R. F. S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1426/24, 23/3/2026
print
Τίτλος:
R. F. S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1426/24, 23/3/2026
R. F. S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1426/24, 23/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 1426/24

23 Μαρτίου, 2026

[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

R. F. S.

Αιτητού,

και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η αίτηση

Ο Αιτητής είναι παρών

KΚουπαρή (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Μ. Φιλίππου (κα), Δικηγόρος,  για τους Καθ' ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται παράνομη, άκυρη, και στερούμενη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος, η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 18.1.2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023.

 Γεγονότα

1.             Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από τη  Δημοκρατία του Καμερούν (στο εξής: Καμερούν) και περί τις 29.7.2022 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 8.1.2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: λειτουργός), ο οποίος υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 18.1.2024, ο οποίος εξέδωσε παράλληλα και απόφαση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 10.4.2024, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

Γεγονότα

2.             Ο Αιτητής, δια της συνηγόρου του, κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, προωθεί ως μοναδικό λόγο προσφυγής την έλλειψη δέουσας έρευνας. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι ο Αιτητής κινδυνεύει από τον στρατό του Καμερούν επειδή υπήρξε μέλος αυτονομιστικής ομάδας και ότι εκδόθηκε κλήση για το πρόσωπό του. Προς τούτο υποστηρίζει ότι τόσο η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του υπήρξε πλημμελής όσο και η μετέπειτα αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου που αυτός διατρέχει, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αίτησής του για διεθνή προστασία. 

3.             Από την πλευρά τους, οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, επισημαίνοντας ότι δεν προκύπτει πραγματικός και μελλοντικός κίνδυνος σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, παραπέμποντας στα ευρήματά τους κατά τη διοικητική εξέταση της αίτησής του. Μεταξύ άλλων, επεσήμαναν ότι η οικογένειά του με την οποία συνομιλεί κανονικά, διαμένει την περιοχή Mankon χωρίς να αντιμετωπίζει προβλήματα.

Το Νομικό Πλαίσιο

4.             Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations Unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».

5.             Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2023 έχει ως ακολούθως:

6.             Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2025 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

7.             Το άρθρο 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος) καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.

8.             Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:

«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών

16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).

(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-

(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».

 

9.             Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

Κατάληξη

10.          Ως προς τον εγειρόμενο λόγο προσφυγής, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο, ως δικαστήριο ουσίας, δικάζει την ενώπιόν του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ’ ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc.  (Βλ. Απόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, TorubarovC-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2025 Δημοκρατία ν. Β.Α., ημερ. 18.12.2025). Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελής χαρακτηρίζεται ο λόγος προσφυγής, ο οποίος ακόμα και αν γίνει δεκτός δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].

11.          Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτών. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Hooman & Mahiab Khanbabaie v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του Αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).

12.          Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών του Αιτητή, επισημαίνονται συναφώς τα ακόλουθα. Στην αίτησή του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας της επικρατούσας κοινωνικοοικονομικής κρίσης, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία συνθηκών ανασφάλειας και περιορισμού της ελευθερίας του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι σε απροσδιόριστο χρόνο, αρχηγός ομάδας αυτονομιστών απηύθυνε προς τον ίδιο και άλλα πρόσωπα τελεσίγραφο τριών ημερών προκειμένου να αποφασίσουν εάν θα ενταχθούν στην εν λόγω οργάνωση, υποσχόμενος ότι, σε περίπτωση ένταξης, θα τους εξασφαλιζόταν εργασία μετά το πέρας της κρίσης. Κατά τους ισχυρισμούς του, η ένταξη αυτή δεν ήταν εκούσια, αλλά επιβλήθηκε κατόπιν εξαναγκασμού.

13.          Ο Αιτητής περαιτέρω δήλωσε ότι, μετά την ένταξή τους, μεταφέρθηκαν σε δασώδη περιοχή. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι στρατιωτικές δυνάμεις επισκέφθηκαν την οικία της οικογένειάς του αναζητώντας τον ίδιο και απειλώντας ότι, σε περίπτωση μη εμφάνισής του, θα προέβαιναν σε πρόκληση βλάβης εις βάρος της οικογένειάς του. Κατά τους ισχυρισμούς του, μετά τη μη εμφάνισή του, οι εν λόγω δυνάμεις επέστρεψαν, προέβησαν στην πυρπόληση της οικίας και συνέλαβαν τον πατέρα του. Έκτοτε, ο Αιτητής δήλωσε ότι έχει απολέσει κάθε επικοινωνία με τη μητέρα και τα αδέλφια του. (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου, στο εξής «δ. φ.»).

14.          Στις 22.7.2022 διενεργήθηκε αξιολόγηση ευαλωτότητας του Αιτητή, βάσει της οποίας κρίθηκε «χαμηλού ρίσκου». Στο πεδίο αναφορικά με τον λόγο που τον ώθησε να εγκαταλείψει τη χώρα του, ο Αιτητής αναφέρθηκε στην «κρίση των αυτονομιστών» (ερυθρό 18 του δ. φ.).

15.          Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε το 1999 στην περιοχή Bamenda της Βορειοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν, μεγάλωσε στο χωριό Mankon και ακολούθως διέμενε στην Bafut, αρχικά με την οικογένειά του και μετά τον εμπρησμό της οικίας του διέμενε με ένα φίλο του. Δήλωσε ότι είναι χριστιανός-πρεσβυτεριανός ως προς το θρήσκευμα και ότι ως προς την οικογενειακή του κατάσταση είναι άγαμος.

16.          Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, ο Αιτητής δήλωσε απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ότι φοίτησε για ένα εξάμηνο στο πανεπιστήμιο της Bamenda. Ως προς την εργασιακή του πείρα δήλωσε ότι ουδέποτε εργάστηκε. Αναφορικά με την οικογένειά του, η οποία αποτελείται από τους γονείς του, έναν αδερφό και μία αδερφή, ισχυρίστηκε ότι τους είδε τελευταία φορά τον Οκτώβριο του 2021, καθότι η πατρική του οικία στο Bafut κάηκε ολοσχερώς από τον στρατό τον Νοέμβριο του ιδίου έτους. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την οικογένειά του, ο Αιτητής ανέφερε ότι διαμένουν στην περιοχή Mankon όπου ενοικιάζουν σπίτι, ότι τα αδέρφια του και η μητέρα του είναι καλά, αλλά ο πατέρας του είναι άρρωστος. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις ο Αιτητής δήλωσε ότι πριν αναχωρήσει από τη χώρα του διέμενε με φίλο του στο Bafut.

17.          Ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα του, ο Αιτητής προέβαλε ότι εξαναγκάστηκε να ενταχθεί σε ένοπλη αυτονομιστική ομάδα τον Οκτώβριο του 2021 στην περιοχή Bafut. Η ένταξή του, ως υποστήριξε, δεν ήταν εθελοντική, καθώς δέχθηκε πίεση και απειλές. Πριν ενταχθεί, του είχαν παρουσιαστεί διαφορετικές συνθήκες, όμως η πραγματικότητα που βίωσε στο στρατόπεδο ήταν διαφορετική. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην ομάδα, ισχυρίστηκε ότι υποχρεώθηκε να συμμετέχει σε βίαιες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων επιθέσεων και δολοφονιών, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει τον ακριβή αριθμό. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι εξαναγκαζόταν να συμμετέχει σε τελετουργίες και «θυσίες», οι οποίες, σύμφωνα με την ομάδα, παρείχαν προστασία από σφαίρες. Τα μέλη της ομάδας λάμβαναν επίσης ουσίες/ναρκωτικά που επηρέαζαν τη σκέψη και τα συναισθήματά τους. Ο Αιτητής περιέγραψε ότι σε μία από τις αποστολές, έχασε δύο στενούς φίλους και άλλους συναδέλφους, γεγονός που του προκάλεσε έντονο φόβο. Μετά από αυτό, άρχισε να αποστασιοποιείται και να επιθυμεί την αποχώρησή του από την ομάδα. Παράλληλα, ανέφερε ότι ο στρατός τον αναζητούσε λόγω της συμμετοχής του στους αυτονομιστές. Ισχυρίστηκε ότι στρατιώτες επισκέφθηκαν το σπίτι της οικογένειάς του, απείλησαν τον πατέρα του και του έδωσαν προθεσμία δύο εβδομάδων να τον παραδώσει. Όταν αυτό δεν συνέβη, επέστρεψαν, έκαψαν το σπίτι και συνέλαβαν τον πατέρα του.

18.          Αναφορικά με τις συνθήκες διαβίωσης στο στρατόπεδο, ο Αιτητής δήλωσε ότι ήταν ιδιαιτέρως αυστηρές, καθόσον δεν επιτρεπόταν η ελεύθερη μετακίνησή του ούτε η χρήση κινητών τηλεφώνων, ιδίως για τα νεότερα μέλη, προς αποτροπή διαρροής πληροφοριών. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι διατηρούσε περιορισμένη επικοινωνία με την οικογένειά του.

19.          Ο Αιτητής ανέφερε ότι τον Ιούνιο του 2022, εκμεταλλευόμενος την απουσία του υπευθύνου, κατάφερε να διαφύγει από το στρατόπεδο. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι προσποιήθηκε πως θα επέστρεφε σύντομα, εγκαταλείποντας τον χώρο πεζός μέσω δασώδους περιοχής, χωρίς να φέρει μαζί του οπλισμό, προκειμένου να μην κινήσει υποψίες.

20.          Στη συνέχεια, δήλωσε ότι κατέφυγε και κρύφτηκε στην οικία φίλου του στην περιοχή Bafut, όπου παρέμεινε για χρονικό διάστημα περίπου τριών έως τεσσάρων εβδομάδων, αποφεύγοντας να εξέλθει, καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς του, γνώριζε ότι αναζητείτο. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι καταζητείται τόσο από την αυτονομιστική ομάδα, επειδή διέφυγε χωρίς άδεια και θεωρείται ότι μπορεί να αποκαλύψει πληροφορίες, όσο και από τον στρατό της χώρας, λόγω της εμπλοκής του με τους αυτονομιστές.

21.          Αξιολογώντας τις δηλώσεις του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς: πρώτον ότι ο Αιτητής είναι υπήκοος του Καμερούν με περιοχή καταγωγής την Bamenda και τελευταία περιοχή διαμονής την Bafut και δεύτερον, τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι έπαψε να είναι μέλος των Amba και κινδυνεύει από τον στρατό.

22.          Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός του έγινε αποδεκτός, καθώς κρίθηκε ότι ο Αιτητής απάντησε σε όλα τα ερωτήματα που του τέθηκαν με ακρίβεια και κατέβαλε πραγματική προσπάθεια να παράσχει όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες, ενώ επίσης οι πληροφορίες που παρείχε επιβεβαιώνονται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, καθώς και από το προσκομισθέν από αυτόν διαβατήριο.

23.          Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή απορρίφθηκε, λόγω έλλειψης επαρκών λεπτομερειών, συνοχής και ευλογοφάνειας στο αφήγημά του. Συγκεκριμένα, οι Καθ' ων η αίτηση επεσήμαναν ότι ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι υπήρξε μέλος αυτονομιστικής ομάδας από τον Οκτώβριο 2021 έως τον Ιούνιο 2022 και ερωτηθείς για τους λόγους ένταξής του, περιορίστηκε στη γενική αναφορά ότι «εξαναγκάστηκε», χωρίς να μπορεί να εξηγήσει με σαφήνεια και με συγκεκριμένα περιστατικά τι συνιστούσε ο εξαναγκασμός αυτός. Η απάντησή του ότι «του ζήτησαν να γίνει μέλος» κρίθηκε αόριστη και ανεπαρκής. Περαιτέρω, σε σχέση με τη συμμετοχή του σε επιθέσεις, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε συγκεκριμένες ή ουσιαστικές πληροφορίες. Κληθείς να περιγράψει πρόσφατες επιθέσεις στις οποίες συμμετείχε, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν θυμάται, αναφέροντας γενικόλογα ότι αυτές έλαβαν χώρα στο Bafut. Επιπλέον, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει ούτε τον αριθμό των επιθέσεων, ούτε τον αριθμό των ατόμων που φέρεται να σκότωσε, απαντώντας επανειλημμένα ότι «δεν μπορεί να μετρήσει». Η έλλειψη συγκεκριμένων λεπτομερειών σε τόσο κρίσιμα γεγονότα κρίθηκε προβληματική από τους Καθ’ ων η αίτηση. Επιπλέον, αναφορικά με τη διαφυγή του από την ομάδα, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι απλώς έφυγε πεζός από το στρατόπεδο και κρύφτηκε στο σπίτι φίλου του. Ωστόσο, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει την ακριβή ημερομηνία διαφυγής του, δηλώνοντας ότι θυμάται μόνο τον μήνα (Ιούνιος 2022). Πρόσθετα, ως κατέγραψαν οι Καθ’ ων η αίτηση, ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι παρέμεινε για 3–4 εβδομάδες στην Bafut χωρίς να εντοπιστεί, δεν συνάδει με τον ισχυρισμό ότι καταζητείτο ενεργά. Περαιτέρω, επεσήμαναν ότι ενώ ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν γνώριζε πού διέμενε η οικογένειά του μετά την αποχώρησή του, λόγω απώλειας επικοινωνίας, σε άλλο σημείο της συνέντευξης ανέφερε ότι τους έβλεπε κατά τη διάρκεια αποστολών. Αναφορικά με το περιστατικό όπου ο στρατός φέρεται να επισκέφθηκε το σπίτι του και να απείλησε τον πατέρα του, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει συγκεκριμένες πληροφορίες (ημερομηνίες, λεπτομέρειες περιστατικού), περιοριζόμενος μόνο στον μήνα (Νοέμβριος 2021), χωρίς περαιτέρω στοιχεία, παρά το ότι υποστήριξε πως ενημερώθηκε σχετικά από τον πατέρα του. Τέλος, οι Καθ’ ων η αίτηση σημείωσαν ότι ενώ στην αίτησή του ο Αιτητής κατέγραψε ότι μετά τον εμπρησμό της οικίας και τη σύλληψη του πατέρα του, έχασε κάθε επαφή με τη μητέρα και τα αδέλφια του, στη συνέντευξη δήλωσε ότι διατηρεί επικοινωνία μαζί τους και ότι βρίσκονται στο χωριό Mankon.

24.          Οι Καθ’ ων η αίτηση δεν προέβησαν σε αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του ανωτέρω ισχυρισμού, επισημαίνοντας ότι έχει πληγεί η αξιοπιστία του Αιτητή λόγω μη ικανοποιητικών, επαρκών και ευλογοφανών δηλώσεων με συνέπεια να μην γίνει αποδεκτός ο εν λόγω ουσιώδης ισχυρισμός.

25.          Στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού του Αιτητή, ήτοι της χώρας καταγωγής και του προφίλ του, κατόπιν αξιολόγησης του μελλοντοστραφούς κινδύνου, οι Καθ' ων η αίτηση παρέπεμψαν σε εξωτερικές πληροφορίες αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, στην οποία ανήκει η περιοχή Mankon, όπου ο Αιτητής διέμενε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του και όπου διαμένει η οικογένειά του, και κατέληξαν ότι καταρχήν υφίστανται εύλογοι λόγοι ώστε να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στο Καμερούν, αυτός θα κινδυνεύσει να υποστεί μεταχείριση ισοδυναμούσα με δίωξη ή σοβαρή βλάβη.

26.          Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι δεν τεκμηριώνεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στο Καμερούν για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Στη συνέχεια, διαπίστωσαν πως δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 19 του προαναφερθέντος Νόμου και κατά συνέπεια, δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ειδικά σε σχέση με το εδάφιο (γ) του άρθρου 19(2), οι Καθ' ων η αίτηση κατέγραψαν ότι παρά την έκρυθμη κατάσταση ασφαλείας στη βορειοδυτική περιφέρεια, απ’ όπου κατάγεται και όπου διέμενε ο Αιτητής, το επίπεδο της αδιάκριτης βίας που επικρατεί στην περιοχή σε συνάρτηση με τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι εκ της παρουσίας του και μόνο διατρέχει σοβαρή και προσωπική απειλή. Αναφορικά με τις προσωπικές του περιστάσεις, οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν ότι ο Αιτητής πρόκειται για άμαχο υγιή ενήλικα, ικανοποιητικού μορφωτικού επιπέδου, χωρίς θέματα ευαλωτότητας και με συγγενικούς δεσμούς που εξακολουθούν να διαμένουν στην περιοχή Mankon.

27.          Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία, τέθηκαν στον Αιτητή ερωτήματα επί κρίσιμων πτυχών του αφηγήματός του. Ο Αιτητής αναφέρθηκε σε έγγραφο/κλήση, επισημαίνοντας ότι δεν γνωρίζει εάν έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του, ενώ ισχυρίστηκε ότι του είχε αποσταλεί φωτογραφία του εν λόγω εγγράφου από τον ξάδελφό του. Ερωτηθείς κατά πόσο προσκόμισε το έγγραφο ενώπιον του αρμόδιου λειτουργού, ανέφερε ότι επιχείρησε να το επιδείξει, πλην όμως αυτό αγνοήθηκε. Κατά τους ισχυρισμούς του, το έγγραφο εκδόθηκε όταν ο ίδιος βρισκόταν ακόμη στο Καμερούν και παραδόθηκε στον πατέρα του. Περαιτέρω, δήλωσε ότι ενημερώθηκε για την ύπαρξή του όταν, επιστρέφοντας από αποστολή με την ομάδα των αυτονομιστών, μετέβη στην οικία της οικογένειάς του για να τους χαιρετίσει. Κληθείς να εξηγήσει πώς κατόρθωσε να αναχωρήσει από τη χώρα, παρά την ύπαρξη ενδεχόμενου εντάλματος σύλληψης, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο θείος του προέβη σε δωροδοκία.

28.          Σε απάντηση διερευνητικών ερωτημάτων, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο τελευταίος τόπος διαμονής του ήταν η περιοχή Bamenda-Mankon, όπου, κατά τους ισχυρισμούς του, εξακολουθεί να διαμένει η οικογένειά του. Αναφέρθηκε σε περιστατικό κατά το οποίο στρατιωτικές δυνάμεις συνέλαβαν τον πατέρα του και τον κράτησαν για χρονικό διάστημα τριών εβδομάδων, με σκοπό να εξαναγκάσουν τον ίδιο να εμφανιστεί. Επιπλέον, δήλωσε ότι κατά το χρονικό διάστημα από το 2020 έως το 2022 υπήρξε μέλος αυτονομιστικής ομάδας, με την ένταξή του να πραγματοποιείται σταδιακά. Ειδικότερα, ανέφερε ότι, λόγω της καλής φυσικής του κατάστασης, προσεγγίστηκε από διοικητή της ομάδας, ο οποίος του ανέφερε ότι αγωνίζονται για την ελευθερία τους και του υποσχέθηκε καλύτερες και ασφαλείς συνθήκες ζωής. Κατά τους ισχυρισμούς του, η αρχική προσέγγιση ήταν ειρηνική, πλην όμως, εν συνεχεία, εξαναγκάστηκε να ενταχθεί υπό την απειλή πρόκλησης βλάβης εις βάρος της οικογένειάς του.

29.          Περαιτέρω, ως προς τις συνθήκες διαβίωσης στο στρατόπεδο, επανέλαβε ότι επικρατούσαν αυστηροί κανόνες, χωρίς ελευθερία μετακίνησης, ενώ οι μετακινήσεις πραγματοποιούνταν αποκλειστικά στο πλαίσιο αποστολών. Αναφορικά με τις αποστολές, ισχυρίστηκε ότι συμμετείχε σε ενέργειες κατά στρατιωτικών δυνάμεων, περιλαμβανομένων επιθέσεων σε σημεία ελέγχου και εγκαταστάσεις χωροφυλακής, και ότι εκτέθηκε κατ’ επανάληψη σε κίνδυνο. Κληθείς να περιγράψει συγκεκριμένο περιστατικό, αναφέρθηκε σε γεγονός της 1ης Οκτωβρίου 2021, κατά το οποίο είχαν ως αποστολή τον αποκλεισμό οδού, επισημαίνοντας ότι τα μέλη της ομάδας τελούσαν, κατά τους ισχυρισμούς του, υπό «πνευματική προστασία», κατόπιν τελετουργικής μύησης που περιλάμβανε χάραξη του δέρματος και χρήση αντικειμένων που θεωρούνταν ότι παρέχουν προστασία από σφαίρες.

30.          Ερωτηθείς κατά πόσο υπάρχουν ενδείξεις ότι οι κρατικές αρχές εξακολουθούν να τον αναζητούν, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν γνωρίζει, επισημαίνοντας ότι ενδεχομένως να έχουν μεταβληθεί τα πρόσωπα που υπηρετούν στις αρμόδιες θέσεις. Σε ερώτηση κατά πόσο θα μπορούσε να επιστρέψει και να διαμείνει σε άλλη περιοχή της χώρας, όπως η Douala, ισχυρίστηκε ότι καταζητείται σε ολόκληρη την επικράτεια. Τέλος, κληθείς να αναφέρει τυχόν περαιτέρω εξελίξεις μετά τη σύλληψη του πατέρα του, αρχικώς απάντησε αρνητικά και μόνο κατόπιν υπόμνησης των δηλώσεών του στη διοικητική συνέντευξη επιβεβαίωσε ότι η οικία της οικογένειάς του είχε πυρποληθεί.

31.          Στη συνέχεια το Δικαστήριο προβαίνει σε de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν του δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου. Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]

32.          Ως προς τον διαχωρισμό των ουσιωδών ισχυρισμών, επισημαίνεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε διάκριση δύο μόνον ουσιωδών ισχυρισμών, ήτοι, αφενός, των προσωπικών στοιχείων, του προφίλ και της χώρας καταγωγής του Αιτητή και, αφετέρου, του ισχυρισμού ότι ο Αιτητής έπαυσε να είναι μέλος των «Amba boys» και ότι κινδυνεύει από τον στρατό. Ωστόσο, διαπιστώνεται ότι ο εν λόγω διαχωρισμός είναι εσφαλμένος.

33.          Ειδικότερα, σύμφωνα με τον Πρακτικό Οδηγό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO, νυν Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο – EUAA), «η προσήκουσα ταυτοποίηση των ουσιωδών ισχυρισμών είναι ουσιώδης τόσο για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας όσο και για την αξιολόγηση κινδύνου». Υπό το φως των ανωτέρω, ο ορθός διαχωρισμός των ουσιωδών ισχυρισμών στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να διαμορφωθεί ως εξής: ως πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός: η χώρα καταγωγής, το προσωπικό προφίλ και ο τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή, ως δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός: η ένταξη του Αιτητή σε αυτονομιστική ομάδα και η συμμετοχή του σε αποστολές, ως τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός: ο κίνδυνος που ισχυρίζεται ότι διατρέχει από τις κρατικές αρχές, λόγω της συμμετοχής του στην εν λόγω αυτονομιστική ομάδα, ως τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός: ο κίνδυνος που ισχυρίζεται ότι διατρέχει από την ίδια την αυτονομιστική ομάδα, λόγω της αποχώρησής του από αυτήν.  Ο ως άνω διαχωρισμός κρίνεται αναγκαίος, καθότι οι τρεις τελευταίοι ισχυρισμοί αφορούν διακριτούς φορείς δίωξης και/ή διαφοροποιημένες πραγματικές περιστάσεις, οι οποίες απαιτούν αυτοτελή αξιολόγηση τόσο ως προς την αξιοπιστία όσο και ως προς την ύπαρξη κινδύνου.

34.          Αρχικά το Δικαστήριο συντάσσεται με το εύρημα των Καθ' ων η αίτηση περί αξιοπιστίας του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού. Ειδικότερα, διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής υπήρξε σαφής ως προς τα προσωπικά του στοιχεία. Η αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού εδραιώνεται περαιτέρω και από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες συγκεντρώνονται στο διοικητικό φάκελο και από το διαβατήριό του. 

 

35.          Αναφορικά με τον δεύτερο νεοσχηματισθέντα ισχυρισμό, ήτοι ότι ο Αιτητής εντάχθηκε σε αυτονομιστική ομάδα και συμμετείχε σε αποστολές, το Δικαστήριο παρατηρεί τα κάτωθι. Ο πυρήνας του αφηγήματος του Αιτητή παραμένει σε γενικές γραμμές σταθερός: ισχυρίστηκε ότι εξαναγκάστηκε σε ένταξη σε αυτονομιστική ομάδα, βρέθηκε σε στρατόπεδο σε δασώδη περιοχή, υπήρχαν αυστηροί κανόνες, περιορισμοί στη μετακίνηση, μύηση, τελετουργικά στοιχεία, χρήση ουσιών και συμμετοχή σε αποστολές. Τις πληροφορίες αυτές ο Αιτητής προέβαλε τόσο στη συνέντευξή του, όσο και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία. Εντοπίζονται επίσης ορισμένες βιωματικές λεπτομέρειες, όπως η αναφορά σε απώλεια δύο στενών φίλων, σε φόβο, στη διαφυγή πεζός από το δάσος, στη μη λήψη όπλου για να μην κινήσει υποψίες, και ακολούθως κατά την ακροαματική διαδικασία σε συγκεκριμένη αποστολή της 1ης Οκτωβρίου 2021, στο κλείσιμο δρόμου και στη λεγόμενη «πνευματική προστασία» μέσω χαράξεων στο δέρμα και αντικειμένων που φορούσαν.

 

36.           Πέραν των ανωτέρω, ο ισχυρισμός αυτός εμφανίζει ουσιώδη έλλειψη πληροφοριών σε κρίσιμα σημεία της αφήγησής του. Πρώτον, υπάρχει ασυνέπεια στη χρονική διάρκεια της συμμετοχής του, καθότι ενώ στη συνέντευξή δήλωσε ότι εντάχθηκε τον Οκτώβριο 2021 και παρέμεινε έως τον Ιούνιο 2022, ενώπιον του Δικαστηρίου δήλωσε ότι υπήρξε μέλος από το 2020 έως το 2022, χωρίς να συγκεκριμενοποιήσει τους μήνες. Ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι η ένταξή του έγινε σταδιακά από το 2020 έως το 2021, χωρίς ωστόσο να παρέχει οποιαδήποτε λεπτομέρεια για τη διαδικασία ένταξής του. Θα αναμενόταν από τον Αιτητή να είναι σε θέση να τοποθετήσει χρονικά με σαφήνεια μία τέτοιας βαρύτητας εμπειρία, η οποία αποτέλεσε και τη γενεσιουργό αιτία της αναχώρησής του από τη χώρα του. Επιπρόσθετα, ο Αιτητής παρουσίασε χαμηλή επιχειρησιακή γνώση για δραστηριότητες στις οποίες ισχυρίστηκε ότι συμμετείχε ενεργά επί μήνες ή και έτη. Στη συνέντευξη δεν περιέγραψε με ικανοποιητική λεπτομέρεια τις αποστολές στις οποίες συμμετείχε, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει πόσες έγιναν, ούτε πόσα άτομα σκότωσε, ούτε προέβη σε συγκεκριμένα περιστατικά τα οποία πιθανόν να τον σημάδεψαν και περιορίστηκε σε αόριστες και γενικές αναφορές. Η μετέπειτα περιγραφή που έδωσε για μία αποστολή ενώπιον του Δικαστηρίου δεν θεραπεύει τις ελλείψεις στην αφήγησή του ως προς τα προσωπικά του βιώματα.

 

37.          Εξετάζοντας την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνουν ότι στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, αυτονομιστικές ομάδες προβαίνουν σε εξαναγκαστική στρατολόγηση κυρίως μέσω απαγωγών, αυθαίρετης κράτησης, απειλών και βίας, στοχεύοντας ιδιαίτερα εφήβους και νεαρούς άνδρες.[2] Επιβεβαιώνεται επίσης ότι ένοπλες αγγλόφωνες αυτονομιστικές ομάδες στο Καμερούν προβαίνουν σε οργανωμένες αποστολές/επιθέσεις και ότι, τουλάχιστον σε μέρος των ομάδων ή μονάδων τους, υπάρχουν πρακτικές τύπου Odeshi με φυλακτά, τελετουργίες και χαράξεις στο δέρμα για «προστασία» από σφαίρες. Πηγές περιγράφουν μαχητή με “battle shirt” στο οποίο ήταν ραμμένα φυλακτά, με κρεμαστά περίαπτα και βραχιόλια. Στα φυλακτά αποδίδονται ιδιότητες όπως αορατότητα ή «μπλοκάρισμα» του όπλου του αντιπάλου, και ότι ο μαχητής έφερε λεπτές ουλές από προηγούμενα τελετουργικά. Εντοπίζονται επίσης πληροφορίες ότι παραδοσιακοί θεραπευτές χαράζουν με ξυράφι τους μαχητές για προστασία από σφαίρες. Αναφέρεται ακόμη ότι ορισμένοι μαχητές χρησιμοποιούν “tramadol” ή άλλα ναρκωτικά για να πηγαίνουν στο πεδίο χωρίς φόβο. [3]

 

38.          Παρόλο που επιμέρους πτυχές του αφηγήματος του Αιτητή δεν είναι εκ προοιμίου ασύμβατες με τις διαθέσιμες πληροφορίες περί της δράσης των αυτονομιστικών ομάδων στο Καμερούν, η εξωτερική αυτή συμβατότητα δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για να καταστήσει αξιόπιστο τον ισχυρισμό του Αιτητή, καθότι η αοριστία με την οποία περιγράφει καίρια περιστατικά της υποτιθέμενης συμμετοχής του δεν παραπέμπουν σε βιωματικές εμπειρίες. Δεν αποκλείεται ο Αιτητής να είχε κάποια επαφή, προσέγγιση ή ακόμη και κάποια μορφή εμπλοκής με αυτονομιστική ομάδα, αλλά δεν αποδεικνύεται με ικανοποιητική αξιοπιστία ότι υπήρξε, κατά τον τρόπο που περιγράφει, ενεργό μέλος για το προβαλλόμενο χρονικό διάστημα και ότι συμμετείχε συστηματικά σε αποστολές. Περαιτέρω, δεδομένου ότι οι πρακτικές αυτές έχουν καταγραφεί σε δημόσια προσβάσιμες διεθνείς εκθέσεις και άρθρα, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ορισμένες από τις σχετικές περιγραφές του να μην εδράζονται σε προσωπικό βίωμα, αλλά να αναπαράγουν πληροφορίες ευρύτερα γνωστές σε πρόσωπα προερχόμενα από τις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ως αξιόπιστο τον εν λόγω ουσιώδη ισχυρισμό.

 

39.          Ως προς τον τρίτο σχηματισθέντα ισχυρισμό, ήτοι ότι ο Αιτητής κινδυνεύει από τον στρατό της χώρας λόγω της συμμετοχής του σε αυτονομιστική ομάδα, παρόλο που θα μπορούσε να απορριφθεί εκ προοιμίου λόγω της μη αποδοχής του προγενέστερου ισχυρισμού, ότι ο Αιτητής υπήρξε μέλος αυτονομιστικής ομάδας, το Δικαστήριο θα προχωρήσει με αξιολόγησή του. Εντοπίζονται αρκετές ασυνέπειες και ασάφειες στο αφήγημα του Αιτητή. Συγκεκριμένα, ενώ ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι καταζητείται από τον στρατό, ακόμη και σε όλη την επικράτεια της χώρας, ενώπιον Δικαστηρίου ερωτηθείς αν υπάρχουν ενδείξεις ότι ο στρατός συνεχίζει να τον αναζητά, απάντησε ότι δεν γνωρίζει, ότι μπορεί να έχουν αλλάξει οι εργαζόμενοι και ότι δεν ξέρει ποια εικόνα έχουν τώρα, απάντηση η οποία αποδυναμώνει ουσιωδώς τον ισχυρισμό περί συνεχιζόμενης και μελλοντικής δίωξης. Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν προσδιόρισε με σαφήνεια πότε ο στρατός επισκέφθηκε την οικία του, πότε προέβη σε προειδοποιήσεις προς την οικογένειά του, ούτε πότε φέρεται να πήρε τον πατέρα του, παραμένοντας γενικά αόριστος ως προς τις συνθήκες και τις περιστάσεις των εν λόγω επισκέψεων. Αξιοσημείωτο είναι ότι, ως ισχυρίστηκε ο Αιτητής, δεν τον αναζήτησε ο στρατός κατά την παραμονή του σε φίλο του για διάστημα 3 έως 4 εβδομάδων στην ίδια περιοχή μετά τη διαφυγή του από την αυτονομιστική ομάδα. Ως προς το περιστατικό του εμπρησμού της πατρικής οικίας, το οποίο προέβαλε στη συνέντευξή του, κληθείς κατά την ακροαματική διαδικασία να αναφέρει κατά πόσο συνέβη κάτι αξιοσημείωτο μετά τη σύλληψη του πατέρα του, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά και μόνο όταν του υποδείχθηκε ότι στη συνέντευξη είχε αναφέρει πως έκαψαν το σπίτι του, το επιβεβαίωσε. Το γεγονός ότι δεν ανέφερε αυθόρμητα ένα τόσο κομβικό περιστατικό πλήττει σοβαρά την αξιοπιστία του. Επιπρόσθετα, ως προς το περιστατικό αυτό, στη συνέντευξή του ισχυρίστηκε ότι καταστράφηκαν και άλλες οικίες της περιοχής του, γεγονός το οποίο δεν υποδηλώνει στοχοποίηση του ιδίου και της οικογένειάς του, αλλά εντάσσει το περιστατικό στο πλαίσιο ευρύτερων επιθέσεων και στρατιωτικών επιχειρήσεων που φέρονται να έλαβαν χώρα σε αγγλόφωνες περιοχές. Τέλος, ασάφεια εντοπίζεται και ως προς την επικοινωνία με την οικογένειά του, καθότι ενώ στην αίτησή του ο Αιτητής κατέγραψε ότι έχασε κάθε επαφή με τη μητέρα και τα αδέλφια του μετά τον εμπρησμό της οικίας του και τη σύλληψη του πατέρα του, στη συνέντευξή του υποστήριξε ότι διατηρεί επικοινωνία μαζί τους, γνωρίζει πού μένουν και ότι η μητέρα και τα αδέλφια του είναι καλά.

 

40.          Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης, διαπιστώνεται ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι ο στρατός της χώρας τον συνέδεσε με τους αυτονομιστές και αναζήτησε τον ίδιο μέσω της οικογένειάς του, πλήττεται ουσιωδώς από αοριστία και έλλειψη συνοχής ως προς κρίσιμα περιστατικά, ήτοι τις κατ’ οίκον επισκέψεις του στρατού, τον εμπρησμό της οικίας, τη σύλληψη του πατέρα, την ύπαρξη εγγράφου ή εντάλματος, καθώς και την ύπαρξη πρόσφατων ενδείξεων ότι εξακολουθεί να αναζητείται. Δεν παροράται, περαιτέρω, το γεγονός ότι, κατά τα λεγόμενα του Αιτητή, η οικογένειά του εξακολουθεί να παραμένει στην περιοχή, χωρίς να αντιμετωπίζει προβλήματα και χωρίς να έχουν προκύψει περιστατικά αναζήτησής του από τον στρατό μετά την αναχώρησή του από τη χώρα. Το στοιχείο αυτό συνδέεται άμεσα με την αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου, αποδυναμώνοντας ταυτοχρόνως τον ισχυρισμό του περί στοχευμένης δίωξής του από τον στρατό, καθόσον, εάν πράγματι αποτελούσε αντικείμενο ενεργού αναζήτησης, δεν εξηγείται ευλόγως η φερόμενη αδράνειά τους επί τόσο εκτεταμένο χρονικό διάστημα, ούτε η πεποίθησή του ότι εξακολουθούν να τον αναζητούν. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν τεκμηριώνεται με ικανοποιητική αξιοπιστία ότι ο Αιτητής αποτελεί αντικείμενο ενεργού δίωξης από τον στρατό του Καμερούν.

 

41.          Ο τέταρτος σχηματισθείς εκ του Δικαστηρίου ισχυρισμός, ήτοι ότι ο Αιτητής διώκεται από την αυτονομιστική ομάδα από την οποία φέρεται να διέφυγε, κρίνεται ότι δεν προβάλλεται με επαρκή και συγκεκριμένα στοιχεία. Παρότι η εκδοχή ότι οι αυτονομιστές θα αντιμετώπιζαν αρνητικά τη διαφυγή μέλους τους δεν είναι απίθανη, ο Αιτητής δεν παρέθεσε συγκεκριμένα περιστατικά, απειλές ή άλλες ενέργειες από τις οποίες να προκύπτει ότι μετά τη διαφυγή του αναζητήθηκε από την εν λόγω ομάδα. Ερωτηθείς στη συνέντευξή του για ποιο λόγο τον αναζητούν, ο Αιτητής υποστήριξε επειδή δεν είχε το δικαίωμα να τους εγκαταλείψει και επειδή πιθανόν να δώσει πληροφορίες γι’ αυτούς. Ακολούθως, κληθείς να αναφέρει πώς γνωρίζει ότι τον αναζητούν, ο Αιτητής απάντησε αόριστα ότι διέδωσαν πληροφορίες για τις δολοφονίες ατόμων στις οποίες προέβη μαζί με την ομάδα. Ο ισχυρισμός του Αιτητή παραμένει σε επίπεδο εικασίας, ενώ αποδυναμώνεται περαιτέρω από τις αδυναμίες που χαρακτηρίζουν τους προγενέστερους ισχυρισμούς περί ένταξης και συμμετοχής του στην ομάδα.

 

42.          Εξωτερικές πηγές πληροφόρησης στις οποίες ανέτρεξε το Δικαστήριο, αναφέρουν ότι οι δυνάμεις ασφαλείας του Καμερούν διεξάγουν επιχειρήσεις εναντίον αυτονομιστών, καθώς και εναντίον προσώπων που θεωρούνται ότι τους υποστηρίζουν και καταγράφονται παράνομες δολοφονίες, βασανιστήρια, καταστροφές, εμπρησμοί οικιών και αυθαίρετες κρατήσεις από τις κρατικές δυνάμεις.[4] Ομοίως και οι αυτονομιστικές ομάδες στο αγγλόφωνο Καμερούν θεωρούν όσους μπορεί να δώσουν πληροφορίες στις αρχές ή να εκθέσουν τη δράση τους ως «πληροφοριοδότες» και ως «προδότες» και έχουν καταγραφεί περιπτώσεις όπου απειλούν, αναζητούν ή στοχοποιούν άτομα που αρνήθηκαν να συνεργαστούν ή είχαν διαφύγει, καθώς και μέλη των οικογενειών τους.[5] Διαπιστώνεται ότι θα μπορούσε ο φόβος διαρροής πληροφοριών να αποτελέσει λόγο στοχοποίησης από αυτονομιστικές ομάδες.

 

43.           Δεν εντοπίστηκαν επαρκώς αξιόπιστες πηγές που να τεκμηριώνουν πυρπολήσεις οικιών από τον στρατό του Καμερούν στο Bafut τον Νοέμβριο 2021. Αντιθέτως, αξιόπιστες πηγές τεκμηριώνουν πυρπόληση του Ndanifor/Bafut Ecovillage στο Bafut στις 12 Ιανουαρίου 2021, καθώς και ξεχωριστές πυρπολήσεις κατοικιών στην Bamenda τον Δεκέμβριο 2021.[6]

 

44.          Θα προχωρώ στην αξιολόγηση του εγγράφου που προσκόμισε ο Αιτητής ως Τεκμήριο 1 κατά την αίτηση που καταχώρισε ενώπιον Δικαστηρίου μέσω της συνηγόρου του. Εκ προοιμίου, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να αποφανθεί επί της γνησιότητας ενός εγγράφου, τόσο διότι κατά πάγια νομολογημένη αρχή ο δικαστής δεν υποχρεούται να αποφασίζει επί τεχνικών θεμάτων, όπως εν προκειμένω η γνησιότητα ενός εγγράφου, αλλά ούτε έχει τη δυνατότητα προς τούτο αφού δεν έχει την απαιτούμενη τεχνογνωσία για να προβεί σε ένα τέτοιο εγχείρημα (βλ. και Λάμπρου Λάμπρος v. Κυπριακής Δημοκρατίας και Άλλου, (2009) 3 Α.Α.Δ. 79). Η γνησιότητα του εγγράφου θα διασταυρωθεί μέσω των προφορικών ισχυρισμών, άλλως αυτά θα ενισχύσουν προφορικούς ισχυρισμούς αλλά δεν επαρκούν αφ' εαυτών για να τους αποδείξουν (βλ. Βλ. Κωνσταντίνος Δ. Φαρμακίδης - Μάρκου, Προσφυγικό Δίκαιο, Ερμηνευτική προσέγγιση και πρακτική διάσταση, Νομική Βιβλιοθήκη, 2021, σελ. 31.). Τούτων λεχθέντων η αξιολόγηση των προσκομισθέντων εγγράφων θα λάβει χώρα υπό το φως της ανωτέρω παραμέτρου.

 

45.          Η κρίση μου βασίζεται επί των διευκρινιστικών ερωτημάτων που τέθηκαν στον Αιτητή κατά την ακροαματική διαδικασία και των απαντήσεων που ο τελευταίος παρείχε σε σχέση με αυτό. Εκ προοιμίου παρατηρώ ότι το εν λόγω έγγραφο χρονολογείται στο έτος 2021. Υπενθυμίζεται ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε την χώρα του το έτος 2022 και το αίτημά του για διεθνή προστασία εξετάστηκε από τους Καθ' ων η αίτηση το έτος 2024. Καίτοι κατά την συνέντευξη ο Αιτητής κλήθηκε να καταθέσει οποιαδήποτε έγγραφα είχε στην κατοχή του προς υποστήριξη του αιτήματός του, εντούτοις δήλωσε πως δεν διέθετε έγγραφα και έτι περαιτέρω δεν αναφέρθηκε ούτε στην ύπαρξη εγγράφων στη χώρα καταγωγής του με την επιφύλαξη μελλοντικής κατάθεσης (βλ. ερυθρό 25 του δ. φ.). Σε αντίφαση με τα ανωτέρω, ο Αιτητής υποστήριξε ενώπιον Δικαστηρίου ότι ενημερώθηκε για την ύπαρξη του εν λόγω εγγράφου πριν την αναχώρησή του από το Καμερούν. Η αδράνεια του Αιτητή όχι μόνο να προσκομίσει, αλλά πολλώ δε μάλλον να αναφερθεί στο εν λόγω έγγραφο κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας στερεί από το πρόσωπό του την απαιτούμενη αξιοπιστία. Η εξήγηση δε που έδωσε ότι στην πραγματικότητα αναφέρθηκε κατά τη συνέντευξή του στην ύπαρξη του εν λόγω εγγράφου, καθώς και στο ότι είναι καταζητούμενος από την κυβέρνηση, αγνοήθηκε από τον λειτουργό και οι δηλώσεις του δεν αποδόθηκαν λόγω μη κατάλληλου μεταφραστή, δεν βρίσκει έρεισμα στα στοιχεία του φακέλου, καθότι ο Αιτητής υπέγραψε κάθε σελίδα του πρακτικού βεβαιώνοντας ότι το περιεχόμενο της συνέντευξης ανταποκρίνεται στις δηλώσεις του. Επισημαίνεται περαιτέρω ότι ο Αιτητής στη συνέντευξή του υποστήριξε ότι αναχώρησε νόμιμα από τη χώρα του χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα από τις αρχές, ενώ προέβαλε ενώπιον Δικαστηρίου, και μόνο αφού ρωτήθηκε, ότι ο θείος του προέβη σε δωροδοκία.

 

46.          Από την εξέταση του προσκομισθέντος εγγράφου (“Convovation”) προκύπτει ότι αυτό δεν δύναται να θεωρηθεί, αφ’ εαυτού και μόνο εκ της φωτογραφικής του απεικόνισης, ως γνήσιο. Ειδικότερα, μολονότι στο τυποποιημένο πάνω μέρος στο οποίο αναγράφονται οι αρχές που εμπλέκονται στην έκδοση του εν λόγω εγγράφου και το κείμενο καταγράφεται τόσο στα γαλλικά όσο και στα αγγλικά, στοιχεία που συνάδουν γενικά με υπαρκτή διοικητική ορολογία και δομές των αρχών του Καμερούν[7], το έγγραφο εμφανίζει ουσιώδη νομική ανακρίβεια ως προς τη νομοθετική του βάση. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι η άρνηση ανταπόκρισης συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο βάσει του άρθρου 154 του CPC (Criminal Procedure Code), πλην όμως η διάταξη αυτή η αφορά τη μυστικότητα προκαταρκτικής ανάκρισης και ότι όποιος συμμετέχει σε αυτήν δεσμεύεται από απόρρητο και όχι τη μη συμμόρφωση σε κλήση ή πρόσκληση προς εμφάνιση.[8] Περαιτέρω, ο ίδιος Κώδικας προβλέπει ελάχιστο μεσοδιάστημα πέντε ημερών μεταξύ έκδοσης και εμφάνισης όταν ο καλούμενος διαμένει στην ίδια πόλη ή τοποθεσία, ενώ το εξεταζόμενο έγγραφο, κατά το περιεχόμενό του, φαίνεται να απαιτεί εμφάνιση την ίδια ημέρα. Συγκεκριμένα αναφέρεται στη διάταξη 52: “The interval between the day when the summons is issued and the day fixed for appearance shall be five (5) days if the person summoned resides in the town or the locality where he is to be heard.”[9] Υπό τα δεδομένα αυτά, διαπιστώνεται ότι το έγγραφο παρουσιάζει μειωμένη αποδεικτική αξία.

 

47.          Βάσει των ως άνω διαπιστώσεων, παρατηρείται ότι ο Αιτητής έχει υποπέσει σε ασάφειες ως προς τις χρονικές και λοιπές περιστάσεις και από την αφήγησή του ελλείπει ο απαιτούμενος βαθμός σαφήνειας και επάρκειας λεπτομερειών που ευλόγως αναμένει κανείς από κάποιον που εξιστορεί βιωματικά γεγονότα. Περαιτέρω, δεν ήταν ούτε σε θέση να τεκμηριώσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα περιστατικά που επικαλείται.

48.          Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να διατρέχει ο Αιτητής, πέραν των όσων ο ίδιος δήλωσε και τα οποία απορρίφθηκαν ανωτέρω, σημειώνεται ότι ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε οποιονδήποτε πρόσθετο ή ανεξάρτητο κίνδυνο απορρέοντα από το προσωπικό του προφίλ ή τις ιδιαίτερες περιστάσεις του. Στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού του, ήτοι η χώρα καταγωγής, το προφίλ του και ο τόπος συνήθους διαμονής του, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του Αιτητή και αναφορικά με την θρησκεία του.

49.          Ως προς τη γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, αναφέρονται τα ακόλουθα, ως προκύπτουν από έγκυρες πηγές πληροφόρησης.

50.           Βάσει πληροφοριών από τον ανεξάρτητο οργανισμό ACAPS, η κρίση που ξέσπασε στις Αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν (ήτοι στις περιφέρειες Northwest και Southwest) περί τα τέλη του 2016 οδήγησε στην εμφάνιση διαφόρων αποσχιστικών ομάδων και σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ του κρατικού στρατού και των ενόπλων δυνάμεων των αυτονομιστών, που έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις αγγλόφωνες περιοχές, «αφήνοντας πάνω από 334.000 άτομα εσωτερικά εκτοπισμένα και περισσότεροι από 76.000 να αναζητούν καταφύγιο στη γειτονική Νιγηρία, μέχρι τον Φεβρουάριο του 2025.».[10]

51.          Εκ των όσων επίσης αναφέρονται στην ίδια πηγή, οι απαρχές της σύγκρουσης εντοπίζονται στα μακροχρόνια προβλήματα στην αγγλόφωνη κοινότητα στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές της χώρας, λόγω της περιθωριοποίησης τους από τη γαλλόφωνη κυβέρνηση, «που κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες περί τα τέλη του 2016».[11]

52.          Έκθεση του Global Centre for the Responsibility to Protect του Νοεμβρίου του 2025, αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, οι δυνάμεις ασφαλείας έχουν διαπράξει εξωδικαστικές δολοφονίες και εκτεταμένη σεξουαλική και έμφυλη βία, έχουν κάψει αγγλόφωνα χωριά και έχουν υποβάλει άτομα με ύποπτους αυτονομιστικούς δεσμούς σε αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση. Ένοπλοι αυτονομιστές έχουν επίσης σκοτώσει, απαγάγει και τρομοκρατήσει πληθυσμούς, ενώ παράλληλα διατηρούν σταθερά τον έλεγχο μεγάλων τμημάτων των αγγλόφωνων περιοχών. Οι αυτονομιστές και οι κυβερνητικές δυνάμεις έχουν διαπράξει στοχευμένες επιθέσεις σε εγκαταστάσεις υγείας και εργαζόμενους σε ανθρωπιστικές οργανώσεις, περιορίζοντας την παροχή και την πρόσβαση σε ζωτικής σημασίας βοήθεια και αναγκάζοντας διάφορους διεθνείς ανθρωπιστικούς οργανισμούς να αναστείλουν τις δραστηριότητές τους. Οι αυτονομιστές έχουν επίσης απαγορεύσει την κρατική εκπαίδευση και συχνά επιτίθενται, απειλούν και απαγάγουν μαθητές και εκπαιδευτικούς, καθώς και καίνε, καταστρέφουν και λεηλατούν σχολεία.[12]

53.          Η ανωτέρω έκθεση αναφέρει επίσης ότι στις 12 Οκτωβρίου 2025 πραγματοποιήθηκαν προεδρικές εκλογές στο Καμερούν, στις οποίες ανακηρύχθηκε νικητής ο Paul Biya, εξασφαλίζοντας την όγδοη θητεία. Η αντιπολίτευση και οι αυτονομιστικές ομάδες απέρριψαν το αποτέλεσμα, καταγγέλλοντας έλλειψη διαφάνειας και πολιτικές ελευθερίες υπό περιορισμό. Πριν από τις εκλογές, αυτονομιστές στις αγγλόφωνες περιοχές επέβαλαν πολύμηνο lockdown, κλείνοντας επιχειρήσεις και σχολεία και περιορίζοντας την κυκλοφορία σε πόλεις όπως η Buea και η Limbe. Μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, ξέσπασαν εκτεταμένες διαδηλώσεις με καταγγελίες για νοθεία. Οι δυνάμεις ασφαλείας φέρονται να σκότωσαν τουλάχιστον 48 πολίτες και να προχώρησαν σε πάνω από 100 συλλήψεις. Οι συγκρούσεις συνεχίζονται μεταξύ των κρατικών κυβερνητικών δυνάμεων και των αυτονομιστικών ομάδων και επηρεάζουν τους πολίτες, οι οποίοι αντιμετωπίζουν απειλές, όπως αδέσποτες σφαίρες, αυθαίρετες κρατήσεις, στοχευμένες επιθέσεις, απαγωγές για λύτρα, παράνομη φορολογία, οδοφράγματα, εκβιασμούς και περιορισμούς στην κυκλοφορία.[13]

54.          Η υπό εξέταση σύγκρουση έχει ήδη διάρκεια περίπου εννέα ετών και επηρεάζει τόσο τη Βορειοδυτική όσο και τη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν. Τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι πρόκειται για μια μακροχρόνια και σταθερά εγκατεστημένη κρίση. Επιπλέον, δεν φαίνεται να υπάρχει καμία πρόθεση επίλυσής της στο άμεσο μέλλον, καθώς η σύγκρουση δεν συζητήθηκε ούτε στην πρόσφατη συνεδρίαση της Ομάδας Υπουργικής Δράσης της Κοινοπολιτείας του Καμερούν τον Μάρτιο του 2025.[14]

55.          Ως προς τα ποσοτικά δεδομένα της σύγκρουσης, σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους όλων των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 6.3.2026) στην Βορειοδυτική περιφέρεια (Nord - Ouest) του Καμερούν, καταγράφηκαν συνολικά 1869 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 584 θάνατοι. Στην Bamenda-Mankon, τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή καταγράφηκαν 55 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία είχαν ως συνέπεια την απώλεια 26 ανθρώπινων ζωών.[15] Σημειωτέον ότι ο πληθυσμός της Βορειοδυτικής περιφέρειας εκτιμάται στους 2,428,200 κατοίκους (με εκτίμηση του 2025).[16]

56.          Ειδικώς ως προς το θρησκευτικό του προφίλ ως χριστιανού δεν προκύπτει κάποιος κίνδυνος. Πηγές αναφέρουν πως στο Καμερούν, οι Χριστιανοί αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού, με περίπου 70% να ανήκουν σε διάφορα χριστιανικά δόγματα. Ωστόσο, υπάρχουν περιοχές όπου οι Χριστιανοί αντιμετωπίζουν προκλήσεις. Στις βόρειες περιοχές, όπου κυριαρχεί το Ισλάμ, έχουν αναφερθεί περιστατικά  κοινωνικών εντάσεων μεταξύ χριστιανικών και μουσουλμανικών κοινοτήτων. Επιπλέον, η παρουσία εξτρεμιστικών ομάδων, όπως η Boko Haram, έχει οδηγήσει σε επιθέσεις κατά χριστιανικών κοινοτήτων στα βόρεια σύνορα με τη Νιγηρία και όχι στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή. Παρά τις προκλήσεις αυτές, οι Χριστιανοί στο Καμερούν γενικά ασκούν τη θρησκεία τους ελεύθερα.[17]

57.          Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, ως αυτό έγινε αποδεκτό και ειδικότερα ότι ο Αιτητής είναι νεαρός, υγιής, ικανοποιητικού μορφωτικού επιπέδου, ομιλεί την αγγλική και τη γαλλική γλώσσα, και χωρίς οποιοδήποτε σημείο ευαλωτότητας ή αποδεδειγμένο περιστατικό παρελθούσας δίωξης, διαθέτοντας στην περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο, κρίνεται πως σε συνάρτηση με τις παρατεθείσες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του στη χώρα καταγωγής του, δεν πιθανολογείται ότι σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, θα εκτεθεί ευλόγως σε σοβαρό κίνδυνο.

58.          Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

59.           Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου), καθώς ο Αιτητής δεν τεκμηριώνει, αλλά και από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.

60.          Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό και δεδομένου ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε, ότι ενόψει των προσωπικών του περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32)] ότι αυτός διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του [βλ άρθρο 19(2)(α) και (β)].

61.          Επιπροσθέτως, δεδομένης της κατάστασης που επικρατεί στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή και στην ευρύτερη περιφέρεια που αυτός εμπίπτει, δέον να εξεταστούν τα επιμέρους συστατικά στοιχεία του άρθρου 19(2)(γ) και ειδικότερα, κατά πόσον συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο Αιτητής, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94 Elgafaji, σκέψη 43].

62.          Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε Αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως  «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».

63.          Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ.  απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28).

64.          Ακολούθως ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν κατά την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε ότι λαμβάνονται υπόψη «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (Βλ. C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

65.          Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 and 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

66.          Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.» (απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».

67.          Αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη Βορειοδυτική περιφέρεια στην οποία βρίσκεται ο τόπος καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, διαπιστώνεται ότι στην εν λόγω περιοχή εξελίσσεται εσωτερική ένοπλη σύρραξη μεταξύ των δυνάμεων του εθνικού στρατού και αποσχιστικών ομάδων που δραστηριοποιούνται εκεί. Εξωτερικές πηγές περαιτέρω καταδεικνύουν ότι στην περιοχή αυτή εκδηλώνονται φαινόμενα αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια που επηρεάζει πρόσωπα ανεξαρτήτως των προσωπικών τους περιστάσεων (βλ. ανωτέρω Elgafaji, σκ. 34, ΔΕΕ· Diakité, απόφαση της 30.01.2014, C-285/12). Λαμβανομένων υπόψη των ποσοτικών και ποιοτικών χαρακτηριστικών της σύρραξης, όπως αναλύθηκαν ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προερχόμενη από αυτήν αδιάκριτη βία κυμαίνεται σε μέτριο επίπεδο έντασης, χωρίς ωστόσο να ανέρχεται σε τέτοιο βαθμό ώστε, και μόνη η παρουσία ενός αμάχου στην περιοχή, να αρκεί για τη στοιχειοθέτηση πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του 19(2)(γ), ανεξαρτήτως των προσωπικών του περιστάσεων. Ως προς τις περιστάσεις του Αιτητή, επισημαίνεται ότι ο Αιτητής είναι άνδρας νεαρής ηλικίας, χωρίς προβλήματα υγείας, με ολοκληρωμένη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και γνώση αγγλικών και γαλλικών. Στη χώρα καταγωγής του διαθέτει ενεργό οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο, καθώς στην περιοχή Mankon διαμένουν οι γονείς του και τα δύο αδέρφια του, γεγονός που καταδεικνύει ότι διαθέτει ουσιαστικούς δεσμούς, δυνατότητες επανένταξης και ρεαλιστική προοπτική επιστροφής στη χώρα καταγωγής του. Επιπρόσθετα, ο Αιτητής είναι εξοικειωμένος με την περιοχή, άρα σε θέση να γνωρίζει και να αξιολογεί επαρκώς τους κινδύνους. Ως εκ τούτου, κρίνεται ότι ο Αιτητής ως άμαχος δεν διατρέχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, ένεκα του επιπέδου των ένοπλων συγκρούσεων που λαμβάνουν χώρα στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του.

68.          Ως προς δε την απόφαση επιστροφής του, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω (Βλ. απόφαση της της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C- 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51).

Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

                                                                                                Κ. Κ. Κλεάνθους,  Δ.Δ.Δ.Δ.Π.  



[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition, EUAA  https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system, σ. 120-134 και επίσης UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status

[2] EASO COI QUERY, CAMEROON: Forced recruitment  1. Forced recruitment by separatist groups, self-declared as Ambazonians, in the Anglophone regions, 29 June 2021 [Q17-2021]

https://www.ecoi.net/en/document/2054738.html

[3] Manu Lekunze (2023) Insurgency and national security: a perspective from Cameroon’s separatist conflict, Third World Quarterly, 44:6, 1155-1173

https://doi.org/10.1080/01436597.2023.2177149 ;

The New Humanitarian, Cameroon’s anglophone war, part 2: Inside the separatist conflict, 2 August 2018

https://www.thenewhumanitarian.org/special-report/2018/08/02/cameroon-s-anglophone-war-part-2-inside-separatist-conflict ;

Human Rights Watch, “They Are Destroying Our Future” - Armed Separatist Attacks on Students, Teachers, and Schools in Cameroon’s Anglophone Regions, 16 December 2021

https://www.hrw.org/report/2021/12/16/they-are-destroying-our-future/armed-separatist-attacks-students-teachers-and

 

 

[4] OHCHR, ANNEX Office of the United Nations High Commissioner for Human Rights Summary of the Report of the OHCHR Technical Mission to Cameroon (5-26 September 2019), σ. 3-6

https://www.ohchr.org/sites/default/files/2022-06/ANNEXE.%20Summary%20report%20final.November%202021.pdf ;

Human Rights Watch - Cameroon

https://www.hrw.org/africa/cameroon

[5]The moral economy of violence among Amba Boys (separatist fighters) in Cameroon Roxana Willis, James Angove,  Caroline Mbinkar, February 2023, σ. 24-25

 https://www.arnold-bergstraesser.de/sites/default/files/field/pub-download/abi_workingpaper_23_the_moral_economy_of_violence_among_amba_boys_separatist_fighters_in_cameroon_0_0.pdf ;

Amnesty International, Cameroon: End threats against activists who exposed violations and abuses in Anglophone regions, 7 July 2022

https://www.ecoi.net/en/document/2075189.html

[6] USDOS – US Department of State, 2021 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 12 April 2022

https://www.state.gov/reports/2021-country-reports-on-human-rights-practices/cameroon/ ;

 Human Rights and Legal Research Center, Anglophone Crisis in Cameroon: A verified report on the burning of Ndanifor Ecovillage Bafut, North West Region allegedly by the Military

https://hrlrc.org/2022/10/29/anglophone-crisis-in-cameroon-a-verified-report-on-the-burning-of-ndanifor-ecovillage-bafut-north-west-region-allegedly-by-the-military/

 

[7] IRB - Immigration and Refugee Board of Canada: Cameroon: Notices to appear issued by the General Delegation for National Security (Délégation générale à la Sûreté nationale, DGSN), including the issuing procedure; the content and appearance of the notices to appear, and whether it is the same at all police stations in the country; possibility of obtaining a fraudulent notice to appear (2012-October 2013) [CMR104623.FE], 23 October 2013

https://www.ecoi.net/en/file/local/1109666/389019_en.html 

[8]Law N°2005 of 27 July 2005 on the CRIMINAL PROCEDURE CODE

 https://www.policinglaw.info/assets/downloads/2005_Criminal_Procedure_Code.pdf

 

 

[9] Ό.π.

[10] ACAPS, Country analysis: Cameroon

 https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# 

[11] Ό. π.

[12] Global Center with the Responsibility to Protect, Cameroon, November 2025

https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/

[13] Ό. π.

 

[14] Taylor and Fransis, Cameroon, the Commonwealth, and crisis: Commonwealth intervention in Cameroon's Anglophone conflict, June 2025

https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/00358533.2025.2516706?src=#abstract

[15] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Northwest (Nord-Ouest – Bamenda/Mankon) Region, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19.3.2026).

[16] City Population, Cameroon, North West (Nord-Ouest) Region

https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/?admid=6823

[17] USDOS - US Department of State: 2023 Report on International Religious Freedom: Cameroon, 26 June 2024

https://www.ecoi.net/en/document/2111838.html ;

USDOS -US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 23 April 2024

https://www.ecoi.net/en/document/2107637.html 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο