη γραπτή της αγόρευση, αιτείται την απόρριψη του συνόλου των ισχυρισμών λόγω παραβίασης του άρθρου 7 του Κανονισμού του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 ως γενικούς, αόριστους και ανεπίδεκτους δικαστικής εκτιμήσεως. Yποστηρίζει δε, ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης και να στοιχειοθετήσει τους ισχυρισμούς του, ούτε εισέφερε νέα στοιχεία.

Οι Καθ’ ων η Αίτηση στη γραπτή τους αγόρευση υποστηρίζουν με τη σειρά τους ότι οι λόγοι ακύρωσης που προβλήθηκαν από την συνήγορο του Αιτητή δεν εγείρονται σύμφωνα με τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962 και ένεκα της γενικότητας τους θα πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Άνευ βλάβης των ανωτέρω, υποστηρίζουν οι Καθ’ ων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και είναι επαρκώς αιτιολογημένη, καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς που προέβαλε, η περιγραφή των λεγόμενων του ήταν γενική, μη εξειδικευμένη και μη λεπτομερής, και δεν απέδειξε ότι υπέστη οποιαδήποτε προσωπική δίωξη από την Αλ Σαμπάμπ. Ακολούθως, αναφέρουν οι Καθ’ ων ότι, στα πλαίσια της εκτίμησης του κινδύνου, δεν τεκμηριώνεται κίνδυνος επιστροφής, ενώ συγχρόνως έχει ληφθεί υπόψη η κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή καταγωγής του εν λόγω Αιτητή καθώς και οι προσωπικές του περιστάσεις. Επισημαίνουν δε οι Καθ’ ων ότι εξετάστηκαν και οι συνθήκες διαβίωσης σε περίπτωση επιστροφής του, οι οποίες δύναται να εγγυηθούν ένα επαρκές επίπεδο διαβίωσης. Επιπροσθέτως, υποστηρίζουν οι Καθ’ ων ότι ο τρόπος διεξαγωγής της έρευνας από τον αρμόδιο λειτουργό επαφίεται στη διακριτική του ευχέρεια και ότι εν προκειμένω ο λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση όλων των  δηλώσεων του Αιτητή. Αναφορικά με τον προβληθέντα ισχυρισμό περί δέουσας έρευνας, προωθούν οι Καθ’ ων ότι δεδομένου ότι υποβλήθηκαν τόσο ερωτήσεις ανοιχτού τύπου όσο και διευκρινιστικές ερωτήσεις και εξετάστηκαν διεξοδικά οι προβαλλόμενοι από τον Αιτητή λόγοι κατάθεσης της αίτησης διεθνούς προστασίας. Ως προς τον νομικό ισχυρισμό που προβλήθηκε από τη συνήγορο του Αιτητή αναφορικά με την ελλιπή αιτιολογία, οι Καθ’ ων αντιτείνουν ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είναι ανυπόστατος καθότι η αιτιολογία της απόφασης περί απόρριψης του αιτήματος προκύπτει από την ίδια την επίδικη απόφαση και δη την Έκθεση του αρμόδιου λειτουργού καθώς και ότι σε κάθε περίπτωση αυτή δύναται να συμπληρωθεί από τα στοιχεία του φακέλου. Ως προς τον τρίτο προβληθέντα από την συνήγορο του Αιτητή νομικό ισχυρισμό περί πλάνης περί τα πράγματα, αντιτείνουν οι Καθ’ ων ότι δεν έχει προκύψει οποιαδήποτε παρανομία στο συλλογισμό τους καθώς οι Καθ’ ων προέβησαν στη λήψη της απόφασης έχοντας υπόψη τους τα ορθά περιστατικά όπως αυτά διαμορφώθηκαν κατά τη προφορική συνέντευξη. 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Η αναγκαιότητα έγερσης των λόγων προσφυγής με ευκρίνεια και λεπτομέρεια είναι θεμελιώδους σημασίας διαφορετικά το Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να τα εξετάσει αυτεπαγγέλτως, έστω και εάν έχουν εγερθεί με την αγόρευση.

 Καταρχάς, παρατηρείται ότι οι λόγοι ακύρωσης που εγείρονται στην παρούσα αίτηση παρατίθενται με γενικότητα και αοριστία.  Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως. 

«Η αναφορά, για παράδειγμα, ότι «Η απόφαση πάσχει γιατί λήφθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα» (το ίδιο αοριστολόγοι είναι και οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης), δεν εξηγεί καθόλου, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα, ή σε πλάνη, ή καταπάτηση των αρχών της ίσης μεταχείρισης κλπ.  Η προσφυγή θα μπορούσε να απορριφθεί για τους πιο πάνω διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αντανακλούν βεβαίως και επί της ουσίας.  Αυστηρώς ομιλούντες τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων. (δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384) (δέστε Υπόθεση Αρ. 1119/2009  ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και   Κυπριακής Δημοκρατίας).

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672:

Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης.

Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως.  Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).

O συνήγορος του Αιτητή παραθέτει γενικά και αόριστα τα νομικά σημεία στην προσφυγή και επικαλείται παραβιάσεις του Συντάγματος, του περί Προσφύγων Νόμου, των Γενικών Αρχών και του Διοικητικού Δικαίου χωρίς ωστόσο να παραθέτει τις συγκεκριμένες διατάξεις της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμό παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά επίσης ελλείπει οποιαδήποτε τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης.

Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγεί­ρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτρο­πής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636:

«Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύ­ρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγό­ρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».

Σχετική είναι και  η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4.

«Το γεγονός ότι το άρθρο 146.1. του Συντάγματος καταγράφει ως αιτίες ακυρό­τητας την αντίθεση προς τις διατάξεις του Συντάγματος, ή του Νόμου και την υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας, δεν σημαίνει ότι αρκεί η γενική επίκληση κά­ποιας από αυτές χωρίς άλλο. Η ταξινόμηση κάποιου νομικού λόγου ως υπαγό­μενου στα πιο πάνω, είναι εγχείρημα ουσίας που προϋποθέτει την έγερσή του σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις».

Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου.

Σημει’ωνεται πως κατά το στάδιο των διευκρινίσεων η συνήγορος του Αιτητή απεσιρε όλους του ισχυρισμούς πλην αυτών  που αφορά στη δέουσα έρευνα και αιτιολογία

Στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου, 2010).

Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. The Republic (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης» (Δημοκρατίας ν. Γιαλλουρίδη και Άλλων), Αναθεωρητικές Εφέσεις 868, 868, ημερομηνίας 13.12.90)».

Ως προς τους προωθούμενους λόγους προσφυγής είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει και την ουσιαστική ορθότητα της de novo και ex nunc. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελείς  χαρακτηρίζονται  οι λόγοι προσφυγής, οι οποίοι ακόμα και αν γίνουν δεκτοί δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].

 Όπως επισημάνθηκε, αποτελεί βασική νομολογιακή αρχή ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγεται δε στην διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Α.Ε. Aρ.: 3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 5.6.2002, (2002) 3 ΑΑΔ 345).

 Η γενική αυτή νομολογιακή αρχή θα πρέπει να εξεταστεί εν προκειμένω υπό το φως του ειδικού δικαίου που διέπει τη διαδικασία εξέτασης μίας αιτήσεως ασύλου και των αρχών που θεσπίζει τόσο η εθνική όσο και η ενωσιακή νομοθεσία. Συναφές εν προκειμένω είναι το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτού. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας των αιτητών ασύλου να τεκμηριώσουν με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή τους, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C 277/11, M. M., ECLI:EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα όσων ο Αιτητής  δήλωσε με την αίτησή του για διεθνή προστασία, κατά τη διάρκεια των  συνεντεύξεων  ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου  και όσων προβάλει με την παρούσα Προσφυγή.

Κρίνεται σκόπιμο στο στάδιο αυτό, να καταγραφούν οι ισχυρισμοί που πρόβαλε o Αιτητής στα πλαίσια της εξέτασης του αιτήματός του για διεθνή προστασία από την Υπηρεσία Ασύλου.

Σημειώνεται ότι, στην αίτηση καταγραφής, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή εργαζόταν ως υπεύθυνος προστασίας παιδιών στην οργάνωση Elman Peace and Human Rights, και συγκεκριμένα στο πρόγραμμα επανένταξης χρηματοδοτούμενο από τη UNICEF. Ανέφερε ότι μέλη της Αλ Σαμπάμπ του πρότειναν να συνεργαστεί μαζί τους και, καθώς απέρριψε το αίτημά τους, προσπάθησαν να τον σκοτώσουν.

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος Σομαλίας, εθνοτικής καταγωγής Rahanweyn και γεννήθηκε στη περιοχή Hodan, της πόλης Mogadishu, της επαρχίας Benadir, στη Σομαλία όπου και διέμενε έως και την αναχώρηση του από τη χώρα. Δήλωσε ότι κατά το χρονικό διάστημα 2010-2011 μετέβη με την οικογένεια του στη περιοχή Waaberi της πόλης Mogadishu. Ως προς το θρήσκευμα του δήλωσε πως είναι Μουσουλμάνος. Ως προς το μορφωτικό επίπεδο και το επάγγελμά του, δήλωσε ότι σπούδασε δημόσια διοίκηση στο Horseed International University και εργάστηκε ως δάσκαλος παραδίδοντας κατ’ οίκον μαθήματα, ως εθελοντής στην οργάνωση Elman, και ακολούθως ανέλαβε διαφορετικούς ρόλους στην προαναφερθείσα οργάνωση, εστιάζοντας σε προγράμματα χρηματοδοτούμενα από τη UNICEF και το UNDP. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι είναι άγαμος, οι γονείς του και τα τέσσερα αδέλφια του εγκατέλειψαν τη χώρα καταγωγής τον Ιανουάριο του 2023 και είναι εν προκειμένω αιτητές ασύλου στην Ουγκάντα. Στη χώρα καταγωγής δήλωσε ότι έχει μία θεία από τη πλευρά της μητέρας του, η οποία διαβιεί στη περιοχή Barkanley, της πόλης Mogadishu.

Αναφορικά με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, κατά την συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου ο Αιτητής δήλωσε ότι εργαζόταν στην οργάνωση Elman Peace and Human Rights, αρχικά ως εθελοντής και μετέπειτα ως υπάλληλος. Αναφορικά με την εν λόγω οργάνωση ανέφερε ότι είναι ένας φορέας τοπικού χαρακτήρα που παρέχει βοήθεια σε γυναίκες και παιδιά και συνδράμει στην εδραίωση της ειρήνης στη Σομαλία. Αναφορικά με τις αρμοδιότητες του, ανέφερε ότι ως εθελοντής είχε καθήκοντα παρόμοια με κοινωνικού λειτουργού, προσθέτοντας ότι επισκεπτόταν διαφορετικά μέρη όπου βρίσκονταν εκτοπισμένοι πληθυσμοί και σύλλεγε πληροφορίες. Μετέπειτα εργάστηκε σε πρόγραμμα χρηματοδούμενο από το UNDP, το οποίο ονομαζόταν Journey to Extremism, και επισκεπτόταν μέλη της Αλ Σαμπάμπ που είτε ήταν στη φυλακή είτε ήταν πρώην μέλη που πλέον βρίσκονταν στο κέντρο επανένταξης και διεξήγαγε έρευνα μέσω ερωτήσεων αναφορικά με τους λόγους που αποφάσισαν να ενταχθούν στην εν λόγω οργάνωση καθώς και τι τους έμαθε η οργάνωση. Πρόσθεσε ότι ο σκοπός της έρευνας ήταν να διασταυρωθεί κατά πόσο το ποσοστό συμμετοχής στην Αλ Σαμπάμπ έχει αυξηθεί ή έχει μειωθεί. Μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, ανέφερε ότι εργάστηκε σε άλλο πρόγραμμα της ίδιας οργάνωσης, ονομαζόμενο CAAFAG, το οποίο ήταν χρηματοδοτούμενο από τη UNICEF και αφορούσε παιδιά  που είχαν στρατολογηθεί στο παρελθόν από την Αλ Σαμπάμπ, συμμετείχαν μετέπειτα σε πρόγραμμα επανένταξης και τους βοηθούσε να ενσωματωθούν στη κοινωνία.

Ακολούθως, ανέφερε ότι στις 30/04/2022 έλαβε τηλεφώνημα από μέλη της Αλ Σαμπάμπ που του ζητούσαν να παρέχει πληροφορίες αναφορικά με τα άτομα που βρίσκονταν στο κέντρο επανένταξης της εν λόγω οργάνωσης, αίτημα το οποίο ο Αιτητής απέρριψε. Ανέφερε ότι εκμυστηρεύτηκε το ανωτέρω συμβάν σε μέλη της οργάνωσης στην οποία εργαζόταν και σε έναν αστυνομικό της περιοχής. Ακολούθως, έλαβε δεύτερο τηλεφώνημα από μέλη της Αλ Σαμπάμπ στις 07/05/2022, κατά τη διάρκεια του οποίου του ζητήθηκε να πάρει ένα μέλος τους που θα έφερε εκρηκτικό μηχανισμό στο κέντρο επανένταξης, και ως αντάλλαγμα θα του δίναν 500 δολάρια, αίτημα το οποίο απέρριψε εκ νέου. Κατόπιν τούτου, τον απείλησαν ότι θα τον σκοτώσουν. Ακολούθως, ανέφερε ότι συνελήφθη στις 10/05/2022 από την εθνική υπηρεσία ασφάλειας και κρατήθηκε για διάστημα έξι ημερών, καθότι η κυβέρνηση τον θεώρησε ύποπτο για την υποκίνηση ενός πρώην μέλους της Αλ Σαμπάμπ, το οποίο επέστρεψε στην εν λόγω οργάνωση. Μετά την απελευθέρωση του, έλαβε τηλεφώνημα προκειμένου να συναντήσει μέλη της εθνικής υπηρεσίας ασφάλειας στις 25/05/2022. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ανέφερε ότι μέλη της Αλ Σαμπάμπ του επιτέθηκαν και έχασε τις αισθήσεις του. Πρόσθεσε ότι, όταν συνήλθε ήταν στο κέντρο επανένταξης με τον πατέρα του, και έλαβε την απόφαση αναχώρησης από τη χώρα καταγωγής του.

Αξιολογώντας τον πρώτο ισχυρισμό του Αιτητή οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι γίνεται δεκτός καθώς απάντησε ικανοποιητικά τις ερωτήσεις που του τέθηκαν σχετικά με την πατρίδα του.

Συγκεκριμένα ο πρώτος ισχυρισμός που διέκρινε ο αρμόδιος λειτουργός αφορούσε την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή. Ο εν λόγω ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τον αρμόδιο λειτουργό ως προς την εσωτερική αξιοπιστία, καθώς θεωρήθηκε ότι ο Αιτητής απάντησε ικανοποιητικά, με επάρκεια πληροφοριών και συνεκτικότητα στα ερωτήματα που του τέθηκαν αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, το μορφωτικό του επίπεδο, την εργασία του ως προς τη χώρα καταγωγής και την οικογενειακή του κατάσταση. Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε τις δηλώσεις του Αιτητή περί σύλληψης και φυλάκισης του. Έκρινε ο λειτουργός ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς λεπτομέρειες βιωματικού χαρακτήρα, καθότι δεν ανέφερε σχετικές με τον τρόπο σύλληψης του πληροφορίες και δεν περιέγραψε τη παραμονή του στη φυλακή με τον αναμενόμενο βαθμό βιωματικών στοιχείων. Πρόσθεσε ο λειτουργός ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε τις δηλώσεις του ότι η κυβέρνηση τον άφησε ελεύθερο αφού τον έκρινε αθώο, καθώς ανέφερε ότι έλεγξαν το ιστορικό κλήσεων του κινητού του, χωρίς να επεξηγεί πως έλαβε γνώση αυτού. Αναφορικά με τον εν λόγω ισχυρισμό, έκρινε ο αρμόδιος λειτουργός ότι με βάση το εκπαιδευτικό υπόβαθρο του συγκεκριμένου Αιτητή, αναμενόταν ότι θα ήταν σε θέση να στοιχειοθετήσει και να τεκμηριώσει πως ένας γενικός έλεγχος στο τηλέφωνο του είχε ως αποτέλεσμα την αθωότητα του χωρίς περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ουσιώδη ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε πηγές πληροφόρησης που επικυρώνουν τα όσα ανέφερε ο Αιτητής σχετικά με τη περιοχή καταγωγής και διαμονής του, τη φυλή του και τις υπό-ομάδες αυτής. Εν κατακλείδι, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός, πλην του σκέλους που αφορά την σύλληψη του από την υπηρεσία εθνικής ασφάλειας.

 

Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός που διέκρινε ο αρμόδιος λειτουργός αφορούσε τις δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με την εργασία του στον οργανισμό Elman Peace Center. Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής απάντησε ικανοποιητικά στα ερωτήματα που του τέθηκαν και κατέβαλε προσπάθεια να παράσχει όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες. Ειδικότερα, έκρινε ο αρμόδιος λειτουργός ότι ο Αιτητής αναφέρθηκε με συνεκτικότητα στο ρόλο της εν λόγω οργάνωσης καθώς και στην αρχικά εθελοντική του δράση σε αυτή, την οποία περιέγραψε με λεπτομέρειες που συνάδουν με βιωματική εμπειρία. Έκρινε επίσης ο αρμόδιος λειτουργός ότι οι δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με τα καθήκοντα και τις δραστηριότητες του διαφαίνονται από επάρκεια πληροφοριών καθώς και ότι ο Αιτητής περιέγραψε με επάρκεια και συνεκτικότητα τα προγράμματα στα οποία απασχολήθηκε στην εν λόγω οργάνωση. Ως προς το χρηματοδοτούμενο από το UNDP πρόγραμμα, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής ανέφερε με συνεκτικότητα και επαρκείς λεπτομέρειες ότι επισκέπτονταν μέλη της Αλ Σαμπάμπ στη φυλακή και τους έκανε ερωτήσεις ως μέρος μίας έρευνας. Ως προς το χρηματοδούμενο από τη UNICEF πρόγραμμα, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής ανέφερε με πληροφορίες βιωματικού χαρακτήρα ότι βοηθούσε παιδιά που είχαν στρατολογηθεί δια βίας από την Αλ Σαμπάμπ προκειμένου να επανενταχθούν στη κοινωνία. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη του οργανισμού Elman Peace, από τις οποίες προκύπτει ότι πρόκειται για μη κερδοσκοπικό οργανισμό που επικεντρώνεται στην προώθηση της ειρήνης, στην καλλιέργεια της ηγεσίας και την ενδυνάμωση περιθωριοποιημένων τμημάτων της κοινωνίας. Ακολούθως, παρέπεμψε σε πηγές πληροφόρησης που επιβεβαιώνουν την συνεργασία του εν λόγω οργανισμού με το UNDP και την UNICEF, και το πρόγραμμα CAAFAG, στο οποίο αναφέρθηκε ο Αιτητής. Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι τα αντίγραφα εγγράφων που προσκόμισε ο Αιτητής κατά τη διάρκεια της προσωπικής συνέντευξης, και συγκεκριμένα τα συμβόλαια εθελοντικής και πλήρης απασχόλησης του στον οργανισμό συνάδουν με τις δηλώσεις του και τις πηγές που παρατέθηκαν. Εν κατακλείδι, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός.

Ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός που διέκρινε ο αρμόδιος λειτουργός αφορούσε τις δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με τα προβλήματα που αντιμετώπισε με την Αλ Σαμπάμπ κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του στην οργάνωση Elman Peace Center. Αξιολογώντας τον εν λόγω ισχυρισμό ως προς την εσωτερική αξιοπιστία, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται του πυρήνα του αιτήματός του. Ως προς τις δηλώσεις του Αιτητή ότι μέλη της Αλ Σαμπάμπ τον προσέγγισαν, έκρινε ο λειτουργός ότι οι απαντήσεις του αναφορικά με το γεγονός ότι η Αλ Σαμπάμπ τον προσέγγισε το 2022, παρόλο που ήταν εθελοντής στην οργάνωση ήδη από το 2019, δεν ήταν επαρκείς. Έκρινε επίσης ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε επαρκώς τον τρόπο με τον οποίο μέλη της Αλ Σαμπάμπ εντόπισαν τον αριθμό τηλεφώνου του, αρκέστηκε απλώς σε υποθέσεις, ενώ σε ερωτήματα σχετικά με το πως γνώρισε η Αλ Σαμπάμπ την εργασία του στην συγκεκριμένη οργάνωση, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής απάντησε με γενικό τρόπο ότι έχουν πολλές διασυνδέσεις. Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε τεκμηριωμένες απαντήσεις σχετικά με το πώς κατάφερε να αποφύγει την Αλ Σαμπάμπ, δεδομένου του τρομοκρατικού χαρακτήρα της. Ο Αιτητής δήλωσε ότι κρυβόταν στο κέντρο επανένταξης της οργάνωσης στην οποία εργαζόταν, ωστόσο ο αρμόδιος λειτουργός ανέφερε ότι εύλογα θα αναμενόταν ότι το κέντρο αυτό θα ήταν πρωταρχικός στόχος της Αλ Σαμπάμπ. Αναφορικά με το περιστατικό κατά το οποίο μέλη της Αλ Σαμπάμπ επιτέθηκαν στον Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν απάντησε ικανοποιητικά ως προς το πως γνώρισε ότι ήταν μέλη της εν λόγω οργάνωσης εκείνοι που του επιτέθηκαν, βασίζοντας τη συλλογιστική του σε εικασίες, και χωρίς να είναι σε θέση να προβεί σε ουσιώδη και εμπεριστατωμένη εξήγηση των δηλώσεων του αναφορικά με το εν λόγω περιστατικό. Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο αναμενόταν από τον Αιτητή να είναι σε θέση να παρέχει σαφείς και επαρκείς απαντήσεις σχετικά με τον τρόπο που κατάφερε να εγκαταλείψει τη χώρα του χωρίς να αντιμετωπίσει προβλήματα, παρότι δέχθηκε προηγουμένως απειλές από την Αλ Σαμπάμπ. Καταλήγοντας, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ουσιώδη ισχυρισμού δεν πληρείται. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τη στρατολόγηση νέων ανδρών από μέλη της Αλ Σαμπάμπ, καθώς και πηγές που υποδεικνύουν ότι ο ΟΗΕ παραμένει στόχος της Αλ Σαμπάμπ. Καταλήγοντας, ο αρμόδιος λειτουργός συμπέρανε ότι παρόλο που εργαζόμενοι διεθνών οργανώσεων στοχοποιούνται από μέλη της Αλ Σαμπάμπ, εν προκειμένω οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν παρείχαν επαρκή στοιχεία προς υποστήριξη τους, και συνεπώς ο ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.

 

Εν συνεχεία ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό που έγινε αποδεκτός, ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε την γενική επικρατούσα κατάσταση στη Σομαλία καθώς και τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή διαμονής του εν λόγω Αιτητή στη Hodan, της πόλης Mogadishu, της επαρχίας Benadir, παραθέτοντας πηγές πληροφόρησης και επισημαίνοντας ότι η περιοχή ελέγχεται από την κυβέρνηση, ενώ η Αλ Σαμπάμπ δραστηριοποιείται στην εν λόγω περιοχή, εστιάζοντας σε επιθέσεις. Εν όψει της κατάστασης ανασφάλειας στην εν λόγω περιοχή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι σε περίπτωση επιστροφής στη περιοχή Hodan, της πόλης Mogadishu, της επαρχίας Benadir,  ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη. Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό που έγινε αποδεκτός, αναφορικά με την εργασιακή απασχόληση του Αιτητή στην οργάνωση Elman Peace, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι το εν λόγω ισχυρισμός δεν δύναται να συνδεθεί με οποιαδήποτε μορφή πράξης δίωξης κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμο ή με κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 19 (1) (2) του ίδιου νόμου, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η απόφαση του Αιτητή να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του είναι αδικαιολόγητη. Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε κίνδυνο ή πρόβλημα από την Αλ Σαμπάμπ λόγω της εργασιακής του απασχόλησης και δεδομένου του εκπαιδευτικού του υπόβαθρου, σε συνδυασμό με τη φυλή του, παραμένει ικανός να εργαστεί σε ποικίλες θέσεις. 

Ακολούθως, κατά την νομική ανάλυση, ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου έκρινε ότι ο Αιτητής δεν έχει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης και συνεπώς δεν πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο καθεστώς του πρόσφυγα. Ως προς την υπαγωγή του στο καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε τα επιμέρους στοιχεία του άρθρου 15 (γ) αξιολογώντας ότι: α) η περιοχή καταγωγής του εν λόγω Αιτητή, περιοχή Hodan, της πόλης Mogadishu, της επαρχίας Benadir, βρίσκεται σε κατάσταση εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ως αυτή έχει ερμηνευθεί από το ΔΕΕ στην απόφαση Diakite C-285/12, β) λόγω της ένοπλης σύρραξης σημειώνονται περιστατικά αδιάκριτης άσκησης βίας κατά τα ερμηνευόμενα στην απόφαση Elgafaji του ΔΕΕ, γ) λαμβάνοντας υπόψη τον πληθυσμό της περιοχής και τα περιστατικά ασφαλείας, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο βαθμό αδιάκριτης άσκησης βίας στην εν λόγω περιοχή δεν φτάνει σε επίπεδο που η απλή παρουσία ενός αμάχου δημιουργεί κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Λόγω των ανωτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη στην αξιολόγηση των ιδιαίτερων προσωπικών καταστάσεων του Αιτητή, επισημαίνοντας ότι, πρόκειται για άμαχο, νεαρό ενήλικα άνδρα, με υψηλό μορφωτικό και εκπαιδευτικό επίπεδο, με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής καθότι του στη περιοχή Dharkenley εξακολουθεί και διαμένει η θεία του. Ο αρμόδιος λειτουργός επισήμανε ότι ο εν λόγω Αιτητής είναι ικανός προς εργασία και για να συντηρήσει οικονομικά τον εαυτό του. Συμπληρωματικά, ο λειτουργός αξιολόγησε ότι ο Αιτητής δεν έχει αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα λόγω των συγκρούσεων στη περιοχή και δεν συντρέχουν στοιχεία τα οποία εντείνουν τον κίνδυνο προς το πρόσωπό του και συνεπώς ότι δεν υπάρχουν εύλογοι και βάσιμοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι θα υποστεί κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη περιοχή. Ως εκ τούτου συμπέρανε ο αρμόδιος λειτουργός ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Ενόψει των ανωτέρω, θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης επί τη βάσει του άρθρου 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018) και ενόψει τούτου να κρίνω αν ορθά το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα του Αιτητή

 

Αρχικά, συντάσσομαι με τους Καθ’ ων η Αίτηση ως προς τον τρόπο που σχημάτισαν τους ισχυρισμούς του Αιτητή.

 

Αξιολογώντας τον πρώτο ισχυρισμό, συντάσσομαι με τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού.

 

Περαιτέρω αξιολογώντας την εσωτερική του αξιοπιστία αναφορικά με το συγκεκριμένο ισχυρισμό, όσο και το προφίλ του Αιτητή σε σχέση με την οικογενειακή του κατάσταση το φορτωτικό του επίπεδο και την επαγγελματική του ενασχόληση  συντάσσομαι με τους Καθ’ ων η Αίτηση και κρίνω ότι ο Αιτητής παρείχε επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα ανωτέρω, απαντώντας επαρκώς στις διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού.

 

Όσον αφορά στην εξωτερική αξιοπιστία του Αιτητή αναφορικά με τα ανωτέρω ,  ήτοι το τόπο καταγωγής του και την φυλή του, την οικογενειακή του κατάσταση το μορφωτικό και επαγγελματικό του προφίλ  αυτή γίνεται αποδεκτή στη βάση των διεθνών πληροφόρησης στις οποίες οι καθ΄ων η αίτηση επικαλούνται και παραπέμπουν .  

 

Όσον αφορά στην αξιολόγηση αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής του, ήτοι τα προβλήματα που αντιμετώπιζε με την ΑI Shabaab κατά την εργασιακή του απασχόληση ως υπάλληλος του οργανισμού Elma Peace Center συντάσσομαι με τους Καθ’ ων η αίτηση

 

Ο Αιτητής, κατά το στάδιο της συνέντευξης δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς και ικανοποιητικές πληροφορίες για τα θέματα που άπτονται του πυρήνα του αιτήματος του σε σχέση με τον ενλόγω ισχυρισμό .  

 

Λαμβάνοντας υπόψιν τις δηλώσεις του καθ’ όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός του, παρατηρώ εκ προοιμίου ότι η γενική αξιοπιστία του δεν συνηγορεί στην υποστήριξη του ενλόγω ισχυρισμού. Αφενός, κομβικά σημεία της αφήγησης του διέπονται από ελλείψεις, αφετέρου οι πληροφορίες που παρείχε δεν κρίνονται επαρκείς προς στοιχειοθέτηση των ισχυρισμών του και αυτές καταγράφονται με σαφήνεια στην έκθεση /εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού στις σελ. (15-16).

Λαμβάνοντας υπόψιν τα ανωτέρω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν στοιχειοθετείται η εσωτερική αξιοπιστία του Αιτητή αναφορικά με το συγκεκριμένο ισχυρισμό. Ως εκ τούτου παρέλκει η εξέταση της εξωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή αναφορικά με το συγκεκριμένο ισχυρισμό.

 

Λαμβάνοντας τα ανωτέρω υπόψιν, ο ανωτέρω ισχυρισμός του Αιτητή δεν γίνεται αποδεκτός.

 

Αξιολογώντας το μελλοντικό κίνδυνο που θα αντιμετώπιζε ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής στην πατρίδα του, θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν ο μόνος αποδεκτός ισχυρισμός του, ήτοι αυτός αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία καθώς και στοιχεία για  τον τόπο καταγωγής και ειδικότερα συνήθους και τελευταίας διαμονής του. Λαμβάνοντας υπόψη το προφίλ του, κρίνω ότι σε περίπτωση επιστροφής  στον τόπο καταγωγής του, ο Αιτητής δεν θα κινδυνεύσει να υποβληθεί σε μεταχείριση η οποία θα μπορούσε να ανέλθει σε επίπεδο δίωξης και ως εκ τούτου  δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.

 

Επιπροσθέτως, ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε κανένα ουσιώδη λόγο ώστε  να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη ώστε να υπαχθεί σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 19 του περί προσφύγων Νόμου. 

 

Αρχικά, δεν επικαλέστηκε πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας στην χώρα καταγωγής του, δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια (α) και (β), του Περί Προσφύγων Νόμου.

Περαιτέρω, αναφορικά με το κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται συμπληρωματικής προστασίας το Άρθρο 15(γ) της Οδηγίας για αναγνώριση προσώπων ως δικαιούχων συμπληρωματικής προστασίας που αντιστοιχεί στο Άρθρο 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου διαλαμβάνει πως «σοβαρή απειλή» σημαίνει η «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης

Σε αυτό το πλαίσιο υπάρχουν τα στοιχεία που συνιστούν τη διάταξη και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σωρευτικά για να τύχει εφαρμογής η εν λόγω πρόνοια. Η ευρωπαϊκή οδηγία δεν παρέχει ορισμό του στοιχείου της «διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης», εντούτοις στηνυπόθεση Aboubacar Diakite ν. Commissaire general aux refugies et aux apatrides,  C-285/12 το ΔΕΕ ερμηνεύοντας την έννοια «ένοπλη σύρραξη» κατέληξε πως πρέπει να δοθεί μια ερμηνεία, αυτόνομη από το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, καθώς επίσης έθεσε ένα κατώτατο επίπεδο/όριο (low  hreshold) ως προς το κατά πόσο μια «ένοπλη σύρραξη» λαμβάνει χώρα, αναφέροντας στη σκέψη 35:

«[.] το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας 2004/83 έχει την έννοια ότι η ύπαρξη εσωτερικής ένοπλης συρράξεως πρέπει να γίνεται δεκτή, όσον αφορά την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, όταν οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή όταν δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να είναι δυνατός ο χαρακτηρισμός της συρράξεως αυτής ως ένοπλης συρράξεως που δεν έχει διεθνή χαρακτήρα, υπό την έννοια του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, και χωρίς η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργανώσεως των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων ή η διάρκεια της συρράξεως να αποτελεί αντικείμενο αυτοτελούς εκτιμήσεως σε σχέση με την εκτίμηση του βαθμού βίας που δεσπόζει στην οικεία επικράτεια.»

Περαιτέρω όμως, μια επιπλέον και καθοριστική προϋπόθεση για τη εφαρμογή του άρθρου 15 (γ) είναι η ύπαρξη «αδιάκριτης άσκησης βίας» αφού όπως αναφέρθηκε η ύπαρξη «ένοπλης σύρραξης» αποτελεί μεν αναγκαία, αλλά όχι επαρκή προϋπόθεση όπως τονίζεται και στη δικαστική ανάλυση του EASO. Θα πρέπει συνεπώς να εκτιμάται τόσο η ύπαρξη ένοπλης σύρραξης (διεθνούς ή εσωτερικής) όσο και ο βαθμός της βίας, αφού όπως επισημάνθηκε από το ΔΕΕ, στην απόφαση του στην Diakité (σκέψη 30):

«Επιπλέον, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η ύπαρξη εσωτερικής ένοπλης συρράξεως μπορεί να συνεπάγεται την παροχή της επικουρικής προστασίας μόνο στο μέτρο που οι συγκρούσεις μεταξύ των τακτικών δυνάμεων ενός κράτους και ενός ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων ή μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων θεωρούνται κατ' εξαίρεση ότι συνεπάγονται σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του αιτούντος την επικουρική προστασία, υπό την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γ), της οδηγίας 2004/83, διότι ο βαθμός της αδιάκριτης ασκήσεως βίας που τις χαρακτηρίζει είναι τόσο μεγάλος ώστε υπάρχουν σοβαροί και βάσιμοι λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να υποστεί την εν λόγω απειλή (βλέπε, υπό την έννοια αυτή, Elgafaji, σκέψη 43).»

Σε σχέση με τον ορισμό της «αδιάκριτης άσκησης βίας» στην απόφαση του ΔΕΕ που εκδόθηκε στην υπόθεση Elgafaji αποφάνθηκε ότι ο όρος «αδιάκριτη» σημαίνει ότι η βία «μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους». Το ΔΕΕ έχει επισημάνει ότι απαιτείται η ύπαρξη «εξαιρετικής κατάστασης» για την εφαρμογή του άρθρου 15 στοιχείο γ) στους αμάχους εν γένει.

Στη σκέψη 35 της απόφασης Elgafaji, το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι για να ισχύει κάτι τέτοιο:

«[.] ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη . [πρέπει να] είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας.»

Στη σκέψη 39 το ΔΕΕ τόνισε την ίδια στιγμή πως θα:

"[.] πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.»

Παραδείγματα πράξεων αδιακρίτως ασκούμενης βίας μπορεί να είναι τα εξής: μαζικές στοχευμένες βομβιστικές επιθέσεις, αεροπορικοί βομβαρδισμοί, επιθέσεις ανταρτών, παράπλευρες απώλειες σε άμεσες ή τυχαίες επιθέσεις σε περιοχές πόλεων, πολιορκία, καμένη γη, ελεύθεροι σκοπευτές, τάγματα θανάτου, επιθέσεις σε δημόσιους χώρους, λεηλασίες, χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών κ.λπ.

Με βάση και τις σκέψεις 35, 39 και 43 του ΔΕΕ, στην υπόθεση Elgafaji, η EASO αναφέρει πως εκεί όπου υφίσταται «αδιάκριτη άσκηση βίας» μπορεί να γίνει η ακόλουθη διαφοροποίηση σε δύο κατηγορίες ως προς το βαθμό της:

1. Εδάφη όπου ο βαθμός βίας φθάνει σε τέτοιο υψηλό επίπεδο ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας

2. Εδάφη όπου λαμβάνει χώρα αδιάκριτη άσκηση βίας, εντούτοις δεν φθάνει σε τέτοιο υψηλό επίπεδο, και σε σχέση με την οποία περαιτέρω ατομικά χαρακτηριστικά θα πρέπει να αποδειχθούν

Σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία θα πρέπει να αναφερθεί ότι βάσει του άρθρου 15 στοιχείο γ), ένα πρόσωπο που διατρέχει γενικό κίνδυνο δεν αποκλείεται να διατρέχει και ειδικό κίνδυνο, και το αντίστροφο. Πράγματι, το ΔΕΕ διατύπωσε την έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» ('sliding scale'), σύμφωνα με την οποία:

«όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας (Elgafaji, σκέψη 39· Diakité, σκέψη 31).»

Όπως αναφέρεται και στη σχετική δικαστική ανάλυση του EASO για το Άρθρο 15 στοιχείο γ) εν σχέση με τις ενδείξεις αδιάκριτης άσκησης βίας θα πρέπει να εξετάζεται από τα δικαστήρια τι προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία. Τα «κριτήρια Sufi και Elmi» βάσει της απόφασης του ΕΔΔΑ είναι (χωρίς να αποτελούν εξαντλητικό κατάλογο):

·         οι αντιμαχόμενες πλευρές και η αντίστοιχη στρατιωτική τους ισχύς·

·         οι εφαρμοζόμενες μέθοδοι και τακτικές πολέμου (κίνδυνος θυμάτων μεταξύ του άμαχου πληθυσμού)·

·         το είδος των χρησιμοποιούμενων όπλων·

·         η γεωγραφική έκταση των μαχών (τοπικές ή εκτεταμένες)·

·         ο αριθμός νεκρών, τραυματιών και εκτοπισμένων αμάχων ως αποτέλεσμα των μαχών.

Λαμβάνοντας υπόψιν τα ανωτέρω, το Δικαστήριο προέβη εκ νέου σε έρευνα  αναφορικά με την χώρα καταγωγής και ειδικότερα με το  τόπο διαμονής του Αιτητή.  Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 15 (γ) του κατά πόσον υφίσταται ένοπλη σύρραξη στη Σομαλία  και την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή, αναφέρονται  τα κατωτέρω:

Αναφορικά με τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή διαμονής του Αιτητή, και συγκεκριμένα στην επαρχία Benadir, πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για το Άσυλο αναφέρει ότι, έως τον Σεπτέμβριο του 2024, διάφορες πηγές εκτιμούσαν τον πληθυσμό της περιφέρειας Banadir, σε 3.171.391 άτομα (IPC), 854.000 και 2.181.609 άτομα (IOM). […] Οι δυνάμεις που είναι παρούσες στην πόλη περιλαμβάνουν ομοσπονδιακές δυνάμεις ασφαλείας, την Προεδρική Φρουρά, αστυνομικές δυνάμεις, δυνάμεις ασφαλείας που υπάγονται στις περιφερειακές αρχές της επαρχίας Banadir, πολυάριθμες ιδιωτικές εταιρείες ασφαλείας και δυνάμεις προστασίας φυλών. Η ευθύνη για τη διασφάλιση της γενικής ασφάλειας του Προεδρικού Μεγάρου (Villa Somalia) μεταβιβάστηκε από την ATMIS στον Εθνικό Στρατό της Σομαλίας στα τέλη του 2023. Δυνάμεις ειρηνευτικής αποστολής της Αφρικανικής Ένωσης στεγάζονταν στη βάση Halane στο Διεθνές Αεροδρόμιο Aden Adde και λειτουργούσαν προκεχωρημένη επιχειρησιακή βάση στο λιμάνι του Μογκαντίσου. Από το 2017, τουρκικές δυνάμεις λειτουργούσαν επίσης στρατιωτική βάση στην πρωτεύουσα, το Camp Turksom. Παράλληλα, το τοπίο ασφάλειας του Μογκαντίσου έχει περιγραφεί ως «πορώδες». Αν και η Αλ-Σαμπάμπ δεν διαθέτει μόνιμες εγκαταστάσεις στο Μογκαντίσου, δραστηριοποιείται στην πόλη, βασιζόμενη στην παρουσία πρακτόρων της υπηρεσίας πληροφοριών Amniyat σε περιοχές που ελέγχονται από την κυβέρνηση, των οποίων τις επιχειρήσεις οι κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας δυσκολεύονται να αποτρέψουν. Τον Σεπτέμβριο του 2024, ο ειδησεογραφικός ιστότοπος Somali Digest ανέφερε ότι η οργάνωση είχε δημιουργήσει δίκτυο βάσεων σε στρατηγικά σημεία στα βόρεια περίχωρα του Μογκαντίσου, εισπράττοντας φόρους και απονέμοντας δικαιοσύνη. Πιο πρόσφατα, τον Μάρτιο του 2025, αναφέρθηκε ότι αρκετά άλλα προάστια είχαν καταγράψει αισθητή αύξηση των επιχειρήσεων της Αλ-Σαμπάμπ, συμπεριλαμβανομένης της περιοχής Daynile στα βορειοδυτικά περίχωρα, η οποία επί μακρόν θεωρούνταν σχετικά σταθερή περιοχή με ισχυρή παρουσία δυνάμεων ασφαλείας. Τοπικοί κάτοικοι στις περιοχές αυτές φέρονται να δήλωσαν ότι οι μαχητές κινούνταν χωρίς εμπόδια και έστηναν σημεία ελέγχου, πραγματοποιούσαν περιπολίες και εξαπέλυαν επιθέσεις. [1]

Αναφορικά με την παρουσία ένοπλων δυνάμεων στη περιοχή, πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για το Άσυλο αναφέρει ότι, παρά τα πολυετή μέτρα αντιτρομοκρατικής δράσης της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης της Σομαλίας και των διεθνών δυνάμεων, τα οποία συνεχίστηκαν και εντάθηκαν σε ορισμένα σημεία κατά την περίοδο αναφοράς (συμπεριλαμβανομένων επιχειρήσεων στις περιοχές Daynile και Kaxda τον Αύγουστο του 2024 και στο Hamarweyne τον Οκτώβριο του 2024), η Αλ-Σαμπάμπ επέδειξε ανθεκτικότητα και προσαρμοστικότητα. Η οργάνωση συνέχισε να βρίσκει νέους τρόπους διείσδυσης στο Μογκαντίσου και να αποτελεί διαρκή απειλή για την ασφάλειά του, κυρίως στα περίχωρα αλλά και σε καλά φυλασσόμενες και ευαίσθητες ζώνες. Περαιτέρω απειλές για την ασφάλεια προέρχονταν από ένοπλες ομάδες φυλών που αντιτίθενται στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Κατά την περίοδο αναφοράς, η Αλ-Σαμπάμπ διείσδυσε και επιτέθηκε σε τουλάχιστον δύο στρατιωτικές εγκαταστάσεις της Σομαλίας, συμπεριλαμβανομένης της Στρατιωτικής Ακαδημίας Jaalle Siyaad (Ιούλιος 2023) και της στρατιωτικής βάσης General Gordon (Φεβρουάριος 2024), ενώ πραγματοποίησε επίσης βομβιστικές επιθέσεις εναντίον σημείων ελέγχου και μελών των δυνάμεων ασφαλείας. Τουλάχιστον δύο βομβιστικές επιθέσεις κατά την περίοδο αναφοράς είχαν ως στόχο την Αστυνομική Ακαδημία General Kaahiye στην περιφέρεια Hamar-Jajab και την άμεση περίμετρό της. Σε συνέχεια τάσης που είχε παρατηρηθεί και στην προηγούμενη περίοδο αναφοράς, το Προεδρικό Μέγαρο (Villa Somalia) και οι εγκαταστάσεις των Ηνωμένων Εθνών στην περιοχή του Διεθνούς Αεροδρομίου Aden Adde παρέμειναν συχνοί στόχοι επιθέσεων με όλμους από την Αλ-Σαμπάμπ. Η οργάνωση στοχοποίησε επίσης ειρηνευτικά στρατεύματα της Αφρικανικής Ένωσης στο αεροδρόμιο, καθώς και την τουρκική στρατιωτική βάση. Οι επαναλαμβανόμενες επιθέσεις με όλμους στην περιοχή του Villa Somalia έπληξαν το Υπουργείο Πετρελαίου και Ορυκτών Πόρων (Απρίλιος 2023), το Προεδρικό Μέγαρο (Ιούλιος 2023) και κατοικημένες περιοχές, προκαλώντας απώλειες αμάχων. Πιο πρόσφατα, βομβιστική επίθεση είχε στόχο τη συνοδεία του Προέδρου της Σομαλίας Hassan Sheikh Mohamud, ο οποίος επέζησε χωρίς να τραυματιστεί (Μάρτιος 2025). Επιπλέον, η οργάνωση πραγματοποίησε θανατηφόρες σύνθετες και επιθέσεις αυτοκτονίας, στοχεύοντας, μεταξύ άλλων περιστατικών που αναφέρθηκαν, το ξενοδοχείο Pearl Beach στην παραλία Lido (Ιούνιος 2023), ένα τσαγερί (Σεπτέμβριος 2023), ένα ξενοδοχείο κοντά στο Villa Somalia (Μάρτιος 2024), ένα καφενείο στην περιφέρεια Bondhere (Ιούλιος 2024) και, ιδίως, ένα εστιατόριο στην παραλία Lido (Αύγουστος 2024), σε επίθεση που αναφέρθηκε ως η πλέον φονική στο Μογκαντίσου από τον Οκτώβριο του 2022. Επιπλέον, βομβιστικές επιθέσεις χωρίς ανάληψη ευθύνης σκότωσαν έξι εργαζομένους εταιρείας τηλεπικοινωνιών στην περιφέρεια Garasbaley (Απρίλιος 2024) και πέντε ακόμη άτομα κοντά στο Εθνικό Θέατρο, στην περιοχή του Villa Somalia (Σεπτέμβριος 2024).[2]

Αναφορικά με τα περιστατικά ασφάλειας, τις εκτιμώμενες απώλειες και τραυματισμούς αμάχων, πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για το Άσυλο αναφέρει ότι μεταξύ 1ης Απριλίου 2023 και 21ης Μαρτίου 2025, το ACLED κατέγραψε 830 περιστατικά ασφάλειας στην περιφέρεια Μπενάντιρ/Μογκαντίσου (μάχες, εκρήξεις ή άλλες μορφές εξ αποστάσεως βίας και βία κατά αμάχων), τα οποία προκάλεσαν 869 θανάτους. Σε επίπεδο δημοτικών περιφερειών, η περιοχή Daynile κατέγραψε τον μεγαλύτερο αριθμό περιστατικών ασφάλειας μεταξύ 1ης Απριλίου 2023 και 21ης Μαρτίου 2025 (190 περιστατικά), ακολουθούμενη από την περιοχή Hodan (115 περιστατικά) και την περιοχή Dharkenley (84 περιστατικά). Το ACLED κατέγραψε συνολικά 624 περιστατικά στα οποία εμπλεκόταν η Αλ-Σαμπάμπ. Από αυτά, 462 περιστατικά αφορούσαν συγκρούσεις μεταξύ της Αλ-Σαμπάμπ και των Στρατιωτικών ή Αστυνομικών Δυνάμεων της Σομαλίας, ενώ 190 περιστατικά αφορούσαν συγκρούσεις μεταξύ της Αλ-Σαμπάμπ και Σομαλών αμάχων.[3]

Αναφορικά με τον εκτοπισμό αμάχων λόγω της ένοπλης σύγκρουσης, αναφέρεται ότι, μεταξύ 1ης Απριλίου 2023 και 16ης Μαρτίου 2025, 1.952 άτομα εκτοπίστηκαν εκ νέου από περιοχές της περιφέρειας Banadir  λόγω σύγκρουσης ή ανασφάλειας, σύμφωνα με το σύστημα PRMN της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες. Από την ομάδα αυτή, 492 άτομα εκτοπίστηκαν εντός της ίδιας διοικητικής περιφέρειας, ενώ 1.460 άτομα εκτοπίστηκαν προς άλλες περιφέρειες, συμπεριλαμβανομένων των περιοχών Lower Juba, Nugal και Bari. Κατά την ίδια περίοδο, 78.177 άτομα αφίχθησαν στην περιφέρεια επαρχίας Banadir από άλλες περιφέρειες, συγκεκριμένα από τις περιοχές Lower Juba, Middle Juba, Bakool, Bay, Lower Shabelle, Middle Shabelle, Hiraan, Galgaduud και Mudug.[4]

Αναφορικά με τις επιπτώσεις στους αμάχους, πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσία για το Άσυλο, αναφέρει ότι, το Γραφείο Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων του ΟΗΕ (UNOCHA) κατέγραψε 55 περιστατικά παρεμπόδισης ανθρωπιστικής πρόσβασης στην περιφέρεια Μπενάντιρ μεταξύ Απριλίου και Δεκεμβρίου 2023 και ακόμη 43 περιστατικά κατά το έτος 2024, αριθμό που αποτελεί τον υψηλότερο μεταξύ όλων των περιφερειών. Τα περιστατικά αυτά, τα οποία δυσχέραιναν την πρόσβαση σε ανθρωπιστική βοήθεια και υπηρεσίες, περιλάμβαναν εξώσεις χιλιάδων νοικοκυριών εσωτερικά εκτοπισμένων, την κατεδάφιση εγκατάστασης διατροφικής υποστήριξης (περιφέρεια Hodan), επιθέσεις με όλμους στο Διεθνές Αεροδρόμιο Aden Adde, όπου στεγάζεται προσωπικό των Ηνωμένων Εθνών, καθώς και την εντατικοποίηση επιχειρήσεων ασφαλείας στις περιοχές Kahda και Daynile, η οποία παρεμπόδιζε την πρόσβαση σε καταυλισμούς εσωτερικά εκτοπισμένων. Σύμφωνα με στοιχεία που κατέγραψε το Νορβηγικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες (NRC), 49.122 άτομα εξώθηκαν στην περιφέρεια Μπενάντιρ κατά τη διάρκεια του 2024. Οι περισσότερες εξώσεις σημειώθηκαν στις περιφέρειες Kaxda (21.635), Daynile (13.147) και Garasbaley (12.264).[5]

Επιπροσθέτως, σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση δεδομένων του ACLED και για τη πληρότητα της έρευνας, κατά το προηγούμενο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 29/01/2026) στην επαρχία Banadir, καταγράφηκαν 550 περιστατικά ασφαλείας, από τα οποία προκλήθηκαν 286 θάνατοι.[6] Διάφορες πηγές εκτιμούν τον πληθυσμό της περιφέρειας Banadir, σε 3.171.391 άτομα.

Εξετάζοντας συνδυαστικά τα αριθμητικά δεδομένα με τον εκτιμώμενο πληθυσμό της ενλόγω επαρχίας καταλήγω  ότι η ένταση της βίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αρκετά υψηλή.

Κρίνω περαιτέρω , ότι απαιτείται η συνδρομή πρόσθετων στοιχείων, που αφορούν τα ατομικά χαρακτηριστικά του Αιτητή (στο πνεύμα της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης), ώστε να θεωρηθεί ότι αυτός κινδυνεύει εξαιτίας της αδιακρίτως ασκούμενης βίας. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω καταλήγω στο ίδιο συμπέρασμα με τους Καθ’ ων, ήτοι ότι δεν προκύπτουν ουσιώδεις λόγοι, ώστε να πιστεύεται ότι ο Αιτητής, ο οποίος είναι ένας υγιής, άγαμος άνδρας, με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, ικανό να εργαστεί, χωρίς κάποια εμφανή ευαλωτότητα ο οποίος διαθέτει υποστηρικτικό δίκτυο και το κυριότερο είναι σε θέση να αντιληφθεί την επέλευση του κινδύνου και να προφυλαχθεί δεόντως ,θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή βλάβη λόγω της παρουσίας του και μόνον στην επαρχία Banadir, και άρα δεν δικαιούται να λάβει συμπληρωματική προστασία στη βάση του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Αιτητή περί απασχόλησης του στην οργάνωση Elman Peace Center, και συμπληρωματικά των όσων έχουν παρατεθεί στην Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, σε σχέση με τη μεταχείριση όσων απασχολούνται σε οργανώσεις, πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για το Άσυλο αναφέρει ότι, οι περισσότερες διεθνείς ΜΚΟ δεν επιτρέπεται να δραστηριοποιούνται σε περιοχές που ελέγχονται από την Αλ-Σαμπάμπ. […] Ενδεικτικά, η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού (ICRC) δραστηριοποιείται σε περιοχές που ελέγχονται από την Αλ-Σαμπάμπ χωρίς να εμφανίζει το έμβλημα του «ερυθρού σταυρού». Αντίθετα, οι οργανισμοί και οι υπηρεσίες των Ηνωμένων Εθνών, καθώς συνδέονται με την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση της Σομαλίας, βασίζονται σε διεθνείς και τοπικές ΜΚΟ, καθώς και σε εργολάβους, προκειμένου να δραστηριοποιηθούν. Η ίδια διαδικασία ελέγχου εφαρμόζεται επίσης σε σομαλικές και τοπικές ΜΚΟ ή οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών. Σε γενικές γραμμές, τα άτομα στη νότια και κεντρική Σομαλία, εκτός των περιοχών που ελέγχονται από την Αλ-Σαμπάμπ, μπορούν να συμμετέχουν σε τοπικές οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών με διαφορετικές εξειδικεύσεις. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων Aid Worker Security Database, στη Σομαλία σκοτώθηκαν 9 εργαζόμενοι ανθρωπιστικής βοήθειας το 2024 και 5 το 2023, απήχθησαν 2 το 2024 και 10 το 2023, ενώ τραυματίστηκαν 7 το 2024 και 11 το 2023. Σύμφωνα με το UNOCHA, κατά τη διάρκεια του 2024 σκοτώθηκαν 5 μέλη ανθρωπιστικού προσωπικού, 8 απήχθησαν και 16 τραυματίστηκαν. Ωστόσο, το UNOCHA επισημαίνει ότι, παρότι η βία κατά του ανθρωπιστικού προσωπικού, των μέσων και των εγκαταστάσεων αυξήθηκε σημαντικά το 2024 σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος — με 47 καταγεγραμμένα περιστατικά το 2023 και 67 το 2024 — οι δολοφονίες εργαζομένων ανθρωπιστικής βοήθειας δεν συνδέονται με την ιδιότητά τους, αλλά αποτελούν παράπλευρες απώλειες των εχθροπραξιών.[7]

Άλλες πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι εργαζόμενοι σε ανθρωπιστικές οργανώσεις διέτρεχαν τον κίνδυνο να κατηγορηθούν από την Αλ-Σαμπάμπ ότι συνεργάζονται με δυτικές δυνάμεις και, ως εκ τούτου, να αποτελέσουν στόχο βίας ή απαγωγής από την οργάνωση. Για παράδειγμα, ένας εργαζόμενος ανθρωπιστικής βοήθειας απήχθη από την Αλ-Σαμπάμπ την 1η Ιανουαρίου 2024 και απελευθερώθηκε την επόμενη ημέρα, κατόπιν διαπραγματεύσεων από πρεσβύτερους των φυλών. Επιπλέον, δύο εργαζόμενοι ανθρωπιστικής βοήθειας σκοτώθηκαν στην περιοχή Gedo ως αποτέλεσμα ενδοφυλετικής βίας.[8]

Ωστόσο ο Αιτητής εργάστηκε προσωρινά στην εν λόγω ανθρωπιστική οργάνωση ενώ είναι απόφοιτος πανεπιστήμιου στο κλάδο Δημόσιας Διοίκησης. Περαιτέρω η ενασχόληση του στον ενλόγω ανθρωπιστικό οργανισμό δεν αυξάνει τον προσωπικό κίνδυνο εν επιστρέψει στον τόπο συνήθους διαμονής του.

Συνεπώς και με  βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκε ενώπιον μου, καταλήγω ότι εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας του Αιτητή. 

Κρίνω ότι με σαφήνεια καταδεικνύεται και για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί, ότι τα πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούν τις υπό του περί Προσφύγων Νόμου (άρθρα 3-3Δ) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, αναγκαίες προϋποθέσεις για την υπαγωγή του εν λόγω Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα. Ο Αιτητής δεν στοιχειοθέτησε βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως αυτοί οι λόγοι εξαντλητικά προνοούνται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Επίσης, δεν δύναται να του  αποδοθεί το καθεστώς  συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου άρθρο 19(1) του προαναφερθέντος  πάνω Νόμου, καθότι δεν συντρέχει πραγματικός κίνδυνος να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη με την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, ως καθορίζεται στο άρθρο 19(2) του ιδίου Νόμου.

 

Υπό το φως των ανωτέρω,  προσφυγή απορρίπτεται με € 1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση     

 

 

 

                                          Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου Δ.Δ.Δ.Δ.Π.         

 

 

 

 

 



[1] EUAA - European Union Agency for Asylum, Somalia: Security Situation, Μάιος 2025, σελ. 88-89, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-06/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 29/01/2026)

[2] EUAA - European Union Agency for Asylum, Somalia: Security Situation, Μάιος 2025, σελ. 89-90, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-06/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 29/01/2026)

[3] EUAA - European Union Agency for Asylum, Somalia: Security Situation, Μάιος 2025, σελ. 91-92, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-06/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 29/01/2026)

[4] EUAA - European Union Agency for Asylum, Somalia: Security Situation, Μάιος 2025, σελ. 93, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-06/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 29/01/2026)

[5] EUAA - European Union Agency for Asylum, Somalia: Security Situation, Μάιος 2025, σελ. 75, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-06/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 29/01/2026)

[6] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 29/01/2026)

[7] EUAA - European Union Agency for Asylum, Somalia: Country Focus, σελ. 78, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-05/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf

[8] Netherlands Ministry of Foreign Affairs, General Country of Origin Information Report on Somalia, Απρίλιος 2025, σελ. 106, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/file/local/2126350/Country+of+Origin+Information+report+Somalia+2025.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 27/01/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο