Μ.Ν. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου του Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Υπόθεση Αρ. Τ338/2025, 17/2/2026
print
Τίτλος:
Μ.Ν. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου του Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Υπόθεση Αρ. Τ338/2025, 17/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

                                                                           Υπόθεση Αρ. Τ338/2025

 

17 Φεβρουαρίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με τα άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

1. Μ.Ν.

2. Α.Μ.

 

     Αιτήτριών

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου του Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας

 

                                                                                                     Καθ' ων η αίτηση

...........................

 

Η αιτήτρια 1 παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου

 

Αγγελική Πλιάκα δικηγόρος για Διονυσία Κυριάκου, Δικηγόρος για τις αιτήτριες

 

Καμία εμφάνιση για τους καθ' ων η αίτηση

 

[Παρούσα η κα Μυροφόρα Σταυρινίδου, διερμηνέας, για πιστή μετάφραση από ελληνικά σε γαλλικά και αντίστροφα.]

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Οι αιτήτριες προσφεύγουν με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 08/07/2025, με την οποία απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτησή τους ως απαράδεκτη.

 

Τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης προκύπτουν από το Υπόμνημα το οποίο συνοδεύεται από τον διοικητικό φάκελο που αφορά τις αιτήτριες και καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο από την Υπηρεσία Ασύλου, σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019. 

 

Σύμφωνα με τον Κανονισμό 3(ε) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«3 (α).............

 

(ε) Στις περιπτώσεις όπου η προσβαλλόμενη απόφαση εκδίδεται δυνάμει των ακόλουθων άρθρων του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(I)/2000), ως έχει τροποποιηθεί:

 

(i)   12Βτετράκις(2)(δ),

(ii)  12Βτρις,

 

Υπόμνημα ως το Έντυπο Αρ. 3 καταχωρείται στο αρμόδιο Πρωτοκολλητείο από την Υπηρεσία Ασύλου, συνοδευόμενο από τον σχετικό διοικητικό φάκελο που αφορά την προσφυγή, εντός δέκα ημερών από την επίδοση αυτής:

 

Νοείται ότι, ουδεμία καταχώριση γραπτής αγόρευσης από τον αιτητή ή τους καθ' ων η αίτηση απαιτείται και η υπόθεση ορίζεται απευθείας από το Πρωτοκολλητείο για ακρόαση, χωρίς να απαιτείται η παρουσία των καθ' ων η αίτηση, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.».

 

Όπως προκύπτει από τον πιο πάνω Κανονισμό, οι καθ’ ων η αίτηση δεν εμφανίζονται σε αυτή τη διαδικασία, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Συνεπώς, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να ζητήσει την παρουσία του αρμόδιου οργάνου/ καθ' ων η αίτηση στην ενώπιον του διαδικασία για να έχει τη δυνατότητα να ακουστεί σε περίπτωση που κριθεί αναγκαίο, εφόσον ο ρόλος του Δικαστηρίου είναι να επιλύει τη διαφορά που τίθεται ενώπιον του στα πλαίσια ορθής απονομής τη δικαιοσύνης.

 

Θεωρώ αναγκαίο να καταγραφεί το ιστορικό της αιτήτριας 1 στην Κυπριακή Δημοκρατία προκειμένου να διαφανεί η εικόνα της από την ημέρα εισόδου της στην Δημοκρατία. Από τη μελέτη λοιπόν του υπομνήματος αλλά και του διοικητικού φακέλου προκύπτει πως η αιτήτρια 1 είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό (στο εξής: Λ.Δ.Κ.) και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 26/02/2020, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Στις 21/10/2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της αιτήτριας 1 από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (European Union Agency for Asylum στο εξής στο εξής «EUAA»). Στις 08/11/2022, ο αρμόδιος λειτουργός του EUAA ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με τη συνέντευξη της αιτήτριας 1. Στη συνέχεια, ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την εν λόγω Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και απέρριψε την αίτηση της αιτήτριας 1 στις 18/11/2022.

 

Στις 14/03/2023 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από την αιτήτρια 1 στις 20/03/2023. Στη συνέχεια, η Αιτήτρια αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου υπέβαλε την προσφυγή υπ' αριθμόν 967/2023 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου στις 22/11/2024.

 

Στις 17/03/2025 η αιτήτρια 1 υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία με σκοπό το επανάνοιγμα του φακέλου της, σχετικά με το αίτημα της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Στις 24/06/2025 ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με την μεταγενέστερη αίτηση της αιτήτριας. Στις 08/07/2025, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, αφού εξέτασε την Έκθεση-Εισήγηση του λειτουργού σχετικά με τη μεταγενέστερη αίτηση που υπέβαλε η αιτήτρια 1, αποφάσισε την απόρριψη της αίτησής της ως απαράδεκτης.

 

H Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε στις 21/07/2025 επιστολή, στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση επί της μεταγενέστερης αίτησης, η οποία παραλήφθηκε από την αιτήτρια 1 αυθημερόν. Στη συνέχεια, η αιτήτρια 1 καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επί της μεταγενέστερης αίτησής της. Στο διοικητικό φάκελο υπάρχει πιστοποιητικό γέννησης της ανήλικης θυγατέρας της, της αιτήτριας 2 (ερυθρό 98 του διοικητικού φακέλου). 

 

Στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, κατά τη δικάσιμο που η υπόθεση ήταν ορισμένη για διευκρινίσεις και παρουσίαση φακέλου, η ευπαίδευτη συνήγορος των αιτητριών ισχυρίστηκε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι δεν εξετάστηκε επαρκώς το γεγονός ότι η αιτήτρια 1 αποτελεί μονογονέα χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της και επίσης, ότι δεν εξετάστηκε επαρκώς το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου της, η αιτήτρια 2. Η συνήγορος των αιτητριών ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα μη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, καθότι δεν έγινε επαρκής αξιολόγηση των ισχυρισμών της αιτήτριας  και απέσυρε όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην αίτηση ακυρώσεως.  Οι ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν από τη συνήγορό της, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.

 

Έλαβα υπόψη μου τους ισχυρισμούς που τέθηκαν ενώπιον μου λαμβάνοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζεται η μεταγενέστερη αίτηση.  Ο έλεγχος του Δικαστηρίου περιορίζεται αυστηρά στον έλεγχο της απόφασης που εκδόθηκε επί του μεταγενέστερου αιτήματος, χωρίς δυνατότητα επανεξέτασης της προγενέστερης διοικητικής κρίσης.  Λαμβάνω βεβαίως υπόψη μου, όλα όσα προηγήθηκαν της διαδικασίας που ελέγχεται, προκειμένου να εξεταστεί η απόφαση επί του μεταγενέστερου αιτήματος και μόνον και όχι για να επέμβω στην διαδικασία που προηγήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο, εφόσον κάτι τέτοιο είναι εκτός των αρμοδιοτήτων του παρόντος Δικαστηρίου.  Είναι χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε  η αιτήτρια 1 σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να εξετάσω την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας.

 

Κατά την υποβολή του αιτήματος της για διεθνή προστασία, η αιτήτρια 1 κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα της λόγω εξαναγκαστικού γάμου. Ο θείος της από την πλευρά της μητέρας της, την εξανάγκαζε να τον παντρευτεί και την προειδοποίησε ότι σε περίπτωση που αρνηθεί να τον παντρευτεί θα την σκοτώσει (ερυθρό 1 και μετάφραση αυτού ερυθρό 11 του διοικητικού φακέλου).

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της, ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, η αιτήτρια 1 δήλωσε ως περιοχή καταγωγής και συνήθους διαμονής της την πόλη Kinshasa της Λ.Δ.Κ.  Κατά το χρόνο της συνέντευξής της, η αιτήτρια 1 δήλωσε ελεύθερη και άτεκνη. Ως προς την οικογένεια της, ανέφερε ότι η μητέρα της έχει αποβιώσει και ότι ποτέ δεν γνώρισε τον πατέρα της, ο οποίος ως η αιτήτρια 1 γνωρίζει βρίσκεται σε κάποια ευρωπαϊκή χώρα. Η αιτήτρια 1 ανέφερε ότι διαθέτει ένα αδερφό ο οποίος βρίσκεται στη Kinshasa και δεν διατηρεί επικοινωνία μαζί του (ερυθρό 54 Χ3, Χ4  και Χ1 του διοικητικού φακέλου).  Όπως δήλωσε, δεν ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και στη χώρα της δεν εργάστηκε ποτέ. Η αιτήτρια 1 δήλωσε ότι ομιλεί την lingala και μερικώς την γαλλική γλώσσα (ερυθρό 55 Χ2, Χ3, Χ4 του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με το ταξίδι της, η αιτήτρια 1 ανέφερε ότι η φίλη της μητέρας της το οργάνωσε και ταξίδεψε αεροπορικώς από τη χώρα καταφθάνοντας στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές από όπου εισήλθε στη Δημοκρατία παράνομα (ερυθρό 53 Χ1 του διοικητικού φακέλου).

 

Ως προς τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη Λ.Δ.Κ., κατά την ελεύθερη της αφήγηση, η αιτήτρια 1 ανέφερε ότι την υποχρέωναν να παντρευτεί το θείο της ο οποίος ήταν παραδοσιακός αρχηγός. Κληθείσα να αναφέρει τι φοβάται σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα της, η αιτήτρια 1 δήλωσε ότι το μόνο που φοβάται είναι ότι ο θείος της θα την σκοτώσει, γιατί εξαιτίας της ίδιας ο τελευταίος δεν έλαβε την δύναμη «he did not get the power» (ερυθρό 52 Χ1, Χ2 του διοικητικού φακέλου).

 

Κατά τα διευκρινιστικά ερωτήματα από τον λειτουργό προς διερεύνηση του αιτήματός της, η αιτήτρια 1 δήλωσε ότι σύμφωνα με το έθιμο «Kinsuidi», υποχρεούτο όπως παντρευτεί τον θείο της και αποκτήσει τα παιδιά του για να λάβει ο θείος της την παραδοσιακή δύναμη «traditional power». Κατόπιν σχετικής ερώτησης, η αιτήτρια 1 δήλωσε ότι ο γάμος δεν τελέστηκε και επανέλαβε ότι ο λόγος που εγκατέλειψε τη χώρα ήταν για να διαφύγει του αναγκαστικού αυτού γάμου (ερυθρό 52 Χ4 του διοικητικού φακέλου).  Κληθείσα να περιγράψει τις συνθήκες εξαναγκασμού της στον συγκεκριμένο γάμο, δήλωσε ότι όταν η μητέρα της απεβίωσε, από την ηλικία των 12 μέχρι 18 ετών διέμενε με τον θείο της, από την πλευρά της μητέρας της. Για να λάβει την παραδοσιακή αρχηγεία (ο θείος) θα έπρεπε να παντρευτεί την ανιψιά του και η αιτήτρια 1 ήταν αυτή που επιλέχθηκε για το σκοπό αυτό (ερυθρό 52 Χ3 του διοικητικού φακέλου).

 

Όταν της ζητήθηκε να αναφέρει, αν στη Λ.Δ.Κ. επιτρέπεται μια ανιψιά να παντρευτεί το θείο της, αποκρίθηκε ότι σε ορισμένες φυλές επιτρέπεται και σε κάποιες περιπτώσεις θεωρείται μορφή μαγείας. Για το αν παραδοσιακοί αναγκαστικοί γάμοι πραγματοποιούνται σε μεγάλες πόλεις όπως την Kinshasa, ή αν το έθιμο περιορίζεται στις αγροτικές περιοχές η αιτήτρια 1 διευκρίνισε ότι η πρακτική αυτή συνεχίζει να υφίσταται κυρίως σε οικογένειες όπου το έθιμο υπάρχει, ιδιαίτερα σε οικογένειες παραδοσιακών αρχηγών. Ερωτηθείσα αν ο θείος της θεωρούνταν υποψήφιος αρχηγός, η αιτήτρια 1 αποκρίθηκε ότι θα έπρεπε πρώτα να την παντρευτεί για να καταστεί υποψήφιος (ερυθρό 51 Χ1 του διοικητικού φακέλου). Επιπρόσθετα, η αιτήτρια 1 ανέφερε πως μετά τον θάνατο του προηγούμενου παραδοσιακού αρχηγού, ο θείος της προοριζόταν να τον διαδεχθεί, υπό την προϋπόθεση να παντρευτεί γυναίκα από την οικογένεια. Εξήγησε ότι η επιλογή της έγινε κατά τη διάρκεια συνάντησης των αρχηγών και των πρεσβυτέρων κατόπιν διαδικασίας κλήρωσης όπου η αιτήτρια επιλέχθηκε (ερυθρό 51 Χ4 του διοικητικού φακέλου).

 

Όπως επιπλέον ανέφερε, όταν βρισκόταν στην ηλικία των 15-16 χρονών κατάλαβε ότι προοριζόταν για να παντρευτεί το θείο της (ερυθρό 51 Χ5 του διοικητικού φακέλου).  Όταν της ζητήθηκε να αναφέρει για το πως κατάφερε από την ηλικία των 15-16 ετών να αποτρέψει τον γάμο μέχρι την ηλικία των 18 ετών που εν τέλει εγκατέλειψε τη χώρα, η αιτήτρια 1 αποκρίθηκε ότι επίμονα αρνιόταν. Όταν η φίλη της μητέρας της κατάλαβε τη δυσκολία που αντιμετώπιζε, αποφάσισε να την βοηθήσει. Ακόμα, η  αιτήτρια 1 ανέφερε ότι αρνιόταν τον εξαναγκαστικό γάμο, παρά την επιθετική και απειλητική συμπεριφορά του θείου της, τον οποίο φοβόταν λόγω πνευματικών και μαγικών πρακτικών («he was behaving in a magic way, in a spiritual way») (ερυθρό 50 Χ1, Χ2 του διοικητικού φακέλου).

 

Στη συνέχεια, η αιτήτρια 1 ανέφερε ότι μετά την άρνηση της να τον παντρευτεί και την φυγή της, ο θείος της απείλησε τη φίλη της μητέρας της (το πρόσωπο που βοήθησε την αιτήτρια 1 να εγκαταλείψει τη χώρα) και ότι επιπλέον σκότωσε το γιο της με μαγεία (ερυθρό 50 Χ3 του διοικητικού φακέλου).  Κληθείσα να εξηγήσει την σημασία της μαγείας στη χώρα της και πως η ίδια επηρεάστηκε, η αιτήτρια 1 ανέφερε ότι πρόκειται για πνευματικό σκοτεινό κόσμο, χωρίς αποδείξεις των όσων διαπράττουν με αποτέλεσμα να μην καταδικάζονται από τις αρχές (ερυθρά 50 και 49 του διοικητικού φακέλου).

 

Η αιτήτρια ανέφερε πως ο θείος της ασκούσε ένα είδος μαγείας, παρότι δεν τον είδε ποτέ να πραγματοποιεί πνευματικές πράξεις, αλλά την απειλούσε. Υποστήριξε ότι η μαγεία αυτή την επηρέασε ακόμη και αφού εγκατέλειψε τη Λ.Δ.Κ.,  γιατί ενώ βρισκόταν στην Κύπρο άκουγε φωνές στον ύπνο της και ένιωθε την παρουσία πνευμάτων, γεγονός που της προκάλεσε έντονο φόβο (ερυθρό 49 Χ4 του διοικητικού φακέλου).

 

Κληθείσα να εξηγήσει για τον αναγκαστικό γάμο, η αιτήτρια ανέφερε ότι στη Λ.Δ.Κ.  υπάρχουν περιπτώσεις όπου το κορίτσι αν και δεν συναινεί, εντούτοις εξαναγκάζεται να παντρευτεί άτομο που δεν έχει επιλέξει, για το συμφέρον άλλων. Ανέφερε ότι στη δική της περίπτωση της προτάθηκε να παντρευτεί τον θείο της, όμως τελικά δεν τον παντρεύτηκε. Δήλωσε ότι, συνέχισε να ζει μαζί του για περίπου τρία χρόνια, αρνιόταν διαρκώς τον γάμο, μέχρι που εκείνος την απείλησε με θάνατο, γεγονός που την οδήγησε από το θείο της, να εγκαταλείψει τη χώρα της.  Όπως ανέφερε, οι απειλές που δεχόταν από το θείο της, ήταν κάποιες φορές πνευματικές και κάποιες φορές την αντιμετώπιζε πρόσωπο με πρόσωπο (ερυθρό 49 Χ3, Χ1, Χ2  του διοικητικού φακέλου).

 

Όταν η αιτήτρια  1 κλήθηκε να εξηγήσει τον τρόπο που διέφυγε, ανέφερε ότι την βοήθησε η φίλη της μητέρας της. Στη συνέχεια,  ο θείος της την αναζήτησε και ανακάλυψε ότι βρισκόταν στο σπίτι της φίλης της μητέρας της, όπου μετέβη και της έδωσε προθεσμία 48 ωρών για να επιστρέψει στο σπίτι του, απειλώντας την ότι σε αντίθετη περίπτωση θα υπήρχαν συνέπειες. Μετά την αναχώρηση του θείου από το σπίτι της φίλης της μητέρας της η αιτήτρια 1 ανέφερε ότι ο γιος της γυναίκας απεβίωσε και η επιχείρησή της άρχισε να επηρεάζεται αρνητικά. Αυτές οι εξελίξεις την οδήγησαν στο να αναγκαστεί να εγκαταλείψει τη χώρα, δύο μήνες αργότερα διάστημα κατά το οποίο ο θείος της δεν την επισκέφθηκε ξανά. Ερωτηθείσα αν κατά το διάστημα αυτό της συνέβη το οτιδήποτε, η αιτήτρια αναφέρθηκε σε μία περίπτωση όπου πνευματικά μέσω ονείρου βίωσε μια σεξουαλικής φύσεως εμπειρία (ερυθρό 48 του διοικητικού φακέλου).

 

Στη βάση των ανωτέρω πληροφοριών ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε στην Έκθεση-Εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής της αιτήτριας 1 και ο δεύτερος αφορά  τον εξαναγκασμό της αιτήτριας 1 να παντρευτεί τον θείο της, ο οποίος δεν θα μπορούσε να γίνει αρχηγός του χωριού.

 

Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθότι ο λειτουργός έκρινε ότι πληρείται τόσο η εσωτερική, όσο και η εξωτερική αξιοπιστία των προβληθέντων ισχυρισμών. Αντιθέτως, ο δεύτερος ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου, καθώς ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι αναφορές της  αιτήτριας 1 δεν ήταν συνεπείς, αφού αρχικά ανέφερε ότι ο θείος της επιθυμούσε να την παντρευτεί γιατί ήταν παραδοσιακός ηγέτης ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο δήλωσε ότι για να κερδίσει εξουσία, σύμφωνα με συγκεκριμένο έθιμο έπρεπε να παντρευτεί την αιτήτρια 1 για να καταστεί υποψήφιος αρχηγός.

 

Επιπλέον, ο λειτουργός διαπίστωσε ότι οι δηλώσεις της αιτήτριας δεν περιείχαν λεπτομέρειες, παρουσίαζαν έλλειψη σαφήνειας και στερούνταν ευλογοφάνειας.  Τονίστηκε πως η αιτήτρια διέμεινε τρία χρόνια στο σπίτι του θείου της χωρίς ο ίδιος να πραγματοποιήσει τις απειλές του, ούτε της δημιούργησε οποιοδήποτε πρόβλημα.  Ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε αναλυτικά στην Έκθεση-Εισήγησή του τις θεωρούμενες ελλείψεις και ασυνέπειες των δηλώσεων της αιτήτριας ως προς τον συγκεκριμένο ισχυρισμό και στη βάση τούτου, κρίθηκε πως δεν μπορεί να τεκμηριωθεί η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών της.

 

Εξετάζοντας την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός προέβη σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης από τις οποίες αν και εντόπισε πληροφορίες οι οποίες μερικώς συνάδουν με τα λεγόμενα της αιτήτριας 1, δεδομένης της μη στοιχειοθέτησης της εσωτερικής αξιοπιστίας, ο λειτουργός δεν αποδέχτηκε τον εν λόγω ουσιώδη ισχυρισμό.

 

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός, έλαβε υπόψη του τον αποδεκτό ισχυρισμό, καθώς και το γεγονός ότι η αιτήτρια 1 είναι ενήλικη γυναίκα, υπήκοος Λ.Δ.Κ., ανήκουσα στη φυλή Bandundu, χριστιανή και μετά από παραπομπή σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης της γενικής κατάστασης ασφαλείας στη Λ.Δ.Κ. και ειδικότερα στη Kinshasa, ο λειτουργός κατέληξε ότι  δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση που επιστρέψει αυτή κινδυνεύει να αντιμετωπίσει δίωξη ή σοβαρή βλάβη.

 

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός, έκρινε ότι δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος και δικαιολογημένος φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της αιτήτριας 1 στη χώρα καταγωγής της για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Στη συνέχεια, διαπίστωσε πως δεν υπήρχε εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια 1 να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 19 του προαναφερθέντος Νόμου και κατά συνέπεια, δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.  Κατά συνέπεια, το αίτημα της αιτήτριας 1 δεν έγινε αποδεκτό στο σύνολό του.

 

Στη συνέχεια, η αιτήτρια αμφισβήτησε την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου καταχωρώντας την προσφυγή με αριθμό 967/2023 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου στις 22/11/2024.  Σημειώνω πως το παιδί της αιτήτριας γεννήθηκε την 1/4/2023 (λίγες ημέρες μετά την καταχώρηση της προσφυγής υπ’αριθμόν 967/23) και αποστάλθηκε στην Υπηρεσία Ασύλου στις 16/4/2023 σχετική ενημέρωση για τη γέννηση του παιδιού της, όπου επισυνάφθηκε και το πιστοποιητικό γέννησής του (ερυθρό 98, του διοικητικού φακέλου).

 

Στα πλαίσια της απόφασης του Δικαστηρίου, της προσφυγής υπ’ αριθμόν 967/23, επικυρώθηκε η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, αφού το Δικαστήριο στα πλαίσια εκείνης της διαδικασίας διεξήγαγε έρευνα σε επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης και αξιολογώντας κατ’ουσίαν το αίτημα της αιτήτριας.  Πρόσθετα, θα πρέπει να αναφερθεί πως στην απόφαση αξιολογήθηκε εξατομικευμένα η αιτήτρια, όπου συγκεκριμένα ο αδελφός μου Δικαστής Χριστοφόρου στην απόφαση της προσφυγής υπ’αριθμόν 967/23 ημερομηνίας 22/11/2024, που αφορά την αιτήτρια, ανέφερε το εξής (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«Σε σχέση με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες αναφορικά με γυναίκες στην Κινσάσα, σε αξιόπιστες πηγές αναφέρονται τα εξής.

 

Αναφορά της UNFPA σημειώνει ότι η έμφυλη βία (GBV) εξακολουθεί να καθιστά ευάλωτες τις γυναίκες και τα κορίτσια που διαβιούν στη χώρα.[10] Μορφές βίας που καταγράφονται περιλαμβάνουν βιασμό, σεξουαλική δουλεία, εμπορία ανθρώπων, αναγκαστικό γάμο, τον γάμο ανηλίκων, ενδοοικογενειακή βία και σεξουαλική εκμετάλλευση.[11] Όπως σημειώνεται, η κατάχρηση εξουσίας και ανισότητες επιτείνουν την ευαλωτότητα γυναικών και κοριτσιών σε μορφές έμφυλης βίας.[12]

 

Σε έκθεση της Υπηρεσίας Ασύλου της Δανίας αναφέρεται ότι «[η] Ελβετική Κρατική Γραμματεία για τη Μετανάστευση ορίζει μια ανύπαντρη γυναίκα στο πλαίσιο της Κινσάσα ως ενήλικη γυναίκα με ή χωρίς παιδιά, που συντηρείται χωρίς άνδρα σύντροφο.[13] [.] Οι ανύπαντρες γυναίκες χωρίς το υποστηρικτικό δίκτυο που προσφέρει ένας άνδρας συχνά αντιμετωπίζονται αρνητικά (σ.σ. από την κοινωνία), βρίσκονται σε πιο ευάλωτη θέση και πολλές αποφασίζουν να κάνουν συναλλακτικό σεξ για να αποκτήσουν πρόσβαση σε καταφύγιο και εργασία.,[14]

[.]

 

[Οι] ανύπαντρες γυναίκες συχνά θεωρείται ότι είναι ιερόδουλες στην Κινσάσα και συνεπώς, η σεξουαλική συναλλαγή αναμένεται από αυτές. Καθώς οι ανύπαντρες γυναίκες βρίσκονται σε μια πιο ευάλωτη θέση, υπόκεινται σε άτυπη φορολογία από την αστυνομία ή άλλους επιθεωρητές προκειμένου να έχουν πρόσβαση στην τοπική αγορά. Στις χήρες και γυναίκες που ηγούνται νοικοκυριών παρουσιάζονται λιγότερες ευκαιρίες, καθώς είναι γενικά πιο ευάλωτες και χαρακτηρίζονται από υψηλότερα ποσοστά φτώχειας και ακραίας φτώχειας [.]». [15]

 

Έκθεση της Αυστριακής ACCORD (Νοέμβριος 2020) αναφέρει ότι στη ΛΔΚ, μια από τις χώρες με τη χαμηλότερη κατάταξη στον δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης, οι γυναίκες είναι επίσης σαφώς αντικείμενο διακρίσεων. Ήδη ευάλωτη ως γυναίκα, μια μόνη γυναίκα χωρίς οικογένεια ή κοινωνικό δίκτυο είναι ακόμη πιο ευάλωτη εάν παραμείνει στερημένη από οικονομικά μέσα.[16]

Σε έρευνα του DIS αναφέρεται ότι «[.] ένα πρόσωπο χωρίς κοινωνικό δίκτυο στην Kinshasa θα έχει σοβαρές δυσκολίες στην προσαρμογή και ενσωμάτωση, καθώς χωρίς οικογένεια και χωρίς διασυνδέσεις με την Εκκλησία θα είναι κάπως σαν εγκαταλελειμμένος, αφού στη ΛΔΚ, η κρατική κοινωνική συνδρομή δε λειτουργεί δεόντως.».[17]

 

Σημειώνω ότι η αιτήτρια είναι ηλικίας 22 ετών σήμερα, υγιής, έχει φοιτήσει μέχρι και την προτελευταία τάξη στο λύκειο, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, δεδομένου ότι όσα ανέφερε περί κινδύνου από τον θείο της που - ως ισχυρίστηκε - θέλει να την εξαναγκάσει να τον παντρευτεί, δεν έγιναν αποδεκτά. Διατηρεί περαιτέρω ένα ικανοποιητικό οικογενειακό και κοινωνικό δίκτυο στην Κινσάσα, ήτοι τον αδελφό και τη φίλη της μητέρας της, η οποία τη βοήθησε να φύγει από τη χώρα, με την οποία αυτός ζει. Σημειώνω εδώ ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας ότι δεν διατηρεί επικοινωνία με τον αδελφό της γιατί, λόγω της σύγχυσης της, «[ξέχασε] τον αριθμό τηλεφώνου της φίλης της μητέρας [της]», δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ως μη ευλογοφανείς, δεδομένης και της ευκολίας με τα σύγχρονα μέσα εντοπισμού ατόμων και λαμβανομένου υπόψη ότι δεν αμφισβητείται από την αιτήτρια ότι γνωρίζει που διαμένει αυτός, ήτοι με τη φίλη της μητέρας της, όπου διέμενε και η ίδια, ως ανέφερε, προτού φύγει από τη χώρα.

 

Τα ως συνηγορούν υπέρ του ότι η αιτήτρια διατηρεί εύλογες πιθανότητες να εξασφαλίσει επαρκή βιοπορισμό, στέγαση και στήριξη κατά την επανένταξη της στην τοπική κοινωνία κατά την επιστροφή της και δεικνύουν ότι όποιες δυσκολίες κληθεί να αντιμετωπίσει, ακόμα και με παιδί, δεν θα την εξέθεταν σε κινδύνους που υπερβαίνουν τον μέσο κίνδυνο που αντιμετωπίζει ο τοπικός πληθυσμός στην καθημερινότητα του. Άλλωστε, ως και στην αιτιολογική σκέψη 35 της Οδ.2011/95/ΕΕ αναφέρεται, «[οι] κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη.»

 

Έπεται λοιπόν ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης [της] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς [της], θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του Νόμου, αντίστοιχα.»

 

Από την πιο πάνω απόφαση διαφαίνεται πως έγινε εξατομικευμένη αξιολόγηση για το αίτημα της αιτήτριας 1 και έγινε παραπομπή σε πηγές πληροφόρησης για μόνες γυναίκες με ή χωρίς παιδιά που επιστρέφουν στο Κονγκό και όλα αυτά λήφθηκαν υπόψη σε συνδυασμό με το προσωπικό προφίλ της αιτήτριας, όπως αυτό προκύπτει και από το πιο πάνω απόσπασμα. Στη συνέχεια, στις 17/03/2025 η αιτήτρια 1 υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση μέσω της οποίας ισχυρίστηκε ότι ο θείος της επιθυμεί να την παντρευτεί με τη βία και σε περίπτωση που αρνηθεί θα την σκοτώσει (ερυθρό 117 και μετάφραση αυτού ερυθρό 120 του διοικητικού φακέλου).

 

Στην Έκθεση-Εισήγηση επί της μεταγενέστερης αίτησης της αιτήτριας 1, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου λαμβάνοντας υπόψη όλους τους ισχυρισμούς που προώθησε η αιτήτρια 1 σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός της, απέρριψε το μεταγενέστερο αίτημά της στις 08/07/2025, κρίνοντας το ως απαράδεκτο καθότι τα στοιχεία που υπέβαλε με την μεταγενέστερη αίτηση δεν αποτελούν νέα στοιχεία. Επιπλέον ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας 1 εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν τόσο πρωτοβάθμια από την Υπηρεσία Ασύλου, όσο και δευτεροβάθμια από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας. Επιπρόσθετα, εξετάστηκε το ενδεχόμενο επιστροφής της αιτήτριας 1 στη Λ.Δ.Κ.  μαζί με το ανήλικο τέκνο της, την αιτήτρια 2.

 

Λαμβάνοντας υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου της αιτήτριας και κατόπιν έρευνας και εκτενούς παράθεσης στοιχείων για το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού της, σχετικά με την ασφάλεια, την ευημερία και την ανάπτυξή του σε περίπτωση επιστροφής τους στη Λ.Δ.Κ., ο λειτουργός ανέτρεξε σε πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής της αιτήτριας 1,  σε σχέση με την εκπαίδευση των παιδιών αλλά και την πρόσβαση στο σύστημα υγείας.  Σε σχέση με την απόκτηση ιθαγένειας, στην έκθεση/ εισήγηση αναφέρεται πως το ανήλικο τέκνο δεν θα αντιμετωπίσει κανένα πρόβλημα καθώς όπως αναφέρεται «η απόκτηση ιθαγένειας για τα παιδιά που γεννιούνται από γονέα με κονγκολέζικη υπηκοότητα, είτε γεννιούνται στη ΛΔΚ είτε στο εξωτερικό, η υπηκοότητα κληρονομείται σε ένα πρόσωπο εάν ένας εκ των δύο γονέων κατέχει κονγκολέζικη υπηκοότητα» σύμφωνα με τη σχετική τους νομοθεσία.

 

Στη συνέχεια, ο αρμόδιος λειτουργός στην εισήγησή του αναφέρει τα εξής: «Με αυτό το προφίλ, σε συνδυασμό με την εκπαίδευση, την υγεία και την πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και τη κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Kinshasa, όπως έχει παρατεθεί πιο πάνω εκτενώς, αναμένεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής της ΑΔΠ και του παιδιού της στη χώρα καταγωγής της, Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, διατηρείται το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού».  Υπό το φως των ανωτέρω, o αρμόδιος λειτουργός εισηγήθηκε την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης ως απαράδεκτης και ακολούθως αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης. Η απόφαση αυτή είναι και το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας.

  

Από τα άρθρα 16Δ και 12Βτετράκις στο εδάφιο 2 παράγραφος (δ), του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000, συνάγεται πως εάν υποβληθεί μεταγενέστερη αίτηση ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και ο Προϊστάμενος διαπιστώσει στα πλαίσια του μεταγενέστερου αυτού αιτήματος πως δεν υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε η μεταγενέστερη αίτηση κρίνεται απαράδεκτη. Ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή, νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν έλαβε υπόψη του κατά την έκδοση της απόφασης επί της αίτησης.

 

Προκύπτει, ακόμα, από τις σχετικές διατάξεις του Νόμου πως η μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται ως ένα νέο αίτημα αλλά ως ένα μεταγενέστερο διάβημα στα πλαίσια της αίτησης που αποφασίστηκε ήδη από το αρμόδιο όργανο. Ο Προϊστάμενος έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν και να προβεί σε μία συγκριτική εξέταση της προγενέστερης και μεταγενέστερης αίτησης της αιτήτριας, προκειμένου να διαφανεί εάν από την υποβολή του μεταγενέστερου αιτήματος προβάλλονται στοιχεία ή ισχυρισμοί για πρώτη φορά ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου τα οποία χρήζουν διερεύνησης (βλ. ΔΕΕ, ΧΥ κατά Bundesamtfur Fremdenwesen und Asyl (C-18/20, XY κατά Bundesamt fur Fremdenwesen und Asyl, ημερομηνίας 15/4/2021).

 

Δεν διαφαίνεται ότι θα μπορούσε η Υπηρεσία Ασύλου να αποφασίσει κάτι άλλο πέραν από το ότι το μεταγενέστερο αίτημα των αιτητριών είναι απαράδεκτο, καθότι με βάση το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου η αιτήτρια 1 δεν προσκόμισε οποιοδήποτε νέο στοιχείο στα πλαίσια του μεταγενέστερου αιτήματός της.

 

Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω την παράγραφο 55 της απόφασης στην υπόθεση του ΔΕΕ C 563-22, SN, LN κατά Zamestnik-predsedatel na Darzhavnata agentsia za bezhantsite, ημερομηνίας 13/6/2024, σύμφωνα με την οποία αναφέρθηκαν τα πιο κάτω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

"55. Πράγματι, η αρμόδια αποφαινόμενη αρχή πρέπει να περιορίζεται να ελέγχει, αφενός, αν υφίστανται, προς στήριξη της ως άνω αιτήσεως, στοιχεία ή πορίσματα που δεν εξετάσθηκαν στο πλαίσιο της απρόσβλητης πλέον αποφάσεως επί της προηγούμενης αιτήσεως και, αφετέρου, αν τα νέα αυτά στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν αφ' εαυτών ουσιωδώς την πιθανότητα υπαγωγής του αιτούντος σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, μόνον κατά το στάδιο εξετάσεως του παραδεκτού της μεταγενέστερης αιτήσεως [πρβλ. απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Νέα στοιχεία ή πορίσματα), C‑921/19, EU:C:2021:478, σκέψη 50]. Κατά τα λοιπά, ακόμη και κατά το στάδιο εξετάσεως του παραδεκτού μεταγενέστερης αιτήσεως, τα νέα στοιχεία ή πορίσματα δεν πρέπει να εκτιμώνται κατά τρόπο εντελώς ανεξάρτητο από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται, περιλαμβανομένης και της περιπτώσεως κατά την οποία το εν λόγω πλαίσιο δεν μεταβλήθηκε κατόπιν της απορρίψεως της προηγούμενης αιτήσεως με απόφαση που έχει καταστεί απρόσβλητη."

 

Κατά τη μεταγενέστερη αίτηση για επανάνοιγμα του φακέλου της, η αιτήτρια 1 προώθησε ισχυρισμό που είχε προβάλει σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός της, δηλαδή τον ισχυρισμό περί εξαναγκαστικού γάμου με το θείο της και πως σε περίπτωση άρνησής της θα τη σκοτώσει. Επανέλαβε ουσιαστικά τα όσα ανέφερε στη διαδικασία που προηγήθηκε, την οποία διαδικασία αμφισβήτησε με προσφυγή στο Δικαστήριο, η οποία απορρίφθηκε μετά από κατ’ ουσίαν εξέταση του αιτήματός της. Η αιτήτρια 1 δεν υπέβαλε νέα στοιχεία τα οποία να αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και δεν προώθησε ισχυρισμούς νέους, οι οποίοι να διαφοροποιούν την εικόνα που ήδη διαμορφώθηκε τόσο από την Υπηρεσία Ασύλου, όσο και από το Δικαστήριο στα πλαίσια της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας στην προσφυγή υπ’αριθμόν 967/2023, ημερομηνίας 22/11/2024.

 

Η αιτήτρια 1 εξάντλησε όλες τις δυνατότητες που είχε στη Δημοκρατία για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας χωρίς να παρουσιάζει οποιοδήποτε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής της.  Τα όσα η αιτήτρια 1 κατέγραψε στη μεταγενέστερη αίτησή της δεν θα μπορούσαν να διαφοροποιήσουν την απόφαση η οποία λήφθηκε στη βάση των στοιχείων που περιλαμβάνονται στο διοικητικό φάκελο, που είναι και τα μόνα που εξετάζονται, λαμβάνοντας υπόψη ότι η αιτήτρια 1 επανέλαβε τους ισχυρισμούς που προώθησε προηγουμένως.

 

Η συνήγορός της ανέφερε προφορικά στην ενώπιον μου διαδικασία πως δεν προκύπτει εξέταση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, ούτε ότι εξετάστηκε ότι η αιτήτρια είναι μονογονέας.  Παρόλα αυτά δεν εξειδικεύει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό.  Θα πρέπει να αναφερθεί πως νομολογιακά έχει κριθεί, ότι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης (βλ. απόφαση στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20 A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).  Από την έκθεση/εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού προκύπτει πως εξετάστηκε τόσο η επιστροφή της αιτήτριας, όσο και το ανήλικο τέκνο. Το παιδί, είναι στοιχείο το οποίο όπως διαφαίνεται από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου αλλά και από την Έκθεση-Εισήγηση επί της μεταγενέστερης αίτησης των αιτητριών, λήφθηκε υπόψη από τον αρμόδιο λειτουργό και μάλιστα ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε ενδελεχώς το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου της αιτήτριας, παρόλο που το παιδί υπήρχε και κατά τη δικαστική διαδικασία που προηγήθηκε, όπου το αίτημα της αιτήτριας αξιολογήθηκε εξατομικευμένα, με αναφορά στο υποστηρικτικό της δίκτυο αλλά και σε πηγές πληροφόρησης που αναφέρονται σε γυναίκες που επιστρέφουν με ή χωρίς παιδί στη χώρα καταγωγής της.

 

Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα.

 

Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97).  Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση. 

 

Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε η αιτήτρια 1, το αρμόδιο όργανο διεξήγαγε τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα, εκδίδοντας με τον τρόπο αυτό πλήρως αιτιολογημένη απόφαση και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας.  Ως εκ τούτου, ο σχετικός προβαλλόμενος νομικός ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του, εφόσον το αρμόδιο όργανο διενήργησε τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα και αποφάσισε εντός της προβλεπόμενης από το νόμο διαδικασίας.

 

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα των αιτητριών εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση.  Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού σχετικά με τη μεταγενέστερη αίτηση που υπέβαλαν οι αιτήτριες και στην οποία αναφέρονται οι λόγοι της απόρριψής της ως απαράδεκτης, αποκαλύπτουν ότι η απόφασή της ήταν απόλυτα ορθή και σύμφωνη με τη σχετική νομοθεσία.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον των αιτητριών.

 

 

 

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο