Β.F.N. ν. Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 876/24, 9/2/2026
print
Τίτλος:
Β.F.N. ν. Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 876/24, 9/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 876/24

9 Φεβρουαρίου, 2026

[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Β.F.N.

Αιτήτριας,

και

Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η αίτηση

Πιερίδης & Πιερίδης (κ.κ.), Δικηγόροι για την Αιτήτρια

Λ. Γιάγκου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση

Ρ. Ευαγγέλου (κος) για πιστή διερμηνεία από την ελληνική στην αγγλική και αντίστροφα

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η Αιτήτρια με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται άκυρη, παράνομη και στερούμενη κάθε έννομου αποτελέσματος η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση, ημερομηνίας 30.1.2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα της τελευταίας για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023.

Γεγονότα

1.             Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Η Αιτήτρια κατάγεται από τη Δημοκρατία του Καμερούν (στο εξής: το Καμερούν). Εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία από τις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση περιοχές και περί τις 17.7.2023, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 23.1.2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από λειτουργό, ο οποίος στις 29.1.2024 υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας και επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 30.1.2024. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση επί της αιτήσεώς της για διεθνή προστασία, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 13.2.2024, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

Νομικοί Ισχυρισμοί

2.             Η Αιτήτρια προωθεί, δια του συνηγόρου της, τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας και πλημμελούς αξιολόγησης των δηλώσεών της από τους Καθ’ ων η αίτηση. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι δεν εξετάστηκε δεόντως ο ισχυρισμός της περί δίωξής της από αποσχιστικές ομάδες, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς της, προέβησαν αρχικώς στην απαγωγή και εν συνεχεία στη δολοφονία της μητέρας της. Προς υποστήριξη των θέσεών της, σχολιάζει στη γραπτή της αγόρευση τα επιμέρους ευρήματα των Καθ’ ων η αίτηση, υποστηρίζοντας ότι οι δηλώσεις της επιβεβαιώνονται και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες καταγράφουν τη δράση αποσχιστικών ομάδων στον τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής της, στην αγγλόφωνη περιφέρεια της χώρας καταγωγής της. Περαιτέρω, προβάλλει ότι δεν αξιολογήθηκε το ιδιαίτερο προφίλ της ως γυναίκας. Ενόψει των ανωτέρω, υποστηρίζει ότι, λόγω της φερόμενης δίωξής της, θα έπρεπε να αναγνωριστεί είτε ως πρόσφυγας είτε, επικουρικώς, ως δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας.

3.             Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της επίδικης πράξης, προβάλλοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη και ότι αποτελεί προϊόν δέουσας έρευνας, χωρίς να εμφιλοχωρεί οποιαδήποτε πλάνη περί τα πράγματα. Παραπέμπουν προς τούτο στα επιμέρους ευρήματά τους κατά τη διοικητική διαδικασία, τα οποία, αφενός, τους οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας που άπτονται του πυρήνα της δεν κρίνονται αξιόπιστοι και, αφετέρου, ότι, βάσει του προσωπικού της προφίλ και του τόπου διαμονής της, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή της σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.

Το νομικό πλαίσιο

4.             Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des trait?s des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».

5.             Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έχει ως ακολούθως:

«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

6.             Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 και 2020 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

 

7.             Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.

 

8.             Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:

«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών

16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).

(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-

(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».

9.             Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

 

Κατάληξη

10.          Ως προς τους προωθούμενους λόγους προσφυγής, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την ενώπιόν του αίτηση διεθνούς προστασίας εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc (Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους  [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελής χαρακτηρίζεται ο λόγος προσφυγής, ο οποίος ακόμα και αν γίνει δεκτός δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].

 

11.          Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτών. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του Αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).

 

12.          Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών της Αιτήτριας, προκύπτει ότι, κατά την καταγραφή της αίτησής της, δήλωσε πως διώκεται από αποσχιστικές ομάδες. Ειδικότερα, ανέφερε ότι τα εν λόγω πρόσωπα απείλησαν τον πατέρα της, ζητώντας του την καταβολή χρηματικών ποσών προς ενίσχυση της δράσης τους. Καθότι εκείνος αρνήθηκε να συνεργαστεί, οι αποσχιστές προέβησαν, κατά τους ισχυρισμούς της, στην απαγωγή και εν συνεχεία στη δολοφονία της μητέρας της, ενώ εξακολούθησαν να αποστέλλουν απειλητικά μηνύματα προς τον πατέρα της, δηλώνοντας ότι θα στραφούν και εναντίον της ίδιας σε περίπτωση που η οικογένεια δεν συνεργαστεί μαζί τους. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Αιτήτρια ανέφερε ότι αναζήτησε διαδικτυακά επιλογές προκειμένου να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της.

 

13.          Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, η Αιτήτρια, ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, δήλωσε ότι γεννήθηκε το 1992 και διέμενε στο χωριό Nmwametaw της Νοτιοδυτικής Περιφέρειας. Ανέφερε, ωστόσο, ότι μεγάλο μέρος της ζωής της το έζησε στη Yaound?, όπου μετέβη για σκοπούς σπουδών και όπου αποτέλεσε και τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της. Εκεί φιλοξενούνταν στην οικία στενού φίλου του πατέρα της, τον οποίο αποκαλούσε «θείο». Δήλωσε Χριστιανή και, ως προς το μορφωτικό της επίπεδο, ανέφερε ότι είναι κάτοχος πανεπιστημιακού πτυχίου Νομικής από πανεπιστήμιο της Yaound?. Ομιλεί την αγγλική και τη γαλλική γλώσσα και εργάστηκε στη χώρα καταγωγής της ως πωλήτρια, προκειμένου, όπως δήλωσε, να μην εξαρτάται οικονομικά από τους γονείς της. Τέλος, ανέφερε ότι το ταξίδι της χρηματοδοτήθηκε από τον πατέρα της και τη θεία της.

 

14.          Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση, δήλωσε ότι η μητέρα της απεβίωσε στις 10.5.2022, ενώ ο πατέρας της απεβίωσε τον Νοέμβριο του 2023, ήτοι μετά την άφιξή της στη Δημοκρατία, από σοβαρή ασθένεια. Ανέφερε ότι δεν διαθέτει αδέλφια. Ως προς τα λοιπά συγγενικά της πρόσωπα στη χώρα καταγωγής, δήλωσε ότι δεν διατηρεί επικοινωνία μαζί τους, αντιθέτως δε διατηρεί επικοινωνία με φιλικά της πρόσωπα που παραμένουν εκεί.

 

15.          Ερωτηθείσα για τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της, η Αιτήτρια, κατά την ελεύθερη αφήγησή της, ανέφερε ότι διώκεται από αυτονομιστές. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας της ήταν ιδιοκτήτης μικρής επιχείρησης και παρείχε κατά καιρούς οικονομική συνδρομή στους αυτονομιστές. Όταν, όμως, ενημερώθηκε από τον στρατό ότι η εν λόγω συνδρομή είχε εντοπιστεί, διέκοψε τη βοήθεια αυτή. Κατόπιν τούτου, οι αυτονομιστές απαίτησαν να συνεχίσει την οικονομική ενίσχυση, πλην όμως ο πατέρας της αρνήθηκε, με αποτέλεσμα –κατά τους ισχυρισμούς της– την απαγωγή και δολοφονία της μητέρας της. Στη συνέχεια, οι αυτονομιστές φέρονται να στράφηκαν κατά της ίδιας, προκειμένου να ασκήσουν πίεση στον πατέρα της. Περαιτέρω, η Αιτήτρια ανέφερε ότι δεν μπορούσε να επιστρέψει στη Yaound?, διότι η σύζυγος του θείου της, στην οικία του οποίου διέμενε, την κατηγόρησε, μετά τον θάνατο του εν λόγω θείου, ότι είναι λεσβία και ότι προσπαθεί να επηρεάσει αρνητικά τις κόρες της.

 

16.          Ακολούθως, υποβλήθηκαν διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με τις επιμέρους παραμέτρους των δηλώσεών της και ειδικότερα ως προς τις απειλές που φέρεται να δέχθηκε από τους αυτονομιστές, την απαγωγή της μητέρας της, τη φερόμενη εκδίωξή της από τη σύζυγο του θείου της, καθώς και τα περιστατικά που ακολούθησαν τον θάνατο της μητέρας της. Ερωτηθείσα εάν, μετά τις κατηγορίες που της απηύθυνε η σύζυγος του θείου της, συνέβη οτιδήποτε εις βάρος της ίδιας, απάντησε αρνητικά για το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2022 έως τον Φεβρουάριο του 2023. Περαιτέρω, ερωτηθείσα εάν θα μπορούσε να παραμείνει στη Yaound?, δήλωσε ότι δεν θα ήταν ασφαλής, καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς της, οι αυτονομιστές διαθέτουν πράκτορες και εκεί και την καταδιώκουν. Ερωτηθείσα σχετικά με τις αρχές της χώρας καταγωγής της, δήλωσε ότι δεν αντιμετώπισε πρόβλημα με αυτές και ότι αναμένει την επιστροφή των αρχών στη χώρα της προκειμένου να επιστρέψει και η ίδια.

 

17.          Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η αίτηση διέκριναν τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς. Κατά πρώτον, αναφορικά με την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ της Αιτήτριας. Κατά δεύτερο, αναφορικά με τα φερόμενα προβλήματα από αυτονομιστές της περιοχής, λόγω της διακοπής της οικονομικής ενίσχυσης που παρείχε ο πατέρας της κατόπιν προειδοποίησης του στρατού, και τέλος αναφορικά με τα φερόμενα προβλήματα που αντιμετώπισε από τη σύζυγο του φίλου του πατέρα της, με την οποία διέμενε, η οποία τη θεώρησε ομοφυλόφιλη και κακή επιρροή για τις κόρες της.

 

18.          Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθόσον οι πληροφορίες που παρείχε η Αιτήτρια κρίθηκαν συνεκτικές και αξιολογήθηκαν σε συνάρτηση με το διαβατήριό της, το οποίο προσκομίστηκε ενώπιον της Διοίκησης, καθώς και με έτερες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

 

19.          Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε, καθόσον κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς και ικανοποιητικές πληροφορίες επί του πυρήνα του αιτήματός της, ενώ εντοπίστηκε και σειρά αντιφάσεων στο αφήγημά της. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να προσδιορίσει με ακρίβεια τον χρόνο των φερόμενων περιστατικών, περιοριζόμενη σε γενικές αναφορές. Περαιτέρω, η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκείς λεπτομέρειες αναφορικά με τον τόπο και τη συχνότητα των φερόμενων απειλών. Δεν δόθηκαν επίσης συνεκτικές πληροφορίες ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι φερόμενοι δράστες απέκτησαν γνώση της καθημερινότητάς της, στοιχείο κρίσιμο για την αξιολόγηση της εξατομικευμένης στοχοποίησης. Τέλος, οι Καθ’ ων η αίτηση έλαβαν υπόψη ότι η συμπεριφορά της Αιτήτριας μετά τα φερόμενα περιστατικά δεν συνοδεύτηκε από ενέργειες που να επιβεβαιώνουν τον προβαλλόμενο φόβο. Η Αιτήτρια δεν προσδιόρισε συγκεκριμένα εάν και σε ποιο στάδιο επιχείρησε να αναζητήσει προστασία, ούτε εξήγησε επαρκώς γιατί δεν κατέφυγε σε εναλλακτικές λύσεις εντός της χώρας, παρά το γεγονός ότι δήλωσε πως διέμενε και σε άλλες περιοχές, όπως η Yaound? όπου δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, οι πηγές στις οποίες παραπέμπουν οι Καθ’ ων η αίτηση επιβεβαιώνουν μεν τη δράση αυτονομιστικών ομάδων στις αγγλόφωνες περιοχές της χώρας καταγωγής της Αιτήτριας, όπου ευρίσκεται και το χωριό προέλευσής της, καθώς και τη γενικότερη στάση τους έναντι του άμαχου πληθυσμού. Πλην όμως, οι εν λόγω πληροφορίες έχουν γενικό χαρακτήρα και δεν επαρκούν, αφ’ εαυτών, για την επιβεβαίωση των προσωπικής φύσεως περιστάσεων που συνθέτουν τον υπό εξέταση ισχυρισμό της Αιτήτριας, ιδίως ελλείψει οποιουδήποτε συναφούς αποδεικτικού στοιχείου εκ μέρους της, όπως διαπιστώθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός , καθότι το αφήγημα της Αιτήτριας χαρακτηρίζεται από ουσιώδεις ασάφειες και αντιφάσεις ως προς κρίσιμα πραγματικά στοιχεία.

 

20.          Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, περί των προβλημάτων που φέρεται να αντιμετώπισε από τη σύζυγο του θείου της, οι Καθ’ ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκή, σαφή και συνεκτική περιγραφή των γεγονότων που επικαλείται ως θεμελιωτικών του φόβου της. Ειδικότερα, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους κατηγορήθηκε από την εν λόγω γυναίκα ως λεσβία, περιοριζόμενη στη διατύπωση προσωπικής εικασίας ότι αυτή «αναζητούσε αφορμή» για να την κατηγορήσει. Περαιτέρω, απάντησε αρνητικά στο ερώτημα εάν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα ή απειλή συναφώς με το εν λόγω ζήτημα, τόσο κατά το χρονικό διάστημα που διέμενε στη Yaound? όσο και μετά την αποχώρησή της από εκεί, χωρίς να δύναται να εξηγήσει για ποιο λόγο η εν λόγω γυναίκα δεν την προσέγγισε εκ νέου.

 

21.          Επιπροσθέτως, η ίδια η Αιτήτρια δήλωσε, όπως επισημαίνεται και από τους Καθ’ ων η αίτηση– ότι δεν είναι ομοφυλόφιλη και ότι, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, η εν λόγω γυναίκα γνώριζε πως διατηρούσε σχέση με άνδρα. Δεδομένης της φύσεως του εν λόγω ισχυρισμού και ελλείψει επαρκούς, αξιόπιστης και εξατομικευμένης βάσης, δεν κρίθηκε εύλογη η εξέταση της εξωτερικής του πτυχής, με αποτέλεσμα αυτός να απορριφθεί στο σύνολό του.

 

22.          Βάσει του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού, ήτοι της ταυτότητας, της χώρας καταγωγής και των προσωπικών στοιχείων της Αιτήτριας, και λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών από τη χώρα καταγωγής της, κρίθηκε ότι η Αιτήτρια καταρχήν διατρέχει κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής στη Yaound?, ως απόρροια της κατάστασης ανασφάλειας που επικρατεί στη συγκεκριμένη περιοχή.

 

23.          Προχωρώντας στην νομική ανάλυση, οι Καθ' ων η αίτηση διαπιστώνουν ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της Αιτήτριας δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς παρά την ύπαρξη αδιάκριτης βίας στην περιοχή (διότι κρίθηκε ως τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής της η νοτιοδυτική περιφέρεια της χώρας όπου υπάγεται το χωριό της πατρικής της οικίας το Nwametaw) η ένταση αυτής σε συνάρτηση με τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται προσωπική απειλή για την Αιτήτρια.

 

24.          Στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας Κατά την παρούσα δικαστική διαδικασία, το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια, κατά την ακροαματική διαδικασία, να υποβάλει περαιτέρω διευκρινιστικής φύσεως ερωτήματα προς την Αιτήτρια, αναφορικά με τη φερόμενη δίωξή της ίδιας και των μελών της οικογένειάς της από τους αποσχιστές.

 

25.          Προχωρώντας στην de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν μου δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, το Δικαστήριο συντάσσεται με τη διάκριση των ουσιωδών ισχυρισμών όπως προκύπτει από τη διοικητική διαδικασία. Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί ακολούθως τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]

26.          Αρχικά συντάσσεται το Δικαστήριο με το εύρημα των Καθ' ων η αίτηση περί αξιοπιστίας του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού. Ωστόσο, κρίνεται ότι  και με βάση πιο πρόσφατες δηλώσεις της Αιτήτρια ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι η ως τόπος προηγούμενης συνήθους προτού εγκαταλείψει τη χώρα της ήταν η Yaound?, συμπέρασμα που απορρέει και από τις δηλώσεις της ίδιας κατά την ακροαματική διαδικασία (ερ. 37). H Αιτήτρια αναφέρει ότι μετά από την αποχώρησή της από το σπίτι όπου φιλοξενούνταν αναγκάστηκε αν επιστρέψει στο χωριό της για κάποιους μήνες για να επιστρέψει λίγο προτού εγκαταλείψει τη χώρα της στη Yaound?. Προηγουμένως η Yaound? αποτελούσε το κύριο τόπο παραμονής.

 

27.          Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της, διαπιστώνεται, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να συνεισφέρει βιωματική φύσεως λεπτομέρειες αναφορικά με τις φερόμενες απειλές, το περιεχόμενο αυτών και τις συγκεκριμένες περιστάσεις υπό τις οποίες φέρονται να διατυπώθηκαν, πέραν της γενικής αναφοράς ότι οι αποσχιστές ζητούσαν χρηματική ενίσχυση από τον πατέρα της, αίτημα το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, εκείνος αρνήθηκε. Περαιτέρω, στο πλαίσιο των απαντήσεών της κατά τη δικαστική διαδικασία, η Αιτήτρια υπέπεσε σε σοβαρές χρονικές και ουσιαστικές αντιφάσεις, χωρίς να είναι σε θέση να παράσχει ικανοποιητικές εξηγήσεις. Συγκεκριμένα, ενώ ενώπιον του Δικαστηρίου τοποθέτησε χρονικά τον θάνατο της μητέρας της στο έτος 2016, δηλώνοντας ότι στη συνέχεια επέστρεψε στη Yaound? προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές της και να προστατευθεί, σε άλλα σημεία του αφηγήματός της, και δη κατά τη διοικητική διαδικασία, ανέφερε ότι ο θάνατος της μητέρας της έλαβε χώρα το 2022 και αποτέλεσε το κεντρικό γεγονός που την οδήγησε στην εγκατάλειψη της χώρας καταγωγής της. Επιπλέον, ερωτηθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου εάν ο πατέρας της κατέβαλε χρηματικά ποσά στους αποσχιστές στο παρελθόν, απάντησε αρνητικά, για να αναδιατυπώσει τη θέση της μόνον κατόπιν επισήμανσης της σχετικής αντίφασης με τις δηλώσεις της κατά τη διοικητική διαδικασία, όπου είχε αναφέρει ότι ο πατέρας της κατέβαλλε κατά καιρούς μικρά χρηματικά ποσά και βοήθεια σε είδος που δεν θεωρούσε αξιόλογα. Αναφορικά δε με τη μετέπειτα τύχη του πατέρα της και το γεγονός ότι παρά τα σοβαρά συμβάντα εξακολουθούσε να παραμένει στο χωριό, η Αιτήτρια περιορίστηκε σε γενικόλογες αναφορές, δηλώνοντας ότι μετά τον θάνατο της συζύγου του της είχε αναφέρει πως «δεν τον ένοιαζε πλέον η ζωή», ενώ ταυτόχρονα ανέφερε ότι έκτοτε δεν του συνέβη οτιδήποτε αξιόλογο και ότι ο ίδιος απεβίωσε το 2023 από φυσικά αίτια. Οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν παρίστανται ευλογοφανείς, λαμβανομένης υπόψη της έντασης των φερόμενων απειλών, αλλά και της σοβαρότητας του φερόμενου περιστατικού δολοφονίας ης μητέρας της από αποσχιστικά στοιχεία. Περαιτέρω,  καίτοι άπτεται και της αξιολόγησης κινδύνου, επισημαίνεται ότι, ακόμη και με βάση τον ίδιο τον ισχυρισμό της Αιτήτριας περί θανάτου της μητέρας της το 2016, αυτή φέρεται να παρέμεινε στη χώρα καταγωγής της έως και το 2022, χωρίς να επικαλεστεί οποιοδήποτε συγκεκριμένο, εξατομικευμένο περιστατικό δίωξης ή σοβαρής βλάβης εις βάρος της είτε του πατέρα της, πέραν γενικών και αόριστων αναφορών περί απειλών και της εικασίας ότι οι αποσχιστές θα μπορούσαν να την εντοπίσουν και στη Yaound?. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν θεμελιώνεται η εσωτερική αξιοπιστία της Αιτήτριας.

 

28.          Ως προς την εξωτερική πτυχή του εν λόγω ισχυρισμού, η Αιτήτρια δεν προσκόμισε οποιαδήποτε υποστηρικτική μαρτυρία. Περαιτέρω, η προσωπική φύση των περιστάσεων που τον συγκροτούν δεν καθιστά εύλογη την τεκμηρίωσή του μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Από πηγές που εκτίθενται στη συνέχεια επιβεβαιώνεται η δράση αποσχιστικών ομάδων στη νοτιοδυτικής περιφέρεια της χώρας στην οποία δεν υπάγεται η Yaound?, στην οποία δεν προκύπτει από εξωτερικές πηγές ότι οι αποσχιστικές ομάδες ενεργούν ή έχουν οποιαδήποτε ουσιαστική δράση και δη κατά αμάχου του προφίλ της Αιτήτριας.  Συνεπώς η δήλωσε της Αιτήτριας ότι οι αποσχιστές την αναζητούν και δίνονται να την εντοπίσουν ακόμα και στη Yaound? δεν υποστηρίζεται ούτε υποκειμενικά αλλά ούτε και αντικειμενικά στη βάση των πιο κάτω πηγών. Ωστόσο, ακόμη και ως προς τις επιμέρους περιφερειακές πτυχές του ισχυρισμού, οι γενικές πληροφορίες χώρας δεν δύνανται να προσδώσουν ουσιώδη αποδεικτική αξία, ενόψει της απόρριψης της εσωτερικής αξιοπιστίας της Αιτήτριας. Ως εκ τούτου, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του.

 

29.          Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό της, η Αιτήτρια αναφέρθηκε στις φερόμενες, κατά την ίδια, ανυπόστατες κατηγορίες που εξαπέλυσε εις βάρος της η σύζυγος του θείου της αναφορικά με το σεξουαλικό της προσανατολισμό, η οποία τη φιλοξενούσε στη Yaound?. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι οι εν λόγω κατηγορίες δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα καθώς η ίδια δεν είναι ομοφυλόφιλη ενώ η εν λόγω γυναίκα γνώριζε ότι διατηρούσε σχέση με άνδρα, πλην όμως την ανάγκασαν να εγκαταλείψει περί το Απρίλιο του 2021 την οικία όπου διέμενε στη Yaound? για να επιστρέψει στον πατέρα της. Ωστόσο, και ως προς τον ισχυρισμό αυτό, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παραθέσει συγκεκριμένες περιστάσεις υπό τις οποίες αυτά έλαβαν χώρα. Περαιτέρω, παρά το γεγονός ότι η ακόλουθη επισήμανση άπτεται της και της αξιολόγησης κινδύνου, η Αιτήτρια δεν προσκόμισε ούτε επικαλέστηκε οποιοδήποτε αντικειμενικό στοιχείο από το οποίο να παρίσταται κίνδυνος για την ίδια. Αντιθέτως, από το ίδιο το αφήγημά της προκύπτει ότι παρήλθε σημαντικό χρονικό διάστημα από τις φερόμενες απειλές μέχρι και την εγκατάλειψη της χώρας της χωρίς να συμβεί οτιδήποτε στη ίδια, ενώ, όπως η ίδια ανέφερε, ο σκοπός της εν λόγω γυναίκας ήταν απλώς η απομάκρυνσή της από την οικία. Επιπλέον, η Αιτήτρια δεν φέρει κάποιο από τα αποδιδόμενα από την ίδια χαρακτηριστικά  που να την καθιστούν ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε δίωξη εκ μέρους της εν λόγω γυναίκας. Ο ισχυρισμός αυτός περί δίωξης ερείδεται αποκλειστικά σε προσωπικές εκτιμήσεις και εικασίες της Αιτήτριας, χωρίς να συνοδεύεται από οποιοδήποτε συναφές αποδεικτικό ή αντικειμενικό. Η μειωμένη ένταση του μεμονωμένου αυτού περιστατικού, ακόμα και εάν γινόταν δεκτό, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι απείλησε ουσιωδώς της Αιτήτρια και ότι θα μπορούσε να αποτελέσει σοβαρή αφορμή για την έξοδό της από τη χώρα. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός απορρίπτεται ενώ επικουρικώς, ακόμα και εάν γινόταν αποδεκτός, αντικειμενικά δεν απορρέει ευλόγως κάποιος κίνδυνος για την Αιτήτρια ένεκα αυτού.

 

30.          Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που τυχόν διατρέχει η Αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της επισημαίνονται τα εξής.    Το Δικαστήριο προέβη σε έρευνα εξωτερικών, αξιόπιστων πηγών πληροφόρησης αναφορικά με τη γενική κατάσταση ασφάλειας στο Καμερούν, και ιδίως στις αγγλόφωνες Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές, καθώς και στην Περιφέρεια Κέντρου, όπου υπάγεται η πόλη της Yaound?.

 

31.          Οι πηγές ανέφεραν ότι το Καμερούν συνεχίζει να επηρεάζεται από δύο μεγάλες συγκρούσεις: τη σύγκρουση του λεκανοπεδίου της Λίμνης Τσαντ στην περιοχή του Άπω Βορά και την εσωτερική κρίση στις περιοχές Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν (NWSW)[2].

 

32.          Στις περιοχές Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν, γνωστές και ως Αγγλόφωνες περιοχές[3], οι συγκρούσεις μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των αποσχιστών συνεχίζονται από το 2017, όταν οι αποσχιστές επιχείρησαν να ιδρύσουν ένα ανεξάρτητο κράτος[4]. Το Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED) ανέφερε ότι το 2023, οι εσωτερικές διαφωνίες μεταξύ των ηγετών των αποσχιστών χώρισαν τις αυτοανακηρυχθείσες αγγλόφωνες κυβερνήσεις σε περισσότερες από 50 αποσχιστικές ομάδες, αποδυναμώνοντας τις πολιτικές τους απαιτήσεις και την ικανότητά τους να αντισταθούν στις κυβερνητικές επιθέσεις[5]. Το ACLED περαιτέρω έδειξε ότι η συνεχιζόμενη σύγκρουση και οι ανταγωνιστικές εδαφικές διεκδικήσεις μεταξύ αυτονομιστικών ομάδων και της κεντρικής κυβέρνησης έχουν μετατρέψει τις αγγλόφωνες περιοχές σε ένα κατακερματισμένο σύστημα φορολογίας, ασφάλειας και δημόσιων υπηρεσιών, τις οποίες διαχειρίζονται διάφοροι ασυντόνιστοι παράγοντες, μεταξύ των οποίων αυτονομιστές, η κυβέρνηση, ιδιωτικές εταιρείες και ανθρωπιστικές οργανώσεις[6].

 

33.          Τον Ιούνιο του 2025, το Agence France Presse αναφέρει ότι: «Από το 2016, οι Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν έχουν σπαραχθεί από σύγκρουση μεταξύ αγγλόφωνων αυτονομιστών και της κυβέρνησης. Πολλοί αγγλόφωνοι Καμερουνέζοι δηλώνουν ότι αντιμετωπίζουν συστημικές διακρίσεις στη χώρα όπου κυριαρχεί η γαλλόφωνη πλειοψηφία. Ωστόσο, αυτό που ξεκίνησε ως διαμαρτυρία για τα πολιτικά δικαιώματα εξελίχθηκε γρήγορα σε ένοπλη εξέγερση. Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις της Human Rights Watch, οι συγκρούσεις έχουν προκαλέσει μέχρι σήμερα τον θάνατο τουλάχιστον 6.000 αμάχων. Αυτονομιστικές ομάδες έχουν προχωρήσει σε απαγωγές και επιθέσεις κατά αμάχων και κρατικών αξιωματούχων, ενώ ο στρατός και η αστυνομία κατηγορούνται ότι εξαπολύουν επιχειρήσεις με στόχο την τιμωρία φερόμενων υποστηρικτών των αυτονομιστών. Παράλληλα, τζιχαντιστές της Boko Haram σπέρνουν τον τρόμο στο άλλο άκρο της χώρας, στην Περιφέρεια του Άπω Βορρά, όπου η οργάνωση δρα από το 2009. Οι πολλαπλές κρίσεις ασφάλειας έχουν εκτοπίσει μεγάλο αριθμό Καμερουνέζων από τις εστίες τους και συνιστούν πρόκληση για την ειρηνική διεξαγωγή των εκλογών».[7]

 

34.          Τον Ιούνιο του 2025, το Γραφείο του Γενικού Επιτρόπου για τους Πρόσφυγες και τους Ανιθαγενείς σημειώνει ότι: «Η βία περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό στις αγγλόφωνες περιοχές της χώρας και είναι εντονότερη στη Βορειοδυτική σε σύγκριση με τη Νοτιοδυτική. Οι αυτονομιστές είναι πιο δραστήριοι σε αγροτικές, απομακρυσμένες και υποανάπτυκτες περιοχές. Παρότι η στρατιωτική παρουσία έχει ενισχυθεί στις πόλεις, δεν είναι επαρκής για την αποτροπή περιστατικών ανασφάλειας».[8]

 

35.          Τον Ιούνιο του 2025, το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τον Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (UNOCHA) επισημαίνει ότι: «Η κατάσταση στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές (NWSW) παρέμεινε εύθραυστη και ασταθής, με συνεχιζόμενες επιθέσεις και συγκρούσεις μεταξύ των κρατικών δυνάμεων ασφαλείας (SSFs) και μη κρατικών ένοπλων ομάδων (NSAGs). Εξακολούθησαν να αναφέρονται απαγωγές με σκοπό την καταβολή λύτρων, στοχευμένες δολοφονίες, αυθαίρετες συλλήψεις και απώλειες αμάχων».[9]

 

36.          Τον Μάρτιο του 2025, το Global Centre for the Responsibility to Protect αναφέρει ότι: «Οι ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων και αυτονομιστικών ομάδων, καθώς και οι εσωτερικές συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών αυτονομιστικών ομάδων, συνεχίζονται αμείωτα στις αγγλόφωνες Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές».[10]

 

37.          Με βάση τις ανωτέρω πηγές, προκύπτει ότι η ένοπλη κρίση στο Καμερούν εκδηλώνεται κατά κύριο λόγο και σχεδόν αποκλειστικά στις αγγλόφωνες Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές, όπου καταγράφονται συγκρούσεις μεταξύ κρατικών δυνάμεων και αυτονομιστικών ομάδων, απαγωγές, στοχευμένες επιθέσεις και απώλειες αμάχων. Αντιθέτως, η Yaound?, η οποία βρίσκεται στην Περιφέρεια Κέντρου (Centre Region) και δεν ανήκει στις αγγλόφωνες περιοχές, δεν περιλαμβάνεται στις γεωγραφικές ζώνες όπου αναφέρεται η ένοπλη σύγκρουση. Συνεπώς, από τα διαθέσιμα στοιχεία δεν προκύπτει η ύπαρξη ένοπλων συγκρούσεων ή γενικευμένης ανασφάλειας στο Centre Region, γεγονός που καταδεικνύει ότι η κατάσταση ασφάλειας στη Yaound? παραμένει συνολικά ομαλή σε σύγκριση με τις πληττόμενες αγγλόφωνες περιοχές.

 

38.          Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από συγκριτική επισκόπηση των αριθμητικών δεδομένων της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού που συλλέγει, αναλύει και χαρτογραφεί στοιχεία σχετικά με τα καταγεγραμμένα γεγονότα πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα. Ειδικότερα, κατά το τελευταίο έτος, όσον αφορά την Περιφέρεια Κέντρου (Centre Region) με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 01/01/2026, έχουν καταγραφεί τρία (3) περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", συμπεριλαμβανομένων περιστατικών βίας κατά αμάχων, εκρήξεων/απομακρυσμένης βίας, μαχών, εξεγέρσεων και διαμαρτυριών), με αποτέλεσμα έναν (1) θάνατο[11]. Αντιθέτως, για το ίδιο χρονικό διάστημα στις δύο αγγλόφωνες περιοχές της χώρας (Βορειοδυτική και Νοτιοδυτική Περιφέρεια), σύμφωνα με την ίδια βάση καταγράφηκαν συνολικά 2.555 περιστατικά πολιτικής βίας με 1.169 θανάτους[12].

 

39.          Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, συνάγεται ότι η Yaound?, ως πολιτική πρωτεύουσα του Καμερούν, δεν αποτελεί περιοχή ενεργού ένοπλης σύρραξης και η γενική κατάσταση ασφάλειας χαρακτηρίζεται από σχετική σταθερότητα. Παρότι, όπως σε κάθε μεγάλη αστική περιοχή, παρατηρούνται περιστατικά κοινής εγκληματικότητας, αυτά δεν συνιστούν γενικευμένη ή αδιάκριτη βία τέτοιας έντασης ώστε να δημιουργείται κίνδυνος για τον άμαχο πληθυσμό. Οι ένοπλες συγκρούσεις και οι σοβαρές παραβιάσεις ασφάλειας εντοπίζονται κυρίως στις αγγλόφωνες βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές της χώρας και όχι στην πρωτεύουσα.

 

40.          Ως προς τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, διαπιστώνεται ότι είναι ενήλικη, με πλήρη αυτονομία και υψηλό μορφωτικό επίπεδο (πανεπιστημιακό πτυχίο Νομικής), διαθέτει γλωσσικές δεξιότητες (αγγλικά και γαλλικά) και έχει εργαστεί στην χώρα καταγωγής της, εξασφαλίζοντας οικονομική αυτονομία. Περαιτέρω, ευλόγως συνάγεται από τα ενώπιόν μου στοιχεία ότι διατηρεί κοινωνικούς δεσμούς και υποστήριξη στη Yaound?, όπου και διέμεινε για μεγάλο μέρος της ζωής της και αποτέλεσε τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της. Η ίδια άλλωστε ανέφερε ότι διατηρεί επικοινωνία με φιλικά της πρόσωπα στη χώρα καταγωγής της δεδομένο που συνηγορεί υπέρ της ύπαρξης κοινωνικού δικτύου στη χώρα της, όπως άλλωστε ευλόγως αναμένεται από την μακρόχρονη διαμονή της στη Yaound? και ως φοιτήτρια.  Παρά την έκρυθμη κατάσταση στις αγγλόφωνες περιοχές, τα καταγεγραμμένα περιστατικά ένοπλης βίας περιορίζονται σε αυτές και δεν επεκτείνονται στην Περιφέρεια Κέντρου, όπου εντάσσεται η Yaound?, και ως εκ τούτου δεν τεκμαίρεται ότι γυναίκα με το προφίλ της Αιτήτριας διατρέχει κίνδυνο. Πέραν του ως άνω προφίλ -από το οποίο προκύπτει η προσδοκώμενη οικονομική και κοινωνική στήριξη-λαμβάνεται υπόψη και η εξοικείωσή της με την περιοχή, όπου διέμεινε χρονικά πλησίον του χρόνου αναχώρησής της από τη χώρα καταγωγής για σημαντικό χρονικό διάστημα. Ως εκ τούτου, δεν προκύπτει κίνδυνος για την ίδια σε περίπτωση επιστροφής της.

 

41.          Σημειώνεται ότι, καίτοι υφίστανται πηγές[13] από τις οποίες προκύπτουν σημαντικές προκλήσεις και κίνδυνοι για γυναίκες προερχόμενες από τις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, οι οποίες μετεγκαθίστανται στις γαλλόφωνες περιοχές, κρίνεται ότι οι εν λόγω πηγές δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην περίπτωση της Αιτήτριας. Τούτο, αφενός, διότι οι γαλλόφωνες περιοχές αποτέλεσαν για την ίδια σταθερό τόπο διαμονής επί σειρά ετών πριν από την αναχώρησή της από τη χώρα, χωρίς να προκύπτει ότι, κατά το διάστημα αυτό, αντιμετώπισε ή εκτέθηκε σε οποιονδήποτε παραδεκτό κίνδυνο. Αφετέρου, η μόρφωσή της, η επαρκής γνώση της γαλλικής γλώσσας και η προηγούμενη εργασιακή της πείρα συνιστούν ουσιώδεις παράγοντες κοινωνικής και οικονομικής ένταξης, οι οποίοι την απομακρύνουν ουσιωδώς από το προφίλ της ευάλωτης ή εκτοπισθείσας γυναίκας προερχόμενης από τις αγγλόφωνες περιοχές, στις οποίες αναφέρονται οι προαναφερθείσες πηγές.

 

42.          Ταυτόχρονα από έτερες πηγές αναφορικά με τη θέση της γυναίκας γενικότερα στο γαλλόφωνο τμήμα της χώρας προκύπτει ότι, δεν υφίσταται γενικευμένη ή συστηματική δίωξη των γυναικών αποκλειστικά λόγω φύλου. Το κράτος διαθέτει θεσμικό και νομοθετικό πλαίσιο προστασίας των δικαιωμάτων των γυναικών, έχει κυρώσει διεθνείς συμβάσεις, ιδίως τη CEDAW, και αναγνωρίζει τυπικά ίσα δικαιώματα στην εκπαίδευση, την εργασία και τη συμμετοχή στη δημόσια και πολιτική ζωή. Ειδικότερα, σύμφωνα με επίσημα διεθνή στατιστικά στοιχεία, οι γυναίκες συμμετέχουν στη νομοθετική εξουσία, καταλαμβάνοντας περίπου το ένα τρίτο των εδρών της Εθνικής Συνέλευσης, γεγονός που καταδεικνύει ότι δεν υφίσταται θεσμικός ή νομικός αποκλεισμός τους από τις εκλογικές διαδικασίες ή τη Βουλή. Παρά ταύτα, οι ίδιες πηγές επισημαίνουν ότι οι γυναίκες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν γενικευμένες προκλήσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι οποίες συνδέονται κυρίως με κοινωνικοοικονομικές ανισότητες, πατριαρχικές κοινωνικές δομές, εκτεταμένη έμφυλη και ενδοοικογενειακή βία, περιορισμένη πρόσβαση σε αποτελεσματική έννομη προστασία και ελλείψεις στην πρακτική εφαρμογή της νομοθεσίας, ιδίως σε αγροτικές ή κοινωνικά συντηρητικές περιοχές. Οι προκλήσεις αυτές, αν και σοβαρές και διαρθρωτικού χαρακτήρα, εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο ελλιπούς πλήρους και αποτελεσματικής απόλαυσης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις γυναίκες στη χώρα και δεν καταδεικνύουν, άνευ ετέρου, την ύπαρξη προσωπικού και εξατομικευμένου κινδύνου για την Αιτήτρια, ιδίως λαμβανομένου υπόψη του προσωπικού της προφίλ, όπως αυτό έχει αναπτυχθεί ανωτέρω.[14]

 

44.          Δεδομένης την ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου και του αβασίμου του εκπεφρασμένου φόβου της Αιτήτριας, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή της στο καθεστώς του πρόσφυγα καθώς δεν προβλήθηκε ισχυρισμός και κατ’ επέκταση δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης για κάποιον από τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

45.          Ούτε επίσης τεκμηριώνεται υπαγωγή της στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου), καθώς η Αιτήτρια δεν επικαλείται κατά βάσιμο τρόπο, αλλά και από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς της, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη. 

 

46.          Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό και δεδομένου ότι η Αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε, ότι ενόψει των προσωπικών της περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32)] δεν προκύπτει ότι αυτή διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής τηςστη χώρα καταγωγής της [βλ άρθρο 19(2)(α) και (β)].

 

47.          Ούτε εξάλλου, προκύπτει ότι συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι στη πόλη Yaounde, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι η προσφεύγουσα, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας της και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή (βλ. άρθρο 19(2)(γ) απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94 Elgafaji, σκέψη 43).

 

48.          Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε Αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».

 

49.          Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C-549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I-11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C-119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28). Ενόψει των ανωτέρω δεν προκύπτει η ύπαρξη ένοπλης σύρραξης στην Yaound?. Επικουρικώς δεδομένων ποιοτικών και ποσοτικών χαρακτηριστικών, ιδίως δε του χαμηλού βαθμού απομακρυσμένης βίας στην περιοχή, η οποία είναι εκ φύσεως δυνατό να επιφέρει απώλειες αμάχων, καθώς και του σχετικά χαμηλού αριθμού μαχών και περιστατικών βίας κατά αμάχων, σε σχέση και με το συνολικό πληθυσμό της περιοχής, δεν είναι δυνατό η επικρατούσα κατάσταση στη Yaounde να χαρακτηριστεί ως αδιάκριτη βία λόγω ένοπλης σύρραξης η οποία εξικνείται σε τέτοιο βαθμό ώστε η Αιτήτρια μόνο λόγω της παρουσίας της εκεί να έρθει αντιμέτωπη  με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης εντός του πλαισίου του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Tην ίδια στιγμή δεν προκύπτει οποιοσδήποτε παράγοντας επίτασης του κινδύνου στο πρόσωπο της Αιτήτριας, δεδομένου ότι αυτής νεαρής ηλικίας, μορφωμένης γυναίκας, με ευρύτερο κοινωνικό δίκτυο στην περιοχή, χωρίς κάποιο πρόβλημα υγείας, εξοικειωμένη με την εν λόγω περιοχή δεδομένης της μακράς προηγούμενης διαμονής της. Ενόψει της έλλειψης της ουσιώδους αυτής προϋπόθεσης εφαρμογής του άρθρου 19(2)(γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, δεν παρίσταται δυνατή η υπαγωγή της Αιτήτριας στο αντίστοιχο καθεστώς.

 

50.          Επικουρικώς, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί,  ότι ο τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής της ήταν το νοτιοδυτικό τμήμα της χώρας, στο οποίο υπάγεται το χωριό Nmwametaw, στοιχείο το οποίο, πάντως, δεν προβάλλεται από την ίδια την Αιτήτρια, επισημαίνονται τα ακόλουθα ως προς την εκεί κατάσταση ασφαλείας. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το διάστημα 01/02/2025 – 31/01/2026 στη νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, όπου βρίσκεται  το χωριό της Αιτήτριας καταγράφηκαν συνολικά 886 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 608 θάνατοι. Σημειωτέον ότι ο πληθυσμός της εν λόγω περιφέρειας εκτιμάται στους 2,098,500 κατοίκους (με τελευταία επίσημη καταμέτρηση το 2025).[15]

 

51.          Παρά το γεγονός ότι στην εν λόγω περιοχή καταγράφεται ένοπλη σύρραξη μεταξύ των δυνάμεων του τακτικού στρατού και αποσχιστικών ομάδων, Ενόψει των ανωτέρω ποιοτικών και ποσοτικών χαρακτηριστικών της σύγκρουσης αυτή η βία χαρακτηρίζεται ως μέτριου προς υψηλού επιπέδου,  η οποία  δεν εξικνείται σε τέτοιο βαθμό ώστε η Αιτήτρια μόνο λόγω της παρουσίας της εκεί να έρχεται αντιμέτωπη με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης εντός του πλαισίου του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Tην ίδια στιγμή δεν προκύπτει οποιοσδήποτε παράγοντας επίτασης του κινδύνου στο πρόσωπο της Αιτήτριας (ΔΕΕ, C-285/12, Diakit?, ημερ. 30/01/2014, σκ. 27-28) λαμβανομένου υπόψη του προσωπικού προφίλ της Αιτήτριας, όπως αυτό έχει αναλυθεί ανωτέρω, καθώς και της εξοικείωσής της με την περιοχή. Συνεπώς δεν αναμένεται ότι η Αιτήτρια διατρέχει κίνδυνο εκ της παρουσίας της εκεί και μόνο. Σε κάθε περίπτωση, και ανεξαρτήτως του τόπου τελευταίας συνήθους διαμονής της, δεδομένης της ανωτέρω ανάλυσης αναφορικά με την πόλη Yaounde σε συνδυασμό με τα προσωπικά δεδομένα της Αιτήτριας, η εν λόγω πόλη συνιστά εύλογο και ασφαλές σημείο αναφοράς και επιστροφής για την τελευταία (βλ. πρόσφατη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου αναφορικά με τα κριτήρια μετεγκατάστασης Δ.Δ.Δ.Π. Υπόθεση Αρ.: 2736/23, Υ.Α. ν. Δημοκρατίας, ημερ. 5.2.2026,  παρ. 108 επ.).

 

52.          Ως προς δε την απόφαση επιστροφής του, από τα ενώπιόν του Δικαστηρίου στοιχεία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω (Βλ. απόφαση της της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C- 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51).

 

Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με €1000 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition,

 EUAA https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system  [τελευταία ημερομηνία πρόσβασης 18.11.2025], σ. 120-134.

UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status

[2] European Commission, Cameroon, last updated 25 November 2024, url; UNOCHA, Cameroon Humanitarian Needs Overview 2024, 14 April 2024, https://reliefweb.int/attachments/32c8a7cb-5dac-4c5f-92ec-f232a7bed6d0/CMR_HNO_2024_EN_20240123_v2%20%281%29.pdf, p. 9 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 8.3.2025).

[3] International Crisis Group, A Second Look at Cameroon’s Anglophone Special Status, 31 March 2023, https://www.crisisgroup.org/africa/central-africa/cameroon/b188-second-look-cameroons-anglophone-special-status (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 8.3.2025).

[4] GCR2P, Cameroon – Population at risk, 1 December 2024, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/;  ACLED, Non-State Armed Groups and Illicit Economies, September 2024, https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, p. 10 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 8.3.2025).

[5] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists, September 2024, https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, pp. 3, 13 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 8.3.2025).

[6] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists, September 2024, https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, p. 3 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 8.3.2025). 

[7] Agence France Presse (18 June 2025) Leader's health, separatist violence loom over Cameroon vote, p.2 https://advance.lexis.com/bisnexishome/?pdmfid=1519360&crid=f622f71a-d4bf-473e-b202-7756346b0544

[8] Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (11 June 2025) Cameroun: Regions anglophones: situation securitaire (Cameroon: English-speaking regions: security situation) [English summary], p.3 https://www.ein.org.uk/members/country-report/cameroun-regions-anglophones-situation-securitaire-cameroon-english-speaking (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/02/2026).

[9] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (2 June 2025) Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.76, p.2 https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no76-april-2025 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/02/2026).

[10] Global Centre for the Responsibility to Protect (14 March 2025) Cameroon, p.2 Global Centre for the Responsibility to Protect (14 March 2025) Cameroon, p.2 https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/02/2026).

[11] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Centre Region, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/02/2026).

[12] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/02/2026).

[13] GPC, Cameroon, Protection Analysis Update: Update on Protection Risks Caused by Protracted Armed Conflicts, and Climatic Hazards – March 2025, 17 April 2025, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2025-04/pau25_protection_analysis_update_cameroon_march2025_final.pdf , p. 9; UN-Habitat, Urban Planning & Infrastructure in Migration Contexts: Douala, Cameroon - Douala 3 - Spatial Profile - Volume 1, 2024, https://unhabitat.org/sites/default/files/2024/11/241125_douala_3_spatial_profile_english_version_final_1.pdf , p. 38 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/02/2026). UNOCHA, Cameroon Humanitarian Needs Overview 2025, January 2025, https://www.unocha.org/attachments/f41f25e6-68c9-440c-ab82-baf2b88e702c/Cameroon_HNO_2025_web_version.pdf , p. 41 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/02/2026).

[14] UN Women – Cameroon (country data & political participation) ELECAM, UN to boost women’s participation in politics | The Guardian Post ,  Inter-Parliamentary Union (IPU) – Women in National Parliaments: Cameroon Monthly ranking of women in national parliaments | IPU Parline: global data on national parliaments,  CEDAW Committee – Concluding Observations on Cameroon, Concluding observations on the combined 4th and 5th periodic reports of Cameroon :, OECD SIGI – Cameroon country profile https://webfs.oecd.org/devsigi/SIGI%202023%20Country%20Profiles/Africa/country_profile_CMR_Cameroon.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 9.2.2026)

[15] City Population, Cameroon: Southwest Region, https://citypopulation.de/en/cameroon/cities/?admid=6826 [τελευταία ημερομηνία πρόσβασης 13.11.2025]


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο