ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ: Κ.Ζ.Ι, Νομική Αρωγή Αρ. 152/25, 30/3/2026
print
Τίτλος:
ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ: Κ.Ζ.Ι, Νομική Αρωγή Αρ. 152/25, 30/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                    

Νομική Αρωγή Αρ. 152/25

 

30 Μαρτίου 2026

 

[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2002,

Ν. 165(Ι)/2002 ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ (ΑΡ.1) ΤΟΥ 2003

 

 

ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ:

 

Κ.Ζ.Ι

                                                                                                                Αιτητής

......................

 

 

Ο Αιτητής εμφανίζεται προσωπικά

 

Μ. Βασιλείου  (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

 

(Μέλπω Σταύρου (κα) ορκίζεται να μεταφράζει πιστά από τα Ελληνικά στα Γαλλικά και αντίστροφα)

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

Δ. Κατσαρίδης, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Ο Αιτητής, με την αίτησή του ημερομηνίας 15/09/2025, αιτείται την παροχή δωρεάν νομικής αρωγής για την καταχώριση προσφυγής δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος, κατά της δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 30/09/2024, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του για τη χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ 

Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως προκύπτουν από το γραπτό σημείωμα που καταχώρισε η ευπαίδευτη συνήγορος η οποία εμφανίζεται εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, καθώς και από τα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτό, έχουν ως ακολούθως:

Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής «ΛΔΚ») και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 05/02/2020, κατόπιν παράτυπης εισόδου του στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές.

Στις 03/03/2020 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου προς εξακρίβωση της ηλικίας του. Στις 17/03/2020, ο εν λόγω λειτουργός ετοίμασε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου και, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα των ιατρικών εξετάσεων καθώς και τη συνέντευξη του Αιτητή, εισηγήθηκε όπως αυτός θεωρηθεί ενήλικο άτομο. Η εν λόγω εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου στις 20/03/2020.

Ακολούθως, στις 25/09/2024 πραγματοποιήθηκε νέα συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου και στις 30/09/2024 ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με τη συνέντευξη αυτή. Την ίδια ημέρα, ήτοι στις 30/09/2024, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή.

Στις 10/10/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή αναφορικά με το αίτημά του, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή κατά την ίδια ημερομηνία.

Στις 29/10/2024, ο Αιτητής καταχώρισε την προσφυγή υπ’ αρ. 4246/2024 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.

Τέλος, στις 15/09/2025 καταχωρήθηκε η παρούσα υπό εξέταση αίτηση για παροχή νομικής αρωγής, υπ’ αρ. 152/2025.

 

 

 

 

Νομικό Πλαίσιο

 

Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στους περί Νομικής Αρωγής Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Αρ.1) του 2003 και στον περί Νομικής Αρωγής Νόμο του 2002, Ν. 165(Ι)/2002 και συγκεκριμένα στις διατάξεις του άρθρου 6Β(2)(α) και 6Β(2)(ββ) του σχετικού Νόμου, το οποίο ορίζει τα ακόλουθα:

«6Β.(2) Παρέχεται δωρεάν νομική αρωγή σε αιτητή διεθνούς προστασίας, ο οποίος ασκεί προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος - (α) Κατά δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του εν λόγω αιτητή, την οποία απόφαση ο Προϊστάμενος έλαβε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5, 12Βδις, 12Βτετράκις, 12Δ ή 13 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, ή υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

 

(αα) Η δωρεάν νομική αρωγή αφορά μόνο την πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος, και όχι την εκδίκαση έφεσης ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου κατά της δικαστικής απόφασης η οποία εκδίδεται στα πλαίσια της εν λόγω πρωτοβάθμιας εκδίκασης, ούτε άλλο ένδικο μέσο και

 

(ββ) κατά την κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου, η προσφυγή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας:

 

Νοείται ότι οι διατάξεις της παραγράφου (ββ) εφαρμόζονται χωρίς να περιορίζουν αυθαίρετα την παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση του αιτητή διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη.»

 

Σε περιπτώσεις ως η παρούσα θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το δικαίωμα του Αιτητή να έχει πρόσβαση στη δικαιοσύνη, όμως το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει την αίτηση με βάση το υλικό που έχει ενώπιον του χωρίς να δίδονται νομικές αρωγές ανεξέλεγκτα σε υποθέσεις που δεν έχουν πιθανότητες επιτυχίας.

Κατά την εξέταση των εκατέρωθεν ισχυρισμών το Δικαστήριο προβαίνει σε εκ πρώτης όψεως εξέταση της υπόθεσης, χωρίς βεβαίως να αποφασίζεται οριστικά η τύχη της προσφυγής που καταχώρησε ο Αιτητής. Το αποτέλεσμα δε της παρούσας δεν επηρεάζει κατ' ουδένα λόγο την τελική έκβαση της προσφυγής της (βλέπε μεταξύ άλλων Durgo Man ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 278/09, ημ. 15/07/2009, καθώς και Baghour και Roud Gad, υπόθ. αρ.7/11 και 8/11, ημ.28/03/2011 ).

Ιδιαίτερα σχετικό με την φύση της παρούσας διαδικασίας είναι το κάτωθι απόσπασμα από την απόφαση επί της Αιτήσεως από KAUR, Αίτηση Νομικής Αρωγής Αρ. 17/2019, ημ.27/02/19, όπου ο τότε Δικαστής Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ ανέφερε ότι «Η περί Νομικής Αρωγής νομοθεσία θα πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως τόσο της φιλοσοφίας αυτής, όσο και υπό το φως των διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου και τη νομοθεσία περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης.».  Λαμβάνεται υπόψη δε ότι το Δικαστήριο τούτο έχει εξουσία να εξετάσει τυχόν προσφυγή κατά απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου και επί της ουσίας και από τούδε και στο εξής (ex nunc) και όχι μόνο επί της νομιμότητας. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρ. 11 (5) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, το παρόν Δικαστήριο «[...] λαμβάνει υπόψη και σχετικά γεγονότα και ισχυρισμούς του προσφεύγοντος που δεν λήφθηκαν υπόψη κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ή πράξης, είτε αυτά είναι προγενέστερα είτε είναι μεταγενέστερα αυτής.»

Στην απόφαση επί της αιτήσεως Νομικής Αρωγής αρ.31/2013, SΙNGH KHUSHWANT του Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Λιάτσου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

« Κατ' ακολουθία του άρθρου 6Β(2) του Νόμου, παρέχεται δωρεάν νομική αρωγή σε αιτητή ασύλου, ο οποίος ασκεί προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, μεταξύ άλλων, κατά δυσμενούς απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων επί διοικητικής προσφυγής, την οποία η Αιτήτρια ασύλου άσκησε ενώπιον της, και η οποία προσφυγή αφορούσε δυσμενή απόφαση.

 

Πρέπει να συνυπάρχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το πιο πάνω άρθρο του Νόμου, προκειμένου να γίνει αποδεκτό αίτημα για παροχή δωρεάν νομικής αρωγής, μεταξύ των οποίων, η πιθανότητα να εκδοθεί θετική δικαστική απόφαση στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας εκδίκασης της προσφυγής. Όπως νομολογιακά έχει αποφασιστεί, ο Νόμος δίνει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει, κατά πόσον «είναι πιθανό να εκδοθεί θετική δικαστική απόφαση». Είναι, επίσης, πάγια γραμμή της Νομολογίας, ότι η Αιτήτρια δεν πρέπει να στερείται, χωρίς επαρκή λόγο, του δικαιώματος του να ακουστεί η προσφυγή του από το Ανώτατο Δικαστήριο, έχοντας τη βοήθεια συνηγόρου. Από την άλλη, όμως, δεν είναι επιτρεπτή η παροχή νομικής αρωγής ανεξέλεγκτα, με συνακόλουθο την σπατάλη δημοσίου χρήματος με την καταχώρηση προσφυγών, οι οποίες δεν έχουν πιθανότητα επιτυχίας.

 

Το όλο ζήτημα, στην προσπάθεια του Δικαστηρίου να καταλήξει στη βασιμότητα αιτήματος παροχής νομικής αρωγής, εξετάζεται στη βάση του υλικού που τίθεται ενώπιον του. Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον, βεβαίως, δεν έχει καταχωρηθεί ακόμη προσφυγή, θα πρέπει να εξεταστεί στη βάση της ίδιας της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερομηνίας 31/10/2013, η οποία βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου και, έχοντας πάντα κατά νου τις νομικές αρχές που καλύπτουν το ζήτημα και τις τοποθετήσεις των δύο πλευρών. Παρεμβάλλω ότι είναι βασική αρχή πως το Δικαστήριο, εξετάζοντας αιτήσεις αυτής της μορφής και ασκώντας την ευρεία διακριτική του εξουσία, δεν προβαίνει σε οριστικά συμπεράσματα ως προς το αποτέλεσμα της ίδιας της προσφυγής, αλλά παραμένει στην πιθανολόγηση έκδοσης θετικής απόφασης. Η λέξη «πιθανό» που χρησιμοποιείται στην υποπαράγραφο (ββ) του άρθρου 6Β του Νόμου, αντικρίζεται σε αποκλειστική συνάρτηση προς τα διαλαμβανόμενα στο διοικητικό δίκαιο και υπό το φως του αντικειμένου μιας προσφυγής, η εξέταση της οποίας δεν οδηγεί σε απόφαση επί της ουσίας, αλλά αναθεωρείται μόνο η διοικητική πράξη, σύμφωνα με τις αρχές του διοικητικού δικαίου, χωρίς να εκτείνεται στην υποκατάσταση της διοικητικής απόφασης. Όπως έχει τονιστεί στην Υπόθεση Αρ. Αίτησης νομικής Αρωγής 12/2010, Mohammad Ismail ημερομηνίας 13/5/2010: «με άλλα λόγια, για να είναι πιθανό να εκδοθεί θετική δικαστική απόφαση' θα πρέπει από μια πρώτη θεώρηση της προσφυγής, με αναφορά στα γεγονότα και το νομικό υπόβαθρό της, να διαφαίνεται η ύπαρξη ενός ή περισσοτέρων εκ των λόγων για τους οποίους το Αναθεωρητικό Δικαστήριο δικαιούται να ακυρώσει διοικητική πράξη.» Τελικό, λοιπόν, κριτήριο είναι η πιθανότητα έκδοσης θετικής δικαστικής απόφασης και, κατά την εξέταση μιας τέτοιας πιθανότητας, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει για την οριστική τύχη της προσφυγής, αλλά, όπως είναι καθήκον του, σταθμίζει τα ενώπιον του στοιχεία, προκειμένου να κρίνει κατά πόσον οι απαραίτητες προϋποθέσεις του Νόμου ικανοποιούνται, για να συνεκτιμήσει την πιθανότητα έκδοσης θετικής δικαστικής απόφασης στην αναμενόμενη να καταχωρηθεί προσφυγή».

 

Στον Αιτητή επιδόθηκε το σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα, του παρασχέθηκε η ευκαιρία να προβεί σε οποιεσδήποτε δηλώσεις επιθυμούσε, ενώ του επεξηγήθηκαν οι προϋποθέσεις που θέτει η οικεία νομοθεσία αναφορικά με αιτήσεις όπως η παρούσα.

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, καθότι υπήρξε θύμα σύγκρουσης μεταξύ των φυλών Banunu και Balulu. Ειδικότερα, στις 16/12/2018, στο χωριό Yumbi, όπου διέμενε με την οικογένειά του, έλαβαν χώρα ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των δύο φυλών. Όπως δήλωσε, στην προσπάθειά τους να διαφύγουν μαζί με τη μητέρα του, αυτή τραυματίστηκε από πυροβολισμό και, λόγω αδυναμίας μεταφοράς της, ο Αιτητής και τα αδέλφια του την εγκατέλειψαν στο σημείο.

Ο Αιτητής ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι δέχθηκε επίθεση με μαχαίρι και, με τη βοήθεια γείτονα, κατόρθωσε να διασχίσει τον ποταμό προκειμένου να φτάσει στη Brazzaville. Ακολούθως, μέλη μη κυβερνητικής οργάνωσης τούς μετέφεραν στο Makotipoko, όπου υπήρχε νοσοκομείο, στο οποίο ο Αιτητής έτυχε νοσηλείας. Με τη συνδρομή μέλους της εν λόγω οργάνωσης, ονόματι Costas, εγκατέλειψε εν συνεχεία τη χώρα.

Αναφορικά με τη σύγκρουση μεταξύ των δύο φυλών, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν έχει γνώση των αιτίων ή του ιστορικού της διαμάχης και ότι, σύμφωνα με όσα του είχαν αναφερθεί στο χωριό, η σύγκρουση είχε ξεκινήσει προγενέστερα για άγνωστους σε αυτόν λόγους. Αρχικώς ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο οι αρχές ενεπλάκησαν στα εν λόγω γεγονότα. Ωστόσο, σε μεταγενέστερο στάδιο, κληθείς να περιγράψει το περιστατικό του τραυματισμού του, δήλωσε ότι, κατά την προσπάθειά του να διαφύγει, αστυνομικοί επιχείρησαν να τον συλλάβουν, εκείνος αντιστάθηκε και ένας εξ αυτών τον τραυμάτισε με μαχαίρι.

Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον λόγο για τον οποίο οι αστυνομικές αρχές επιχείρησαν να τον ανακόψουν ούτε και τον λόγο του τραυματισμού του. Σε σχέση με τον πυροβολισμό της μητέρας του, δήλωσε ότι αγνοεί από ποιον προήλθε ο πυροβολισμός, καθώς και την τύχη της.

Όσον αφορά την παραμονή του στο Makotipoko, ανέφερε ότι διέμενε με τα αδέλφια του σε καταφύγιο μέχρι τις 04/01/2020. Ερωτηθείς κατά πόσο αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά τη διάρκεια της παραμονής του εκεί, απάντησε αρνητικά. Κληθείς να εξηγήσει τους λόγους αναχώρησής του για την Κύπρο, ανέφερε ότι αυτοί σχετίζονταν με ζητήματα υγείας, χωρίς, ωστόσο, να είναι σε θέση να προσδιορίσει τη φύση του προβλήματος, καθότι, όπως ισχυρίστηκε, οι ιατροί ενημέρωσαν σχετικά το πρόσωπο ονόματι Costas.

Τέλος, ερωτηθείς ως προς τις πιθανές συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ, δήλωσε ότι η ζωή του θα τεθεί σε κίνδυνο.

Ο αρμόδιος λειτουργός, στην Εισηγητική Έκθεση, προέβη σε διάκριση δύο ουσιωδών ισχυρισμών: αφενός, του ισχυρισμού που αφορά τα προσωπικά στοιχεία και το προφίλ του Αιτητή και, αφετέρου, του ισχυρισμού ότι αυτός υπήρξε θύμα της διαμάχης μεταξύ των φυλών Banunu και Balulu. Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστος, ενώ ο δεύτερος απορρίφθηκε ως εσωτερικά αναξιόπιστος.

Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του δεύτερου ισχυρισμού, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς και ικανοποιητικές πληροφορίες επί ζητημάτων που άπτονται του πυρήνα του αιτήματός του. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι δεν διέθετε ουσιώδεις γνώσεις αναφορικά με τη διαμάχη μεταξύ των δύο φυλών, ενώ παρατηρήθηκαν ασυνέπειες ως προς την ονομασία της φυλής Balulu, καθώς και ως προς την επαρχία στην οποία υπάγεται το χωριό Yumbi. Περαιτέρω, δεν ήταν σε θέση να παραθέσει βασικές πληροφορίες για το εν λόγω χωριό.

Ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να αιτιολογήσει επαρκώς την αδυναμία του να παραθέσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες αναφορικά με τη διαμάχη των δύο φυλών, δεδομένου ότι αυτή αποτέλεσε, κατά τους ισχυρισμούς του, την αιτία εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του. Ο ισχυρισμός του περί τραυματισμού του με μαχαίρι κατά την προσπάθεια διαφυγής του κρίθηκε ελλιπής, ενώ διαπιστώθηκαν αντιφάσεις ως προς την εμπλοκή της αστυνομίας στο εν λόγω περιστατικό.

Σε σχέση με την παραμονή του σε καταφύγιο στη Brazzaville, μαζί με τα αδέλφια του, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες, καθότι αγνοούσε τόσο την ονομασία του καταφυγίου όσο και την περιοχή στην οποία αυτό βρισκόταν. Ως προς τις συνθήκες διαβίωσης, περιορίστηκε να αναφέρει ότι διέμεναν σε σκηνές, ότι τους παρεχόταν τροφή δύο φορές ημερησίως και ότι οι συνθήκες ήταν δύσκολες.

Τέλος, ο Αιτητής δεν παρέθεσε οποιαδήποτε συγκεκριμένη πληροφορία αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, αποτέλεσε τον λόγο αναχώρησής του για την Κυπριακή Δημοκρατία.

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός επιβεβαίωσε, μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, ότι κατά το διάστημα 16–18 Δεκεμβρίου 2018 έλαβε χώρα διακοινοτική βία στην πόλη Yumbi μεταξύ των εθνοτικών ομάδων Batende και Banunu, κατά τη διάρκεια της οποίας σημειώθηκαν θάνατοι και τραυματισμοί.

Ωστόσο, παρά την επιβεβαίωση των ανωτέρω γεγονότων σε γενικό επίπεδο, ο ισχυρισμός του Αιτητή δεν έγινε αποδεκτός, λόγω της διαπιστωθείσας έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας των λεγομένων του.

Εν συνεχεία, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει των αποδεδειγμένων ουσιωδών στοιχείων, ήτοι των προσωπικών χαρακτηριστικών του Αιτητή. Συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη ότι πρόκειται για νεαρό άνδρα, άγαμο, υγιή, απόφοιτο πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, ο οποίος διαθέτει οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο.

Ο αρμόδιος λειτουργός, κατόπιν αναδρομής σε αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ), κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί πως, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, και συγκεκριμένα στην επαρχία Kongo Central, αυτός θα αντιμετωπίσει δίωξη ή θα διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

Κατά τη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος φόβος δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων, κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, του άρθρου 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου.

Όσον αφορά τη δυνατότητα χορήγησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης αποκλειστικά και μόνο λόγω της παρουσίας του στην επαρχία Kongo Central. Ειδικότερα, βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών, δεν διαπιστώνεται ύπαρξη ένοπλης σύγκρουσης υπό την έννοια του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, η οποία να δικαιολογεί τη χορήγηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

Κατάληξη

 

Εν προκειμένω, σημειώνεται ότι η ευπαίδευτη εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα εισηγήθηκε, μέσω του Γραπτού της Σημειώματος, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο περί Νομικής Αρωγής Νόμος για την παραχώρηση του ευεργετήματος της νομικής αρωγής στον Αιτητή. Το εν λόγω Σημείωμα μεταφράστηκε και εξηγήθηκε στον Αιτητή.

Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Αιτητής προέβαλε ισχυρισμό ότι το πρόσωπο το οποίο τον μετέφερε στην Κυπριακή Δημοκρατία τον εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά και ότι, εξαιτίας φόβου, δεν είχε προβεί σε σχετική καταγγελία, καθότι το εν λόγω πρόσωπο είναι υπήκοος Κύπρου. Ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται για πρώτη φορά στο παρόν στάδιο.

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, ο Αιτητής είχε δηλώσει ότι δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά το ταξίδι του. Κατόπιν διευκρινιστικών ερωτήσεων, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν αποτάθηκε στις αρμόδιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας προς υποβολή παραπόνου εναντίον του εν λόγω προσώπου.

Έχω μελετήσει προσεκτικά το Γραπτό Σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα, τη συνέντευξη του Αιτητή ενώπιον του αρμόδιου λειτουργού, την Εισηγητική Έκθεση, την προσβαλλόμενη απόφαση του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, καθώς και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου.

Με βάση τα ενώπιόν μου δεδομένα, διαπιστώνω ότι, εκ πρώτης όψεως, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του, και ως εκ τούτου κρίνεται ως ορθή η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου. Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν απέδειξε ότι συντρέχουν στο πρόσωπό του τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία δικαιολογημένου φόβου δίωξης, στοιχείο το οποίο υπήρξε καθοριστικό για την έκβαση του αιτήματός του  (Jafar Kalash v Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων κ.α., Υποθ. 626/2010, 08/10/2013).

Οι ισχυρισμοί του Αιτητή, όπως αποτυπώνονται στην Έκθεση/Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, έτυχαν ενδελεχούς εξέτασης από την Υπηρεσία Ασύλου, τόσο ως προς την εσωτερική τους αξιοπιστία και συνοχή όσο και ως προς την εξωτερική τους αξιοπιστία. Εντούτοις, κρίθηκαν αναξιόπιστοι, καθότι δεν παρουσίαζαν τις λογικώς αναμενόμενες λεπτομέρειες, τη σαφήνεια και τη συνοχή που θα δικαιολογούσαν την παροχή του ευεργετήματος της αμφιβολίας υπέρ του Αιτητή.

Ειδικότερα, οι ισχυρισμοί του Αιτητή αξιολογήθηκαν βάσει των καθιερωμένων δεικτών αξιοπιστίας[1]  και, ως προς την εξωτερική τους διάσταση, συνεκτιμήθηκαν με αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης. Η σχετική κρίση της Υπηρεσίας Ασύλου προκύπτει ως ορθώς αιτιολογημένη εκ πρώτης όψεως.

Περαιτέρω, από το περιεχόμενο των πρακτικών της συνέντευξης διαπιστώνεται ότι ο αρμόδιος λειτουργός υπέβαλε επαρκείς και κατάλληλες ερωτήσεις, τόσο ανοικτού όσο και κλειστού τύπου, παρέχοντας στον Αιτητή τη δυνατότητα να αναπτύξει πλήρως τον πυρήνα του αιτήματός του για διεθνή προστασία. Δεν προκύπτει, εξάλλου, από τα ενώπιόν μου στοιχεία ότι ασκήθηκε οποιαδήποτε μορφή πίεσης εις βάρος του Αιτητή κατά τη διαδικασία.

Τέλος, μετά την ολοκλήρωση της συνέντευξης, τα πρακτικά υπογράφηκαν δεόντως από τον αρμόδιο λειτουργό, τον μεταφραστή και τον Αιτητή, γεγονός που ενισχύει την αξιοπιστία της τηρηθείσας διαδικασίας.

Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί της αναθεωρητικής έφεσης Mohammad Amiri v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων κ.α. (2009) 3 ΑΑΔ 358 λέχθηκε ότι «[α]πό τη στιγμή που ο εφεσείων κρίθηκε ως αναξιόπιστος δεν είχε νόημα η εφαρμογή της παραγράφου 196 του Εγχειριδίου για τους αιτητές πολιτικού ασύλου. Το ευεργέτημα της αμφιβολίας παρέχεται στον αιτούντα όταν δεν είναι σε θέση να τεκμηριώσει τους κατά τα άλλα βάσιμους και αξιόπιστα προβαλλόμενους ισχυρισμούς με έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά μέσα. Στην προκείμενη περίπτωση ο εφεσείων κρίθηκε γενικά ως αναξιόπιστος. Η άρνηση των εφεσιβλήτων να χορηγήσουν στον εφεσείοντα πολιτικό άσυλο δεν στηρίχθηκε σε αμφιβολίες αναφορικά με το βάσιμο ή  μη των ισχυρισμών του αλλά στην εύλογη διαπίστωση περί αναξιοπιστίας του ίδιου και των στοιχείων που παρουσίασε.»

Ούτε διακρίνω πλημμέλειες στην ανάλυση του μελλοντικού κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης, στον οποίο ενδέχεται να εκτεθεί ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Αντιθέτως, διαπιστώνω ότι ο αρμόδιος λειτουργός, κατά το στάδιο αξιολόγησης του εν λόγω κινδύνου, εξέτασε επαρκώς τα ουσιώδη και αποδεκτά στοιχεία του προφίλ του Αιτητή, βάσει των οποίων θα μπορούσε ενδεχομένως να διατρέχει κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, και ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τέτοιος κίνδυνος δεν συντρέχει.

Ομοίως, προέβη, εκ πρώτης όψεως, σε ορθή κατάληξη ως προς τη μη υπαγωγή του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναλύοντας εκτενώς, και σε συνάρτηση με πληροφορίες προερχόμενες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, το ενδεχόμενο υπαγωγής του στις πρόνοιες του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου.

Ο Αιτητής έχει το βάρος να καταδείξει ότι έχει πραγματικές πιθανότητες να εκδοθεί δικαστική απόφαση υπέρ του και χωρίς να αποφασίζεται οριστικά το αποτέλεσμα της προσφυγής που πιθανόν να καταχωρίσει ο Αιτητής (Αποφάσεις στην Αίτηση Νομικής Αρωγής Αρ. 1/2009, Tamaga Durja Man v. Δημοκρατίας, ημερ.  15/7/2009, και στη  Αίτηση Νομικής Αρωγής Αρ. 10/12, Nacira Baghour και Maged Ahmad Odeh, ημερ. 28/3/2012). Ως εκ τούτου, κρίνω ότι δεν υπάρχουν εκ πρώτης όψεως πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας της προσφυγής που έχει καταχωρίσει ήδη ο Αιτητής, καθώς δεν προκύπτουν διαδικαστικά θέματα και σημεία που δεν διερευνήθηκαν δεόντως, ο δε λειτουργός εξέτασε δεόντως τους ισχυρισμούς αυτούς και τόσο κατά τη διάρκεια διεξαγωγής της συνέντευξης όσο και κατά την εισήγηση. Εξετάζοντας την συνέντευξη που διεξήχθη, την εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού,  τις απαντήσεις που έδωσε ο Αιτητής στις διευκρινιστικές ερωτήσεις του παρόντος Δικαστηρίου και γενικότερα όλο το υλικό το οποίο είναι ενώπιον μου, κρίνω ότι η Υπηρεσία Ασύλου προέβη σε επαρκή έρευνα όλων των ουσιωδών στοιχείων.

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκε ενώπιον μου, όπως τα έχω αναφέρει και πιο πάνω, καταλήγω - στο βαθμό που απαιτείται στην παρούσα, η οποία δεν απαιτεί εις βάθος εξέταση της ουσίας της αιτήσεως διεθνούς προστασίας - ότι το αίτημα του Αιτητή για παροχή διεθνούς προστασίας εξετάστηκε επιμελώς και ερευνήθηκε δεόντως από την Υπηρεσία Ασύλου.  Για τους λόγους που έχουν εκτεθεί καταλήγω ότι, βάσει των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας, και λαμβανομένων υπόψη των ενώπιον μου στοιχείων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η προσφυγή εναντίον της επίδικης απόφασης έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας.

Ο Αιτητής έχει βέβαια κάθε δικαίωμα εάν επιθυμεί να προωθήσει την προσφυγή που έχει ήδη καταχωρίσει στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, με δικά του έξοδα, παρά την απόρριψη της παρούσας αίτησής για παραχώρηση σε αυτόν δωρεάν νομικής αρωγής, καθότι το αποτέλεσμα της ουδόλως προδικάζει την έκβαση της προσφυγής του.

Τα έξοδα των μεταφραστών να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.

 

Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π

 

 



[1] Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition, EUAA https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-systemσ. 120-134.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο