Μ.O. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 2403/2025, 2/3/2026
print
Τίτλος:
Μ.O. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 2403/2025, 2/3/2026

#ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

 Υπόθεση αρ. 2403/2025

02 Μαρτίου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Μ.O.

από Συρία

                                                           Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας,

μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

  Καθ' ων η αίτηση

                                                                                                              

 

Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως

Δικηγόρος για Καθ’ ων η αίτηση: Ε. Ιωάννου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

(ALQAROUT Shahd- Διερμηνέας, για διερμηνεία από την ελληνική στην αράβικη και αντίστροφα)

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή προσβάλλει την απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 31.07.2025 η οποία του κοινοποιήθηκε προσωπικά στις 07.08.2025 και με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση ασύλου, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΝΣΤΑΣΗ

 

Με την καταχώριση της Ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση, εγέρθηκε από μέρους τους προδικαστική ένσταση ότι η παρούσα προσφυγή είναι εκπρόθεσμη, ως

 

καταχωρισθείσα μετά το πέρας της προθεσμίας των 30 ημερών.

 

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι προέχει, ως ζήτημα λογικής προτεραιότητας, αλλά και λόγω της εγγενούς σπουδαιότητάς της, η εξέταση της προδικαστικής ένστασης των Καθ' ων η αίτηση περί του εκπροθέσμου καταχώρισης της υπό κρίση προσφυγής, η οποία, εφόσον ευσταθεί, οδηγεί άνευ ετέρου την παρούσα σε απόρριψη ως απαράδεκτη. Και τούτο, στη βάση της πάγιας νομολογίας ότι σε περίπτωση διαπίστωσης εκπρόθεσμης καταχώρισης μίας προσφυγής, τότε οποιοσδήποτε άλλος εγειρόμενος ισχυρισμός και προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης παύει να έχει οποιαδήποτε σημασία, ως λογικά ακολουθών το εμπρόθεσμο της προσφυγής[1]. Κατά τούτο λοιπόν, το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για ακρόαση επιζητώντας την τοποθέτηση εκατέρωθεν μερών αναφορικά με την προδικαστική ένσταση, προτού δώσει οδηγίες για καταχώριση γραπτών αγορεύσεων. 

 

Κατά την ακροαματική διαδικασία σε σχέση με την προδικαστική αυτή ένσταση, οι Καθ’ ων η αίτηση προώθησαν τη θέση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση γνωστοποιήθηκε στον Αιτητή μέσω σχετικής επιστολής, η οποία επιδόθηκε ιδιοχείρως σε αυτόν στις 07.08.2025, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την υπογραφή του ιδίου στο σώμα της επιστολής. Η προσφυγή καταχωρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 02.10.2025, ήτοι σαφώς πέραν της προβλεπόμενης προθεσμίας των 30 ημερών.

 

Ο Αιτητής, κληθείς να τοποθετηθεί, δεν αμφισβήτησε ότι παρέλαβε την επιστολή στις 07.08.2025 ούτε ότι η προσφυγή του καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα. Ως λόγους καθυστέρησης ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι δεν γνώριζε τους νόμους, ότι διέμενε σε κέντρο φιλοξενίας όπου – όπως ισχυρίστηκε – του είχε λεχθεί ότι θα ειδοποιηθεί για να καταχωρίσει προσφυγή, καθώς και ότι δεν κατανόησε το περιεχόμενο της επιστολής, παρότι υπέγραψε την παραλαβή της.

Ως η αποκρυσταλλωμένη θέση της νομολογίας, το ζήτημα της προθεσμίας είναι θέμα πραγματικό που αποφασίζεται υπό το φως των συγκεκριμένων περιστατικών της κάθε υπόθεσης[2]. Το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού ότι η προσφυγή είναι εκπρόθεσμη το φέρει ο διάδικος ο οποίος προβάλλει το σχετικό ισχυρισμό και τυχόν αμφιβολία ή αβεβαιότητα, σε σχέση με την έναρξη της προθεσμίας, επιλύεται πάντοτε υπέρ του αιτητή[3].

 

Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ευθυγραμμισμένη και σαφής επί του θέματος ότι, μετά την πάροδο αρκετών ημερών από την λήξη της προθεσμίας για καταχώριση προσφυγής, το βάρος απόδειξης μετατίθεται σ'αυτόν που ισχυρίζεται την καθυστερημένη γνωστοποίηση της διοικητικής πράξης που τον αφορά[4].

 

Όπως πράγματι προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 31.07.2025 και ακολούθως ετοιμάστηκε απορριπτική επιστολή η οποία φέρει ημερομηνία 07.08.2025. Η εν λόγω επιστολή εντοπίζεται επισυνημμένη τόσο στην προσφυγή του Αιτητή, όσο και στην Ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση ως Παράρτημα 6 και επί αυτής εντοπίζεται δακτυλογραφημένο κείμενο στο οποίο διαλαμβάνεται ότι: « I have fully understood the content of this letter, as explained to me by a competent officer in a language which is my main language of understanding and communication, with the assistance of interpreterΑκριβώς από κάτω, εντοπίζεται η υπογραφή του Αιτητή και του μεταφραστή, η αναφορά ότι η επιστολή μεταφράστηκε στην αραβική γλώσσα καθώς και η ημερομηνία 07.08.2025.

 

Η προθεσμία για καταχώριση προσφυγής εξέπνεε συνεπώς στις 08.09.2025 (καθώς η 06.09.2025 είναι ημέρα Σάββατο) ενώ η προσφυγή καταχωρίστηκε κατά πολύ αργότερα στις 02.10.2025.

 

Απoδεικνύεται συνεπώς με παραπομπή στο περιεχόμενο της Ένστασης των Καθ’ ων η αίτηση ότι, ο Αιτητής έλαβε ιδιοχείρως την επίδικη επιστολή στις 07.08.2025, στην οποία ρητώς αναφερόταν η προθεσμία των 30 ημερών για την προσβολή της, στην περίπτωση που ο Αιτητής το επιθυμούσε, ενώπιόν του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας. Αυτό άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε από τον Αιτητή, παρά μόνο ο τελευταίος επικαλείται άγνοια νόμου και μη κατανόησης της επιστολής που του επιδόθηκε.  

 

Αυτό συνεπώς που καλείται το παρόν Δικαστήριο να εξετάσει, είναι κατά πόσο η αιτιολογία που η Αιτήτρια επικαλείται, είναι αρκετή για να γίνει δεκτή ως εμπροθέσμως καταχωρισθείσα η προσφυγή της.

 

Διαχρονική νομολογία επιβεβαιώνει ότι η προθεσμία είναι επιτακτική και πρέπει να τηρείται αυστηρά, αποτελούσα ζήτημα δημοσίας τάξεως. Όπως έχει νομολογηθεί, η προθεσμία αυτή του άρθρου 146.3 είναι ανατρεπτική και δεν υπόκειται σε χαλάρωση[5]. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις είναι πάντως δυνατόν να υπάρξει αναστολή της ταχθείσας προθεσμίας και μόνο εφόσον λόγοι ανωτέρας βίας καθιστούν αδύνατο για τον αιτητή να ασκήσει εμπρόθεσμα την προσφυγή του. Οι εξαιρετικές περιστάσεις, ως έχουν νομολογιακά ερμηνευθεί, είναι συνώνυμες με περιστάσεις ανωτέρας βίας «force majeure», οι οποίες καθιστούν την άσκηση τα προσφυγής, για όσο χρόνο αυτές διαρκούν, αδύνατη[6].

 

Έχοντας παραθέσει την σχετική νομολογία, είναι η κατάληξή μου ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε ο Αιτητής – άγνοια νόμου, παραμονή σε κέντρο φιλοξενίας, προσδοκία ειδοποίησης από τρίτους και ελλιπής κατανόηση του περιεχομένου της επιστολής – δεν συνιστούν περιστάσεις ανωτέρας βίας, ούτε καθιστούν αντικειμενικά αδύνατη την εμπρόθεσμη καταχώριση της προσφυγής. Η άγνοια του νόμου και η προσωπική αμέλεια δεν δύνανται να θεραπεύσουν το εκπρόθεσμο, ούτε να αναστείλουν την επιτακτική προθεσμία.

 

Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι στην επίδικη επιστολή, η οποία επιδόθηκε ιδιοχείρως στον Αιτητή στις 07.08.2025 και μεταφράστηκε δεόντως στην γλώσσα κατανόησής του, αναγραφόταν ρητώς και με σαφήνεια η προθεσμία εντός της οποίας όφειλε να καταχωρήσει προσφυγή, ήτοι εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της.

 

Τούτο προκύπτει τόσο από το περιεχόμενο της ίδιας της επιστολής όσο και από τη σχετική δήλωση που φέρει την υπογραφή του Αιτητή και του διερμηνέα, με την οποία βεβαιώνεται ότι το περιεχόμενο αυτής μεταφράστηκε και εξηγήθηκε πλήρως στον Αιτητή. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν μπορεί να γίνει δεκτός οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί άγνοιας της προθεσμίας ή μη κατανόησης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αναφορικά με την άσκηση προσφυγής, ενώ ο εκ των υστέρων ισχυρισμός του Αιτητή ότι δεν κατανόησε το περιεχόμενο της επιστολής αναιρείται από τα ίδια τα έγγραφα του διοικητικού φακέλου. Συνεπώς, τεκμαίρεται ότι ο Αιτητής είχε πλήρη και έγκαιρη γνώση τόσο του περιεχομένου της επιστολής όσο και των συνεπειών που αυτή επέφερε.

 

Το Δικαστήριο αναγνωρίζει τη σοβαρότητα των συνεπειών που ενδέχεται να επιφέρει η απόρριψη της προσφυγής στον Αιτητή. Ωστόσο, το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη δεν είναι απόλυτο και υπόκειται σε δικονομικούς περιορισμούς που αποσκοπούν στη διασφάλιση της ασφάλειας δικαίου και της εύρυθμης λειτουργίας της δικαιοσύνης.

 

Ο Αιτητής όφειλε να προωθήσει νομοτύπως και εμπροθέσμως την προσφυγή του και δεν δικαιούται να παρακάμπτει τις επιτακτικές αυτές προθεσμίες, πλήττοντας κατά τούτο την ομαλή απονομή της δικαιοσύνης και καταστρατηγώντας το δικαίωμα των διαδίκων για τη διαπίστωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους εντός ευλόγου χρόνου, σύμφωνα με το άρθρο 30(2) του Συντάγματος. Η μη τήρηση των προθεσμιών δεν συνιστά απλή διαδικαστική πλημμέλεια, αλλά αφορά ζήτημα δημοσίας τάξεως, το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να διαφυλάξει.

 

Δεν θεωρώ, τέλος, ότι θίγεται εν προκειμένω η αρχή της μη επαναπροώθησης καθότι ο Αιτητής διατηρεί - σε κάθε περίπτωση - κάθε δικαίωμα  να προσβάλει, μεταξύ άλλων και στη βάση αυτή, το όποιο διάταγμα απέλασης ήθελε εκδοθεί, ως συνέπεια απώλειας της ιδιότητας του αιτητή ασύλου, ως αποτέλεσμα απόρριψης της προσφυγής του.  

 

Καθώς δεν προέκυψε λοιπόν κανένα στοιχείο που να δικαιολογεί την αναστολή ή παράταση της προθεσμίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης καταχώρισης.

 

Για τους λόγους που επεξηγούνται ανωτέρω, η προδικαστική ένσταση επιτυγχάνει. Κατά συνέπεια, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται ως εκπρόθεσμη και εξ αυτού απαράδεκτη και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €150 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

 

 

Ε. Ρήγα,  Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] Μιχάλης Χάλιου ν. Της Κυπριακής Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 435/2008, ημερ. 5.3.2010 και αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου στις Παπαγεωργίου ν. Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υποθ. Αρ. 186/2017, ημερ. 23.12.2020, CHRISTOS M. CHARALAMBOUS DEVELOPERS LTD νΔημοκρατίαςΥποθΑρ. 1429/2019, ημερ. 14.02.2020 και Γεωργίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1651/2015, ημερ. 06.11.2019.

[2] Yialousa Savings Bank Limited v. Republic (Minister of Finance as Controller of Banks) and another (1977) 3 C.L.R. 25.

[3] Costas Neophytou and The Republic of Cyprus through the Public Service Commission (1964) C.L.R. 280, Ploussiou v. Central Bank (1982) 3 C.L.R. 230.

[4] Εμπορική Εταιρεία Παλαιχωρίου Λτδ v. Κυπριακή Δημοκρατίας, υποθ.αρ. 842/07, ημερομηνίας 26/3/2019, Γιώργος Φάντης ν. Ε.Τ.Ε.Κ., υποθ. αρ. 131/2010, ημερ. 12.11.2012.

 

[5] Ιακωβίδης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 67

[6] Βλ. μεταξύ άλλων Μαραγκού ν. Δημοκρατίας (1997) 1 Α.Α.Δ. 1715, Potamitis v. Water Board of Limassol (1985) 3 C.L.R. 260.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο