ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπoθ. Αρ.: 7395/2022
26 Φεβρουαρίου 2026
[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
A.T.E.
Αιτητής
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Ζ. Ποντίκη (κα) για Αλ Τάχερ, Μπενέτης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον Αιτητή
Α. Δημητριάδου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η Αίτηση
Ο Αιτητής παρών
[Παρούσα η κα. Μυροφόρα Σταυρινίδη για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ Δ. ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 09/11/2022, σύμφωνα με την οποία το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε, και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο Α στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση είναι τα ακόλουθα:
Ο Αιτητής είναι ενήλικας, υπήκοος Καμερούν, κάτοχος διαβατηρίου εκδοθέντος από τις αρχές της χώρας του, ο οποίος κατά δήλωσή του το Φεβρουάριο 2019 εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και μέσω Τουρκίας αφίχθηκε στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου. Ακολούθως εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, υποβάλλοντας στις 13/03/2019 αίτηση διεθνούς προστασίας.
Στις 27/07/2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EUAA) και ακολούθησε η σύνταξη εισηγητικής έκθεσης στις 02/08/2022 σύμφωνα με την οποία γίνεται εισήγηση για απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή. Στις 14/10/2022 συγκεκριμένος λειτουργός, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης του Αιτητή, αποφασίζοντας παράλληλα την επιστροφή του Αιτητή στο Καμερούν.
Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 09/11/2022, μαζί με την αιτιολογία αυτής, παραλήφθηκε δια χειρός από τον Αιτητή αυθημερόν, θέτοντας την υπογραφή του κατόπιν πλήρους κατανόησης του περιεχομένου της.
Εμπρόθεσμα ο Αιτητής, μέσω των συνηγόρων του, καταχώρησε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση, προβάλλοντας σωρεία νομικών ισχυρισμών. Ωστόσο με την γραπτή τους αγόρευση, οι συνήγοροι του Αιτητή ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και είναι αποτέλεσμα πλάνης περί τα πραγματικά γεγονότα. Ως υποστηρίζουν, το ένταλμα σύλληψης που προσκόμισε ο Αιτητής ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου αξιολογήθηκε με αυτοματοποιημένο τρόπο και εσφαλμένα κρίθηκαν οι ισχυρισμοί του αναξιόπιστοι. Επιπλέον, αποτελεί θέση τους ότι η καταγωγή και μόνο του Αιτητή δύναται να του προσφέρει το καθεστώς διεθνούς προστασίας ή τουλάχιστον να ακυρωθεί η επίδικη διοικητική πράξη ούτως ώστε να γίνει επανεξέταση του αιτήματός διεθνούς προστασίας, εφόσον οι Καθ’ ων η αίτηση αναγνωρίζουν ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής ο Αιτητής θα κινδυνέψει. Οι συνήγοροι του Αιτητή τονίζουν ότι το γεγονός ότι ο Αιτητής δεν υπέστη κάποια συγκεκριμένη δίωξη προτού διαφύγει από τη χώρα καταγωγής του δεν αποκλείει τη μελλοντική δίωξη, επισημαίνοντας ότι η αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας είναι μελλοντοστραφής.
Αποτελεί περαιτέρω θέση τους ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στο Καμερούν, θα υποστεί σοβαρή παραβίαση των δικαιωμάτων του καθώς κατά πάσα πιθανότητα θα συλληφθεί από τις αρχές, θα τύχει εξευτελιστικής μεταχείρισης και πιθανόν να βασανιστεί κατά την κράτησή του, ενώ υφίσταται μεγάλο ενδεχόμενο να κατηγορηθεί στο πλαίσιο της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας η οποία επιφέρει τη θανατική ποινή.
Τέλος, οι συνήγοροι του Αιτητή υποβάλλουν ότι ο τελευταίος εμπίπτει σε κατηγορία αυξημένου κινδύνου και πως σε συνάρτηση με το βαθμό αδιάκριτης βίας που επικρατεί στη χώρα, διατρέχει άμεσο και πραγματικό μελλοντικό κίνδυνο και ως εκ τούτου δικαιούται καθεστώς επικουρικής προστασίας.
Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση, μέσω της δικής τους γραπτής αγόρευσης, ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η Αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Ως περαιτέρω υποστηρίζουν, ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης και να αποδείξει βάσιμο λόγο δίωξης για ένα από τους λόγους που προνοεί το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε απεδείχθη ότι υφίσταται κίνδυνος να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του για να του παραχωρηθεί συμπληρωματική προστασία δυνάμει του άρθρου 19 (1) του ιδίου νόμου.
Κατά το στάδιο των διευκρινήσεων ενώπιον του Δικαστηρίου, οι συνήγοροι των μερών υιοθέτησαν το περιεχόμενο των γραπτών τους αγορεύσεων, εμμένοντας έκαστος εξ αυτών στις αντίστοιχες θέσεις τους, με τον Αιτητή να προβάλλει εκ νέου, μετά από σχετικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου, κίνδυνο σύλληψης του σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν δυνάμει του προσκομισθέντος εντάλματος σύλληψης.
Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους των διαδίκων και δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018 κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω πιο κάτω όλους τους ισχυρισμούς που αυτός πρόβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας, έχοντας κατά νου και τους προωθούμενους από τον Αιτητή ισχυρισμούς προς ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Με την αίτηση του για παροχή διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής δήλωσε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του διότι σκοτώθηκαν ο πατέρας του και η μητέρα του και καταστράφηκε η οικίας τους.
Στα πλαίσια της προφορικής του συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε υπήκοος του Καμερούν, γεννηθείς στην πόλη Mamfe της Νοτιοδυτικής περιφέρειας (Southwest region) του Καμερούν, ενώ ως τόπο τελευταίας διαμονής του δήλωσε την πόλη Limbe της Νοτιοδυτικής επίσης περιφέρειας. Κατά δήλωσή του άγαμος και άτεκνος, οι δε γονείς του απεβίωσαν στις 15/03/2018, και έχει τρία (3) αδέρφια, ωστόσο διατηρεί επικοινωνία μόνο με την αδερφή του η οποία διαμένει στην πόλη Limbe. Δήλωσε απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και κάτοχος διπλώματος στα Ξενοδοχειακά, με εργασιακή εμπειρία στο τομέα των σπουδών του για την περίοδο 2015-2018 και στο τομέα διακόσμησης από το 2018 μέχρι της φυγής του.
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατά την ελεύθερη αφήγηση δήλωσε πως η ζωή του ήταν σε κίνδυνο διότι οι αρχές του Καμερούν τον κατηγόρησαν πως ήταν αυτονομιστής μαχητής και εξέδωσαν ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής δήλωσε πως την 15/3/2018 ο στρατός έκαψε την οικογενειακή τους οικία ενόσω βρίσκονταν μέσα οι γονείς του, οι οποίοι και έχασαν τη ζωή τους. Εξήγησε ότι ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός και κατηγορήθηκε πως αρνήθηκε να συμμετέχει σε αποστολή ενάντια σε αγγλόφωνη περιοχή, λόγω του ότι ήταν αγγλόφωνος και πως για το λόγο αυτό έφυγε από τη Douala και μετακόμισε στη Mamfa με αποτέλεσμα η κυβέρνηση έστειλε τον στρατό εναντίον του. Πρόσθεσε ότι γνωρίζει ότι ο στρατός δεν ενεργεί χωρίς ενημέρωση του Ανώτερου Αξιωματικού Τμήματος και για το λόγο αυτό ο ίδιος ο Αιτητής απέστειλε επιστολή προς αυτόν ζητώντας εξηγήσεις. Καθώς υπήρχαν κάποιες εκκρεμείς υπογραφές στα έγγραφα συνταξιοδότησης του πατέρα του Αιτητή, τον Ιούνιο του 2018 ο φάκελός του πατέρα του εστάλη στη Douala και τότε ήταν που έλαβε μία κλήση από έναν στρατιωτικό ο οποίος τον προέτρεψε να τρέξει να σωθεί καθώς η κυβέρνηση θεωρούσε ότι και εκείνος είναι αυτονομιστής μαχητής και εξέδωσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Ο στρατιωτικός αυτός, σε συνεργασία με ένα Νορβηγό βοήθησαν τον Αιτητή να φύγει από τη χώρα καταγωγής.
Σχετικά με το λόγο για τον οποίο εξεδόθη ένταλμα σύλληψης εναντίον του, σύμφωνα με το οποίο κατηγορείτο ως αυτονομιστής μαχητής, ο Αιτητής δήλωσε ότι αυτό συνέβη διότι στην επιστολή την οποία έστειλε ανέφερε ότι θα εκδικηθεί για το θάνατο του πατέρα του. Δήλωσε ότι ένας φίλος του βρήκε το ένταλμα σύλληψης καθώς κοιτούσε σε κάτι φακέλους στην ταξιαρχία όπου εργάζεται, το έβγαλε φωτογραφία και του το έστειλε την 12/6/2018, δηλώνοντας παράλληλα ότι ενημερώθηκε από έναν πρώην συνάδελφο ότι ο στρατός τον έψαξε τέσσερεις φορές στο ξενοδοχείο όπου εργαζόταν και από το οποίο έφυγε την 15/6/2018.
Ο Αιτητής περαιτέρω δήλωσε πως δεν έλαβε το πρωτότυπο του εντάλματος σύλληψης, αλλά ήταν τυχερός που ενημερώθηκε σχετικά με αυτό από τον στρατιωτικό φίλο του και κατάφερε να αποφύγει τη σύλληψη, αναφέροντας πως από τον Ιούνιο του 2018 έως το Φεβρουάριο του 2019 κρυβόταν στο δάσος. Αποτελεί πεποίθησή του πως σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, θα τον σκοτώσουν, όπως έχουν σκοτώσει και άλλους τους οποίους είχαν κατηγορήσει ότι είναι αυτονομιστές.
Από όταν εγκατέλειψε τη χώρα του, ο Αιτητής δήλωσε ότι ενημερώθηκε από την αδερφή του ότι ο στρατός τον αναζητεί κάθε δύο μήνες περίπου διότι πιστεύει ότι θέλει να πάρει εκδίκηση για το θάνατο του πατέρα του.
Απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις σχετικά με την επιστολή την οποία ο ίδιος απέστειλε στις 20/03/2018, ο Αιτητής διευκρίνισε ότι ήταν δική του πρωτοβουλία για να ενημερώσει ότι γνωρίζει πως ο στρατός σκότωσε τον πατέρα του και εξήγησε ότι την υπέβαλε αυτοπροσώπως στο γραφείο του Ανώτερου Αξιωματικού Τμήματος στο Mile 1 στη Mamfe, παραδίδοντάς την στη γραμματέα του. Εξήγησε τέλος πως συνέταξε την επιστολή στο τηλέφωνό του και στη συνέχεια την εκτύπωσε και την παρέδωσε, και πως το αντίγραφο το οποίο κατέθεσε στην Υπηρεσία Ασύλου είναι ακριβές αντίγραφο αυτής.
Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει με ποιο τρόπο σκόπευε να εκδικηθεί το θάνατο των γονιών του, ο Αιτητής εξήγησε ότι είχε σκοπό να φτιάξει τη δική του ομάδα και να στοχεύσει εκείνους που τους σκότωσαν, τους οποίους δήλωσε ότι δεν γνώριζε.
Στη συνέχεια ο λειτουργός επεσήμανε ότι η επιστολή εστάλη την 20/3/2018 και το ένταλμα εξεδόθη τρεις μήνες αργότερα και ζήτησε από τον Αιτητή να εξηγήσει τη χρονική αυτή διαφορά. Ο Αιτητής δήλωσε ότι η περιοχή της Mamfe είναι πολύ επικίνδυνη για τους κυβερνητικούς αξιωματούχους και για το λόγο αυτό έπρεπε να μεταφερθούν στις γαλλόφωνες περιοχές. Ως εκ τούτου προκύπτει ότι οι αξιωματούχοι είχαν την επιστολή για 2 μήνες και 1 εβδομάδα καθώς τότε μεταφέρθηκαν στη νέα τοποθεσία.
Ο λειτουργός τόνισε ότι σύμφωνα με το ένταλμα έπρεπε να παρουσιαστεί στο δικαστήριο την 12/6/2018 και πως ο στρατός τον αναζήτησε στο ξενοδοχείο την 15/6/2018, σε μεταγενέστερη δηλαδή ημερομηνία, και ζήτησε από τον Αιτητή να εξηγήσει τη χρονική ανακολουθία. Ο Αιτητής δήλωσε ότι λόγω του ότι τα συστήματα στο Καμερούν δεν είναι μηχανογραφημένα δε γνώριζαν ούτε που ζούσε ούτε που εργαζόταν και άρα τους πήρε χρόνο μέχρι να βρουν τις απαραίτητες πληροφορίες. Πρόσθεσε ότι πέρα από την επιστολή που έστειλε ο ίδιος, ο στρατός δεν είχε κάποια άλλα στοιχεία για να στηρίξει την κατηγορία ότι ήταν αυτονομιστής μαχητής.
Απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις σχετικά με το θάνατο των γονιών του, ο Αιτητής δήλωσε ότι την ημέρα που έλαβε χώρα το περιστατικό ο ίδιος βρισκόταν στην εργασίας του στη Limbe και έλαβε κλήση από έναν εκ των γηραιών του χωριού, ο οποίος τον ενημέρωσε και τον προέτρεψε να επιστρέψει άμεσα στο χωριό. Όταν έφτασε, οι χωρικοί τον ενημέρωσαν πως έφτασε ένα όχημα του στρατού έξω από το σπίτι του, οι στρατιώτες βιαιοπράγησαν κατά των γονιών του, στη συνέχεια τους έδεσαν, τους έβαλαν μέσα στο σπίτι και το έκαψαν. Εξήγησε ότι με βάση τις παραδόσεις τους τα σώματα των νεκρών πρέπει να θάβονται άμεσα και πως αυτό έγινε εντός δύο ωρών από το περιστατικό, ενώ η απόσταση μεταξύ Limbe και Mamfe είναι περί τις 3,5 ώρες. Ερωτηθείς σχετικά, δήλωσε πως αμέσως μετά το περιστατικό και μέχρι να συντάξει την επιστολή το Μάρτιο δεν προέβη σε οιαδήποτε άλλη ενέργεια.
Ο Αιτητής δήλωσε, σχετικά με την ιδιότητα του πατέρα του, ότι εργαζόταν ως στρατιωτικός για περίπου 15 χρόνια, είχε το βαθμό του αντισυνταγματάρχη, πως του ζήτησαν να σκοτώνει αγγλόφωνους στις αρχές Ιανουαρίου 2018 και πως μετοίκησαν στη Mamfe αρχές ή μέσα Φεβρουαρίου του 2018. Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με το πώς αποχώρησε ο πατέρας του από τον στρατό αφότου αρνήθηκε να εκτελέσει τις διαταγές, ο Αιτητής δήλωσε ότι συνέταξε και κατέθεσε τα έντυπα της παραίτησής του, τα οποία όμως δεν του τα υπέγραψαν. Ο λειτουργός υπενθύμισε στον Αιτητή πως κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης αναφέρθηκε σε εκκρεμείς υπογραφές σε έντυπα συνταξιοδότησης του πατέρα του και όχι σε έντυπα παραίτησης, με τον Αιτητή να δηλώνει πως συνταξιοδότηση και παραίτηση είναι το ίδιο πράγμα καθώς δεν ήταν ακόμη η ώρα του να αποχωρήσει.
Ερωτηθείς σχετικά με το πώς κατάφερε να ταξιδεύσει με αεροπλάνο χωρίς να αντιμετωπίσει προβλήματα στο αεροδρόμιο στη Douala, ο Αιτητής εξήγησε ότι είχε τη βοήθεια του στρατιωτικού φίλου του στο αεροδρόμιο, ο οποίος λόγω της θέσης του μπορούσε να χειριστεί τα όποια προβλήματα μπορεί να προέκυπταν. Αναφορικά με τη διαμονή του στο δάσος, ο Αιτητής εξήγησε ότι κρυβόταν σε ένα δάσος μεταξύ Buea και Limbe, ότι είχε δώσει την τραπεζική του κάρτα σε έναν φίλο του, ο οποίος του ψώνιζε ό,τι χρειαζόταν και ότι κατάφερε να μεταβεί από το δάσος στη Douala με τη βοήθεια του φίλου του.
Απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις σχετικά με την αδερφή του, ο Αιτητής δήλωσε πως η αδερφή του αντιμετώπισε πολλά προβλήματα όσο βρισκόταν στη Mamfe μεταξύ Μαΐου του 2019 και Νοεμβρίου του 2020. Εξήγησε ότι όταν ο στρατός τον έψαχνε και εκείνη τους έλεγε ότι δε βρίσκεται εκεί, οι στρατιώτες της ασκούσαν βία και κάποιες φορές τη βίαζαν για να δουν αν όντως λέει την αλήθεια, για το λόγο αυτό και αποφάσισε να τη βοηθήσει να πάει από τη Mamfe στη Limbe, όπου και δεν είχε ανάλογα προβλήματα, σύμφωνα με τα όσα του μετέφερε. Ο λειτουργός υπενθύμισε στον Αιτητή πως νωρίτερα είχε δηλώσει πως η αδερφή του τον ενημέρωσε πως ο στρατός τον αναζητεί κάθε ένα με δύο μήνες και του ζήτησε να εξηγήσει πως συνάδει η πρότερη δήλωση αυτή με την τωρινή του, δηλαδή πως από όταν είναι στη Limbe δεν έχει δεχτεί επισκέψεις από τον στρατό. Ο Αιτητής εξήγησε ότι η αδερφή του είναι σε επαφή με χωρικούς στη Mamfe οι οποίοι την ενημερώνουν πότε πάει ο στρατός εκεί.
Σε ερώτηση του λειτουργού σχετικά με το αν θα μπορούσε να επιστρέψει και να μετεγκατασταθεί με ασφάλεια σε κάποια άλλη πόλη του Καμερούν, ο Αιτητής ήταν αρνητικός εξηγώντας ότι το ένταλμα σύλληψης που έχει εκδοθεί εναντίον του ισχύει σε όλες τις επαρχίες.
Ο αρμόδιος λειτουργός στην εισηγητική του έκθεση διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς από τις δηλώσεις του Αιτητή. Πρώτον, ως προς την ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή, και δεύτερο αναφορικά με την κατηγορία που του επιβλήθηκε ως αυτονομιστής μαχητής από την κυβέρνηση του Καμερούν.
Ο πρώτος ισχυρισμός του Αιτητή έγινε αποδεκτός καθώς οι δηλώσεις του σχετικά με τα στοιχεία του προσωπικού του προφίλ (φυλή, θρήσκευμα, περιοχή συνήθους διαμονής και γέννησης) κρίθηκαν συνεκτικές και επαρκείς πληροφοριών και συνάδουν με το πρωτότυπο διαβατήριο και το πρωτότυπο πιστοποιητικό γεννήσεως τα οποία κατέθεσε όσο και με σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης από την χώρα καταγωγής του.
Αντίθετα, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε εφόσον κρίθηκε πως ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει επαρκείς πληροφορίες, ενώ το αφήγημά του στερείται συνοχής και συνεκτικότητας. Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες και να περιγράψει την αντίδραση και τις ενέργειες του κατά την άφιξη του στο χωριό και την αποκάλυψη του θανάτου των γονιών του και την καταστροφή της οικίας τους. Επιπρόσθετα, οι δηλώσεις του αναφορικά με την αποστολή επιστολής στον ανώτερο αξιωματούχο (Senior Divisional Officer) στην οποία εξέφραζε, ως υποστήριξε, την πρόθεση του για εκδίκηση στερούνται συνοχής και ευλογοφάνειας. Κληθείς να εξηγήσει τον λόγο που απέστειλε την συγκεκριμένη επιστολή, ενώ γνώριζε ότι έβαζε την ζωή του σε κίνδυνο, ο ίδιος ανέφερε ότι υπέθετε ότι ο ανώτερος αξιωματούχος θα τον καλούσε να μιλήσουν. Ομοίως γενικές, χωρίς συνοχή, και ανεπαρκείς κρίθηκαν και οι δηλώσεις του αναφορικά με το ένταλμα σύλληψης το οποίο προσκόμισε. Ως υποστήριξε, το ένταλμα αποτελεί απότοκο της επιστολής που έστειλε, με την κατηγορία ότι είναι αυτονομιστής μαχητής. Κληθείς να εξηγήσει το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την αποστολή της επιστολής, ήτοι 20/03/2018, μέχρι και την έκδοση του εντάλματος σύλληψης, ήτοι 10/06/2018, ο Αιτητής προέβαλε ότι καθότι η πόλη Mamfe αποτελεί επικίνδυνο μέρος για τους κρατικούς αξιωματούχους, έπρεπε να μετακινηθούν στις γαλλόφωνες περιοχές για την ασφάλεια τους έχοντας στην κατοχή τους την επιστολή, επεξήγηση η οποία κρίθηκε μη ευλογοφανής. Επιπρόσθετα, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πως έφυγε νόμιμα από το αεροδρόμιο της Douala ενώ βρισκόταν σε ισχύ ένταλμα σύλληψης εναντίον του, προβάλλοντας ότι τον συνόδευσε ο φίλος που τον βοήθησε να διευθετήσει το ταξίδι του και δεν πέρασε από έλεγχο, δήλωση αντιφατική καθώς στο διαβατήριο του υπάρχει σφραγίδα του αεροδρομίου στην Douala.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας την προσκομισθείσα επιστολή που έστειλε ο Αιτητής σε ανώτερο αξιωματούχο, έκρινε ότι αποτελεί αντίγραφο κειμένου το οποίο συντάχθηκε στο τηλέφωνο του Αιτητή, σύμφωνα με δήλωσή του, χωρίς υπογραφή, και χωρίς διεύθυνση παραλήπτη. Αποτελεί κείμενο το οποίο θα μπορούσε να γραφτεί από οποιοδήποτε άτομο και δεν αποτελεί απόδειξη ότι στάλθηκε στον ανώτερο αξιωματούχο (Senior Divisional Officer)∙ως εκ τούτου δεν έγινε αποδεκτό. Αναφορικά με το ένταλμα σύλληψης, αυτό αποτελεί αντίγραφο φωτογραφίας που υπήρχε επίσης στο τηλέφωνο του Αιτητή, στο οποίο αναγράφεται ως κατηγορία «αγγλόφωνος αυτονομιστής» (“separatists Anglophone”) χωρίς αναφορές σε άρθρα του ποινικού κώδικα, ή αναφορά σε εγκληματική ενέργεια ή παράνομη πράξη. Παρά το ότι φέρει σφραγίδες και υπογραφή, δεν έγινε αποδεκτό ως αποδεικτικό στοιχείο, καθότι δεν περιλαμβάνει κάποια κατηγορία με αναφορά στον νόμο, ενώ ο τίτλος «ένταλμα σύλληψης» είναι σε αντίθεση με το περιεχόμενό του καθώς το συγκεκριμένο έγγραφο καλεί τον Αιτητή να παρουσιαστεί σε δικαστήριο. Τέλος, ο λειτουργός κάνει αναφορά σε ευρήματα έρευνας στην οποία διεξήγαγε, αναφορικά με την αγγλόφωνη κρίση στο Νοτιοδυτικό μέρος του Καμερούν, με αναφορές σε σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι οποίες περιλαμβάνουν αυθαίρετες δολοφονίες από κρατικούς και μη κρατικούς φορείς, βασανισμούς και εξευτελιστική μεταχείριση και τιμωρία εκ μέρους της κυβέρνησης, αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις σε σκληρές συνθήκες, καθώς και τιμωρία μελών της οικογένειας ατόμων για παραβάσεις που πραγματοποιηθήκαν από άτομα/συγγενείς. Ωστόσο, λόγω μη θεμελίωσης της εσωτερικής αξιοπιστίας ο συγκεκριμένος ισχυρισμό απορρίφθηκε.
Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει του μόνου αποδεδειγμένου ισχυρισμού, ήτοι της ταυτότητας, του προφίλ, και της χώρας καταγωγής του Αιτητή, και λαμβάνοντας υπόψη τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στην Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, ο λειτουργός έκρινε ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του θα υποστεί δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω της γενικότερης κατάστασης ασφαλείας που επικρατεί στην περιοχή συνήθους διαμονής του.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ωστόσο, και λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή, ως νέος, υγιής, απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, χωρίς προβλήματα υγείας και ικανός να στηρίξει τον εαυτό του, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν προκύπτουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην πόλη Limbe της Νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν θα έλθει αντιμέτωπος με πραγματικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του ίδιου Νόμου, το δε αρμόδιο, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών πρόσωπο, να εκτελεί καθήκοντα Προϊστάμενου, υιοθέτησε την εισήγηση και απέρριψε το αίτημα του Αιτητή.
Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να υποβάλει στον Αιτητή σχετικές διευκρινιστικές ερωτήσεις ως προς τον πυρήνα του αιτήματος του, στην παρουσία των συνηγόρων των μερών, ωστόσο ο Αιτητής επανέλαβε ουσιαστικά το αφήγημά του ως αυτό προβλήθηκε κατά τη συνέντευξή του.
Ειδικότερα, ο Αιτητής, υποστήριξε ότι μετά την δολοφονική επίθεση κατά των γονέων του ανέμενε κάποιο δελτίο τύπου, ως είθισται σε περιπτώσεις θανάτου αξιωματικών του κράτους. Όταν είδε πως αυτό δεν εξεδόθη, ο Αιτητής δήλωσε ότι συνέταξε και υπέβαλε επιστολή στον Γενικό Γραμματέα με την οποία τον ενημέρωνε ότι αυτοί που προέβησαν στις σχετικές πράξεις ήταν υπεύθυνοι για το θάνατο του πατέρα του και ότι σκόπευε να πάρει εκδίκηση. Ως αποτέλεσμα της επιστολής αυτής, ο Αιτητής δήλωσε ότι στοχοποιήθηκε διότι θεωρήθηκε πως είχε συμμετοχή στους θανάτους πολλών στρατιωτικών οι οποίοι χάσανε τη ζωή τους εξαιτίας της κρίσης, τονίζοντας ότι αυτό αναγράφεται και στο ένταλμα σύλληψης. Επιπλέον τόνισε ότι το ένταλμα σύλληψης εναντίον του εξεδόθη ενόσω εκείνος βρισκόταν ακόμη στη χώρα καταγωγής του και εκείνος ενημερώθηκε σχετικά από μια οικογενειακή του φίλη στρατιωτικό. Όταν ενημερώθηκε επί τούτου, ο Αιτητής κρύφτηκε στο δάσος για μερικούς μήνες και κατόπιν, με τη βοήθεια ενός στρατιωτικού και φίλου του, κατάφερε να ταξιδέψει προς την Κύπρο με αεροπλάνο, χρησιμοποιώντας την επιρροή και τις γνωριμίες του φίλου του ώστε να αποφύγει τους τυπικούς ελέγχους στο αεροδρόμιο της Douala.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.
Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη του/της ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του/της. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση του/της αιτητή/τριας, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.
Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή, με σκοπό να εξεταστούν οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλει ο Αιτητής, το Δικαστήριο μελετώντας το σύνολο του διοικητικού φακέλου, αποδέχεται τον ισχυρισμό του Αιτητή σχετικά με τα προσωπικά του στοιχεία, τον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής καθώς δεν προέκυψαν περί του αντιθέτου στοιχεία και σύμφωνα με την Έκθεση/Εισήγηση του αρμόδιου Λειτουργού, οι δηλώσεις του Αιτητή επιβεβαιώθηκαν και/ή εντοπίστηκαν σε εξωτερικές πηγές.
Ομοίως ορθές κρίνονται και οι διαπιστώσεις των Καθ’ ων η αίτηση σε σχέση με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, εφόσον διαπιστώνεται ότι πράγματι οι δηλώσεις του Αιτητή παρουσιάζουν έλλειψη σαφήνειας και λεπτομέρειας, ενώ παράλληλα εντοπίζονται ασυνέπειες ως ορθά καταγράφηκαν από τους Καθ’ ων η αίτηση. Διαπιστώνω ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει επαρκείς και ακριβείς πληροφορίες αναφορικά με την ιδιότητα του πατέρα του ως στρατιωτικός, τον θάνατο των γονιών του λόγω φερόμενης άρνησης του να υπακούσει σε οδηγίες περί δολοφονίας ατόμων στις αγγλόφωνες περιοχές, και της δικής του δίωξης ως αυτονομιστής μαχητής. Ως προς τα έγγραφα τα οποία προσκόμισε, ήτοι την επιστολή που απέστειλε και το ένταλμα σύλληψης, πράγματι δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν ορθά από τους Καθ’ ων η αίτηση.
Επισημαίνεται περαιτέρω ότι τα έγγραφα αξιολογούνται με βάση τα βήματα που καθορίζονται στον Οδηγό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (ΕΑΣΟ) για Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων ως ακολούθως: (α) συνάφειας με το αίτημα ασύλου, (β) ύπαρξης του τύπου εγγράφου σύμφωνα με τις γενικές πληροφορίες της χώρας καταγωγής, (γ) περιεχόμενου, (δ) τύπου εγγράφου και ενδεχόμενη αξιολόγηση της γνησιότητας του, (ε) φύσης του εγγράφου και μορφή στην οποία προσκομίζεται (πρωτότυπο ή αντίγραφο), (στ) συντάκτη. Τα έγγραφα πρέπει να εξετάζονται από κοινού με άλλα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται για να τεκμηριώσουν το συγκεκριμένο ουσιώδες πραγματικό περιστατικό το οποίο προορίζονται να στηρίξουν, καθώς και με άλλα στοιχεία της αξιολόγησης της αξιοπιστίας.[1] Περαιτέρω σημειώνεται, ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας που διενεργείται από την αποφαινόμενη αρχή ή από δικαστικούς λειτουργούς αφορά τη διαδικασία έρευνας σχετικά με το αν το σύνολο ή μέρος των δηλώσεων του αιτούντος ή άλλων αποδεικτικών στοιχείων που υποβλήθηκαν από αυτόν σχετικά με τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά μπορεί να γίνει δεκτό προκειμένου να προσδιοριστεί αν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας.[2]
Συνεπώς, σύμφωνα με τα ανωτέρω, η αξιολόγηση των εγγράφων γίνεται πάντα σε συνάρτηση με τις δηλώσεις και τους ισχυρισμούς του Αιτητή. Η σημασία των εγγράφων καταδεικνύεται στην ενίσχυση των λεγομένων του Αιτητή, η παρουσία τους από μόνη της δεν είναι δυνατή για να τεκμηριώσει τη θέση του. Στην προκείμενη περίπτωση, λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, τα συγκεκριμένα έγγραφα δεν έχουν υποστηρικτικό χαρακτήρα.
Για σκοπούς πληρότητας, το παρόν Δικαστήριο προέβη σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την αγγλόφωνη κρίση και τους αυτονομιστές μαχητές, με τα ακόλουθα ευρήματα:
Σύμφωνα με έκθεση (2023) της R2P Monitor για την ανθρωπιστική κρίση και την απειλή μαζικών εγκλημάτων και θηριωδιών, ο άμαχος πληθυσμός στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν συνεχίζει να έρχεται αντιμέτωπος με ακραία εγκληματική βία λόγω της γενικευμένης βίας ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και στους αυτονομιστές μαχητές.[3]
Έρευνα της ACCORD που ετοιμάστηκε ως απάντηση σε ερώτημα σχετικά με την αγγλόφωνη κρίση, και δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο τους 2024, αναφέρει ότι κατά την περίοδο αναφοράς (2021 – 2023) η βίαιη σύγκρουση μεταξύ των δυνάμεων ασφαλείας και των ένοπλων αυτονομιστικών ομάδων συνέχισε να μαίνεται στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν. Η κατάσταση ασφαλείας στις αγγλόφωνες περιοχές φέρεται ότι επιδεινώθηκε, με την εξέγερση να γίνεται πιο δομημένη και την κρίση πιο περίπλοκη.[4]
Επιπρόσθετα, σύμφωνα με έκθεση (2023) του Συμβουλίου Προσφύγων της Δανίας (Danish Refugee Council), εντοπίστηκαν τέσσερις (4) κατηγορίες δραστών που εμπλέκονται σε παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι κατηγορίες προέκυψαν από μαρτυρίες θυμάτων, όπου ως διαφαίνεται το υψηλότερο ποσοστό κατέχουν οι Μη Κρατικές Ένοπλες Ομάδες (NSAG[5]), με ποσοστό 40%, με ενέργειες υπό τη μορφή απαγωγών, βασανιστηρίων, απάνθρωπης μεταχείρισης, καταστροφής ακινήτων, απειλών κατά ζωής, και δολοφονιών. Η επόμενη στη σειρά κατηγορία είναι οι Κρατικές Δυνάμεις Ασφαλείας (SSF[6]) με ποσοστό 35%, με κατηγορίες οι οποίες περιλαμβάνουν βασανιστήρια, απάνθρωπη μεταχείριση, αυθαίρετες συλλήψεις και σωματικές επιθέσεις. Η τρίτη στη σειρά κατηγορία περιλαμβάνει περιστατικά έμφυλης βίας τα οποία διαπράχθηκαν από άλλους πολίτες και περιλαμβάνουν βιασμούς, σωματικές επιθέσεις και ψυχολογική/συναισθηματική κακοποίηση με ποσοστό 22%. Τελευταίες στη σειρά ταξινομούνται οι εγκληματικές ομάδες πολιτών (ομάδες γνωστές για την εμπλοκή τους στο οργανωμένο έγκλημα) με ποσοστό 3% το οποίο απορρέει από δραστηριότητες που σχετίζονται με βιασμούς και εκβιασμούς.[7]
Παρά το ότι οι ανωτέρω πληροφορίες επιβεβαιώνουν την αγγλόφωνη κρίση, και τα περιστατικά βίας που λαμβάνουν χώρα στην Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, εντούτοις, λόγω μη τεκμηρίωσης της εσωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή ο συγκεκριμένος ισχυρισμός απορρίπτεται.
Συνεπώς, από το ιστορικό του Αιτητή όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, έχοντας κατά νου τα δεδομένα που προκύπτουν από το διοικητικό φάκελο και από την ανωτέρω αξιολόγηση των ισχυρισμών του, αντίθετα στους ισχυρισμούς των συνηγόρων του, προκύπτει ότι ο Αιτητής δε στοιχειοθέτησε κανένα ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.
Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.
Διαπιστώνω ότι ορθά κρίθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στον Αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα του.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1) του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19 του ίδιου νόμου, σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α.v. Κυπριακή Δημοκρατία,Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619).
Ανατρέχοντας στο πρακτικό της συνέντευξης, διαπιστώνω ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να στοιχειοθετήσει οποιοδήποτε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής υπό τα άρθρα 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψη προς αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε απόφασή του ότι συνιστούν «[…]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Αναφορικά με την γενικότερη κατάσταση στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν όπου αναμένεται ότι θα επιστρέψει ο Αιτητής, από έγκυρη πηγή εκτιμάται ότι, η ανθρωπιστική κρίση οφείλεται στις συγκρούσεις και βία που καταγράφονται στις εν λόγω περιοχές και η σοβαρότητα της κρίσης χαρακτηρίζεται από βαθμό εντός του υψηλού επιπέδου (χωρίς ωστόσο να φθάνει στα πολύ υψηλά ή εξαιρετικά υψηλά επίπεδα).[8] Από περαιτέρω πληροφορίες όσον αφορά τα ανθρωπιστικά ζητήματα στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, προκύπτει γενικότερα ότι η κατάσταση παραμένει «ασταθής», με συνεχείς συγκρούσεις μεταξύ κρατικών δυνάμεων ασφαλείας και των μη κρατικών ένοπλων ομάδων κυρίως στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιφέρειες, η μείωση της χρηματοδότησης επηρεάζει σοβαρά τις προσπάθειες για την επισιτιστική ασφάλεια στις δύο περιοχές, ενώ στις συγκεκριμένες περιοχές υπήρξε παροχή χρηματικής βοήθειας σε ευάλωτα άτομα, ως μέρος της ανθρωπιστικής βοήθειας από τα Η.Ε. για το Καμερούν.[9]
Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, όπου βρίσκεται η πόλη Limbe, τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή.
Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία από τη βάση δεδομένων του ACLED (Armed Conflict Location and Event Data Project), στην Νοτιοδυτική περιφέρεια (Southwest region) του Καμερούν, όπου βρίσκεται η πόλη Limbe, τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 06/02/2026), καταγράφηκαν 948 περιστατικά πολιτικής βίας[10] τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 637 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[11] Ειδικότερα, στην πόλη Limbe, το ανωτέρω χρονικό διάστημα καταγράφηκαν στην εν λόγω βάση δεδομένων, 3 περιστατικά πολιτικής βίας χωρίς οποιεσδήποτε καταγεγραμμένες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[12] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός στην ευρύτερη νοτιοδυτική περιφέρεια ανερχόταν στα 1,553,320 (2020)[13] και στην πόλη Limbe εκτιμάται ότι ανέρχεται στις 72,106 (2026) κατοίκους.[14]
Από τα πιο πάνω στοιχεία εξεταζόμενα συνδυαστικά με τον συνολικό πληθυσμό στην Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, δεν προκύπτει ότι υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης στην εν λόγω περιοχή, που να ανάγονται σε τέτοιο υψηλό βαθμό που θα μπορούσαν να θέσουν υπό σοβαρή απειλή τη ζωή ή σωματική ακεραιότητα αμάχου λόγω της παρουσίας του και μόνο στην εν λόγω περιοχή, υπό την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Ούτε από τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Αιτητή προκύπτουν προσωπικά στοιχεία που να εντείνουν στην περίπτωσή του, τον κίνδυνο τέτοιας σοβαρής βλάβης (ως αυτή η έννοια του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ ερμηνεύθηκε σχετικά από το ΔΕΕ). Βάσει τούτων των δεδομένων, δεν διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στον τόπο συνήθους διαμονής του στην Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν θα διατρέξει κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας.
Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός του για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε για την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 19 του ιδίου Νόμου.
Κατά συνέπεια, λαμβάνοντας υπόψιν και τις προσωπικές περιστάσεις τoυ Αιτητή ήτοι ότι πρόκειται για ενήλικα άνδρα, υγιή, απόφοιτο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του και με εργασιακή πείρα, κρίνω ότι δεν πληρούνται στην περίπτωση του οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου.
Κρίνω, υπό τις περιστάσεις και στη βάση του συνόλου των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε πλήρως, η δε απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της και στην οποία αναφέρονται οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτουν ότι η απόφασή της ήταν απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της διακριτικής της ευχέρειας. Ενόψει της κατ’ ουσία εξέτασης της αίτησης του Αιτητή, η εξέταση οποιουδήποτε άλλου λόγου ακύρωσης παρέλκει.
Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Α. AΓΡΟΤΗ, Δ. ΔΔΔΠ
[1] Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.14-15, PG Evidence Assessment - EL.pdf
[2] EASO-Δικαστική ανάλυση-Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, 2018, σελ. 21, EASO-Evidence-and-Credibility-Assessment-JA-EL.pdf
[3] Global Centre for the Responsibility to Protect (Author), published by ReliefWeb: R2P Monitor, Issue 64, 1 March 2023, σελ. 3 https://reliefweb.int/attachments/4df72bc8-c5c2-4e1b-a2db-95e32a179862/R2P-Monitor-March-2023.pdf [Ημερομηνία Πρόσβασης: 16/02/2026]
[4] ACCORD – Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation (Author): Cameroon: The Cameroon Anglophone Crisis (2021 – 2023), 8 January 2024 https://www.ecoi.net/en/file/local/2102908/a-12289.pdf σελ. 8 [Ημερομηνία Πρόσβασης: 16/02/2026]
[5] Non-State Armed Groups
[6] State Security Forces
[7] Danish Refugee Council, Cameroon Protection Monitoring Quarterly Report, Southwest Cameroon (January – March 2023), σελ.14, 230427 DRC PM report_Q1_VF.pdf [Ημερομηνία Πρόσβασης: 16/02/2026]
[8] ACAPS, Country analysis - Cameroon: Current crises in Cameroon - Anglophone crisis, Last updated 28/08/2025, https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# [Ημερομηνία Πρόσβασης: 16/02/2026]
[9] UN OCHA, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.79 - July 2025, 8 September 2025, https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no79-july-2025 [Ημερομηνία Πρόσβασης: 16/02/2026]
[10] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests).
[11] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Cameroon, Sud-Ouest, Limbe) [Ημερομηνία Πρόσβασης: 16/02/2026]
[12] Ibid
[13] Ministry of Territorial Administration, https://minat.gov.cm/presentation/carte-des-regions/sud-ouest/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 16/02/2026]
[14] World Population Review, https://worldpopulationreview.com/cities/cameroon [Ημερομηνία Πρόσβασης: 16/02/2026]
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο