ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 566/25
17 Φεβρουαρίου, 2026
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
T. T. N.
Αιτητού,
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Ο Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως
Ν. Νικολάου (κ.), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση, ημερομηνίας 17.1.2025, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του τελευταίου για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023 και αποφασίστηκε η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του.
Γεγονότα
1. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (στο εξής: Λ.Δ.Κ.). Εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές και, περί τις 21.12.2022, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 24.1.2023 και 15.1.2025 διενεργήθηκαν συνεντεύξεις του Αιτητή. Ακολούθως, στις 15.1.2025, λειτουργός υπέβαλε Έκθεση και Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: ο Προϊστάμενος) αναφορικά με το αίτημά του, με σύσταση για απόρριψη της αίτησης ασύλου και επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του. Η εν λόγω Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 17.1.2025. Στις 19.2.2025 η απορριπτική απόφαση κοινοποιήθηκε στον Αιτητή και αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής, η οποία καταχωρίστηκε στις 12.3.2025.
Νομικοί Ισχυρισμοί
2. Ο Αιτητής, με το εισαγωγικό δικόγραφο, αιτείται την επανεξέταση της υπόθεσής του, προβάλλοντας ότι η ζωή του διατρέχει σοβαρό κίνδυνο. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι τον είχαν συλλάβει άδικα και διέφυγε από την φυλακή, γι’ αυτό και σε περίπτωση επιστροφής του φοβάται ότι η ζωή του θα τεθεί σε κίνδυνο.
3. Στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης προβάλλει ότι εγκατέλειψε τη Λ.Δ.Κ. επειδή απειλείται η ζωή του και καταζητείται από τις αρχές της χώρας του λόγω της πολιτικής του δράσης. Υποστήριξε ότι διέμενε στη Γαλλία από το 2008, όπου συμμετείχε σε πορείες διαμαρτυρίας κατά της κακοδιαχείρισης στη χώρα καταγωγής του, και ότι επαναπατρίστηκε παράνομα στη Λ.Δ.Κ. από τις γαλλικές αρχές. Κατά την άφιξή του στο αεροδρόμιο της Kinshasa συνελήφθη και κρατήθηκε χωρίς δίκη για μία έως δύο εβδομάδες, λόγω της συμμετοχής του στις εν λόγω διαμαρτυρίες. Ισχυρίστηκε ότι η οικογένειά του πληροφορήθηκε την κράτησή του και, με τη συνδρομή του γαμπρού του, ο οποίος είχε γνωριμίες εντός της φυλακής, κατόρθωσε να αποδράσει. Ακολούθως μετέβη στο Congo-Brazzaville, όπου διέμενε η οικογένεια της συζύγου του, πλην όμως δεν αισθανόταν ασφαλής λόγω των σχέσεων μεταξύ των δύο κρατών. Με τη βοήθεια της οικογένειάς του ταξίδεψε στη Δημοκρατία ως φοιτητής, χρησιμοποιώντας πλαστή ταυτότητα, καθότι, όπως υποστήριξε, ήταν ήδη γνωστός στις αρχές του αεροδρομίου. Περαιτέρω, ο Αιτητής αμφισβήτησε τα συμπεράσματα των Καθ’ ων η αίτηση περί αναξιοπιστίας, αποδίδοντας τις διαπιστωθείσες αντιφάσεις σε παρερμηνεία των δηλώσεών του. Τόνισε επίσης ότι διαθέτει αποδεικτικά στοιχεία για τη διαμονή του στη Γαλλία, όπου γεννήθηκαν και διαμένουν οι δύο υιοί του (τα οποία προσκόμισε στην συνέχεια στην επί ακροατηρίω διαδικασία, βλ. κατωτέρω). Τέλος, υποστήριξε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη Λ.Δ.Κ. διατρέχει άμεσο κίνδυνο σύλληψης και δίωξης, ιδίως λόγω του ότι εξήλθε της χώρας με διαφορετικό όνομα, ενώ αιτήθηκε άσυλο στην Κυπριακή Δημοκρατία με το πραγματικό του όνομα.
4. Από την πλευρά τους, οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, καταδεικνύοντας ότι δεν προκύπτει μελλοντικός κίνδυνος σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, παραπέμποντας στα ευρήματά τους κατά τη διοικητική εξέταση της αίτησής του όπου ως προς τον πυρήνα του αιτήματός του κρίθηκε ως αναξιόπιστος. Συνεπώς, εισηγούνται την απόρριψη της αίτησής του.
Το νομικό πλαίσιο
5. Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des trait?s des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».
6. Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2023 έχει ως ακολούθως:
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
7. Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2025 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
8. Το άρθρο 3 του των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος) καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.
9. Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:
«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών
16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).
(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-
(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».
10. Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Κατάληξη
11. Επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει την ουσιαστική ορθότητα της επίδικης πράξεως και μάλιστα σε επικαιροποιημένη βάση (ex nunc). Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.
12. Παρατηρείται συναφώς ότι, κατά την καταγραφή της αίτησής του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι το 2006 ήταν υποστηρικτής του πολιτικού κόμματος MLC (Mouvement de Lib?ration du Congo) κατά τη διάρκεια της προπαγάνδας των προεδρικών εκλογών και ότι ήταν διανομέας αφισών. Ανέφερε ότι μετά τις εκλογές η αστυνομία τον αναζητούσε και μετέβαινε στην οικία του για να τον εντοπίσει. Εν συνεχεία, δήλωσε ότι το 2008 αφίχθη στη Γαλλία. Το 2019, όπως ισχυρίστηκε, επαναπατρίστηκε στη Λ.Δ.Κ.. Κατά την άφιξή του εκεί, συνελήφθη, ωστόσο ένας από τους αστυνομικούς τον βοήθησε να διαφύγει. Τέλος, ανέφερε ότι ζητά άσυλο στην Δημοκρατία.
13. Κατά το στάδιο της πρώτης συνέντευξής του στις 24.1.2023, ο Αιτητής, ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ανέφερε ότι είναι υπήκοος της Λ.Δ.Κ., γεννημένος στον δήμο Barumbu της Kinshasa, η οποία αποτελεί και τον τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής του. Περαιτέρω, δήλωσε ότι ομιλεί λινγκάλα και γαλλικά, ενώ ως προς τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις δήλωσε ότι είναι Χριστιανός. Ως προς το μορφωτικό και επαγγελματικό του υπόβαθρο, ανέφερε πως είναι κάτοχος πανεπιστημιακού πτυχίου ότι εργαζόταν ως ηλεκτρολόγος. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι η σύζυγός του και τα δύο ανήλικα παιδιά του διαμένουν στη Γαλλία, όπου η σύζυγός του κατέχει άδεια παραμονής. Οι γονείς του ζουν στο Barumbu της Kinshasa, ενώ η αδελφή του, η οποία είναι παντρεμένη, διαμένει με την οικογένειά της στον δήμο Limba της Kinshasa. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι διαθέτει συγγενείς και φίλους στην Kinshasa, καθώς και συγγενείς στο εξωτερικό.
14. Ερωτηθείς για τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής, κατά την ελεύθερη αφήγησή του, ανέφερε ότι μετά τον επαναπατρισμό του από τη Γαλλία οι αρχές της χώρας του τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στη φυλακή, κατηγορώντας τον ότι είναι μαχητής («combatant»). Στην συνέχεια, προέβαλε ότι από τη φυλακή τον βοήθησε να διαφύγει ένα πρόσωπο που εργαζόταν στην αστυνομία και ότι κατόπιν μετέβη στο Brazzaville.
15. Ερωτηθείς σχετικά με την πρώτη φορά που εγκατέλειψε τη χώρα, δήλωσε ότι αυτό συνέβη το 2006, διότι ήταν μέλος της προπαγάνδας εναντίον του Joseph Kabila και ότι τον αναζητούσαν για να τον φυλακίσουν. Υποστήριξε ότι κατά τον επαναπατρισμό του από τη Γαλλία κατηγορήθηκε ως «combatant», γεγονός που οδήγησε εκ νέου στη σύλληψή του. Αναφορικά με τον όρο «combatant», ο Αιτητής δήλωσε ότι πρόκειται για Κονγκολέζους που ανήκουν σε ομάδα προσώπων στο εξωτερικό, οι οποίοι κατηγορούν τις αρχές της ΛΔΚ για τα αρνητικά γεγονότα στη χώρα. Ισχυρίστηκε ότι συμμετείχε σε διαμαρτυρίες στο Παρίσι όταν οι αρχές της ΛΔΚ επισκέπτονταν τη Γαλλία, καθώς και σε διαμαρτυρίες κατά Κονγκολέζων μουσικών που, κατά τον ίδιο, υποστήριζαν τον Πρόεδρο Kabila. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι στη Γαλλία συνελήφθη για έλεγχο ταυτότητας και όχι λόγω της ιδιότητάς του ως διαδηλωτής.
16. Εν συνεχεία, ερωτηθείς εάν ανήκει σε πολιτική οργάνωση, δήλωσε ότι ήταν μέλος του πολιτικού κόμματος MLC από τα τέλη του 2005, χωρίς ωστόσο να είναι ενεργό μέλος μετά το 2006. Προέβαλε ότι δεν συμμετείχε πλέον σε συναντήσεις ή δραστηριότητες, αν και το όνομά του παραμένει στους καταλόγους του κόμματος. Δήλωσε ότι εντάχθηκε στο MLC μέσω ενός φίλου του, του Jose Bombole, ανιψιού του Adam Bombole, ο οποίος ήταν στενός συνεργάτης του Jean Pierre Bemba, ιδρυτή του κόμματος. Ανέφερε ότι οι συναντήσεις λάμβαναν χώρα στην οικία του φίλου του και ότι κατά την προεκλογική εκστρατεία του 2006 διένειμαν μπλουζάκια και διαφημιστικό υλικό υπέρ του κόμματος. Ερωτηθείς σχετικά με τη δράση του το 2006, ισχυρίστηκε ότι μετά τις εκλογές και την ήττα του Jean-Pierre Bemba, προέκυψαν συγκρούσεις μεταξύ στρατιωτών του Bemba και του Kabila. Υποστήριξε ότι ο ίδιος και ο φίλος του μετέφεραν έναν τραυματισμένο στρατιώτη του Bemba σε νοσοκομείο στο Barumbu και ότι στρατιώτες του Kabila μετέβησαν στο νοσοκομείο αναζητώντας ποιος μετέφερε τον τραυματία, ενώ στη συνέχεια πήγαν στην οικία του για να τον συλλάβουν.
17. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι δύο ημέρες μετά το περιστατικό στο νοσοκομείο, κατά τη διάρκεια της νύχτας, αφίχθη όχημα με στρατιώτες του Kabila στην οικία της οικογένειάς του. Ανέφερε ότι ο πατέρας του άνοιξε την πόρτα, ενώ ο ίδιος βρισκόταν εντός της οικίας μαζί με τον αδελφό του. Οι στρατιώτες ρώτησαν τον πατέρα του πού βρισκόταν ο ίδιος και εκείνος απάντησε ότι δεν είχε διανυκτερεύσει στο σπίτι εκείνο το βράδυ. Ο Αιτητής προέβαλε ότι οι στρατιώτες εισήλθαν στην οικία για να ελέγξουν αν βρισκόταν εκεί. Δήλωσε ότι, παρότι τον είδαν μαζί με τα αδέλφια του, δεν τον αναγνώρισαν ως το πρόσωπο που αναζητούσαν. Ανέφερε ότι ένας από τους στρατιώτες είπε πως «αν πιάσουμε τον Tresor, τα πράγματα θα είναι πολύ άσχημα για αυτόν». Κατόπιν της αποχώρησης των στρατιωτών εκείνη τη νύχτα, ο Αιτητής δήλωσε ότι την επόμενη ημέρα μετέβη στην οικία της θείας του. Εν συνεχεία, ανέφερε ότι περίπου μία εβδομάδα αργότερα οι στρατιώτες επανήλθαν στην οικογενειακή οικία και, επειδή δεν τον εντόπισαν, κακοποίησαν τον μικρό του αδελφό. Το γεγονός αυτό, όπως δήλωσε, του μεταφέρθηκε τηλεφωνικώς από τον πατέρα του.
18. Μετά το περιστατικό αυτό, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα, περί τον Αύγουστο ή Σεπτέμβριο 2006, διαφεύγοντας με βάρκα μέσω του ποταμού προς το Congo Brazzaville και στη συνέχεια, μέσω Τυνησίας, στη Μασσαλία της Γαλλίας.
19. Αναφορικά με τη σύλληψή του κατά την επιστροφή του, δήλωσε ότι τον Νοέμβριο 2018 συνελήφθη και φυλακίστηκε, ενώ περί τα τέλη Νοεμβρίου ένας αστυνομικός (σε συνεννόηση με την οικογένειά του) τον βοήθησε να αποδράσει. Ανέφερε ότι μετέβη αρχικά στην οικία της ξαδέρφης του στο Barumbu και, μετά από τρεις ημέρες, διέφυγε στο Brazzaville. Εκεί παρέμεινε για ορισμένα έτη (χωρίς να προσδιορίσει πόσα) και, με τη βοήθεια φίλου και συγγενών, εξασφάλισε πλαστό διαβατήριο (με διαφορετικό όνομα). Κατόπιν επέστρεψε στην Kinshasa, διέσχισε τον ποταμό και εγκατέλειψε τη χώρα.
20. Κατά την διάρκεια της δεύτερης συνέντευξής του, στις 15.1.2025, τέθηκαν στον Αιτητή πρόσθετες διευκρινιστικές ερωτήσεις σχετικά με τον λόγο που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του και ο Αιτητής επανέλαβε σε μεγάλο βαθμό τα όσα είχε καταθέσει και στην πρώτη του συνέντευξη. Ειδικότερα, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη Λ.Δ.Κ., διότι κατά την επιστροφή του εκεί, κατόπιν απέλασής του από τη Γαλλία το 2019, συνελήφθη στο αεροδρόμιο και κρατήθηκε σε φυλακή. Υποστήριξε ότι θεωρήθηκε ύποπτος συμμετοχής σε διαδηλώσεις στη Γαλλία κατά της κυβέρνησης της χώρας καταγωγής του και ότι, αμέσως μετά την άφιξή του, μεταφέρθηκε με λεωφορείο και τέθηκε υπό κράτηση χωρίς να οδηγηθεί σε δίκη. Ανέφερε ότι κρατήθηκε στη φυλακή Makala και ότι παρέμεινε εκεί περίπου μία εβδομάδα, προτού δραπετεύσει με τη βοήθεια συγγενικού προσώπου της συζύγου του που, κατά τους ισχυρισμούς του, εργαζόταν στις υπηρεσίες μετανάστευσης.
21. Εν συνεχεία, ο Αιτητής κλήθηκε να παράσχει διευκρινίσεις αναφορικά με ουσιώδεις αποκλίσεις σε σχέση με προηγούμενες δηλώσεις του. Ειδικότερα, ενώ στην προηγούμενη συνέντευξη είχε αναφέρει ότι απελάθηκε και συνελήφθη τον Νοέμβριο του 2018, κατά την δεύτερη συνέντευξη δήλωσε ότι η απέλαση και σύλληψή του έλαβαν χώρα τον Νοέμβριο του 2019. Αντίστοιχα, ενώ είχε προηγουμένως αναφέρει ότι απέδρασε δύο εβδομάδες μετά την κράτησή του, στην δεύτερη συνέντευξη δήλωσε ότι η απόδραση έλαβε χώρα περίπου μία εβδομάδα μετά τη μεταφορά του στη φυλακή.
22. Περαιτέρω, σε σχέση με τη μετάβασή του στη Brazzaville, είχε αρχικά αναφέρει ότι μετέβη εκεί τρεις ημέρες μετά την απόδρασή του, ενώ κατά την δεύτερη συνέντευξη δήλωσε ότι αναχώρησε μία ημέρα μετά, διευκρινίζοντας ότι διέμεινε μία νύχτα στην οικία φίλου του πριν αναχωρήσει. Ως προς τη μεταγενέστερη επιστροφή του στην Kinshasa από τη Brazzaville και τη χρονική διάρκεια παραμονής του πριν την αναχώρησή του για την Κύπρο, είχε προηγουμένως δηλώσει ότι παρέμεινε πέντε ημέρες, ενώ κατά την δεύτερη συνέντευξη ανέφερε ότι παρέμεινε δύο έως τρεις ημέρες.
23. Επιπλέον, στην προηγούμενη συνέντευξή του είχε δηλώσει ότι η οικογένειά του κανόνισε, μέσω προσώπου στην αστυνομία, τη διαφυγή του από τη φυλακή. Κατά την δεύτερη συνέντευξη, ωστόσο, ανέφερε ότι η οικογένειά του δεν γνώριζε ότι βρισκόταν στη φυλακή και ότι η σύζυγός του, η οποία διέμενε στη Γαλλία, τον αναζητούσε. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, ένα «συγγενικό πρόσωπο της συζύγου του», το οποίο εργαζόταν στις Υπηρεσίες Μετανάστευσης της χώρας, διαπίστωσε ότι κρατείτο και τον βοήθησε να αποδράσει. Ερωτηθείς σχετικά με την απόκλιση αυτή, διευκρίνισε ότι, όταν αναφέρεται σε «οικογένεια», εννοεί και την οικογένεια της συζύγου του, όπως συνηθίζεται στην Αφρική.
24. Τέλος, δήλωσε ότι οι αρχές της χώρας του θα του επέτρεπαν να επιστρέψει, πλην όμως εξέφρασε τον φόβο ότι, λόγω της προηγούμενης σύλληψης και της απόδρασής του, θα τεθεί εκ νέου υπό κράτηση σε περίπτωση επιστροφής του. Επίσης, όταν του επισημάνθηκε ότι, σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, πρόσωπα που συλλαμβάνονται στο αεροδρόμιο για παρόμοιες υποψίες συνήθως οδηγούνται σε στρατιωτική φυλακή ή σε εγκαταστάσεις της εθνικής υπηρεσίας ασφαλείας, ενώ ο ίδιος ανέφερε ότι μεταφέρθηκε στη φυλακή Makala, απάντησε ότι είχε διαμείνει δέκα έτη στο εξωτερικό και ενδέχεται να μη θυμάται με ακρίβεια σε ποια φυλακή κρατήθηκε.
25. Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ του, ενώ ο δεύτερος αφορά τον ισχυρισμό ότι αναχώρησε από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό γιατί φυλακίστηκε όταν επέστρεψε στη χώρα και κινδυνεύει να συλληφθεί ξανά, λόγω υποψιών ότι συμμετείχε σε διαμαρτυρίες κατά της κυβέρνησης. Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθώς οι δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν συνεκτικές και επιβεβαιώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
26. Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός, αντιθέτως, απορρίφθηκε, καθότι κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν μπόρεσε να παράσχει ακριβείς και επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματός του.
27. Ειδικότερα, ενώ αρχικά είχε δηλώσει ότι εγκατέλειψε τη χώρα λόγω υποστήριξης πολιτικού κόμματος και αναζήτησής του από την αστυνομία, στη συνέχεια δεν επικαλέστηκε φόβο δίωξης για τον λόγο αυτό, ούτε τον ανέφερε εκ νέου κατά τη δεύτερη συνέντευξή του. Όπως εκτιμούν οι Καθ’ ων, ο ίδιος αποστασιοποιήθηκε από τον αρχικό αυτό ισχυρισμό, δηλώνοντας ότι δεν θα αντιμετωπίσει πρόβλημα επιστροφής για πολιτικούς λόγους και ότι το μόνο του ζήτημα αφορά πλέον στη σύλληψή του κατόπιν της απέλασης του από τη Γαλλία. Ως εκ τούτου, οι Καθ’ ων έκριναν ότι το συγκεκριμένο σκέλος (δίωξη λόγω συμμετοχή στο κόμμα MLC) δεν χρήζει περαιτέρω ανάλυσης.
28. Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία, οι Καθ’ ων σημειώνουν πως υπήρχαν χρονικές αντιφάσεις στις ημερομηνίες των ταξιδιών του. Συγκεκριμένα, κατά την πρώτη συνέντευξη δήλωσε ότι αναχώρησε από τη χώρα το 2006 και μετέβη στη Γαλλία το 2008, ενώ κατά τη δεύτερη συνέντευξη ανέφερε ότι αναχώρησε το 2008 και πήγε στη Γαλλία. Επιπλέον, κατά την πρώτη συνέντευξη δήλωσε ότι απελάθηκε και συνελήφθη τον Νοέμβριο του 2018, ενώ κατά τη δεύτερη ότι τα γεγονότα έλαβαν χώρα τον Νοέμβριο του 2019. Ερωτηθείς για την αντίφαση, ανέφερε ότι ίσως έκανε λάθος, ότι τον διακατείχε άγχος στη φυλακή και ότι η δεύτερη εκδοχή είναι η σωστή. Επίσης, ως προς τη διάρκεια της κράτησης, κατά την πρώτη συνέντευξη δήλωσε ότι απέδρασε δύο εβδομάδες μετά τη σύλληψη, ενώ κατά τη δεύτερη ότι απέδρασε μία εβδομάδα μετά. Κληθείς να εξηγήσει, απέδωσε την αντίφαση επίσης στο άγχος. Αναφορικά με τη μετάβασή του στο Brazzaville, κατά την πρώτη συνέντευξη δήλωσε ότι μετέβη εκεί τρεις ημέρες μετά την απόδραση, ενώ κατά τη δεύτερη ότι μετέβη μία ημέρα μετά. Ερωτηθείς σχετικά, διευκρίνισε ότι έμεινε μία νύχτα στο σπίτι φίλου του και έπειτα αναχώρησε. Επιπρόσθετα, ως προς την παραμονή του στην Κινσάσα πριν την αναχώρηση του για την Κύπρο, κατά την πρώτη συνέντευξη δήλωσε ότι παρέμεινε πέντε ημέρες, ενώ κατά τη δεύτερη δύο ημέρες και εν συνεχεία ανέφερε ότι ήταν περίπου δύο έως τρεις ημέρες. Όλες οι ανωτέρω χρονικές αντιφάσεις και η αδυναμία του Αιτητή να παράσχει επαρκείς εξηγήσεις, αποδυναμώνουν, σύμφωνα με τους Καθ’ ων η αίτηση, την αξιοπιστία του αφηγήματός του.
29. Περαιτέρω, κατά την πρώτη συνέντευξη δήλωσε ότι η οικογένειά του κανόνισε, μέσω κάποιου στην αστυνομία, να τον βοηθήσουν να αποδράσει, ενώ κατά τη δεύτερη ότι συγγενής της συζύγου του τον βοήθησε και ότι η οικογένειά του δεν γνώριζε ότι βρισκόταν στη φυλακή. Κληθείς να εξηγήσει, ανέφερε ότι στην Αφρική όταν λένε «οικογένεια» εννοούν και την οικογένεια της συζύγου. Οι Καθ’ ων έκριναν ότι ο ισχυρισμός αυτός στερείται ευλογοφάνειας, δεδομένου ότι σε άλλα σημεία αναφερόταν διακριτά σε συγγενείς της συζύγου του και όχι ως οικογένεια.
30. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, οι Καθ’ ων έλαβαν υπόψη έγκυρες πηγές πληροφόρησης, σύμφωνα με τις οποίες άτομα που συλλαμβάνονται στο αεροδρόμιο με την εν λόγω κατηγορία κρατούνται είτε σε στρατιωτική φυλακή, είτε σε αστυνομικό τμήμα, είτε στο αρχηγείο της υπηρεσίας εθνικής ασφάλειας της Λ.Δ.Κ.. Ο Αιτητής, ωστόσο, δήλωσε ότι οδηγήθηκε στη φυλακή Makala. Κληθείς να σχολιάσει, ανέφερε ότι έχει περάσει δέκα χρόνια στο εξωτερικό και ίσως δεν θυμάται καλά σε ποια φυλακή οδηγήθηκε. Οι Καθ’ ων σημείωσαν ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, η κράτηση έλαβε χώρα τον Νοέμβριο του 2019, δηλαδή μόλις πέντε περίπου έτη πριν από το χρόνο της συνέντευξης.
31. Κατά συνέπεια, οι Καθ’ ων κατέληξαν ότι ο ισχυρισμός περί σύλληψης, κράτησης, απόδρασης και κινδύνου εκ νέου σύλληψης δεν τεκμηριώνεται λόγω έλλειψης της απαιτούμενης αξιοπιστίας και απέρριψαν τον ισχυρισμό.
32. Στη βάση του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού του Αιτητή, ήτοι της ταυτότητας, χώρας καταγωγής και προσωπικών στοιχείων, και λαμβάνοντας υπόψη διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του, κρίθηκε ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στην Kinshasa.
33. Προχωρώντας στη νομική αξιολόγηση, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του ιδίου Νόμου. Ειδικώς ως προς την ενδεχόμενη εφαρμογή του άρθρου 19(2)(γ), ελήφθησαν υπόψη πληροφορίες για την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής της, από τις οποίες προκύπτει ότι στην Kinshasa δεν υφίσταται ένοπλη σύρραξη.
34. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε (Τεκμ. 1) ότι είχε εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του χρησιμοποιώντας διαφορετική ταυτότητα, προκειμένου να μπορέσει να αναχωρήσει από το αεροδρόμιο, και ότι κατά την άφιξή του στη Δημοκρατία και την υποβολή αίτησης ασύλου δήλωσε το πραγματικό του όνομα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι εντόπισε βεβαίωση η οποία φέρει το ονοματεπώνυμό του και αναγράφει ως ημερομηνία εισόδου του στη Γαλλία το έτος 2008, υποστηρίζοντας ότι το έγγραφο αυτό επιβεβαιώνει τα όσα είχε δηλώσει κατά τη συνέντευξή του. Επιπλέον, ο Αιτητής προέβαλε ότι είναι ασφαλής στη Δημοκρατία και ότι η παραμονή του εδώ του επιτρέπει να διατηρεί επαφή με τα τέκνα του που διαμένουν στη Γαλλία. Ειδικότερα, ανέφερε ότι ο υιός του χρειάστηκε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση και ότι απαιτήθηκε η συγκατάθεσή του, στο πλαίσιο της οποίας έλαβε σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα από κοινωνική λειτουργό.
35. Προς υποστήριξη των ανωτέρω ισχυρισμών του, ο Αιτητής προσκόμισε τα ακόλουθα τεκμήρια (Τεκμ. 2): (α) βεβαίωση με το ονοματεπώνυμό του και ημερομηνία εισόδου στη Γαλλία το 2008, (β) πιστοποιητικά γέννησης των τέκνων του, (γ) βεβαιώσεις κατάθεσης δήλωσης γαλλικής ιθαγένειας των τέκνων του, και (δ) αντίγραφο ηλεκτρονικού μηνύματος από κοινωνική λειτουργό, με το οποίο του ζητείται να παράσχει συγκατάθεση για τη χειρουργική επέμβαση του υιού του.
36. Κατά την ακροαματική διαδικασία, ο Αιτητής ανέφερε ότι διέμενε στη Γαλλία από το 2008 και για χρονικό διάστημα άνω των 10-11 ετών. Ισχυρίστηκε ότι, από τις αρχές του 2018, συμμετείχε στο Παρίσι σε διαδηλώσεις σχετικές με την κατάσταση στη χώρα καταγωγής του, ιδίως αναφορικά με ζητήματα φτώχειας και γενικότερων κοινωνικοπολιτικών προβλημάτων, φέροντας σημαίες και τραγουδώντας.
37. Κατά τους ισχυρισμούς του, με την επιστροφή του στην Κινσάσα συνελήφθη στο αεροδρόμιο, καθότι οι αρχές φέρονται να γνώριζαν τη συμμετοχή του στις εν λόγω διαδηλώσεις στη Γαλλία και του ανέφεραν ότι «εσείς είστε που κάνετε διαδηλώσεις στη Γαλλία». Δήλωσε ότι κρατήθηκε στην ανωτέρω φυλακή για περίοδο περίπου δύο εβδομάδων, χωρίς να προσαχθεί ενώπιον δικαστηρίου, και ότι η αποφυλάκισή του διευθετήθηκε από μέλος της οικογένειάς του, ήτοι τον κουνιάδο του. Ωστόσο, ο ίδιος δήλωσε ότι αγνοεί εάν καταβλήθηκε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ή ποιος ακριβώς μεσολάβησε για την αποφυλάκισή του, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι απλώς είδε κάποιο πρόσωπο να τον εξάγει από τον χώρο κράτησης. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι μετά την αποφυλάκισή του κρυβόταν για τρεις ημέρες στην οικία του κουνιάδου του και ακολούθως διέσχισε τα σύνορα και μετέβη στο Brazzaville, όπου διέμενε με την οικογένεια της συζύγου του. Ανέφερε ότι η σύζυγός του και τα δύο τέκνα του διαμένουν στη Γαλλία με καθεστώς πρόσφυγα και ότι ο ίδιος επιχείρησε ανεπιτυχώς να κινήσει διαδικασία οικογενειακής επανένωσης. Τέλος, υποστήριξε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του διότι δεν είχε εξέλθει νομίμως από τη φυλακή, αλλά «σαν να είχε δραπετεύσει», και ότι σε περίπτωση επιστροφής του θα συλληφθεί εκ νέου. Δήλωσε επίσης ότι κατά την αναχώρησή του χρησιμοποίησε διαβατήριο άλλου προσώπου, το οποίο εξασφάλισε στη χώρα καταγωγής του μέσω φίλου του, και ότι δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά τις τρεις ημέρες που παρέμεινε στην Κινσάσα πριν τη διαφυγή του, καθότι τελούσε σε καθεστώς απόκρυψης.
38. Κατά την ακροαματική διαδικασία, οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν ότι από το αφήγημα του Αιτητή ανακύπτουν ουσιώδεις χρονικές αντιφάσεις αναφορικά με το κρίσιμο έτος σύλληψης και απέλασής του, καθόσον άλλοτε τοποθετεί τα γεγονότα στον Νοέμβριο του 2018 και άλλοτε στον Νοέμβριο του 2019, ενώ, σύμφωνα με τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, η απέλασή του φέρεται να έλαβε χώρα τον Νοέμβριο του 2018. Η εν λόγω ανακολουθία, κατά τους Καθ’ ων η αίτηση, πλήττει τη συνοχή και αξιοπιστία του ισχυρισμού του ως προς τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων.
39. Περαιτέρω, προέβαλαν ότι δεν παρέχεται επαρκής και πειστική εξήγηση ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο Αιτητής κατόρθωσε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα από τις αρχές, παρά τον ισχυρισμό του ότι είχε προηγουμένως συλληφθεί, κρατηθεί και ότι η αποχώρησή του προσομοίαζε με «διαφυγή» ή «δραπέτευση».
40. Επιπροσθέτως, αναφορικά με τη φερόμενη πολιτική του δράση στη Γαλλία, οι Καθ’ ων η αίτηση υποστήριξαν ότι οι δηλώσεις του παραμένουν γενικές και αόριστες, τόσο ως προς το περιεχόμενο και τη συχνότητα των διαδηλώσεων, όσο και ως προς τον συγκεκριμένο ρόλο που ο ίδιος διαδραμάτιζε, τις συνθήκες υπό τις οποίες φέρεται να συνελήφθη κατά την επιστροφή του, καθώς και τον τρόπο της μετέπειτα διαφυγής του, χωρίς να παρατίθενται συγκεκριμένα, στοιχεία.
41. Προχωρώντας στην de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν μου δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, με βάση τα ενώπιον μου δεδομένα, αρχικά συντάσσομαι με το εύρημα των Καθ' ων η αίτηση περί αξιοπιστίας του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς οι συναφείς δηλώσεις του κρίνονται ως σαφείς, συνεκτικές και επιβεβαιώνονται περαιτέρω από εξωτερικές πηγές, οι οποίες περιλαμβάνονται στο διοικητικό φάκελο της υπόθεσης. Επιπλέον, ως προς τα έγγραφα ταυτοποίησής του, γίνεται δεκτή η ταυτότητά του όπως δηλώθηκε από αυτόν και προκύπτει και από τα έγγραφα που προσκόμισε, ήτοι τα πιστοποιητικά γέννησης των τέκνων του και η βεβαίωση υποβολής αίτησης στη Γαλλία. Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]
42. Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, περί δίωξής του από τις αρχές της χώρας καταγωγής του ένεκα της φερόμενης αντικαθεστωτικής του δράσης στο εξωτερικό, επισημαίνονται τα ακόλουθα. Εκ προοιμίου, σημειώνεται ότι ο Αιτητής δεν συνδέει με οποιονδήποτε τρόπο την παρελθούσα συμμετοχή του στο Movement for the Liberation of the Congo (MLC) με τα επίδικα γεγονότα, όπως ορθώς επισημαίνουν οι Καθ’ ων η αίτηση. Η εν λόγω δραστηριότητα, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί αληθής, τοποθετείται χρονικά πέραν της δεκαπενταετίας πριν από τα επικαλούμενα περιστατικά και δεν προβάλλεται ότι συνδέεται αιτιωδώς με τη φερόμενη σύλληψή του κατόπιν της απέλασής του από τη Γαλλία ή με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας του Αιτητή. Αντιθέτως, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι ο κίνδυνος σύλληψης προέκυψε μετά την επιστροφή του στη χώρα του, όταν, κατά τους ισχυρισμούς του, οι αρχές γνώριζαν τη συμμετοχή του σε διαδηλώσεις στο εξωτερικό.
43. Καταρχάς, όπως ορθώς επισημαίνουν οι Καθ’ ων η αίτηση, το αφήγημα του Αιτητή σε διάφορα στάδια της διαδικασίας παρουσιάζει χρονικές αντιφάσεις ως προς το έτος των κρίσιμων γεγονότων. Οι αντιφάσεις αυτές, καίτοι μεμονωμένως δεν θα κρίνονταν κατ’ ανάγκην καθοριστικές, στο σύνολό τους συνιστούν ένδειξη πλημμελούς συνοχής και επηρεάζουν αρνητικά τη συνολική αξιοπιστία του ισχυρισμού.
44. Περαιτέρω, ο Αιτητής υπήρξε ιδιαιτέρως λακωνικός ως προς τις συνθήκες της σύλληψης και κράτησής του, καθώς και ως προς τους συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους, κατά την άποψή του, συνελήφθη. Δεν παρείχε σαφείς και συγκεκριμένες λεπτομέρειες αναφορικά με τη διαδικασία κράτησης, τις συνθήκες αυτής, τα πρόσωπα που ενεπλάκησαν ή τυχόν επίσημα έγγραφα, ούτε εξήγησε με πειστικό τρόπο πώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η φερόμενη συμμετοχή του σε διαδηλώσεις στη Γαλλία αποτέλεσε την αιτία της σύλληψής του. Ταυτόχρονα, δεν κατέστη σε θέση να στοιχειοθετήσει με οποιονδήποτε τρόπο ότι πράγματι τελούσε υπό κράτηση. Τέλος, ως προς το πρόσωπο που μεσολάβησε για τη απελευθέρωσή του άλλοτε αναφέρεται στον κουνιάδο του συγκεκριμένα, άλλοτε σε δική του εικασία ότι η οικογένειά του ενδεχόμενα να χρημάτισε για να αφεθεί και άλλοτε ότι τον βοήθησε ένας αστυνομικός. Η ίδια η εικασία ως προς το ποιος μεσολάβησε δεν κρίνεται ευλογοφανής καθώς εάν όντως μεσολάβησε η οικογένειά του ευλόγως θα αναμενόταν έστω εκ των υστέρων να το είχε πληροφορηθεί.
45. Ομοίως γενικές και αόριστες υπήρξαν οι δηλώσεις του ως προς τη φερόμενη συμμετοχή του σε αντικαθεστωτικές διαδηλώσεις στη Γαλλία, χωρίς να προσδιορίζει συγκεκριμένες ημερομηνίες, διοργανωτές, τόπους ή το είδος της εμπλοκής του, κατά τρόπο που να καθίσταται ευλόγως πιθανή η ταυτοποίησή του από τις αρχές της χώρας καταγωγής του ή η εκδήλωση συγκεκριμένου ενδιαφέροντος εις βάρος του. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο ισχυρισμός περί στοχοποίησής του λόγω εξωτερικής πολιτικής δραστηριότητας παραμένει ανεπαρκώς τεκμηριωμένος και στερούμενος της απαιτούμενης εσωτερικής συνοχής και ευλογοφάνειας.
46. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές, αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης προκειμένου να διαπιστώσει εάν διοργανώνονται πορείες διαμαρτυρίας στο Παρίσι από πολίτες της Λ.Δ.Κ. κατά του καθεστώτος της χώρας τους. Από την έρευνα που διενεργήθηκε δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν τεκμηριωμένες πληροφορίες ή αξιόπιστες αναφορές που να επιβεβαιώνουν τη διοργάνωση τέτοιων κινητοποιήσεων κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα.[2]
47. Προκειμένου να σχηματίσει εικόνα ως προς τις συνθήκες που επικρατούν για τους επαναπατρισθέντες στην Κινσάσα, το Δικαστήριο προσέφυγε ιδίως την απάντηση σε σχετικό ερώτημα (COI Query Response) του Τμήματος COI του Οργανισμού της ΕΕ για το Άσυλο (EUAA), δημοσιευθέν στι 2/10/2024[3]. Οι πληροφορίες που ακολουθούν αποτελούν προϊόν αυτής της έρευνας.
48. Όσον αφορά την αντιμετώπιση των επαναπατρισθέντων στη ΛΔΚ, έκθεση του Σεπτεμβρίου 2022 από την Cedoca, τη μονάδα έρευνας Πληροφοριών Χώρας Καταγωγής (COI) του Γενικού Επιτρόπου για τους Πρόσφυγες και τους Ανιθαγενείς του Βελγίου (CGRS), ανέφερε ότι άτομα των οποίων η αίτηση ασύλου έχει απορριφθεί και επιστρέφουν στη ΛΔΚ δεν αντιμετωπίζουν πλέον προβλήματα κατά την άφιξή τους από τις εθνικές αρχές, σύμφωνα με εξωτερικές πηγές[4].
49. Η ίδια πηγή, επικαλούμενη πληροφορίες από τον πρόεδρο Emmanuel Cole του Ιδρύματος Μπιλ Κλίντον για την Ειρήνη (Bill Clinton Foundation for Peace)—μια ΜΚΟ για τα ανθρώπινα δικαιώματα με έδρα την Kinshasa που παρακολουθεί τις αφίξεις επαναπατρισθέντων στο αεροδρόμιο της Kinshasa — διευκρίνισε ότι από την αλλαγή καθεστώτος, δεν έχουν υπάρξει περιστατικά συλλήψεων από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ANR) επαναπατρισθέντων ατόμων, και δεν υπάρχουν άτομα αυτής της κατηγορίας στα σωφρονιστικά ιδρύματα της Kinshasa[5]. Όταν επικοινωνήθηκε εκ νέου με την Cedoca στις 30 Αυγούστου 2022, ο Emmanuel Cole δήλωσε ότι δεν είχε νέα πληροφορία επί του θέματος[6].
50. Επιπλέον, η ίδια πηγή επιβεβαίωσε ότι δεν υπήρχαν ενδείξεις κακομεταχείρισης των επαναπατρισθέντων και καμία διεθνής έκθεση που εξετάστηκε από την Cedoca σχετικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Λ.Δ.Κ. το 2021 δεν ανέφερε πιθανά προβλήματα που αντιμετωπίστηκαν[7].
51. Περαιτέρω, κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν συνοπτικά ορισμένες γενικές πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Λ.Δ.Κ., με ιδιαίτερη αναφορά στον βαθμό σεβασμού της ελευθερίας πολιτικής έκφρασης και στη στάση των κρατικών αρχών έναντι πολιτικών αντιφρονούντων, όπως αυτή αποτυπώνεται σε πρόσφατες διεθνείς εκθέσεις και αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης.
52. Η έκθεση του Refugee Documentation Centre (RDC) της Ιρλανδίας (Νοέμβριος 2024), συγκεντρώνει και συνοψίζει ευρήματα διεθνών οργανισμών σχετικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ιδίως τον δημοκρατικό χώρο στη Λ.Δ.Κ.. Σύμφωνα με τη Human Rights Watch (2024), η κυβέρνηση έχει εντείνει την καταστολή κατά επικριτών της, περιορίζοντας θεμελιώδεις ελευθερίες όπως η ελευθερία έκφρασης και η ελευθερία ειρηνικής συνάθροισης. Καταγράφονται αυθαίρετες συλλήψεις πολιτικών προσώπων και υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και χρήση του ποινικού δικαίου για την ποινικοποίηση της πολιτικής διαφωνίας. Η οργάνωση επισημαίνει ότι, ιδίως σε περιόδους πολιτικής έντασης και εκλογικών διαδικασιών, αυξάνονται οι παρεμβάσεις των αρχών εις βάρος της αντιπολίτευσης. Η Διεθνής Αμνηστία - Amnesty International (Σεπτέμβριος 2024) αναφέρει ότι δημοσιογράφοι, ακτιβιστές της κοινωνίας των πολιτών και αντιπολιτευόμενοι πολιτικοί υφίστανται απειλές, εκφοβισμό, αυθαίρετη κράτηση και δικαστική παρενόχληση. Επισημαίνεται ότι το νομικό και διοικητικό πλαίσιο χρησιμοποιείται συχνά για να περιορίσει τη δράση επικριτικών φωνών, ενώ οι δυνάμεις ασφαλείας εμπλέκονται σε περιστατικά υπέρμετρης χρήσης βίας κατά διαδηλώσεων. Το United Nations Human Rights Council (Σεπτέμβριος 2024) καταγράφει ότι, παρότι σε ορισμένες περιόδους παρατηρείται αριθμητική μείωση συγκεκριμένων παραβιάσεων, οι παραβιάσεις που αφορούν τον «δημοκρατικό χώρο» παραμένουν σημαντικές. Μεγάλο ποσοστό των καταγεγραμμένων παραβιάσεων αποδίδεται σε κρατικούς φορείς και αφορά το δικαίωμα στη ζωή, την ελευθερία και την ελευθερία έκφρασης. Η εικόνα που προκύπτει είναι ότι οι κρατικοί μηχανισμοί διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στους περιορισμούς πολιτικών ελευθεριών. Παράλληλα, το Office of the United Nations High Commissioner for Human Rights, μέσω του Ειδικού Εισηγητή για τους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων (Αύγουστος 2024), εκφράζει σοβαρή ανησυχία για αντίποινα, απειλές και άλλες μορφές παρενόχλησης κατά υπερασπιστών, δημοσιογράφων και μελών της κοινωνίας των πολιτών.[8]
53. Υπό το φως των ανωτέρω ευρημάτων, και καίτοι από τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας προκύπτει γενικότερη τάση εκ μέρους της κυβέρνησης για καταστολή της δράσης πολιτικών αντιπάλων και προσώπων που προωθούν τη βελτίωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ως προς τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Αιτητή δεν στοιχειοθετείται ότι υφίσταται πρακτική στοχοποίησης επιστραφέντων ή ενεργός αναζήτηση προσώπων της διασποράς, τα οποία επιστρέφουν στη χώρα και είχαν συμμετάσχει σε διαδηλώσεις με αντικαθεστωτικό ή υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων περιεχόμενο. Ως εκ τούτου, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του.
55. Προχωρώντας στην μελλοντοστραφή αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να διατρέξει ο Αιτητής, επισημαίνεται καταρχάς ότι ο Αιτητής δεν επικαλείται αλλά οποιοσδήποτε κίνδυνο απορρέων απευθείας από το προφίλ του. Παράλληλα, ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή δεν προκύπτει οποιαδήποτε παράμετρος του προφίλ του, η οποία να επιτείνει με οποιοδήποτε τρόπο τον κίνδυνο που τυχόν αυτός διατρέχει, ούτε και καθαυτό κάποιο στοιχείο του προφίλ του δίδει βάσιμο έρεισμα για φόβο δίωξης.
56. Ειδικώς ως προς το θρησκευτικό του προφίλ ως χριστιανού, ούτε με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, αντιμετωπίζει ευλόγως κίνδυνο. Πέραν της απουσίας εκπεφρασμένου φόβου ένεκα αυτής της παραμέτρου ή άλλων συναφών προσωπικών περιστάσεων, σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, το σύνταγμα της Λ.Δ.Κ. απαγορεύει τις θρησκευτικές διακρίσεις και προβλέπει την ελευθερία της θρησκείας και το δικαίωμα λατρείας, με την επιφύλαξη της «συμμόρφωσης με τον νόμο, τη δημόσια τάξη, την δημόσια ηθική και τα δικαιώματα των άλλων». Ορίζει δε ότι το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία δεν μπορεί να καταργηθεί ακόμη και όταν η κυβέρνηση κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή πολιορκία. Σύμφωνα με έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Η.Π.Α του 2023, σχετικά με τη θρησκευτική ελευθερία στη Λ.Δ.Κ., οι χριστιανοί αποτελούν το 95,1 % του πληθυσμού. Αν και καταγράφηκαν κάποιες επιθέσεις από το ISIS-DRC/ADF, αυτές αφορούσαν αδιακρίτως βία κατά πολιτών.[9]
57. Ως προς τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής, βάσει της ιστοσελίδας Rule of Law in Armed Conflict (RULAC), πρωτοβουλίας της Ακαδημίας της Γενεύης για το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, η ΛΔΚ είναι αναμεμειγμένη σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συρράξεις οι οποίες λαμβάνουν χώρα στο έδαφός της κατά μη κρατικών ένοπλων ομάδων, μεταξύ των οποίων οι ADF (Allied Democratic Forces), Mai- Mai Yakutumba, FDLR (Forces d?mocratiques de lib?ration du Rwanda), CODECO (Coop?rative de d?veloppement ?conomique du Congo) και M23.[10] Η ADF και η Μ23 παρουσιάζονται ως οι πλέον ενεργές οργανώσεις.[11] Ειρηνευτική αποστολή των Ηνωμένων Εθνών (UN Organization Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo- MONUSCO) υποστηρίζει τις ένοπλες δυνάμεις της ΛΔΚ, ενώ η Ρουάντα έχει επέμβει στη χώρα προς υποστήριξη της ομάδας M23.[12] Με το ψήφισμά του 2717/2023, το Συμβούλιο Ασφαλείας αποφάσισε την επέκταση μέχρι τις 20/12/2024 της εντολής της MONUSCO.[13] Ειδικά στην Kinshasa, οι ανωτέρω οργανώσεις δεν παρουσιάζονται δρώσες.[14]
58. Ως προς τον αριθμό των περιστατικών ασφαλείας γενικότερα στην επαρχία Kinshasa, ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται ο τόπος καταγωγής και τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, βάσει στοιχείων από το ACLED, κατά το τελευταίο έτος καταγράφηκαν 33 περιστατικά ασφαλείας τα οποία επέφεραν 237 θανάτους.[15] Ο πληθυσμός της επαρχίας της Kinshasa, το έτος 2024, ανέρχεται σε περίπου 17.032.000 κατοίκους.[16]
59. Αξιολογώντας και το προφίλ του, προκύπτει ότι ο Αιτητής είναι νέος, υγιής και χωρίς αναφερόμενα προβλήματα σωματικής ή ψυχικής υγείας. Διαθέτει ένα περιορισμένο μεν αλλά υπαρκτό υποστηρικτικό δίκτυο και δεν αντιμετωπίζει προβλήματα με τις αρχές ούτε υπήρξε ποτέ θύμα διώξεων στην χώρα καταγωγής του, σύμφωνα με τα ανωτέρω ευρήματα. Τέλος, είναι εξοικειωμένος με τον τόπο καταγωγής του, κάτι που υποδηλώνει γνώση τα περιοχής και ικανότητας αναπροσαρμογής σε αυτήν.
60. Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, ως εκτέθηκε ανωτέρω σε συνάρτηση με την κατάσταση ασφαλείας του τόπου συνήθους διαμονής του, δεν πιθανολογείται ότι σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, θα εκτεθεί ευλόγως σε σοβαρό κίνδυνο.
61. Δεδομένης της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου και του αβασίμου του εκπεφρασμένου φόβου του Αιτητή, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα καθώς δεν προβλήθηκε ισχυρισμός και κατ’ επέκταση δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης για κάποιον από τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
62. Ούτε επίσης τεκμηριώνεται υπαγωγή της στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου), καθώς ο Αιτητής δεν επικαλείται κατά βάσιμο τρόπο, αλλά και από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.
63. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό και δεδομένου ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε, ότι ενόψει των προσωπικών της περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32)] δεν προκύπτει ότι αυτός διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του [βλ άρθρο 19(2)(α) και (β)].
64. Ούτε εξάλλου, προκύπτει ότι συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο προσφεύγων, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή (βλ. άρθρο 19(2)(γ) απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94 Elgafaji, σκέψη 43).
65. Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε Αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».
66. Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C-549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I-11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C-119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28). Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω πηγές, δεν λαμβάνει χώρα ένοπλη σύρραξη στον τόπο προηγούμενης συνήθης διαμονής του Αιτητή, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω πηγές, και συνεπώς παρέλκει η εξέταση οποιονδήποτε συστατικών στοιχείων της εν λόγω διάταξης. Μολονότι, στην Κινσάσα παρατηρούνται κατά διαστήματα εντάσεις, διαδηλώσεις και περιστατικά βίας, πλην όμως δεν τεκμηριώνεται συνεχιζόμενη ένοπλη σύρραξη με επίπεδο αδιάκριτης βίας που να καθιστά κάθε άμαχο εκτεθειμένο, ανεξαρτήτως ατομικού προφίλ. Ως εκ τούτου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.
67. Ως προς δε την απόφαση επιστροφής του, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης, και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω (Βλ. απόφαση της της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C- 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51). Ο Αιτητής δεν έχει προσκομίσει οποιοδήποτε στοιχείο προς αυτή την κατεύθυνση.
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με €300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.
Κ. Κ. ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition,
EUAA https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system [τελευταία ημερομηνία πρόσβασης 7.1.2026], σ. 120-134 και επίσης
UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status
[2] Η σχετική έρευνα πραγματοποιήθηκε μέσω αναζητήσεων στη μηχανή αναζήτησης Google, καθώς και σε εξειδικευμένες βάσεις δεδομένων συλλογής πληροφοριών για χώρες καταγωγής (COI), και ιδίως στο EUAA COI Portal και στο ecoi.net..
[3] European Union Agency for Asylum (EUAA), COI Query Response Q64, DRC – Returnees and IDPs in Kinshasa, 2 Οκτωβρίου 2024, διαθέσιμο στο: https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2024_10_EUAA_COI_Query_Response_Q64__DRC_Returnees_and_IDPs_Kinshasa.pdf. (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/02/2026).
[4] Belgium, Cedoca, COI Focus, R?publique D?mocratique du Congo : Le traitement r?serv? par les autorit?s nationales ? leurs ressortissants de retour dans le pays, 27 September 2022, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._le_traitement_reserve_par_les_autorites_nationales_20220927_0.pdf , p. 10 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/02/2026).
[5] Belgium, Cedoca, COI Focus, R?publique D?mocratique du Congo : Le traitement r?serv? par les autorit?s nationales ? leurs ressortissants de retour dans le pays, 27 September 2022, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._le_traitement_reserve_par_les_autorites_nationales_20220927_0.pdf , p. 10 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/02/2026).
[6] Belgium, Cedoca, COI Focus, R?publique D?mocratique du Congo : Le traitement r?serv? par les autorit?s nationales ? leurs ressortissants de retour dans le pays, 27 September 2022, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._le_traitement_reserve_par_les_autorites_nationales_20220927_0.pdf , p. 10 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/02/2026).
[7] Belgium, Cedoca, COI Focus, R?publique D?mocratique du Congo : Le traitement r?serv? par les autorit?s nationales ? leurs ressortissants de retour dans le pays, 27 September 2022, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._le_traitement_reserve_par_les_autorites_nationales_20220927_0.pdf , p. 10 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/02/2026).
[8] Refugee Documentation Centre (Ireland), The Democratic Republic of the Congo (DRC) – Human Rights, 18 November 2024, διαθέσιμο στο: https://coi.euaa.europa.eu/administration/ireland/PLib/2024_11_The_Democratic_Republic_of_the_Congo_DRC_Human_rights.pdf (τελευταία πρόσβαση: [16.2.2026]). Σημειώνεται ότι οι επιμέρους πηγές (όπως αναφορές των Human Rights Watch, Amnesty International, United Nations Human Rights Council, Office of the United Nations High Commissioner for Human Rights κ.ά.) παρατίθενται και αναλύονται εντός του ίδιου του εγγράφου.
[9] USDOS - US Department of State, 'DEMOCRATIC REPUBLIC OF THE CONGO 2023 INTERNATIONAL RELIGIOUS FREEDOM REPORT' (26 June 2024) διαθέσιμο σε https://www.state.gov/reports/2023-report-on-international-religious-freedom/democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία πρόσβασης 17.2.2026).
[10] RULAC, 'Democratic Republic of Congo' (2023), διαθέσιμο σε https://www.rulac.org/browse/countries/democratic-republic-of-congo#collapse1accord [Ημερομηνία πρόσβασης 17.2.2026]
[11] Al Jazeera, 'Five Key Issues at Stake in the DR Congo's Crucial Election' (2023), διαθέσιμο σε https://www.aljazeera.com/news/2023/12/11/five-key-issues-at-stake-in-the-dr-congos-crucial-election [Ημερομηνία πρόσβασης 17.2.2026]
[12] RULAC, 'Democratic Republic of Congo' (2023), διαθέσιμο σε https://www.rulac.org/browse/countries/democratic-republic-of-congo#collapse1accord [Ημερομηνία πρόσβασης 17.2.2026]
[13] UNSC, S/RES/2717, (2023), διαθέσιμο σε https://undocs.org/Home/Mobile?FinalSymbol=S%2FRES%2F2717(2023)&Language=E&DeviceType=Desktop&LangRequested=False [Ημερομηνία πρόσβασης 17.2.2026]
[14] Βλ. σχετικά Global Protection Cluster, https://www.globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-02/points_saillants-situation_de_protection_decembre_2023_vf.pdf, Παρουσία των ανωτέρω ομάδων στην Kinshasa δε μαρτυρείται ούτε κατά την πρόσφατη επιστολή ομάδας ειδικών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας UNSC, 'Letter dated 15 December 2023 from the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo addressed to the President of the Security Council' (2023), διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2103043/N2336437.pdf [Ημερομηνία πρόσβασης 17.2.2026]
[15] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 17.2.2026 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 17.2.2026), διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer [Ημερομηνία πρόσβασης 17.2.2026]
[16] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε: https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population [ημερομηνία πρόσβασης 17.2.2026]
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο