ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
6 Φεβρουαρίου 2026
[Β.ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ Δ.Δ.Δ.Δ.Π]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Μ.Κ ARC 583{….}εκ {……} Λευκωσία
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας
Καθ΄ ων η Αίτηση
Νατάσα Χαραλαμπίδου (κα), για Νατάσα Χαραλαμπίδου και Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόρος για τον Αιτητή
Ο Αιτητής είναι παρών.
Παρούσα η κα Βαρβάρα Κλαυδιανού για πιστή μετάφραση από Lingala σε Ελληνικά και αντιστρόφως.
ΑΠΟΦΑΣΗ
EX-TEMPORE
Με την υπό εξέταση προσφυγή ο Αιτητής προσβάλει την απόφαση των Καθ’ων η Αίτηση ημερομηνίας 11/12/2025, με την οποία τον πληροφορούν ότι το αίτημα του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου απορρίπτεται δυνάμει των άρθρων 12Β τετράκις, 16Δ(3)(δ), 16Δ(4)(β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνονται στο υπόμνημα των Καθ’ων η Αίτηση όσο και στον Διοικητικό Φάκελο με αριθμό F19-08746R που κατατέθηκε συνοδευόμενος από το υπόμνημα των Καθ΄ων η αίτηση και δεν αμφισβητείται.
Ενώπιον του Δικαστηρίου η συνήγορος του Αιτητή δήλωσε ότι ο τελευταίος έχει καταβληθεί το ποσό των 300 ευρώ που αφορά στα έξοδα της προηγούμενης του προσφυγής, με αριθμό 6673/2021 και κατέθεσε απόδειξη εξόφλησης του εν λόγου ποσού.
Ο Αιτητής, δια της δικηγόρου του, προβάλει διάφορους νομικούς ισχυρισμούς προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, οι οποίοι τίθενται με γενικότητα και χωρίς να συναρτώνται με τα επίδικα γεγονότα. Κατά την ακροαματική διαδικασία σήμερα η συνήγορος του Αιτητή δια της προφορικής της αγόρευσης προβάλλει ως λόγους ακυρώσεως τη μη επαρκής και/ή δέουσα έρευνα και κατ’ επέκταση λανθασμένη αιτιολογία της απόφασης.
Καταρχάς, παρατηρείται ότι οι λόγοι ακύρωσης που εγείρονται στην παρούσα αίτηση, παρατίθενται με γενικότητα και αοριστία. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Κανονισμού 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.
Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμών παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).
Το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση που αφορά την 2η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή καθότι η πρώτη υποβλήθηκε στις 10/3/2022( ερυθρά 81 έως 83 του διοικητικού φακέλου), ωστόσο αυτή δεν εξετάστηκε εφόσον εκκρεμούσε ενώπιον του Διοικητικό Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας η προσφυγή του με αριθμό 6673/21. Όσον αφορά την 2η μεταγενέστερη του αίτηση και επί της ουσίας αναφορικά με την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου η μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται κατ’ αρχάς σε προκαταρτικό στάδιο κατά το οποίο ερευνάται εάν έχουν προκύψει ή έχουν υποβληθεί από τον Αιτητή νέα ουσιώδη στοιχεία.
Σύμφωνα με το άρθρο 16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που Αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο –
(i) Μεταγενέστερη αίτηση, ή
(ii) νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του Αιτητή,
Ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
Κατά το στάδιο αυτό ο Αιτητής υποβάλλει γραπτώς στις Αρμόδιες Αρχές τα τυχόν νέα στοιχεία που προσκομίζει χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη. Υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 16Δ(3)(β) ήτοι –
(ί) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον Αιτητή διεθνούς προστασίας- και
(ίί) ικανοποιείται πως ο Αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος,
τότε μόνον εξετάζονται επί τις ουσίας οι προσβαλλόμενοι ισχυρισμοί και πραγματοποιείται νέα συνέντευξη εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο.
Σε αντίθετη περίπτωση η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Για να αξιολογήσει το Δικαστήριο κατά πόσο υφίστανται οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 16Δ(3)(β) του περί Προσφύγων Νόμου, αφού βέβαια κριθεί ότι προσκομίστηκαν νέα ουσιώδη στοιχεία, θα πρέπει να εξακριβώσω εάν με την υποβολή των νέων αυτών στοιχείων αυξάνονται οι πιθανότητες να χορηγηθεί στον Αιτητή προσφυγικό καθεστώς ή συμπληρωματική προστασία και, ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση, αν ο Αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής ενώπιον του Δ.Δ.Δ.Π., δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Λαμβανομένου υπόψη ότι αυτές οι δύο προϋποθέσεις του άρθρου 16Δ(3)(β) τίθενται σωρευτικά και όχι διαζευκτικά, σε περίπτωση που δεν πληρείται μια εκ των δύο, παρέλκει ανάλυσης η δεύτερη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου ο Αιτητής με την μεταγενέστερη του αίτηση υπόβαλε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του επειδή αντιμετώπιζε άμεσο κίνδυνο για τη ζωή του. Όπως εξηγεί, κάποιος στρατιωτικός τον απειλούσε με θάνατο και η σύζυγος του στρατιωτικού τον υπέβαλε σε σεξουαλική κακοποίηση χωρίς τη συναίνεσή του. Για τον λόγο αυτό δεν επιθυμεί να επιστρέφει στη χώρα του, καθώς φοβάται ότι θα τον σκοτώσουν. Δηλώνει ότι προτιμά να πεθάνει στην Κύπρο παρά να χάσει τη ζωή του στο Κονγκό. Δεν επιθυμεί να δει ξανά τη ζωή του να καταστρέφεται εκεί. Κατά τη διάρκεια της κράτησής του στην Κύπρο, αφού εντοπίστηκε με πλαστό διαβατήριο ισχυρίστηκε πως η αστυνομία κατέστρεψε το δελτίο ταυτότητάς του και οδήγησε τον ίδιο στην Υπηρεσία Μετανάστευσης. Εκεί, οι αρμόδιοι τον φωτογράφισαν και τον συμβούλεψαν να μην επιστρέφει στη χώρα του, λέγοντάς του ότι αν γυρίσει, θα πεθάνει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος, σύμφωνα με τον ίδιο, που παραμένει στην Κύπρο και ζητά προστασία. Σχετικά με τα νέα στοιχεία που προσκομίζει στη μεταγενέστερη αίτηση, δηλώνει ότι διαθέτει ένα ένταλμα αναζήτησης, wanted notice, που όπως ισχυρίζεται εκδόθηκε με σκοπό τη δολοφονία του. Εξηγεί ότι γνώριζε για το έγγραφο από τις 20/05/2025, ωστόσο δεν το είχε στην κατοχή του. Ο φίλος του έστειλε φωτογραφία του εγγράφου μέσω Whats App, ενώ ο ίδιος έχει ήδη ζητήσει το πρωτότυπο και εξακολουθεί να το αναμένει. Ο Αιτητής ζητά τη βοήθεια και προστασία των κυπριακών αρχών, δηλώνοντας ότι κινδυνεύει σοβαρά αν επιστρέφει στη χώρα του. (Π.Β. ερ.113-100).
Κατά τη καταγραφή του αιτήματος του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι έφυγε από τη χώρα του με τη βοήθεια μιας γυναίκας, την οποία περιγράφει ως «μητέρα» που τον φρόντιζε και του παρείχε όλα τα απαραίτητα έγγραφα για το ταξίδι. Αναφέρει ότι δεν γνωρίζει τον βιολογικό του πατέρα και ότι η βιολογική του μητέρα δεν φρόντιζε για εκείνον, αντίθετα τον χτυπούσε συχνά, δεν του έδινε αρκετό φαγητό και κατανάλωνε αλκοόλ σε υπερβολικό βαθμό. Όπως εξήγησε, μία ημέρα η μητέρα του τον χτύπησε πολύ άσχημα και τότε αποφάσισε να φύγει. Έπειτα από τρεις ημέρες εκτός σπιτιού, μια άλλη γυναίκα τον βρήκε και τον πήρε στο σπίτι της. Εκείνη του παρείχε φροντίδα, στέγη και του είπε ότι θα τον βοηθήσει να ταξιδέψει. Η γυναίκα αυτή, σύμφωνα με τον Αιτητή, ήταν εκείνη που ανέλαβε να του παράσχει όλα τα απαραίτητα έγγραφα για να μπορέσει να φύγει από τη χώρα καταγωγής του. Από όσα καταθέτει, ο ίδιος δεν είχε ανάμειξη στις διαδικασίες αναχώρησης από την χώρα του. Δήλωσε ότι λόγος αναχώρησής του ήταν η συνεχής κακομεταχείριση που υφίστατο από τη βιολογική του μητέρα και ο φόβος ότι η κατάσταση αυτή θα επιδεινωνόταν (Π.Β.ερ.8-6,ερ.3-1).
Κατά τη συνέντευξη, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο κύριος λόγος που εγκατέλειψε τη χώρα του ήταν ο σοβαρός και άμεσος κίνδυνος που αντιμετώπιζε από μία γυναίκα ονόματι Μαμά Angelica και τον σύζυγό της, ο οποίος είναι στρατιωτικός . Όπως περιγράφει, είχε απαχθεί και κρατήθηκε στο σπίτι τους, χωρίς την συγκατάθεση του, όπου υπέστη επαναλαμβανόμενη κακοποίηση, απειλές και εξαναγκασμό σε σεξουαλικές πράξεις. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του, ο στρατιωτικός έλειπε συχνά για εργασία και η γυναίκα του τον ανάγκαζε να κοιμάται μαζί της, απειλώντας ότι αν αρνιόταν, εκείνη θα τον κατηγορούσε στον σύζυγό της ότι την είχε βιάσει, κάτι που θα είχε ως αποτέλεσμα να τον σκοτώσει ο στρατιωτικός. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως αυτή η γυναίκα συχνά μεθούσε, τον χτυπούσε και επαναλάμβανε ότι θα πεθάνει αν δεν υπακούσει στις απαιτήσεις της. Καθώς, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, η γυναίκα είχε μεγάλη επιρροή και ισχύ, ένιωθε παγιδευμένος και αδύναμος να ξεφύγει. Μία μέρα, ο σύζυγος και στρατιωτικός επέστρεψε στο σπίτι απροειδοποίητα, ενώ η γυναίκα, η σύζυγος του κοιμόταν με τον Αιτητή. Όταν εκείνη ξύπνησε, πανικοβλήθηκε και άρχισε να τον κατηγορεί, φωνάζοντας ότι αν αποκαλυφθεί η αλήθεια, θα σκοτώσουν και τους δύο. Ο Αιτητής περιγράφει ότι η κατάσταση αυτή επιδείνωνε τον φόβο του και ενίσχυε την πεποίθησή του ότι η ζωή του κινδύνευε. Έπειτα από αρκετές εβδομάδες κακοποίησης, η γυναίκα φέρεται να αποφάσισε να τον φυγαδεύσει. Σύμφωνα με τα λεγόμενό του, τον οδήγησε σε ταξί και του είπε να φύγει για να σωθεί. Πήρε όλα τα προσωπικά του αντικείμενα, τα έγγραφα και τα χρήματά του. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι δεν είχε κανέναν έλεγχο στη διαδικασία, ούτε γνώση για το πού ακριβώς τον έστελναν. Τον έβαλαν στο ταξί, το οποίο τον μετέφερε στο αεροδρόμιο και, από εκεί, στην Κύπρο. Ο Αιτητής δηλώνει ότι δεν επέλεξε ο ίδιος τον προορισμό, ούτε είχε μαζί του ταξιδιωτικά έγγραφα. Όλα είχαν παραμείνει στην κατοχή της γυναίκας. Όταν έφτασε στην Κύπρο, βρέθηκε χωρίς χρήματα, χωρίς ταυτότητα και χωρίς κανέναν γνωστό. Όπως εξηγεί, αυτός ήταν και ο λόγος που προσέφυγε στην Υπηρεσία Ασύλου. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ο Αιτητής επανέλαβε ότι φοβάται πως, αν επιστρέφει στη χώρα του, ο στρατιωτικός θα τον σκοτώσει για λόγους τιμής και εκδίκησης. Επιπλέον, φοβάται την ίδια τη γυναίκα, επειδή, όπως αναφέρει, τον είχε απειλήσει επανειλημμένα στο παρελθόν. Ο Αιτητής υποστηρίζει ότι δεν έχει καμία προστασία στη χώρα του, καθώς ο στρατιωτικός έχει ισχυρή επιρροή στον στρατό και στην αστυνομία και μπορεί εύκολα να τον εντοπίσει και να τον βλάψει. Οι ισχυρισμοί του ωστόσο εξετάστηκαν κατ' ουσία κατά την εσωτερική και εξωτερική αξιοπιστία και απορρίφθηκαν. Στη συνέχεια ο Αιτητής κατέθεσε στις 07/10/2021, προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας με αριθμό υπόθεσης 6673/21, η οποία απορρίφθηκε στις 23/06/2023, λόγω μη προώθησης.
Με τη 2η μεταγενέστερη αίτησή του, ο Αιτητής δεν προέβαλε νέους, ουσιωδώς διαφοροποιημένους ισχυρισμούς, αλλά επανέλαβε εκείνους που είχε ήδη εκθέσει τόσο στην αρχική αίτηση κατά τη συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας. Ειδικότερα, επανέλαβε τον ισχυρισμό ότι κινδυνεύει η ζωή του σε περίπτωση επιστροφής του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό από στρατιωτικό αξιωματούχο και τη σύζυγό του, λόγω της σχέσης και των περιστατικών κακοποίησης που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι υπέστη. Οι περιγραφές που παραθέτει στη μεταγενέστερη αίτηση είναι ταυτόσημες με εκείνες που είχε ήδη αναφέρει αναλυτικά στη συνέντευξη, χωρίς να εισάγονται νέα πραγματικά δεδομένα που να μεταβάλλουν ουσιαστικά την εκτίμηση της προσωπικής του κατάστασης. Ουσιαστικά, περιορίζεται σε επανάληψη των ίδιων γεγονότων περί απειλών, σεξουαλικής κακοποίησης και φόβου θανάτου, τα οποία έχουν ήδη εξεταστεί κατά την αρχική διαδικασία και έχουν απορριφθεί ως μη επαρκή για τη θεμελίωση διεθνούς προστασίας. Ως εκ τούτου, οι αναφορές του δεν μπορούν να θεωρηθούν νέα στοιχεία υπό την έννοια του νόμου, αλλά αποτελούν επανάληψη προηγούμενων ισχυρισμών. Περαιτέρω η πρώτη απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου στηρίχθηκε στα ευρήματα αναξιοπιστίας του Αιτητή, τα οποία ωστόσο δεν ανατραπήκαν από τον Αιτητή με τον προσφυγή του υπ’ αρ. 6673/21. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου πως ο Αιτητή υπόβαλε την πρώτη μεταγενέστερη αίτηση του τις 10/3/2022 η οποία δεν εξετάστηκε καθότι εκκρεμούσε η προσφυγή του στο Δ.Δ.Δ.Π..
Αναφορικά με το έγγραφο που προσκόμισε ο Αιτητής με την δεύτερη μεταγενέστερη του αίτηση ως νέο στοιχείο, κρίνω πως αυτό εξετάστηκε σε προκαταρτικό στάδιο και σε συνάρτηση με το ιστορικό της υπόθεσης του Αιτητή που καταγράφεται με σαφήνειά στην έκθεση του αρμόδιο λειτουργού, οι λόγοι για τους οποίους δεν έγινε αποδεκτό, στο ερ. 137 του Διοικητικού Φακέλου, ανάλυση με την οποία συντάσσομαι λαμβανομένου υπόψιν βεβαίως ότι οποιαδήποτε στοιχεία ή έγγραφα κατά την νομολογία λαμβάνονται υπόψιν πάντα σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται και αυτά είναι ενισχυτικά σε συνάρτηση με την αξιοπιστία του Αιτητή. .
Λαμβανομένου υπόψιν ότι αυτοί ακριβώς οι ισχυρισμοί του Αιτητή εξετάστηκαν και κρίθηκαν αναξιόπιστοι ενώ ο Αιτητής είχε πρόσβαση στο Δ.Δ.Δ.Π.. και μπορούσε να ανατρέψει τα ευρήματα της Υπηρεσίας Ασύλου με την υπ. αρ. προσφυγή του 6673/21 δεν την προώθησε . Όσον αφορά την γνησιότητα του εγγράφου το Δικαστήριο συνάσσετε με την θέση της Υπηρεσίας Ασύλου ως αυτή καταγράφεται την απόφαση της στο ερ. 123 του Δ.Φ.
Περαιτέρω οι ισχυρισμοί του Αιτητή ότι έχει αποκτήσει τέκνο με ομοεθνή του (Αιτήτρια ασύλου), της οποίας η προσφυγή εκκρεμεί ενώπιον του Δ.Δ.Δ.Π. και το οποίο γεννήθηκε στη Δημοκρατία, δε συνιστά λόγο για τον οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει και να λάβει υπόψη στα πλαίσια της παρούσας προσφυγής καθότι αυτό δεν είναι διάδικος στη παρούσα . Περαιτέρω δεν προβλήθηκε ενώπιον μου βεβαίως οτιδήποτε ουσιώδης αναφορικά με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού .
Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, αποτελεί το προϊόν επαρκούς έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των δεδομένων όσο και στοιχείων που έχουν προβληθεί και σύμφωνα και με το Νόμο και είναι πλήρως αιτιολογημένη.
Στην βάση των όσων έχω αναφέρει η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ’ων η Αίτηση.
(Υπ.) Β. Κουρουζίδου-Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο