ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 5468/2022
5 Φεβρουαρίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
S. L.
Αιτήτριας
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
............................................
Η αιτήτρια εμφανίζεται αυτοπροσώπως
Ευφροσύνη Χατζηγιάννη, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση
[Παρούσα η κυρία Grace Αργυρού για πιστή μετάφραση από Φιλιππινέζικα σε ελληνικά και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η αιτήτρια προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 23/06/2022, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Η αιτήτρια είναι υπήκοος Φιλιππινών και στις 31/05/2022 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας αφού εισήλθε νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 04/02/2011. Την ίδια μέρα, δηλαδή στις 31/05/2022 η αιτήτρια παρέλαβε Βεβαίωση Αίτησης Διεθνούς Προστασίας (Confirmations of Submission of an Application for International Protection).
Στις 07/06/2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της αιτήτριας από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου και της παραχωρήθηκε δωρεάν βοήθεια διερμηνέα. Αυθημερόν, ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με τη συνέντευξη της αιτήτριας. Στη συνέχεια, ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, αφού εξέτασε την Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης στις 23/06/2022.
Στις 26/08/2022 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή προς την αιτήτρια, στην οποία συμπεριέλαβε την απόφασή της για απόρριψη του αιτήματός της, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από την αιτήτρια αυθημερόν, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου της από διερμηνέα. Στη συνέχεια, η αιτήτρια καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της προαναφερόμενης απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Κατά την καταχώρηση της προσφυγής, η αιτήτρια, η οποία δεν εκπροσωπείτε από δικηγόρο, δεν πρόβαλε κανένα νομικό ισχυρισμό εναντίον της απόφασης απόρριψης του αιτήματος της για διεθνή προστασία. Στην αίτηση ακυρώσεως καταγράφει ότι επιθυμεί να υποβάλει ένσταση κατά της απόφασης της Υπηρεσίας
Ασύλου καθότι δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα της λόγω του ότι η οικογένειά της βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Η αιτήτρια μέσω της γραπτής της αγόρευσης ανέφερε ότι βρίσκεται στη Δημοκρατία από το 2011 και εργαζόταν στον τελευταίο εργοδότη της για χρονική περίοδο 6 χρόνων. Ακολούθως παντρεύτηκε τον Σύρο σύζυγό της και μαζί, στην Κυπριακή Δημοκρατία απέκτησαν δύο θυγατέρες. Από όταν η άδεια παραμονής της έληξε, αδυνατεί να την ανανεώσει λόγω της αλλαγής της νομοθεσίας για το άσυλο. Επιθυμία της είναι να παραμείνει νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία με τις δύο θυγατέρες της και τον σύζυγό της και πατέρα των παιδιών της και γι’ αυτό το λόγο ισχυρίστηκε ότι υπέβαλε αίτημα για διεθνή προστασία.
Η επαίδευτη συνήγορος των καθ΄ ων η αίτηση, με την προφορική της αγόρευση, υιοθέτησε το περιεχόμενο της Ένστασης και πρόβαλε ότι οι λόγοι που επικαλείται η αιτήτρια τόσο στη συνέντευξη όσο και στη Γραπτή της Αγόρευση είναι οικονομικοί και ως εκ τούτου, δεν δικαιούται καθεστώς δυνάμει του άρθρου 3 του Περί Προσφύγων Νόμου αλλά ούτε και του άρθρου 19 του ιδίου Νόμου. Επισημαίνει ακόμα ότι σύμφωνα με την Κ.Δ.Π. 145/2025 η χώρα καταγωγής της αιτήτριας, οι Φιλιππίνες συγκαταλέγεται στις ασφαλείς χώρες ιθαγένειας. Τέλος, ως προ το ζήτημα ανάκλησης της απόφασης επιστροφής της αιτήτριας, η συνήγορος των καθ’ ων επεσήμανε ότι το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να εξετάσει το καθεστώς παραμονής της στην Κυπριακή Δημοκρατία λόγω του γάμου της με τον Σύρο κάτοχο συμπληρωματικής προστασίας σύζυγό της και ως εκ τούτου εισηγείται την απόρριψη της προσφυγής της αιτήτριας.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό
εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω τους ισχυρισμούς που προωθεί η αιτήτρια προκειμένου να διαφανεί κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημά της για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε η αιτήτρια σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός της, για να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας.
Η αιτήτρια στην αίτηση που υπέβαλε στην Υπηρεσία Ασύλου, δήλωσε ότι βρίσκεται στη Κυπριακή Δημοκρατία από το 2011 ως οικιακή βοηθός. Τον Δεκέμβριο του 2017 παντρεύτηκε στο Δημαρχείο Λευκωσίας, τον σύζυγό της, ονόματι «Α. Η.», υπήκοος Συρίας και κάτοχος καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Η αιτήτρια με το σύζυγό της απέκτησαν δύο θυγατέρες. Μετά το γάμο τους η αιτήτρια έλαβε άδεια παραμονής ως σύζυγος προσώπου που κατέχει καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, άδεια η οποία από τις 24/05/2020 δεν έχει ισχύ. Η αιτήτρια τέλος κατέγραψε ότι ζητά όπως συμπεριληφθεί στο φάκελο του συζύγου της για να είναι σε θέση να ανανεώσει την άδειά της και να παραμείνει στη Κυπριακή Δημοκρατία με την οικογένειά της (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου).
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της, η αιτήτρια δήλωσε ότι γεννήθηκε στο χωριό Oras Samar και ακολούθως όταν παντρεύτηκε μετέβη στο χωριό Tacloban και περιστασιακά μετέβαινε στη Manilla, όπου σπούδασε και διέμεναν η μητέρα και ο
αδελφός της. Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση, η αιτήτρια δήλωσε ότι είναι διαζευγμένη από τον πρώτο της σύζυγο και ότι έχει τρεις θυγατέρες οι οποίες διαμένουν μαζί με τη μητέρα της στη χώρα καταγωγής της. Κατά την παραμονή της στην Κυπριακή Δημοκρατία, η αιτήτρια παντρεύτηκε (ερυθρό 5 του διοικητικού φακέλου) με τον σύντροφό της, ο οποίος είναι υπήκοος Συρίας και απέκτησαν δύο θυγατέρες (ερυθρά 6 και 7 του διοικητικού φακέλου).
Η αιτήτρια ανέφερε ότι ο λόγος που εγκατέλειψε τη χώρα της ήταν για να εργαστεί και να στηρίξει τα τέκνα της και διευκρίνισε πως και αυτός είναι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της. Ως προς τις συνέπειες πιθανής επιστροφής της στη χώρα της, ανέφερε ότι θα αντιμετωπίσει οικονομικά προβλήματα και πρόσθεσε πως ο σύζυγος και οι δύο κόρες της βρίσκονται στην Κυπριακή Δημοκρατία και επιθυμεί να παραμείνει μαζί τους. Η αιτήτρια ανέφερε πως δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την έξοδό της από τη χώρα καταγωγής της και δήλωσε πως οι αρχές της χώρας της θα της επιτρέψουν την επιστροφή της. Πρόσθετα, ανέφερε πως ουδέποτε έχει κρατηθεί ή συλληφθεί στη χώρα καταγωγής της.
Στη βάση των ανωτέρω ισχυρισμών, o αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος, σχετικά με το ότι η αιτήτρια είναι υπήκοος Φιλιππίνων, γεννημένη στο Oras E. Samar και διέμενε στο Tacloban πριν αναχωρήσει από τη χώρα της, ο δεύτερος, σχετικά με το ότι η αιτήτρια εγκατέλειψε τη χώρα της για να εργαστεί και ο τρίτος ότι η αιτήτρια δεν επιθυμεί να επιστρέψει στις Φιλιππίνες γιατί παντρεύτηκε Σύρο υπήκοο και απέκτησε δύο παιδιά ενόσω βρισκόταν στην Κύπρο. Όλοι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας έχουν γίνει αποδεκτοί.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, o αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψιν τους αποδεκτούς ουσιώδεις ισχυρισμούς, την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία της αιτήτριας, καθώς επίσης και το γεγονός ότι εγκατέλειψε
τη χώρα της για να εργαστεί και αφού έλαβε υπόψη το νέο της σύζυγο και τις δύο θυγατέρες της που βρίσκονται στην Κυπριακή Δημοκρατία, έκρινε ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Κατά τη νομική ανάλυση για το προσφυγικό καθεστώς, ο αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε πως από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς της αιτήτριας διαφαίνεται ότι στο πρόσωπό της δεν συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, για κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται εξαντλητικά στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.
Ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή της στο καθεστώς πρόσφυγα, ούτε όμως ότι πληροί τις προϋποθέσεις για χορήγηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000. Η Υπηρεσία Ασύλου στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής αποφάσισε την επιστροφή της αιτήτριας στις Φιλιππίνες, χωρίς να ασχολείται με την ύπαρξη του γάμου της ο οποίος τελέστηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία και τη δημιουργία δύο παιδιών τα οποία γεννήθηκαν και διαμένουν από τη γέννησή τους στην Κυπριακή Δημοκρατία. Την έκθεση/εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε το αρμόδιο εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών πρόσωπο που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου και απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας.
Στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας η Υπηρεσία Ασύλου με απόφαση ημερομηνίας 30/5/2024 (ερυθρά 70-77, του διοικητικού φακέλου) αναφέροντας πως εκ παραδρομής εκδόθηκε απόφαση επιστροφής της αιτήτριας, εφόσον είναι νυμφευμένη με δικαιούχο συμπληρωματικής προστασίας με τον οποίο διαμένει στην Κυπριακή Δημοκρατία και με τον οποίο έχει αποκτήσει δύο παιδιά, ανακαλεί/ακυρώνει την απόφαση επιστροφής της αιτήτριας ημερομηνίας 23/6/2022, στη χώρα καταγωγής της. Περαιτέρω, αναφέρουν πως παρόλο που η αίτηση διεθνούς προστασίας της αιτήτριας έχει απορριφθεί, εφόσον πρόκειται για άτομο το οποίο διατηρεί οικογενειακούς δεσμούς στην Κυπριακή Δημοκρατία με νόμιμα διαμένοντες πολίτες, θεωρεί αναγκαία την μεταγενέστερη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου για ανάκληση της απόφασης επιστροφής της αιτήτριας, προκειμένου η αιτήτρια να προχωρήσει σε αίτηση στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης για διευθέτηση της άδειας παραμονής της.
Η Υπηρεσία Ασύλου με επιστολή ημερομηνίας 30/5/2024 η οποία κοινοποιήθηκε στις 10/9/2024 στην αιτήτρια και προσκομίστηκε στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο ημερομηνίας 8/5/2025 ενημέρωσε την αιτήτρια πως η απόφαση επιστροφής που εκδόθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 23/6/2022 ανακλήθηκε/ακυρώθηκε. Αναφέρει πρόσθετα πως η αιτήτρια θα πρέπει να απευθυνθεί στο Τμήμα Μετανάστευσης για την έκδοση άδειας διαμονής της στην Κυπριακή Δημοκρατία. Επομένως, ενόψει της εξέλιξης αυτής δεν είναι αντικείμενο της παρούσας η απόφαση επιστροφής της αιτήτριας. Η διαμονή της αιτήτριας στην Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι ζήτημα για το οποίο αποφασίζει το Δικαστήριο, εφόσον το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να εκδίδει άδειες διαμονής στη Δημοκρατία. Ενόψει της εξέλιξης αυτής παρέμεινε προς εξέταση μόνο ο πυρήνας του αιτήματος διεθνούς προστασίας που υπέβαλε η αιτήτρια στην Υπηρεσία Ασύλου, τον οποίο βεβαίως αφού παρέθεσα προηγουμένως όλα τα σχετικά γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου προχωρώ στη περαιτέρω εξέτασή του.
Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, η αιτήτρια δεν επικαλείται στη συνέντευξή της κανέναν απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα, το μόνο πρόβλημα που επικαλέστηκε είναι τα οικονομικά προβλήματα που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, στοιχεία που δεν θα μπορούσαν να τον εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, έτσι όπως αυτή η έννοια ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.
Σύμφωνα με την παράγραφο 62 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων που εκδόθηκε από την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες: «62. Μετανάστης είναι το πρόσωπο που για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στον ορισμό εγκαταλείπει οικειοθελώς τη χώρα του με σκοπό να εγκατασταθεί αλλού. Μπορεί δε να ωθείται από την επιθυμία για αλλαγή ή για περιπέτεια ή από οικογενειακούς ή άλλους προσωπικούς λόγους. Εάν ωθείται αποκλειστικά από οικονομικά κίνητρα, είναι οικονομικός μετανάστης και όχι πρόσφυγας.»
Στην πιο πάνω παράγραφο, το Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων που εκδόθηκε από την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες προβαίνει σε ένα διαχωρισμό μεταξύ μεταναστών και προσφύγων. Όπως έχει κατ’ επανάληψην νομολογηθεί, οι οικονομικοί μετανάστες δεν εμπίπτουν στην έννοια του πρόσφυγα (βλ. ενδεικτικά Md Jakir Hossain v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 2319/2006, ημερομηνίας 16/7/2008, Barakan Petrosyan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 883/2008, ημερομηνίας 10/2/2012, Irene Ferenko
v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 1051/2010, ημερομηνίας 21/12/2011).
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3, του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (§37 και §38 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών), κάτι που βεβαίως δεν αποδείχθηκε στην υπό εξέταση υπόθεση. Ούτως ή άλλως η αιτήτρια δεν δήλωσε πως οποιοσδήποτε φορέας την εμποδίζει να διαμείνει και να εργαστεί στη χώρα καταγωγής της. Επιπλέον, στη χώρα της βρίσκεται και η μητέρα της με τα τέκνα που απέκτησε από τον προηγούμενο της γάμο.
Πρόσθετα, κρίθηκε από το αρμόδιο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6 (Ι)/2000 για να παραχωρηθεί στην αιτήτρια το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα της.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6 (Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh
Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015).
Επιπρόσθετα, λαμβάνεται υπόψη ότι ο Υπουργός Εσωτερικών στα πλαίσια των εξουσιών του δυνάμει του άρθρου 12 Β τρις του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6 (Ι)/2000) με την Κ.Δ.Π. 145/2025, καθόρισε τη χώρα καταγωγής της αιτήτριας ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, εφόσον ικανοποιήθηκε βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, ότι στην οριζόμενη χώρα γενικά και μόνιμα δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ
447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι δεν θα μπορούσε να δοθεί στην αιτήτρια οποιοδήποτε καθεστώς διεθνούς προστασίας, εφόσον δεν κρίθηκε ότι πληροί τις προϋποθέσεις για να δοθεί οποιοδήποτε καθεστώς. Για τους λόγους που έχουν ήδη αναφερθεί εφόσον η
απόφαση επιστροφής ανακλήθηκε/ακυρώθηκε, ουσιαστικά δεν υπάρχει ζήτημα επί τούτου προς εξέταση στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία για τους λόγους που επεξηγήθηκαν προηγουμένως.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση στο μέτρο που αφορά τον πυρήνα του αιτήματος της αιτήτριας επικυρώνεται. Ενόψει της εξέλιξης περί της ανάκλησης/ακύρωσης της απόφασης επιστροφής, θεωρώ ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να μην επιδικάσω έξοδα.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο