ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 2386/23
12 Μαρτίου, 2026
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Α. Α. Α.
Αιτητού,
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Ν. Χαραλαμπίδου (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Α. Αναστασιάδη (κα), για τους Καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 20.2.2023 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, καθώς κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2022, ως άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος και είναι αποτέλεσμα κατάχρησης εξουσίας, πλάνης και κακής εφαρμογής του Νόμου.
Γεγονότα
1. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από τη Σομαλία. Εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του, κατά δήλωσή του, στις 25.2.2020 και στη συνέχεια εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία στις 4.3.2020. Στις 2.4.2020, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 23.1.2023, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό, ο οποίος υπέβαλε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης του Αιτητή και επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 20.2.2023. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 17.7.2023 και αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
Νομικοί Ισχυρισμοί
2. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία, ο Αιτητής προώθησε μόνο τον ισχυρισμό του περί έλλειψης δέουσας έρευνας. Ειδικότερα, υποστήριξε ότι οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να διεξάγουν έρευνα αναφορικά με τους ισχυρισμούς του για την δίωξη και τον κίνδυνο που αντιμετωπίζει κατά της ζωής του στη χώρα καταγωγής του από τον θείο του, ο οποίος έχει τη δυνατότητα να δωροδοκεί και να επηρεάζει την αστυνομία προκειμένου να συλλάβει τον Αιτητή, γεγονός το οποίο συνέβη τρεις φορές. Παράλληλα, ο Αιτητής προσκόμισε αντίγραφο απόφασης του Δικαστηρίου της Σομαλίας ημερομηνίας 30.5.2019, το οποίο κατά τη δήλωσή του δεν λήφθηκε υπόψη από τους Καθ΄ ων η αίτηση αφού εκλείπει από το φάκελο η μετάφρασή του.
3. Από την πλευρά τους, οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, καταδεικνύουν ότι δεν προκύπτει μελλοντικός κίνδυνος σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, και παραπέμποντας στα ευρήματά τους κατά τη διοικητική εξέταση της αίτησής τους καλούν το Δικαστήριο να απορρίψει την παρούσα προσφυγή του, επικυρώνοντας την προσβαλλόμενη απόφαση.
Το νομικό πλαίσιο
4. Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des trait?s des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».
5. Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχει τροποποιήθει έχει ως ακολούθως:
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
6. Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
7. Το άρθρο 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: ο Περί Προσφύγων Νόμος) καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.
8. Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:
«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών
16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).
(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-
(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».
9. Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Κατάληξη
10. Ως προς τον εγειρόμενο λόγο προσφυγής, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο, ως δικαστήριο ουσίας, δικάζει την ενώπιόν του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ’ ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc. (Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2025 Δημοκρατία ν. Β.Α., ημερ. 18.12.2025). Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελής χαρακτηρίζεται ο λόγος προσφυγής, ο οποίος ακόμα και αν γίνει δεκτός δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].
11. Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτών. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).
12. Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών του Αιτητή, επισημαίνεται ότι, κατά την καταγραφή της αίτησής του για διεθνή προστασία, αυτός δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του για καλύτερη ζωή και εργασία (βλ. ερ. 186-181).
13. Κατά το κρίσιμο στάδιο της προσωπικής του συνέντευξης, ο Αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε το έτος 1993 στην πόλη Hargeisa (Σομαλία), όπου διέμενε έως τον χρόνο κατά τον οποίον εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του. Δήλωσε ότι είναι άγαμος και άτεκνος, Μουσουλμάνος ως προς το θρήσκευμα. Ανήκει στη φυλή Isaaq και ομιλεί τη σομαλική και την αγγλική γλώσσα. Είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και έως το 2016 εργαζόταν στην οικογενειακή επιχείρηση, ενώ στην πορεία εργάστηκε περιστασιακά ως οδηγός ταξί. Ως προς την πατρική του οικογένεια, ανέφερε ότι ο πατέρας του απεβίωσε το έτος 2011, ότι ο ένας αδερφός του ευρίσκεται στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, ενώ τα λοιπά τρία αδέρφια του και η μητέρα του διαμένουν στην πόλη Hargeisa. Ο Αιτητής δήλωσε ότι διατηρεί επικοινωνία με τα μέλη της οικογένειάς του. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε νομότυπα τη χώρα καταγωγής του στις 25.2.2020 μεταβαίνοντας αεροπορικώς στην Τουρκία μέσω των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και ότι στις 4.3.2020 εισήλθε παράτυπα στη Δημοκρατία μέσω των μη ελεγχόμενων από την Κυβέρνηση περιοχών της Δημοκρατίας.
14. Αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας του διατηρούσε επιχείρηση, στην οποία εργαζόταν και ο αδελφός του, θείος του Αιτητή. Μετά την ολοκλήρωση του σχολείου του, ο Αιτητής επιθυμούσε να συνεχίσει τις σπουδές του, πλην όμως ο πατέρας του τον πίεσε να ασχοληθεί με την οικογενειακή επιχείρηση. Μετά τον θάνατο του πατέρα του το 2011, συνέχισε να εργάζεται στην επιχείρηση μαζί με τον θείο του και, παρότι εξέφρασε την πρόθεση να αναλάβει τον έλεγχο της επιχείρησης, τελικώς ακολούθησε τη συμβουλή του θείου του και συνέχισε να εργάζεται μαζί του.
15. Κατά τα έτη 2015–2016 ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι άρχισαν να προκύπτουν προβλήματα με τον θείο και τη θεία του, οι οποίοι φέρονται να άλλαξαν το όνομα του πατέρα του με τα δικά τους σε έγγραφα που αφορούσαν την επιχείρηση και την περιουσία του, ενώ ο θείος του άρχισε να συμπεριφέρεται ψυχρά και να ισχυρίζεται ότι ήταν συνέταιρος και συνιδιοκτήτης της επιχείρησης και της περιουσίας.
16. Όταν ο Αιτητής ενημέρωσε τη μητέρα του, εκείνη αντέδρασε ενημερώνοντας τον θείο ότι κατείχε τα σχετικά έγγραφα. Ο θείος απάντησε ότι η περιουσία ανήκε στην οικογένεια Isaaq και όχι στη δική της. Ακολούθησαν εντάσεις, κατά τις οποίες ο θείος ισχυριζόταν ότι ήταν ο πραγματικός ιδρυτής της επιχείρησης. Μετά από επεισόδιο στην επιχείρηση, κατά το οποίο ο Αιτητής ζήτησε από τους εργαζομένους να αποχωρήσουν, ο θείος κάλεσε την αστυνομία, η οποία προέβη στη σύλληψη του Αιτητή. Παράλληλα, η μητέρα του απευθύνθηκε στους πρεσβύτερους της φυλής για επίλυση της διαφοράς.
17. Ο Αιτητής δήλωσε ότι παρέμεινε κρατούμενος για επτά ημέρες, μέχρις ότου ο θείος του ανακάλεσε την καταγγελία. Στη συνέχεια, οι πρεσβύτεροι της φυλής ενημέρωσαν τη μητέρα του ότι η περιουσία του θανόντος συζύγου της ανήκε στον αδελφό του. Η μητέρα του προσέφυγε στη δικαιοσύνη, ενώ οι σχέσεις του Αιτητή με τον θείο του παρέμειναν τεταμένες, με συχνές λογομαχίες και τους πρεσβύτερους της φυλής να θεωρούν υπεύθυνο τον ίδιο τον Αιτητή.
18. Όταν η μητέρα του προσέφυγε στο δικαστήριο, ενημερώθηκε ότι η υπόθεση θα εξεταζόταν μετά από μήνες. Ωστόσο, τον Μάρτιο του 2016 ο Αιτητής ανέφερε ότι συνελήφθη εκ νέου στο σπίτι του και τέθηκε υπό κράτηση για έξι μήνες. Μετά την αποφυλάκισή του, το δικαστήριο άρχισε να εξετάζει την υπόθεση, ενώ η μητέρα του τον βοήθησε να αγοράσει ταξί για να εργάζεται ως οδηγός. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάσισε υπέρ του θείου του και η μητέρα του άσκησε έφεση.
19. Ο Αιτητής ανέφερε ότι ο ίδιος και η μητέρα του πίστευαν ότι τελικώς θα δικαιωθούν, παρά την πεποίθησή τους ότι στη χώρα τους υπερισχύει όποιος διαθέτει οικονομική ισχύ. Τρία χρόνια αργότερα εκδόθηκε η τελική απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η κατάσχεση της περιουσίας του πατέρα του. Μετά από λογομαχία μεταξύ της μητέρας του και του θείου του, κατά την οποία ο τελευταίος τη χαστούκισε, ο Αιτητής επιτέθηκε στον θείο του με το αυτοκίνητό του έξω από το δικαστήριο, τραυματίζοντάς τον. Στη συνέχεια συνελήφθη και κρατήθηκε για λίγες ημέρες, πριν αφεθεί ελεύθερος με τη μεσολάβηση των πρεσβυτέρων της φυλής Isaaq.
20. Από τις αρχές του 2019 ο Αιτητής εργαζόταν ως οδηγός ταξί και συντηρούσε οικονομικά την οικογένειά του. Όταν ο θείος του το πληροφορήθηκε, ζήτησε από τους πρεσβύτερους της φυλής να τον φυλακίσουν εκ νέου, με αποτέλεσμα ο Αιτητής να τεθεί υπό κράτηση για εννέα ακόμη μήνες. Κατά το διάστημα αυτό, η οικογένειά του στηριζόταν οικονομικά από τον αδελφό του που διαμένει στις ΗΠΑ. Μετά την αποφυλάκισή του, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του, πωλώντας το ταξί του για να χρηματοδοτήσει το ταξίδι του. Ερωτηθείς για τον φόβο του σε περίπτωση επιστροφής, ο Αιτητής δήλωσε ότι φοβάται πως θα συλληφθεί, καθώς ο θείος του τον έχει απειλήσει ότι θα περάσει την υπόλοιπη ζωή του στη φυλακή.
21. Στη συνέχεια υποβλήθηκαν διευκρινιστικές ερωτήσεις στον Αιτητή σχετικά με τη διαφορά του με τον θείο του. Ο Αιτητής επανέλαβε ότι τα προβλήματα ξεκίνησαν όταν ο θείος του ισχυρίστηκε ότι η περιουσία του πατέρα του ανήκε στον ίδιο και άρχισε να αμφισβητεί ότι ο πατέρας του ήταν ο πραγματικός ιδιοκτήτης της επιχείρησης, ενώ παράλληλα του ανέφερε ότι δεν είχε επαρκή εμπειρία για να τη διοικήσει.
22. Ερωτηθείς για τις τρεις ισχυριζόμενες συλλήψεις του, ο Αιτητής ανέφερε ότι η πρώτη έλαβε χώρα τον Μάρτιο του 2016 και διήρκεσε επτά ημέρες, η δεύτερη επίσης τον Μάρτιο του 2016 και διήρκεσε έξι μήνες και η τρίτη τον Μάρτιο του 2019.
23. Ως προς την πρώτη σύλληψή του, ο Αιτητής ανέφερε ότι αυτή έλαβε χώρα τον Ιανουάριο του 2016, όταν ζήτησε από τους υπαλλήλους της επιχείρησης να αποχωρήσουν μετά από διαφωνία με τον θείο του σχετικά με την ιδιοκτησία της επιχείρησης. Ο θείος του κάλεσε την αστυνομία, η οποία τον συνέλαβε και τον μετέφερε στο κεντρικό αστυνομικό τμήμα της Hargeisa, όπου κρατήθηκε για επτά ημέρες. Υποστήριξε ότι η αστυνομία δεν τον ενημέρωσε για τον λόγο σύλληψής του και ότι η μητέρα του πληροφορήθηκε από τους αστυνομικούς πως ο θείος του είχε πληρώσει για τη σύλληψή του. Αφέθηκε τελικώς ελεύθερος μετά από άδεια του θείου του.
24. Αναφορικά με τη δεύτερη σύλληψή του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι προηγήθηκε διαφωνία μεταξύ του θείου του και της μητέρας του σχετικά με την περιουσία, κατά την οποία ο θείος του προσέβαλε τη μητέρα του. Ο ίδιος συνελήφθη νύχτα στο σπίτι του, μεταφέρθηκε αρχικά στο αστυνομικό τμήμα και στη συνέχεια στην κεντρική φυλακή της Hargeisa, όπου κρατήθηκε για έξι μήνες. Υποστήριξε ότι η σύλληψη πραγματοποιήθηκε κατόπιν κατηγορίας του θείου του και ότι είχε εκδοθεί σχετικό ένταλμα κατόπιν επιστολής της γερουσίας της φυλής.
25. Ως προς την τρίτη σύλληψή του, ο Αιτητής ανέφερε ότι η αστυνομία τον συνέλαβε εκ νέου στο σπίτι του και τον κράτησε αρχικά για 21 ημέρες σε μικρό κελί στο αστυνομικό τμήμα και στη συνέχεια για εννέα μήνες στην κεντρική φυλακή της Hargeisa. Μετά την αποφυλάκισή του τον Δεκέμβριο του 2019, δήλωσε ότι ο θείος του συνέχισε να τον απειλεί ότι θα προκαλέσει εκ νέου τη σύλληψή του. Πρόσθεσε ότι μετά την αναχώρησή του από τη Σομαλία τον Φεβρουάριο του 2020 ο θείος του πίεσε τη μητέρα του να του παραδώσει έγγραφα που αφορούσαν την περιουσία τους, ενώ αργότερα απείλησε και τον αδελφό του που επέστρεψε στη Σομαλία το 2022.
26. Σε σχέση με το έγγραφο που προσκόμισε, ήτοι τη δικαστική απόφαση του Μαρτίου 2019, ο Αιτητής ανέφερε ότι αυτή ορίζει τον θείο του ως συνιδιοκτήτη και διαχειριστή της επιχείρησης μέχρι την ενηλικίωση του μικρότερου αδελφού του, αν και ο ίδιος και η οικογένειά του διαφωνούν με το σκέλος της συνιδιοκτησίας.
27. Ερωτηθείς εάν είχε νεότερα σχετικά με την υπόθεση κατά τη διάρκεια της διαμονής του στη Δημοκρατία, ο Αιτητής δήλωσε ότι, σύμφωνα με τη μητέρα του, ο θείος του συνεχίζει να απειλεί τα νεότερα αδέλφια του. Ανέφερε επίσης ότι δεν αναμένεται άλλη δικαστική απόφαση και ότι το έγγραφο που προσκόμισε αποτελεί την απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Τέλος, ερωτηθείς εάν θα μπορούσε να εγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της Σομαλίας, όπως στο Mogadishu ή στο Garowe, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν διαθέτει οικογένεια στις εν λόγω περιοχές.
28. Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή, ενώ ο δεύτερος αφορά τις δηλώσεις του περί του ότι οι περιουσιακές διαφορές με τον θείο του οδήγησαν σε συλλήψεις και απειλές από εκείνον για μελλοντικές συλλήψεις.
29. Ο πρώτος ισχυρισμός του Αιτητή έγινε αποδεκτός από τους Καθ’ ων η αίτηση, αφού οι δηλώσεις του κρίθηκαν μεν ως συνεπείς, σαφείς και λεπτομερείς, επιβεβαιώθηκαν δε από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
30. Ο δεύτερος ισχυρισμός απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος, αφού κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματός του, ενώ οι δηλώσεις του αξιολογήθηκαν ως ασαφείς. Ειδικότερα, αρχικά κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς λεπτομέρειες σχετικά με τις φερόμενες συλλήψεις του, προβάλλοντας ότι αυτές έλαβαν χώρα τον Ιανουάριο του 2016, τον Μάρτιο του 2016 και τον Μάρτιο του 2019. Σε επόμενες διευκρινιστικές ερωτήσεις που του τέθηκαν ωστόσο, αν και ο Αιτητής ήταν σε θέση να προσδιορίσει το χρονικό πλαίσιο και το μέρος που έλαβαν χώρα οι εν λόγω συλλήψεις, καθώς και τη διάρκεια αυτών (7 ημέρες η πρώτη, 6 μήνες η δεύτερη και 9 μήνες η τρίτη), οι περαιτέρω περιγραφές του αξιολογήθηκαν ως στερούμενες περιγραφικής λεπτομέρειας και συνοχής. Αναφορικά δε με τους λόγους των συλλήψεών του, οι δηλώσεις του αξιολογήθηκαν ως ασαφείς, καθώς ο Αιτητής υπέβαλε αόριστα ότι συνελήφθη λόγω της ανυπακοής του προς τον θείο του. Αν και του δόθηκε, κατ’ επανάληψη, η δυνατότητα να αποσαφηνίσει τους λόγους σύλληψής του, δεδομένου μάλιστα ότι τη δεύτερη φορά δήλωσε ότι κρατήθηκε για έξι μήνες και την τρίτη για εννιά, εκείνος επέμενε να προβάλει ασαφώς ότι δε συνελήφθη για κάποιο συγκεκριμένο λόγο, επικαλούμενος αόριστα ότι η αστυνομία στη χώρα του προβαίνει σε συλλήψεις όταν δωροδοκείται.
31. Παράλληλα, όταν του ζητήθηκε να περιγράψει τη διαδικασία την οποία ακολούθησε η αστυνομία κατά τη σύλληψή του και τη μεταγωγή του στο αστυνομικό τμήμα της πόλης Hargeisa, o Αιτητής απάντησε λακωνικά και χωρίς να παραθέτει λεπτομερείς περιγραφές. Ειδικότερα, σχετικά με την πρώτη του σύλληψη, ο Αιτητής υπέβαλε ότι η αστυνομία δεν τον ενημέρωσε σχετικά με τους λόγους σύλληψής του, αλλά μόνο όταν οι οικείοι του επισκέφτηκαν το αστυνομικό τμήμα, έμαθαν τους λόγους για τους οποίους εκείνος συνελήφθη, χωρίς όμως και πάλι να αποσαφηνίζεται ο λόγος σύλληψής του. Σχετικά με τη δεύτερη σύλληψή του, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν τις δηλώσεις του Αιτητή ως ανεπαρκείς, καθώς εκείνος, αν και δήλωσε ότι κρατήθηκε για 6 μήνες στην κεντρική φυλακή της πόλης Hargeisa, δεν ήταν σε θέση να περιγράψει τη δικαστική διαδικασία καθώς ισχυρίστηκε ότι στην περίπτωση του δεν ακολουθήθηκε η συνήθης δικαστική διαδικασία, επειδή η υπόθεση του ήταν οικογενειακής και όχι ποινικής φύσης. Κληθείς να σχολιάσει περαιτέρω, ο Αιτητής υπέβαλε υπεκφεύγοντας ότι στη χώρα του υπάρχουν άτομα που κρατούνται για 3 χρόνια, χωρίς να τους έχουν αποδοθεί ουδέποτε κατηγορίες. Όταν όμως του ζητήθηκε να περιγράψει τη διαδικασία δια της οποίας αφέθηκε ελεύθερος, ο Αιτητής προέβαλε αντιφατικά με τις προηγούμενες δηλώσεις του, ότι υπήρχε απόφαση δικαστηρίου η οποία καθόριζε εκ των προτέρων τη διάρκεια της κράτησής του. Ως εκ τούτου, οι Καθ΄ ων η αίτηση έκριναν ότι, δεδομένων των δηλώσεων του Αιτητή περί κράτησής του στις φυλακές της πόλης Hargeisa τρεις φορές, θα αναμενόταν από εκείνον να είναι ακριβής και λεπτομερής στις δηλώσεις που αφορούν τη δικαστική διαδικασία στη Σομαλία, έτσι ώστε οι δηλώσεις του να κριθούν ως αντικατοπτρίζουσες βιωματικά περιστατικά.
32. Αναφορικά με τις απειλές που ο Αιτητής δήλωσε ότι δέχτηκε από τον θείο του, οι οποίες κατά τα λεγόμενά του αποτέλεσαν τον λόγο για τον οποίο εγκατέλειψε τη Σομαλία, οι Καθ΄ ων η αίτηση αξιολόγησαν ότι οι σχετικές δηλώσεις του διέπονταν από ασάφεια και ήταν γενικόλογες, καθώς όταν του ζητήθηκε να περιγράψει τη ζωή του μετά την τρίτη του αποφυλάκιση το Δεκέμβριο του 2019, εκείνος υπέβαλε επιφανειακά ότι αντιμετώπιζε προβλήματα από τον θείο του και έτσι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Σομαλία προς αναζήτηση καλύτερης ζωής. Όταν όμως του ζητήθηκε ακολούθως να αποσαφηνίσει τις δηλώσεις του, ο Αιτητής υπέβαλε γενικόλογα ότι του τηλεφώνησε ο θείος του και τον ενημέρωσε ότι έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει τη σύλληψή του και να καταστήσει το μέλλον του σκοτεινό. Στη βάση λοιπόν της ανωτέρω ανάλυσης, ο υπό εξέταση ισχυρισμός κρίθηκε στο σύνολό του ως εσωτερικά μη αξιόπιστος. Ως προς την εξέταση της εξωτερικής αξιοπιστίας του υπό εξέταση ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση προχώρησαν σε σχετική έρευνα, εκ της οποίας ανέκυψαν πληροφορίες οι οποίες επιβεβαιώνουν τη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, πλην όμως λόγω της αδυναμίας του Αιτητή να θεμελιώσει την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος.
33. Στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού του Αιτητή, οι Καθ΄ ων η αίτηση, κατά την αξιολόγηση κινδύνου, προχώρησαν σε έρευνα ΠΧΚ αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Hargeisa και λόγω της ασφαλούς επικρατούσας εκεί κατάστασης, έκριναν ότι δεν ανακύπτουν εύλογοι λόγοι να πιθανολογείται ότι κατά την επιστροφή του εκεί, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει κίνδυνο δίωξης ή έκθεσης σε σοβαρή βλάβη. Στη βάση των ανωτέρω ευρημάτων, οι Καθ΄ ων η αίτηση έκριναν το φόβο του Αιτητή ως αβάσιμο και μη δικαιολογημένο.
34. Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, οι Καθ΄ ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς, αφού στο πρόσωπό του δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Παράλληλα, οι Καθ΄ ων η αίτηση θεώρησαν ότι δε στοιχειοθετείται η αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο του Αιτητή, δυνάμει των άρθρων 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι δεν προέκυψε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης και εξευτελιστικής του μεταχείρισης, σε περίπτωση επιστροφής του στην πόλη Hargeisa. Αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή στις πρόνοιες του άρθρου 19(2)(γ), αφού οι Καθ΄ ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι τον υπό κρίση χρόνο, η πόλη Hargeisa δεν πλήττονταν από ένοπλες συγκρούσεις, έκριναν ότι δε θα μπορούσε να πιθανολογηθεί ευλόγως ότι σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, o Αιτητής θα έρθει αντιμέτωπος με σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας ως άμαχος, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ως εκ τούτου, οι Καθ΄ ων η αίτηση έκριναν ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
35. Ολοκληρώνοντας, οι Καθ΄ ων η αίτηση έκριναν ότι ελλείψει κινδύνου να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση και/ή τιμωρία σε περίπτωση επιστροφής του στην πόλη Hargeisa, ενδεχόμενη επιστροφή του Αιτητή εκεί δεν αντίκεται στο άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και την αρχή της μη επαναπροώθησης και ακολούθως απέρριψαν το αίτημά του και διέταξαν την επιστροφή του στη Σομαλία.
36. Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου στις 2.12.2024, ο Αιτητής, δια της συνηγόρου του, επανέλαβε ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν έλαβαν υπόψη το έγγραφο που είχε προσκομίσει, καθώς δεν εντοπίζεται η μετάφρασή του στον διοικητικό φάκελο. Περαιτέρω, κατά την ακροαματική διαδικασία της 20.1.2026, η συνήγορος του Αιτητή προέβαλε ότι η δίωξή του από τον θείο του συνδέεται με την ένταξή του στη φυλετική ομάδα Isaaq. Υποστήριξε ότι στη χώρα καταγωγής του η ανυπακοή προς τον μεγαλύτερο και πλησιέστερο συγγενή μπορεί να αποτελέσει λόγο σύλληψης, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι η ίδια δεν γνωρίζει σχετική νομοθεσία και ότι η πληροφορία αυτή προέρχεται από τον ίδιο τον Αιτητή. Τέλος, υποστήριξε ότι οι τρεις συλλήψεις του επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς του, σημειώνοντας ότι σε κάθε περίπτωση αφέθηκε ελεύθερος κατόπιν παρέμβασης της μητέρας του.
37. Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση προωθούν ότι ο φερόμενος φορέας δίωξης είναι ιδιώτης και ότι ο Αιτητής ορθώς κρίθηκε ως μη αξιόπιστος, παραπέμποντας στο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και επισημαίνοντας ότι οι περιγραφές του δεν παραπέμπουν σε βιωματικά περιστατικά.
38. Ως προς το προσκομισθέν έγγραφο, το οποίο μεταφράστηκε κατόπιν οδηγιών του παρόντος Δικαστηρίου (βλ. ερ. 123–126), η συνήγορος του Αιτητή υποστήριξε ότι πρόκειται για απόφαση που αφορά την προσφυγή της οικογένειάς του και η οποία δικαιώνει τον θείο του, αποτελώντας τη βάση της μεταξύ τους διαφοράς. Προέβαλε επίσης ότι δεν υπάρχουν άλλα σχετικά έγγραφα, καθώς οι υποθέσεις αυτές εξετάζονται από συμβούλιο γερόντων, το οποίο παρέπεμψε την υπόθεση στην αστυνομία.
39. Κατόπιν, το Δικαστήριο υπέβαλε ερωτήσεις στον ίδιο τον Αιτητή. Εκείνος δήλωσε ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Hargeisa, όπου διαμένουν η μητέρα του και τρία από τα αδέλφια του, ενώ ένας αδελφός του ζει στις Η.Π.Α.. Ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του για λόγους ασφάλειας, φοβούμενος ότι ο θείος του θα προκαλέσει εκ νέου τη σύλληψή του λόγω της διαφοράς για την περιουσία του πατέρα του. Υποστήριξε ότι το έγγραφο που προσκόμισε του το απέστειλε η μητέρα του και ότι πρόκειται για απόφαση του 2019 που αναγνωρίζει τον θείο του ως κάτοχο της περιουσίας του πατέρα του. Δήλωσε επίσης ότι συνελήφθη τρεις φορές κατόπιν ενεργειών του θείου του, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς του, χρημάτισε τη γερουσία και την αστυνομία, κατηγορώντας τον για ανυπακοή επειδή διεκδικούσε την περιουσία. Ερωτηθείς για επιμέρους ζητήματα, ανέφερε ότι δεν διαθέτει έγγραφα που να αποδεικνύουν τις συλλήψεις του, ότι δεν θυμάται με ακρίβεια τις ημερομηνίες τους και ότι φοβάται επιστροφή στη Σομαλία, καθώς θεωρεί ότι ο θείος του θα επιδιώξει εκ νέου τη σύλληψή του. Ακολούθως, ο Αιτητής επανέλαβε ότι ο πατέρας του απεβίωσε περί τα τέλη του 2007 και του ζητήθηκε από το Δικαστήριο να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης δήλωσε ότι απεβίωσε το 2011. Ο Αιτητής αποκρίθηκε ότι δε μίλησε για τον θάνατο του πατέρα του στην προφορική του συνέντευξη. Κληθείς να αποσαφηνίσει πότε ξεκίνησαν τα προβλήματα με το θείο του, ο Αιτητής δήλωσε ότι ξεκίνησαν το 2012 και το Δικαστήριο του ζήτησε να σχολιάσει ότι κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης δήλωσε ότι τα προβλήματα με τον θείο του ξεκίνησαν το 2015. Ο Αιτητής υπέβαλε ότι τα προβλήματα άρχισαν περί τα τέλη του 2015, καθώς ο αδερφός του προσπάθησε να εγκαταλείψει τη χώρα και ο θείος του δε του έδινε χρήματα, αν και το πρόβλημα που ξεκίνησε το 2012 οφείλετο στο ότι ο θείος του ήθελε την περιουσία του πατέρα του. Τέλος, υποστήριξε ότι δεν θα μπορούσε να εγκατασταθεί με ασφάλεια σε άλλη περιοχή της Σομαλίας, καθώς, κατά τους ισχυρισμούς του, η οικογένειά του είναι γνωστή και η μετεγκατάστασή του θα γινόταν αντιληπτή από τον θείο του.
40. Προχωρώντας στην de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, κρίνεται, επί τη βάσει των ενώπιον μου στοιχείων, ότι γίνεται δεκτό το εύρημα των Καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό. Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]
41. Συγκεκριμένα, ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής υπήρξε σαφής ως προς τα προσωπικά του στοιχεία. Η αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού εδραιώνεται περαιτέρω και από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες συγκεντρώνονται στο διοικητικό φάκελο και από το διαβατήριό του.
42. Ως προς την αξιολόγηση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή, ήτοι των δηλώσεών του ότι οι περιουσιακές διαφορές με τον θείο του οδήγησαν σε συλλήψεις και απειλές για μελλοντικές συλλήψεις, το Δικαστήριο παρατηρεί τα ακόλουθα αναφορικά με την εσωτερική αξιοπιστία.
43. Καταρχάς, το Δικαστήριο σημειώνει ότι ο Αιτητής υπήρξε σε σημαντικό βαθμό συνεκτικός ως προς την ύπαρξη ενδοοικογενειακής διαφοράς μεταξύ της οικογένειάς του και της οικογένειας του θείου του σχετικά με τη διεκδίκηση της επιχείρησης και της περιουσίας του πατέρα του. Ωστόσο, ορθώς κρίνονται τα ευρήματα των Καθ’ ων η αίτηση ως προς τις περιστάσεις της φερόμενης δίωξής του από τον θείο του. Ειδικότερα, καίτοι ο Αιτητής αναφέρθηκε σε τρεις συλλήψεις σε διαφορετικά χρονικά σημεία, οι δηλώσεις του αναφορικά με τις περιστάσεις των συλλήψεων, τα όσα φέρεται να έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια των κρατήσεών του, καθώς και ως προς οποιαδήποτε διαδικασία κινήθηκε εις βάρος του από τις αρχές, παραμένουν γενικόλογες και στερούνται συγκεκριμένων στοιχείων. Ομοίως, οι αναφορές του περί απειλών από τον θείο του παρουσιάζονται με γενικότητα και χωρίς σαφή εξειδίκευση.
44. Περαιτέρω, παρατηρούνται διαφοροποιήσεις στις δηλώσεις του Αιτητή ως προς κρίσιμα χρονικά σημεία, όπως ο χρόνος θανάτου του πατέρα του και η έναρξη των φερόμενων προβλημάτων με τον θείο του. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος παρέμεινε στη χώρα καταγωγής του για σημαντικό χρονικό διάστημα μετά τον θάνατο του πατέρα του, χωρίς να καθίστανται σαφείς οι περιστάσεις άμεσου κινδύνου που επικαλείται.
45. Σημειώνεται επίσης ότι, κατά τους ισχυρισμούς του ιδίου, στις φερόμενες διαφορές μεσολαβούσαν οι γηραιότεροι της κοινότητας, οι οποίοι φαίνεται να δικαίωναν τον θείο του. Ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με σαφήνεια τους ακριβείς λόγους για τους οποίους οι αρχές θα προέβαιναν σε επανειλημμένες συλλήψεις του. Παράλληλα, δεν προσκόμισε οποιοδήποτε έγγραφο που να αφορά προσωπικώς τις φερόμενες συλλήψεις ή κρατήσεις του, ενώ το μόνο έγγραφο που προσκόμισε αφορά ευρύτερα τη δικαστική διαμάχη μεταξύ της μητέρας του και του θείου του, το οποίο σχολιάζεται κατωτέρω.
46. Επιπλέον, οι δηλώσεις του αναφορικά με τις περιστάσεις της κράτησης και της αποφυλάκισής του παραμένουν αόριστες, με τον ίδιο να περιορίζεται στην αναφορά ότι αφέθηκε ελεύθερος κατόπιν παρέμβασης της μητέρας του.
47. Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι κατά την καταγραφή της αίτησης διεθνούς προστασίας του, την οποία ο ίδιος υπέγραψε και συμπλήρωσε, ο Αιτητής δήλωσε ως λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του την αναζήτηση καλύτερης ζωής και εργασίας, χωρίς να προβάλει οποιονδήποτε ισχυρισμό περί δίωξης από τον θείο του.
48. Ως εκ τούτου, ακόμη και αν γίνει δεκτή η ύπαρξη ενδοοικογενειακών περιουσιακών διαφορών, από τις δηλώσεις του Αιτητή δεν προκύπτει με πειστικότητα και επαρκή συνοχή η ύπαρξη στοχοποίησής του ή αξιόπιστης απειλής εκ μέρους του θείου του. Περαιτέρω, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα ίδια τα λεγόμενά του, ο θείος του έχει δικαιωθεί δικαστικώς ως προς τη διαχείριση της περιουσίας, δεν καθίστανται σαφή τα κίνητρα για τη φερόμενη συνέχιση της δίωξής του.
49. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή, αξιολογείται καταρχάς το έγγραφο που ο ίδιος προσκόμισε σχετικά με την κτηματική διαμάχη μεταξύ της μητέρας του και του θείου του. Σύμφωνα με το εν λόγω έγγραφο, του οποίου η γνησιότητα δεν δύναται να επιβεβαιωθεί, επισημαίνεται καταρχάς ότι έγγραφα των οποίων η γνησιότητα δεν μπορεί να διασταυρωθεί εκτιμώνται ελεύθερα σε συνάρτηση με τα λοιπά στοιχεία που έχει ενώπιόν του το Δικαστήριο. Κατά πάγια νομολογημένη αρχή, ο δικαστής δεν υποχρεούται να αποφασίζει επί τεχνικών θεμάτων, όπως εν προκειμένω η γνησιότητα ενός εγγράφου, αλλά ούτε έχει τη δυνατότητα προς τούτο, εφόσον δεν διαθέτει την απαιτούμενη τεχνογνωσία για να προβεί σε σχετική διαπίστωση (βλ. Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 3866, Λάμπρου Λάμπρος v. Κυπριακής Δημοκρατίας και Άλλου, (2009) 3 Α.Α.Δ. 79). Τελικώς, η αξιολόγηση της γνησιότητας ενός εγγράφου πραγματοποιείται σε συνάρτηση με τους προφορικούς ισχυρισμούς του αιτητή, οι οποίοι είτε δύνανται να ενισχυθούν από αυτό είτε να μην επιβεβαιώνονται επαρκώς, καθόσον το έγγραφο δεν επαρκεί αφ’ εαυτού για την απόδειξη των ισχυρισμών. Ως εκ τούτου, το παρόν Δικαστήριο συναξιολογεί τα εν λόγω έγγραφα ακόμη και στις περιπτώσεις όπου δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί η γνησιότητά τους (Βλ. Απόφαση του ΔΕΕ της 10.6.2021, την υπόθεση C-921/19, LH κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2021:478, σκέψεις 44 και 66). Στο πλαίσιο αυτό, δύνανται να ληφθούν υπόψη και τυχόν εξόφθαλμες ενδείξεις μεταποίησης, οι οποίες είναι ευχερώς διακριτές ακόμη και χωρίς τη συνδρομή εμπειρογνώμονα.
50. Συναφώς, παρατηρείται ότι ο Αιτητής ανέφερε πως το εν λόγω έγγραφο του απεστάλη από τη μητέρα του. Επί του ίδιου του εγγράφου παρατηρείται καταρχάς φωτογραφική υπογραφή, η οποία δεν συνάδει αισθητικά με το υπόλοιπο έγγραφο (βλ. ερ. 42), στοιχείο που εγείρει αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητά του. Περαιτέρω, πρόκειται περί αντιγράφου, χωρίς ωστόσο να εντοπίζεται άλλο στοιχείο που να εγείρει εμφανείς εξωτερικές αμφιβολίες ως προς τη μορφή του. Σε κάθε περίπτωση, το εν λόγω έγγραφο επιβεβαιώνει κατ’ ουσίαν την ύπαρξη δικαστικής διαμάχης μεταξύ της μητέρας του Αιτητή και του θείου του αναφορικά με διεκδίκηση γης και περιουσίας, και όχι την ύπαρξη απειλής ή δίωξης έναντι του ιδίου του Αιτητή, η οποία, άλλωστε, δεν θεμελιώθηκε ανωτέρω στη βάση των δηλώσεών του. Ο Αιτητής δεν προσκόμισε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε άλλης δικαστικής απόφασης που να τον αφορά προσωπικώς, αλλά ούτε και προηγούμενες αποφάσεις στην εν λόγω υπόθεση, από τις οποίες θα μπορούσε να προκύψει σαφέστερα η αιτιολογία της κρίσης της δικαστικής αρχής περί «δικαίωσης» του θείου του.
51. Περαιτέρω, το Δικαστήριο ανέτρεξε στις κατωτέρω πηγές πληροφόρησης αναφορικά με το νομικό πλαίσιο που διέπει τον θεσμό της ιδιοκτησίας στη Σομαλιλάνδη και τις σχετικές διατάξεις κληρονομικού δικαίου, τον ρόλο των φυλών στη χώρα καταγωγής του Αιτητή και την προστασία που παρέχεται μέσω αυτών, το δικαστικό σύστημα της Σομαλιλάνδης, καθώς και τις διαδικασίες σύλληψης και κράτησης. Ειδικότερα, ανευρέθησαν τα εξής:
52. Ως προς το δικαίωμα ιδιοκτησίας στο κρατίδιο της Σομαλιλάνδης, το Σύνταγμα της Δημοκρατίας της Σομαλιλάνδης κατοχυρώνει το δικαίωμα στην ιδιοκτησία υπό την προϋπόθεση ότι έχει αποκτηθεί νόμιμα (άρθρο 31), ενώ παράλληλα προβλέπει την ισότητα των πολιτών της Σομαλιλάνδης και την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω φυλής, χρώματος, γέννησης, γλώσσας, φύλου, ιδιοκτησίας, κοινωνικής θέσης, άποψης κ.α. (άρθρο 8)[2]. Σύμφωνα με έρευνα του 2014 της Μη-Κυβερνητικής Οργάνωσης «Observatory of Conflict and Violence Prevention» με αντικείμενο την αξιολόγηση σχετικά με την ιδιοκτησία γης, τα δικαιώματα γης και τις συγκρούσεις για τη γη στη Σομαλιλάνδη, η γη στη Σομαλία διακρίνεται σε αστική και σε αγροτική γη, με την πρώτη να διέπεται από τον Νόμο 17/2001 ως προς τη Διαχείριση της Αστικής Γης και τη δεύτερη να διέπεται από τον Νόμο 08/1999 ως προς το Καθεστώς Ιδιοκτησίας Αγροτικής Γης. Στην αρχική μορφή του Νόμου 17/2001, οι διαφορές που προέκυπταν από τις αστικές εκτάσεις γης υπάγονταν στη δικαιοδοσία μίας ημι-δικαστικής επιτροπής της οποίας προήδρευε ένας Περιφερειακός Δικαστής. Μετά το Προεδρικό Διάταγμα 363/2008 που τέθηκε σε ισχύ στις 09/09/2008, οι διαφορές πλέον εκδικάζονται από τεχνικές επιτροπές – τις Διοικητικές Επιτροπές για τις Διαφορές Αστικής Γης (Administrative Urban Land Disputes Committees), οι αποφάσεις των οποίων προσβάλλονται ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου (Supreme Court). Στο πλαίσιο αξιολόγησης της αλληλεπίδρασης του εν λόγω επίσημου μηχανισμού επίλυσης διαφορών αστικών εκτάσεων γης με τα παραδοσιακά συστήματα, παρατηρήθηκε ότι οι ανωτέρω τεχνικές επιτροπές συχνά παραπέμπουν τους διαδίκους στους πρεσβύτερους[3]. Η ίδια έκθεση σημειώνει ότι η κληρονομική διαδοχή αποτελεί έναν από τους νόμιμους τρόπους απόκτησης γης, συχνά όμως δημιουργεί οικογενειακές προστριβές. Παράλληλα συστήματα δικαίου φαίνεται να είναι ενεργά, με τους παραδοσιακούς πρεσβύτερους να ρυθμίζουν τις διαφορές για τη γη με το εθιμικό δίκαιο, τα τοπικά δικαστήρια με το αστικό δίκαιο και οι θρησκευτικοί ηγέτες με τη Σαρία. Καθώς τα επίσημα δικαστήρια συχνά θεωρούνται διεφθαρμένα και αργά, οι παραδοσιακοί πρεσβύτεροι διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην επίλυση των διαφορών για τη γη[4]. Οι ανωτέρω πηγές επιβεβαιώνουν της δηλώσεις του Αιτητή σε συνάρτηση και με το έγγραφο που αυτός προσκόμισε ως προς τα μέσα επίλυσης των περιουσιακών διαφορών και τις αρμόδιες προς τούτο αρχές.
53. Αναφορικά με το ζήτημα της κληρονομικής διαδοχής, ο Οικογενειακός Κώδικας της Σομαλίας (υπ’ αριθ. 23 Νόμος της 11ης Ιανουαρίου 1975) περιλαμβάνει κεφάλαιο περί κληρονομικής διαδοχής στα άρθρα 152 επόμενα. Ειδικότερα, προβλέπεται ότι άντρες και γυναίκες έχουν ίσα δικαιώματα στην κληρονομιαία περιουσία (άρθρο 158), κληρονόμοι μπορούν να οριστούν ο/η σύζυγος, τα τέκνα, τα εγγόνια ανεξαρτήτως φύλου, ο πατέρας, η μητέρα, οι παππούδες, οι γιαγιάδες, τα αδέρφια του θανόντος ανεξαρτήτως φύλου, τα αδέρφια του πατέρα και τα αδέρφια της μητέρας επίσης ανεξαρτήτως φύλου (άρθρο 159). Αν υπάρχουν τέκνα ή εγγόνια του θανόντος, τότε το μερίδιο του/της χήρου/ας ανέρχεται στο 1/6 της κληρονομιαίας περιουσίας (άρθρο 160). Αν υπάρχουν μόνο τέκνα, η κληρονομιαία περιουσία κληρονομείται από το μοναδικό τέκνο στο σύνολό της ή από τα περισσότερα τέκνα σε ίσα μερίδια (άρθρο 161). Αν υπάρχει μόνο αδερφός/ή του θανόντος, αυτός/ή κληρονομεί το σύνολο της περιουσίας (άρθρο 164). Αποκλεισμός (hejb) από το δικαίωμα κληρονομικής διαδοχής υφίσταται όταν ένα πρόσωπο έχει κατά τον νόμο την ιδιότητα του κληρονόμου, το δικαίωμά του όμως αποκλείεται διότι προηγείται άλλο πρόσωπο στην κληρονομική τάξη (άρθρο 165). Ενδεικτικά, αναφέρεται η κάτωθι περιπτωσιολογία αποκλεισμού: Οι αδερφοί/ές του θανόντος αποκλείονται από τον πατέρα, τη μητέρα, τα τέκνα και τα εγγόνια του θανόντος (άρθρο 168). Αν υπάρχουν τέκνα ή εγγόνια του θανόντος, τότε το μερίδιο του/της συζύγου, του πατέρα, της μητέρας, του παππού και της γιαγιάς, εφόσον υπάρχουν, μειώνεται (άρθρο 169)[5]. Με βάση τα ανωτέρω, εάν η διεκδικούμενη περιουσία ανήκε όντως στο πατέρα του Αιτητή, ο τελευταίος, η μητέρα και τα αδέλφια του θα μπορούσαν να διεκδικήσουν περιουσιακά δικαιώματα στην περιουσία του θανόντος πατέρα του. Ωστόσο, με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα δεν μπορεί να εξαχθεί, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, το πραγματικό και νομικό υπόβαθρό της προσκομισθείσας από τον Αιτητή απόφασης. Επαναλαμβάνεται δε ότι η ύπαρξη περιουσιακής διαφοράς καθ’ αυτής δεν επαρκεί για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του Αιτητή περί απειλών και κινδύνου από τον θείο του.
54. Ως προς το ρόλο που διαδραματίζουν οι φυλές στη χώρα του Αιτητή, σύμφωνα με την έκθεση της EUAA του Ιουλίου του 2021 για τους φορείς που δρουν στη Σομαλία, αναφέρεται ότι σε όλες τις πτυχές της ζωής στη Σομαλία, η φυλή είναι ταυτόχρονα μέσο αναγνώρισης και τρόπος ζωής. Οι φυλές καθορίζουν τη σχέση μεταξύ των ανθρώπων αλλά και σε σχέση με άλλους φορείς στη Σομαλία, συμπεριλαμβανομένης της Al-Shabaab. Η συμπερίληψη σε μια ισχυρή φυλή έχει μεγάλη σημασία σε σχέση με την πρόσβαση σε πόρους, πολιτική επιρροή, δικαιοσύνη και ασφάλεια[6].
55. Σύμφωνα με παλαιότερη έκθεση της ACCORD στην οποία παραπέμπουν έως σήμερα οι συλλογές πληροφοριών, οι Σομαλοί χωρίζονται σε πέντε μεγάλες φυλές - οικογένειες: οι Dir εντοπίζονται κυρίως στο δυτικό τμήμα της Σομαλιλάνδης και στο νότιο τμήμα της Σομαλίας, οι Isaaq στο μεσαίο τμήμα της Σομαλιλάνδης, οι Darood είναι κυρίως εγκατεστημένοι στο Puntland, στο ανατολικό τμήμα της Σομαλιλάνδης και στο νοτιότερο τμήμα της Σομαλίας, οι Hawiye βρίσκονται κυρίως στην κεντρική Σομαλία ενώ οι Rahanweyn, που μερικές φορές αποκαλούνται Digil-Mirifle, εντοπίζονται στην περιοχή μεταξύ των ποταμών Jubba και Shabelle»[7].
56. Ως προς την προστασία που μπορεί να παράσχει η φυλή, το πιο σημαντικό επίπεδο αλληλεγγύης στη σομαλική κοινωνία, το jilib, αναφέρεται στην ομάδα κάτω από την οποία η κοινότητα αναλαμβάνει την πληρωμή της «τιμής του αίματος» (diya). Θεωρητικά, μέσα στο jilib, η κοινότητα πρέπει να βοηθά τα άτομα σε περίπτωση μικρότερων ή μεγαλύτερων προβλημάτων, φτάνοντας μέχρι τον ακρωτηριασμό ή τη δολοφονία κάποιου από άλλη φυλή (τιμή αίματος). Μπορούν επίσης να γίνουν διευθετήσεις μεταξύ φυλών για προστασία εκτός της φυλής. Αυτές οι συμφωνίες είναι συνήθως για συγκεκριμένη διάρκεια και προσδιορίζουν το είδος της προστασίας, τα μέσα επίλυσης συγκρούσεων, κανόνες γάμου κ.λπ. Υπάρχουν επίσης δεσμοί προστασίας και αλληλεγγύης χωρίς συγκεκριμένη διάρκεια ή συμφωνία[8].
57. Οι πολιτοφυλακές των φυλών είναι επίσης σημαντικοί παράγοντες της πολιτικής ζωής σε ολόκληρη τη Σομαλία[9]. Σύμφωνα με το σύστημα xeer, οι πρεσβύτεροι της φυλής ενεργούν ως διαμεσολαβητές ή διαιτητές και παίζουν κεντρικό ρόλο στο επίλυση τοπικών και ενδοφυλετικών διαφορών. Οι Σομαλοί ακολουθούν ένα διπλό σύστημα κανόνων, το ισλαμικό σύστημα, ήτοι τη Σαρία, και το παραδοσιακό, το xeer. Η ουσία του xeer είναι να εξισορροπεί τις σχέσεις μεταξύ ατόμων και μεταξύ ομάδων. Για παράδειγμα, το τίμημα για τη δολοφονία ή τον ακρωτηριασμό ενός μέλους μιας άλλης φυλής (jilib) ορίζεται από τον xeer, καθώς και η κληρονομιά γης ή υλικών αγαθών. Οι πρεσβύτεροι αποδίδουν δικαιοσύνη και θεωρούνται ειδικοί του xeer. Η Σαρία επίσης ακολουθείται. Πρέπει να σημειωθεί ότι πλέον, αυτό το φαινόμενο τείνει να τροποποιηθεί σε πολλά μέρη της χώρας, ιδίως στις πόλεις και τις περιοχές κάτω από τον έλεγχο της Al-Shabaab[10].
58. Η έκθεση της EUAA για τη Σομαλία, δημοσιευθείσα τον Μάιο του 2025, αναφέρει ότι, στο πλαίσιο τηλεφωνικής συνέντευξης, παρασχέθηκε η πληροφορία ότι η παρεχόμενη από τις φυλές προστασία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην καθημερινή ζωή της πόλης Hargeisa, τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή. Οι κυρίαρχες εθνοτικές ομάδες μπορούν να προστατέψουν τα μέλη τους και, ορισμένες φορές, οι ηλικιωμένοι ή οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι προσπαθούν να επέμβουν ενόσω εκκρεμεί η διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου με σκοπό την άρση της προσωρινής κράτησης των συγγενών τους. Σημειώνεται παρ’ όλα αυτά, ότι το ανωτέρω συμβαίνει πλέον λιγότερα συχνά σε σύγκριση με το παρελθόν[11]. Τοπικές πηγές ως αυτές παρατίθενται σε έκθεση του EUAA σχετικά με τους κοινωνικοοικονομικούς δείκτες στην Σομαλία καταγράφουν για την Hargeisa πως «Οι κυβερνητικοί θεσμοί είναι σταθερά εδραιωμένοι, η αστυνομία εργάζεται αποτελεσματικά, αλλά και το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης είναι καλά οργανωμένο. Εάν υπάρχουν αξιόπιστες καταγγελίες ότι έλαβε χώρα ένα έγκλημα, η αστυνομία ξεκινά έρευνες και εάν βρεθούν στοιχεία, το θέμα πηγαίνει στα δικαστήρια. Ταυτόχρονα, οι πρεσβύτεροι των οικογενειών εξακολουθούν να παίζουν ρόλο. Σε περίπτωση κλοπής, τραυματισμού ή ακόμα και δολοφονίας, μπορούν να παρέμβουν και να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις για αποζημίωση. Εάν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ των πρεσβυτέρων του δράστη και των πρεσβυτέρων του θύματος, η υπόθεση συνήθως αποσύρεται από την αστυνομία ή/και το δικαστήριο και καταβάλλεται αποζημίωση στην οικογένεια του θύματος, η οποία κοινοποιείται επίσημα από την τοπική κυβέρνηση (τουλάχιστον εάν τα εμπλεκόμενα μέρη το επιθυμούν). Εάν μια δολοφονία έλαβε χώρα εκ προθέσεως, το κράτος συνήθως δεν δέχεται να αποσύρει την υπόθεση. Η πηγή πρόσθεσε ότι εντός της Hargeisa, η προστασία της φυλής δεν είναι απαραίτητη, εκτός εάν ένα άτομο εμπλέκεται σε μια ενεργή σύγκρουση και επομένως είναι πιθανός στόχος σε μια επίθεση εκδίκησης[12]. Οι ανωτέρω πηγές επιβεβαιώνουν την επιδραστικότητα των φυλών στη γενικότερη ζωή των πολιτών της χώρας αλλά και την εμπλοκή τους σε θέματα που άπτονται την επίλυση διαφορών, συμπεριλαμβανομένων και περιουσιακών διενέξεων.
59. Τα Δικαστήρια της Σομαλιλάνδης αποτελούνται από τα Δικαστήρια Πρώτου Βαθμού, ήτοι τα Επαρχιακά Δικαστήρια (District Courts) και τα Περιφερειακά Δικαστήρια (Regional Courts), τα Εφετεία (Appeal Courts) και το Ανώτατο Δικαστήριο (Supreme Court) που λειτουργεί και ως Συνταγματικό Δικαστήριο. Στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου υπάγονται οι αξιώσεις που βασίζονται στη Σαρία, οι οποίες αφορούν κυρίως θέματα οικογενειακού δικαίου και κληρονομικής διαδοχής, αστικές διαφορές που αφορούν αγωγές έως ένα ορισμένο ποσό καθώς και ποινικές υποθέσεις σχετικά με αδικήματα που τιμωρούνται με έως μία ορισμένη ποινή φυλάκισης ή με χρηματική ποινή. Οι διαφορές που δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου εκδικάζονται από το Περιφερειακό Δικαστήριο. Οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των Επαρχιακών και των Περιφερειακών Δικαστηρίων εκδικάζονται από τα κατά τόπους αρμόδια Εφετεία, ενώ οι προσφυγές κατά αποφάσεων των Εφετείων κρίνονται από το Ανώτατο Δικαστήριο[13].
60. Τα κρατίδια της Puntland and της Σομαλιλάνδης έχουν εγκαθιδρύσει ξεχωριστά δικαστικά συστήματα. Το Σύνταγμα της Σομαλιλάνδης επιτρέπει τη συνύπαρξη του αστικού δικαίου, του εθιμικού δικαίου και του δικαίου της Σαρία, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έρχονται σε αντίθεση με τη Σαρία. Το δικαστικό σύστημα αποτελείται από το Ανώτατο Δικαστήριο, τα Εφετεία ανά περιφέρεια, τα Περιφερειακά Δικαστήρια και τα Επαρχιακά Δικαστήρια. Στα αστικά κέντρα της Σομαλιλάνδης, οι στοιχειώδεις συνιστώσες του κράτους δικαίου έχουν εγκαθιδρυθεί, ενώ οι αστυνομικές και δικαστικές αρχές καθώς και άλλοι κυβερνητικοί θεσμοί λειτουργούν σχετικά καλά. Ωστόσο, σε πιο απομακρυσμένες περιοχές, οι τοπικές αρχές, και κυρίως οι πρεσβύτεροι, διασφαλίζουν την έννομη τάξη, με αποτέλεσμα την ελλιπή προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών, των παιδιών και των τοπικών μειονοτήτων[14].
61. Αναφορικά με τις συνθήκες που επικρατούν στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης και προστασίας στην χώρα και όσον αφορά ειδικότερα το κρατίδιο της Σομαλιλάνδης, παρατίθενται τα εξής: Πρόσφατη έκθεση του ολλανδικού Υπουργείου Εξωτερικών αναφέρει ότι το νομικό σύστημα και η επιβολή του νόμου διαφέρουν ανάλογα με το ομοσπονδιακό κρατίδιο. Η Σομαλία έχει ένα πλουραλιστικό νομικό σύστημα, στο οποίο συνυπάρχουν το εθιμικό δίκαιο (xeer), το θρησκευτικό δίκαιο (Σαρία) και το κοσμικό δίκαιο, χωρίς οι ανωτέρω πηγές δικαίου να είναι ενσωματωμένες σε ένα ενιαίο επίσημο νομικό σύστημα. Συχνά χρησιμοποιούνται εναλλακτικά και όχι πάντα με συνεπή τρόπο, ενώ αναφέρεται ότι οι περισσότερες υποθέσεις επιλύονται σύμφωνα με το εθιμικό δίκαιο, με τα μέλη των ισχυρότερων φυλών να μπορούν να διεκδικήσουν την οικεία προστασία. Η ανωτέρω δυνατότητα εξαρτάται από τη διατήρηση ενός δικτύου, γεγονός που στερεί από τα άτομα που ευρίσκονται εκτός χώρας για αρκετό καιρό να απολαύσουν την παρεχόμενη από τις φυλές προστασία. Σημειώνεται ότι στη Σομαλιλάνδη και το Puntland, αναφέρεται ότι η κρατική ισχύς υπερισχύει, με τις φυλές να φέρουν δευτερεύοντα ρόλο στην παροχή προστασίας[15].
62. Αναφορικά με τις διαδικασίες σύλληψης, τη μεταχείριση των κρατουμένων και τον σεβασμό του δικαιώματος της δίκαιης δίκης, η έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ αναφορικά με τις πρακτικές ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Σομαλία η οποία καλύπτει το έτος 2023 παραθέτει τα εξής: Για τη σύλληψη υπόπτων απαιτείται η έκδοση εντάλματος σύλληψης από εξουσιοδοτημένους αξιωματούχους και με βάση επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, πλην των αυτόφωρων περιστατικών. Επιπλέον, ο νόμος επιβάλλει την άμεση ενημέρωση των συλληφθέντων για τις απαγγελθείσες κατηγορίες καθώς και για τις δικαστικές αποφάσεις, όπως επίσης την άμεση πρόσβασή τους σε δικηγόρο και σε μέλη της οικογένειάς τους. Ωστόσο, σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση η τήρηση των ανωτέρω εγγυήσεων ήταν σπάνια. Περαιτέρω, αναφέρεται η σύλληψη και αυθαίρετη κράτηση ατόμων που κατηγορούνται για τρομοκρατία και για υποστήριξη ή αντίθεση στην Al- Shabaab, η σύνδεση με την οποία προβάλλεται συχνά ως δικαιολογία για τις αυθαίρετες συλλήψεις. Παρά την πρόβλεψη αυστηρών ορίων για τη διάρκεια της προσωρινής κράτησης, αυτά γενικά δεν τηρούνται. Παρατηρείται παρατεταμένη προσωρινή κράτηση, ενώ ο μεγάλος αριθμός κρατουμένων, η έλλειψη δικαστών και δικαστικών υπαλλήλων, καθώς και η αναποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης είχαν ως αποτέλεσμα την καθυστέρηση των δικών. Παρά τη νομοθετική κατοχύρωση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, σημειώνεται ότι η ανεξαρτησία και η αμεροληψία της δικαστικής αρχής δεν γινόταν πάντα σεβαστή από την κυβέρνηση. Το πολιτικό δικαστικό σύστημα παρέμενε δυσλειτουργικό και άνισα ανεπτυγμένο, ιδίως εκτός των αστικών περιοχών. Ορισμένα τοπικά δικαστήρια εξαρτώνταν από την κυρίαρχη τοπική φυλή. Σύμφωνα με αναφορές, η δικαιοσύνη υπόκειτο σε επιρροές και διαφθορά και επηρεαζόταν έντονα από την πολιτική που βασιζόταν στις φυλές. Οι παραδοσιακοί γέροντες των φυλών μεσολάβησαν σε συγκρούσεις σε ολόκληρη τη χώρα. Οι φυλές συχνά εφάρμοζαν παραδοσιακές πρακτικές δικαιοσύνης. Όσον αφορά ειδικότερα τη Σομαλιλάνδη, σημειώνεται η ύπαρξη λειτουργικών δικαστηρίων, αν και υπήρχε σοβαρή έλλειψη εκπαιδευμένων δικαστών, καθώς και περιορισμένη νομική τεκμηρίωση βάσει της οποίας θα μπορούσαν να δημιουργηθούν δικαστικά προηγούμενα και να διωχθούν οι ευρέως διαδεδομένες καταγγελίες για διαφθορά. Σημειώνονται επιπλέον παρεμβάσεις από κυβερνητικούς και τοπικούς αξιωματούχους[16].
63. Συνεκτιμωμένων όλων των ανωτέρω, γίνεται αποδεκτός ο ισχυρισμός του Αιτητή περί ύπαρξης περιουσιακών διαφορών με τον θείο του. Πλην όμως, δεν γίνεται αποδεκτό ότι ο ίδιος υπήρξε συστηματικά υποκείμενο δίωξης από αυτόν, καθόσον η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του ως προς την εν λόγω παράμετρο δεν θεμελιώνεται, ενώ δεν προκύπτει οποιοδήποτε εξωτερικό στοιχείο ικανό να υποστηρίξει το αφήγημά του.
64. Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να διατρέχει ο Αιτητής, πέραν των όσων ο ίδιος δήλωσε και τα οποία απορρίφθηκαν ανωτέρω, σημειώνεται ότι ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε αρχικώς οποιονδήποτε πρόσθετο ή ανεξάρτητο κίνδυνο απορρέοντα από το προσωπικό του προφίλ ή τις ιδιαίτερες περιστάσεις του.
65. Ειδικώς ως προς το θρησκευτικό προφίλ Αιτητή επισημαίνεται ότι το 99 % του πληθυσμού της Σομαλίας είναι Μουσουλμάνοι και κατ’ επέκταση δεν συντρέχει οποιοσδήποτε κίνδυνος ένεκα αυτού[17]. Ως προς το φυλετικό προφίλ Αιτητή σε συνάρτηση με τον τόπο συνήθους προηγούμενης διαμονής του τη Hargeisa, Somaliland σημειώνονται τα κάτωθι. Η πόλη Hargeisa είναι η πρωτεύουσα της Δημοκρατίας της Σομαλιλάνδης, ένα de facto κρατίδιο στη βορειοδυτική Σομαλία, το οποίο όμως δεν απολαμβάνει διεθνούς αναγνώρισης[18]. Η Σομαλιλάνδη διαθέτει ανεξάρτητο πολιτικό σύστημα, κυβερνητικούς θεσμούς, αστυνομικές δυνάμεις και ξεχωριστό νόμισμα[19]. Στην πόλη Hargeisa και γενικά στο κρατίδιο της Σομαλιλάνδης, κυριαρχεί η φυλή Isaaq και τα παρακλάδια αυτής (sub-clans)[20]. Ο Αιτητής, συνεπώς, ανήκει στην κυρίαρχη φυλή του τόπου συνήθους διαμονής του, ενώ δεν έχει εντοπιστεί οποιαδήποτε πηγή από την οποία να προκύπτει κίνδυνος για τα μέλη της λόγω φυλετικής καταγωγής.
66. Αναφορικά με την αντιμετώπιση των επαναπατρισθέντων Σομαλών, έκθεση της EUAA σημειώνει ότι η διασύνδεση των επαναπατρισθέντων με τους συγγενείς τους, και κυρίως από τη φυλή Isaaq, αποτελεί τον τρόπο επανένταξης αυτών στην τοπική κοινωνία. Οι εν λόγω συγγενείς προετοιμάζουν το έδαφος και προσφέρουν βοήθεια κατά τις πρώτες εβδομάδες / μήνες προς τους επαναπατρισθέντες, πλην των περιπτώσεων που συντρέχει κάποιο πρόβλημα, όπως επί παραδείγματι ψυχική ασθένεια ή εξάρτηση από ναρκωτικά. Σημειώνεται ωστόσο ότι άτομα που παραβιάζουν επίμονα βασικές πολιτισμικές ή θρησκευτικές νόρμες δεν γίνονται ανεκτοί και αν δεν αλλάξουν συμπεριφορά αποκλείονται από την οικογενειακή αλληλεγγύη. Επιπλέον, όσοι έχουν ζήσει στο εξωτερικό, ειδικά στις βόρειες χώρες, για μεγάλο χρονικό διάστημα, αναμένεται να συνεισφέρουν με οικονομικούς πόρους, διαφορετικά βιώνουν την περιφρόνηση από τους τοπικούς συγγενείς[21]. Εν προκειμένω, ο Αιτητής διαθέτει οικογενειακό δίκτυο τόσο εντός, όσο και εκτός της χώρας καταγωγής του και, με βάση το προσωπικό του προφίλ, όπως αναλύεται στη συνέχεια, ευλόγως αναμένεται ότι δεν θα αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα σε περίπτωση επιστροφής του.
67. Ακολούθως, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του Αιτητή.
68. Ως προς την κατάσταση ασφαλείας στη διοικητική περιφέρεια Woqooyi Galbeed όπου υπάγεται η πόλη Hargeisa, τόπος τελευταίας διαμονής του Αιτητή, σημειώνονται τα ακόλουθα. Η Σομαλιλάνδη αποτελεί μία αποσχισθείσα περιοχή της Σομαλίας, η οποία ανακήρυξε την ανεξαρτησία της το 1991[22]. Σε σχέση με της επαρχίες της Σομαλιλάνδης, διεθνείς πηγές χαρτογράφησης επιβεβαιώνουν ότι η επικράτεια της Σομαλιλάνδης αποτελείται από τις επαρχίες Sool και Sanaag στα ανατολικά, τις επαρχίες Togdheer, Hargeisha και Sahil στα κεντρικά και την επαρχία Awdal στα Δυτικά της περιφέρειας[23].
69. Αναφορικά με την παρουσία της τρομοκρατικής οργάνωσης Al Shabaab στη Σομαλιλάνδη, η έκθεση της EUAA αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας για τη Σομαλία που δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2025, αναφέρει ότι δεν εντοπίζεται η παρουσία της Al Shabaab στην περιφέρεια της Σομαλιλάνδης, καθώς η επικράτειά της ελέγχεται από τις ένοπλες δυνάμεις της αποσχισθείσας περιφέρειας[24].
70. Σύμφωνα με έκθεση του ACLED για τη Σομαλία το Μάρτιο του 2024, μάχες μεταξύ της κυβέρνησης της Σομαλιλάνδης και της πολιτοφυλακής SSC ξέσπασαν από τον Ιανουάριο του 2023 στην περιοχή Cayn, η οποία εντοπίζεται ανάμεσα στις περιφέρειες της Σομαλιλάνδης και του Puntland[25]. Η σύγκρουση ξέσπασε αφού οι κυβερνητικές δυνάμεις ασφαλείας σκότωσαν πάνω από δώδεκα διαδηλωτές που διαμαρτύρονταν για τη δολοφονία ενός μέλους του κόμματος της αντιπολίτευσης στα τέλη Δεκεμβρίου 2022. Αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που αυτοί οι δύο παράγοντες συμμετείχαν σε στρατιωτικές συγκρούσεις. Αν και η βία έχει υποχωρήσει σε μεγάλο βαθμό στη Σομαλιλάνδη, οι εντάσεις συνεχίζουν να είναι υψηλές, καθώς οι κυβερνητικές δυνάμεις της Σομαλιλάνδης παρέμειναν αναπτυγμένες στην περιοχή Cayn. Η δε σύγκρουση δεν δείχνει σημάδια ύφεσης, σε μεγάλο βαθμό λόγω δύο βασικών παραγόντων – των οικονομικών κεφαλαίων και της αναγνώρισης της διοίκησης Σομαλιλάνδης από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Σομαλίας - που δεν υπήρχαν κατά τους προηγούμενους γύρους συγκρούσεων[26].
71. Περαιτέρω, η έκθεση του Insecurity Insight, μίας ανθρωπιστικής ομοσπονδίας με σκοπό τη στήριξη των οργανισμών βοήθειας, παροχών υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης, εκπαίδευσης και προστασίας και άλλων οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, σε σχέση με τα όσα έλαβαν χώρα στη Σομαλιλάνδη το έτος 2023, καταγράφει ότι το Φεβρουάριο του 2023, στην αμφισβητούμενη από Σομαλιλάνδη και Puntland, πόλη Las Anod - πρωτεύουσα της επαρχίας Sool, ξέσπασε βία μεταξύ των πολιτοφυλακών της φυλής Dhulbahante και των ένοπλων δυνάμεων της Σομαλιλάνδης. Σχεδόν 200.000 άνθρωποι εκτοπίστηκαν και αρκετές εκατοντάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της βίας[27].
72. Ειδικότερα, ως προς την Hargeisa, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της EUAA, η οποία δημοσιεύτηκε το 2025, σημειώνονται τα εξής: Η Hargeisa είναι η πρωτεύουσα της Δημοκρατίας της Σομαλιλάνδης. Η κυβέρνηση στη Hargeisa θεωρεί τη Σομαλιλάνδη ως ανεξάρτητη χώρα, αν και της λείπει η διεθνής αναγνώριση. Η Hargeisa έχει γίνει κέντρο τόσο οικονομικής δραστηριότητας όσο και ανθρωπιστικής ανταπόκρισης, καθιστώντας την
μαγνήτη για αναζητούντες εργασία και πρόσφυγες καθώς και εσωτερικά εκτοπισμένους. Η Hargeisa θεωρείται μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες πόλεις στη Σομαλική χερσόνησο[28].
73. Προκειμένου να ολοκληρωθεί η εικόνα αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή Hargeisa, κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν και ορισμένα αριθμητικά δεδομένα. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες με ημερομηνία τελευταίας επικαιροποίησης τις 27/02/2026, στην πόλη Hargeisa καταγράφηκαν 36 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία χαρακτηρίστηκαν ως πολιτική βία, καταστολή και διαδηλώσεις, με ένα εξ αυτών να κατατάσσεται στα περιστατικά τρομοκρατικής δραστηριότητας, και τα οποία επέφεραν 3 θανάτους. Κατά την ίδια περίοδο αναφοράς, στη διοικητική περιφέρεια Woqooyi Galbeed όπου υπάγεται η πόλη Hargeisa, καταγράφηκαν 76 περιστατικά ασφαλείας τα οποία προκάλεσαν 23 θανάτους[29]. Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πόλης Hargeysa εκτιμάται κατά το έτος 2026 σε 1,3 εκατομμύρια κατοίκων[30], ενώ ο πληθυσμός της διοικητικής περιφέρειας Woqooyi Galbeed κατά το έτος 2019 υπολογίστηκε περί τα 1,7 εκατομμύρια κατοίκων[31].
74. Τα ανωτέρω ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα καταδεικνύουν ότι στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, καίτοι παρουσιάζονται περιστατικά ασφαλείας, η ένταση και η συχνότητά τους κυμαίνεται σε χαμηλά επίπεδα.
75. Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, ως αυτό έγινε αποδεκτό και ειδικότερα ότι ο Αιτητής είναι νεαρός, υγιής, ικανοποιητικού μορφωτικού επιπέδου, με εργασιακή πείρα στη χώρα καταγωγής του και χωρίς οποιοδήποτε σημείο ευαλωτότητας ή αποδεδειγμένο περιστατικό παρελθούσας δίωξης, κρίνεται πως σε συνάρτηση με τις παρατεθείσες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του στη χώρα καταγωγής του, δεν πιθανολογείται ότι σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, θα εκτεθεί ευλόγως σε σοβαρό κίνδυνο. Περαιτέρω, το γεγονός της ύπαρξης περιουσιακών διαφορών, ισχυρισμός ο οποίος έγινε μεν αποδεκτός, δεν έχει καταδειχθεί ότι συνεπάγεται για τον Αιτητή κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
76. Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
77. Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου), καθώς ο Αιτητής δεν τεκμηριώνει, αλλά και από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.
78. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό και δεδομένου ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε, ότι ενόψει των προσωπικών του περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32)] ότι αυτός διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του [βλ. άρθρο 19(2)(α) και (β)].
79. Ούτε εξάλλου, προκύπτει ότι συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο προσφεύγων, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή (βλ. άρθρο 19(2)(γ) απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94 Elgafaji, σκέψη 43).
80. Επιπροσθέτως, δεδομένης της κατάστασης που επικρατεί στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή και στην ευρύτερη περιφέρεια που αυτός εμπίπτει, δέον να εξεταστούν τα επιμέρους συστατικά στοιχεία του άρθρου 19(2)(γ) και ειδικότερα, κατά πόσον συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο Αιτητής, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94 Elgafaji, σκέψη 43].
81. Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε Αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».
82. Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28).
83. Ακολούθως ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν κατά την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε ότι λαμβάνονται υπόψη «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (Βλ. C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
84. Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 and 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
85. Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.» (απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».
86. Αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη Hargeisa (βλ. ανωτέρω), στην οποία βρίσκεται ο τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν διαπιστώνεται να βρίσκεται σε εξέλιξη ένοπλη σύρραξη (βλ. ανωτέρω Elgafaji, σκ. 34, ΔΕΕ· Diakit?, απόφαση της 30.01.2014, C-285/12). Συνεπώς παρέλκει η οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση των συστατικών στοιχείων της υπό εξέταση διάταξης.
87. Ως προς δε την απόφαση επιστροφής του, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω (Βλ. απόφαση της της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C- 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51).
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.
Κ. Κ. ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition,
EUAA https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system [τελευταία ημερομηνία πρόσβασης 18.11.2025], σ. 120-134.
UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status
[2] Constitution of the Republic of Somaliland, 31 May 2001, https://www.refworld.org/legal/legislation/natlegbod/2001/72769, τελευταία πρόσβαση 9.3.2026.
[3] Observatory of Conflict and Violence Prevention, Baseline Assessment on Land Ownership, Land Rights, and Land Conflict in Somaliland February 2014, https://land.igad.int/index.php/documents-1/countries/somalia/conflict-4/872-baseline-assessment-on-land-ownership-land-rights-and-land-conflicts-in-somalia-2014/file , σ. 4, τελευταία πρόσβαση 9.3.2026.
[4] Observatory of Conflict and Violence Prevention, Baseline Assessment on Land Ownership, Land Rights, and Land Conflict in Somaliland February 2014, https://land.igad.int/index.php/documents-1/countries/somalia/conflict-4/872-baseline-assessment-on-land-ownership-land-rights-and-land-conflicts-in-somalia-2014/file , σ. 9, 19, τελευταία πρόσβαση 9.3.2026.
[5] National Legislative Bodies, published by UNHCR: Law No. 23 of 11th January 1975; Family Law, 11 January 1975
https://www.refworld.org/sites/default/files/2025-05/family-law-no.-23-1975.pdf , τελευταία πρόσβαση 9.3.2026.
[6] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO) (Author): Somalia Actors, Country of Origin Information, July 2021, available at: https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2021_07_EASO_COI_Report_Somalia_Actors.pdf, σελ. 45 – 50 , τελευταία πρόσβαση 9.3.2026.
[7] ACCORD, Clans in Somalia – Report on a lecture by Joakim Gundel, COI Workshop Vienna, 15 May 2009 (Revised Edition), 2009, https://www.refworld.org/pdfid/4b29f5e82.pdf, σελ. 14-20, τελευταία πρόσβαση 9.3.2026.
[8] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO) (Author): Somalia Actors, Country of Origin Information, July 2021, available at: https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2021_07_EASO_COI_Report_Somalia_Actors.pdf, σελ. 45 – 50 , τελευταία πρόσβαση 9.3.2026.
[9] Felbab-Brown, V., The Problem with Militias in Somalia, 2020, https://i.unu.edu/media/cpr.unu.edu/post/3895/HybridConflictSomaliaWeb.pdf, σελ. 113-115, τελευταία πρόσβαση 9.3.2026.
[10] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO) (Author): Somalia Actors, Country of Origin Information, July 2021, available at: https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2021_07_EASO_COI_Report_Somalia_Actors.pdf, σελ. 51 , τελευταία πρόσβαση 9.3.2026.
[11] EUAA - European Union Agency for Asylum (Author):, Somalia Country Focus, May 2025, https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-somalia-country-focus , σ. 118, τελευταία πρόσβαση 6.3.2026.
[12] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO) (Author): Somalia Key socio-economic indicators, September 2021, https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-somalia-key-socio-economic-indicators , σ. 91, τελευταία πρόσβαση 6.3.2026.
[13] http://www.somalilandlaw.com/somaliland_judicial_system.html , τελευταία πρόσβαση 9.3.2026.
[14] Somalia Country Report 2024, Somalia Country Report 2024, BTI 2024 Somalia Country Report: BTI 2024 , τελευταία πρόσβαση 9.3.2026.
[15] Ministry of Foreign Affairs of the Netherlands, General Country of Origin Information Report on Somalia, 4 April 2025, https://www.government.nl/binaries/government/documenten/reports/2025/04/04/general-country-of-origin-information-report-on-somalia-april-2025/Country+of+Origin+Information+report+Somalia+2025.pdf , σελ. 108-109, τελευταία πρόσβαση 6.3.2026.
[16] USDOS - US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Somalia, 23 April 2024
https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/somalia , τελευταία πρόσβαση 6.3.2026.
[17] https://www.britannica.com/place/Somalia , τελευταία πρόσβαση 9.03.2026.
[18] Somaliland, Ministry of Planning and National Development, Central Statistics and Research Department, Somaliland in Figures 2024, September 2024, https://mopnd.govsomaliland.org/site/downloadfile/file/MjAyNC8xMi8yMDI0LTEyLTI2LTA4LTQyLTMzLTMzOTItMTczNTIwMjU1My5wZGY%3D , τελευταία πρόσβαση 6.3.2026.
[19] https://www.bbc.com/news/world-africa-14115069, last updated on 2 January 2024, τελευταία πρόσβαση 6.3.2026.
[20] IOM, Areas with High Incidence of Return Migration in Somaliland: Community Profiling and Mapping of Support Providers, 2022 , https://www.migrationjointinitiative.org/sites/g/files/tmzbdl261/files/2023-02/iom_somalia_communityprofilingandmapping_hargeisa_digital_draft2.pdf ; EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO) (Author): Somalia Key socio-economic indicators, September 2021, https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-somalia-key-socio-economic-indicators , σ. 73, τελευταία πρόσβαση 6.3.2026.
[21] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO) (Author): Somalia Key socio-economic indicators, September 2021, https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-somalia-key-socio-economic-indicators , σ. 92, τελευταία πρόσβαση 6.3.2026.
[22] ΒΒC News, "Somaliland profile", 02/01/2024, https://www.bbc.com/news/world-africa-14115069 , τελευταία πρόσβαση 9.3.2026.
[23]https://www.shutterstock.com/el/image-vector/administrative-map-de-facto-state-somaliland-2441163961?dd_referrer=https%3A%2F%2Fwww.cylaw.org%2F , τελευταία πρόσβαση 9.3.2026.
[24] EUAA - European Union Agency for Asylum (Author): Somalia: Security Situation, May 2025, https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-somalia-security-situation-3 , σ. 139, τελευταία πρόσβαση 6.3.2026.
[25] https://www.google.com/maps/place//@8.2360841,44.0808325,1397634m/data=!3m2!1e3!4b1?entry=ttu&g_ep=EgoyMDI2MDMwNC4xIKXMDSoASAFQAw%3D%3D , τελευταία πρόσβαση 9.3.2026.
[26] ΑCLED, Somalia: Al-Shabaab's Infiltration of a Military Base in Mogadishu and Somaliland's Conflict
1 March 2024, https://acleddata.com/2024/03/01/situation-update-february-2024-al-shabaabs-infiltration-of-a-military-base-in-mogadishu-and-somalilands-conflict/, τελευταία πρόσβαση 9.3.2026.
[27] Insecurity Insight, Somalia, Violence Against Healthcare in Conflict, 2023, https://insecurityinsight.org/wp-content/uploads/2024/05/2021-2023-SHCC-Somalia.pdf, σ. 3, τελευταία πρόσβαση 9.3.2026.
[28] EUAA - European Union Agency for Asylum (Author):, Somalia Country Focus, May 2025, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-05/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf , σ. 110-111, τελευταία πρόσβαση 9.3.2026.
[29] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Somalia, Events / Fatalities, All Events, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer , τελευταία πρόσβαση 9.3.2026.
[30] World Population Review, Somalia, Hargeysa, https://worldpopulationreview.com/cities/somalia/hargeysa , τελευταία πρόσβαση 19/02/2026.
[31] City Population, Somalia, https://www.citypopulation.de/en/somalia/ , τελευταία πρόσβαση 19/02/2026.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο