C.K.M. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2662/24, 10/3/2026
print
Τίτλος:
C.K.M. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2662/24, 10/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Υπόθεση Αρ.: 2662/24 

10  Μαρτίου  2026

[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, ΔΔΔΔΠ] 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

C.K.M.

Αιτητής

-και-

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,

μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

  ....................

 

 

Διονυσία Ζησιμοπούλου Κυριάκου (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Χριστίνα Δημητρίου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η αίτηση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Δ.ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση, ημερομηνίας 11/01/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

Ο Αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, την έκδοση νέας εκτελεστής απόφασης από το Δικαστήριο επί της ουσίας του αιτήματός του για διεθνή προστασία και αξιώνει οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει το Δικαστήριο ως ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις.

Γεγονότα 

Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (στο εξής αναφερόμενη ως «ΛΔΚ»), την οποία εγκατέλειψε στις 10/10/2021 και αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές περί τις 25/10/2021, κάνοντας χρήση του διαβατηρίου του. Ακολούθως, εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας την 01/12/2021.

Στις 11/04/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (στο εξής αναφερόμενος ως «EUAA»), ενώ δεύτερος λειτουργός του EUAA, στις 15/05/2024, υπέβαλε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τη συνέντευξη του Αιτητή.

Στη συνέχεια, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή στις 11/01/2024.

Στις 21/06/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασής της σχετικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε από τον Αιτητή την ίδια ημέρα. Η απόφαση αυτή αποτελεί το αντικείμενο της υπό εξέταση προσφυγής, η οποία καταχωρήθηκε από τον συνήγορο που εκπροσωπεί τον Αιτητή στις 16/07/2024.

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Ο Αιτητής, μέσω του συνηγόρου του, προέβαλε, στα πλαίσια τόσο του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας όσο και της γραπτής του αγόρευσης, πλείονες λόγους ακυρώσεως, τους οποίους ωστόσο απέσυρε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων και περιορίστηκε μόνο στην προώθηση ισχυρισμών περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας.

Ειδικότερα, ο Αιτητής ισχυρίζεται, κατά πρώτον, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη χωρίς επαρκή και/ή δέουσα έρευνα, καθότι η χώρα καταγωγής του δεν ανήκει στην ομάδα χωρών που έχουν χαρακτηριστεί ως ασφαλείς χώρες· ότι δεν διεξήχθη επαρκής έρευνα των στοιχείων και εμπειριών του Αιτητή· ότι δεν λήφθηκε υπόψη, κατά την αξιολόγηση του αιτήματος, το γεγονός ότι ο Αιτητής φέρει τραύματα τόσο ψυχικά όσο και σωματικά· ότι ο λειτουργός υπέπεσε σε λάθη και παραλείψεις κατά τη συνέντευξη του Αιτητή· και ότι, γενικότερα, η διαδικασία της συνέντευξης και της αξιολόγησης χαρακτηρίζεται από προχειρότητα. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι υπήρξε καταχρηστική καταγραφή των δεδομένων από τον λειτουργό και από τον εξουσιοδοτηθέντα προϊστάμενο, η οποία οδήγησε σε πλάνη περί τα πράγματα και τον νόμο, καθώς και ότι η Διοίκηση υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής της ευχέρειας και δεν παρέσχε τεκμηριωμένη αιτιολόγηση για τη δυσμενή απόφαση απόρριψης του αιτήματός του.

Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποστηρίζοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Προτάσσουν ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή επί των νομικών σημείων που εγείρει στην προσφυγή του δεν στοιχειοθετούν κανένα λόγο ακυρότητας και δεν αποσείουν το βάρος απόδειξης που φέρει, καθώς και ότι ο Αιτητής δεν έχει ανατρέψει το τεκμήριο κανονικότητας της διοικητικής πράξης. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι οι ισχυρισμοί περί πλάνης των Καθ’ ων η αίτηση ως προς τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης είναι αόριστοι και γενικοί και, ως εκ τούτου, αλυσιτελείς και απαράδεκτοι. Προσθέτουν ότι ο τρόπος διεξαγωγής της έρευνας από τον αρμόδιο λειτουργό επαφίεται στη διακριτική του ευχέρεια και ότι η απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο της άσκησής της και είναι νόμιμη και ορθή. Προς υποστήριξη της θέσης τους, οι Καθ’ ων η αίτηση παραθέτουν επιχειρηματολογία που άπτεται της νομιμότητας και της ουσίας της παρούσας υπόθεσης, απαντώντας και στους νομικούς ισχυρισμούς που προβάλλονται από την πλευρά του Αιτητή.

Όσον αφορά το επίδικο πλαίσιο γεγονότων, η συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση παραπέμπει στην Ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση και στα επισυνημμένα σε αυτήν Παραρτήματα, καθώς επίσης και στα όσα περιέχονται στον σχετικό διοικητικό φάκελο.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Θα προχωρήσω λοιπόν στην εξέταση του  ισχυρισμού που προβάλλει η συνήγορος περί έλλειψης δέουσας έρευνας, λαμβανομένου υπόψιν ότι σύμφωνα με τον Περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, Ν.73(Ι)/2018, το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι η παρούσα υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 (2) και (3) του Περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν.73(Ι)/2018, οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου της νομιμότητας και ορθότητας της πράξης.

Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Περαιτέρω, η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλές συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371, Motorways Ltd v. Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).

Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέγει και εξετάζει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).

Σύμφωνα με τις δηλώσεις του Αιτητή, όπως αυτές καταγράφονται στην Έκθεση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου και όπως προκύπτουν από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, κατά το στάδιο καταγραφής της αίτησής του για διεθνή προστασία, ήτοι κατά την υποβολή του αιτήματός του για διεθνή προστασία την 01/12/2021, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, γεννηθείς στις 13/10/1988 στην Κινσάσα, χριστιανός στο θρήσκευμα, με μητρική γλώσσα τα Lingala. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι είναι άγαμος. Εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 10/10/2021 και αφίχθη στη Δημοκρατία μέσω Τουρκίας και των μη ελεγχόμενων από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχών στις 25/10/2021 (ερ. 3-1 και μετάφραση ερ. 16-15 του διοικητικού φακέλου).

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατέγραψε ότι στη χώρα του δεχόταν απειλές κατά της ζωής του, λόγω του ότι ήταν ενεργό μέλος μη κυβερνητικού οργανισμού με την ονομασία LIPILDRO (League of People Integrated in the Fight against Drugs), έχοντας ρόλο επόπτη στην αποκατάσταση τοξικοεξαρτημένων (ερ. 3-1 και μετάφραση ερ. 16-15 του διοικητικού φακέλου).

Κατά την πρωτοβάθμια συνέντευξη, αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε και έζησε αποκλειστικά στην Κινσάσα, συγκεκριμένα στην κοινότητα Lemba (ερ. 57 του διοικητικού φακέλου). Σε σχέση με το θρήσκευμά του δήλωσε ότι είναι χριστιανός, ενώ ανέφερε ότι ανήκει στην εθνοτική ομάδα Mupende. Αναφορικά με το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανικός στο ανώτατο ίδρυμα «Institut Supérieur de Techniques Appliquées (ISTA)» στην Κινσάσα (ερ. 58 του διοικητικού φακέλου). Στη ΛΔΚ εργάστηκε σε ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις κατοικιών (ερ. 57 του διοικητικού φακέλου).

Ως προς την υγεία του, δήλωσε ότι υπέστη σοκ από τα βασανιστήρια στα οποία υποβλήθηκε όταν συνελήφθη στη ΛΔΚ, ότι φέρει σχετικές ουλές, οι οποίες κατά καιρούς είναι επίπονες, και ότι δεν λαμβάνει κάποια ιατρική θεραπεία πέραν από χάπια τα οποία λαμβάνει για να ηρεμήσει. Όσον αφορά την οικογένειά του, ο Αιτητής δήλωσε ότι έχει δύο αδελφές και πέντε αδελφούς, ότι ο πατέρας του απεβίωσε ενώ η μητέρα του ζει και εργάζεται, ότι δεν έχει επαφή με τα μέλη της οικογένειάς του, και ότι στη ΛΔΚ βρίσκονται και δύο τέκνα του, ηλικίας πέντε και τριών ετών, τα οποία έχουν διαφορετικές μητέρες και με τα οποία δεν διατηρεί οποιαδήποτε επαφή (ερ. 60-59 του διοικητικού φακέλου).

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης και δη κατά το σκέλος της ελεύθερης αφήγησής του, δήλωσε ότι είναι μέλος του οργανισμού LIPILDRO (League of People Integrated in the Fight against Drugs), έχοντας ρόλο επόπτη στην αποκατάσταση τοξικοεξαρτημένων νέων, στους οποίους μιλούσε και τους καλούσε στην έδρα του οργανισμού, όπου λάμβαναν εκπαίδευση σε διάφορες επαγγελματικές δεξιότητες. Δήλωσε ότι, στο πλαίσιο αυτών των δραστηριοτήτων, κάποτε τους ρωτούσαν από πού αγόραζαν ναρκωτικά και στη συνέχεια επικοινωνούσαν τις σχετικές πληροφορίες στην αστυνομία, η οποία συλλάμβανε τους πωλητές και προέβαινε σε κατάσχεση των ναρκωτικών ουσιών.

Ισχυρίστηκε, ωστόσο, ότι λάμβαναν πληροφορίες πως στην αστυνομία λειτουργούσε ένα σύστημα εκ νέου διακίνησης των ναρκωτικών που είχαν κατασχεθεί, στο οποίο εμπλέκονταν και στρατηγοί της αστυνομίας, και ότι, όταν τα μέλη του οργανισμού άρχισαν να μιλούν σχετικά με αυτό, τότε άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα. Δήλωσε ότι ένας συνάδελφός του συνελήφθη/απήχθη από την αστυνομία, ενώ ο ίδιος συνελήφθη/απήχθη στις 25 Αυγούστου, χωρίς να τηρηθεί οποιαδήποτε διαδικασία. Περαιτέρω, ανέφερε ότι του είπαν πως, εφόσον μιλά αρνητικά για αυτούς, δεν θα τον αφήσουν ελεύθερο, ότι υπέστη βασανιστήρια, και ότι οι διαταγές είχαν δοθεί από έναν στρατηγό επ’ ονόματι «Kasongo», ο οποίος ήταν ο επικεφαλής υπεύθυνος στην αστυνομία της πόλης της Κινσάσα κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα (ερ. 55 του διοικητικού φακέλου).

Επιπλέον, ο Αιτητής δήλωσε ότι έμεινε σε ένα κελί για δέκα ημέρες, κατά τη διάρκεια των οποίων δεν τους έδιναν φαγητό ή νερό και τους κτυπούσαν. Ανέφερε επίσης ότι ένας αστυνομικός, με τον οποίο συνομιλούσε, του είπε ότι, έναντι του ποσού των 1.000 δολαρίων, θα μπορούσε να τον βοηθήσει να διαφύγει. Δήλωσε ότι, μέσω τηλεφώνου που του έδωσε ο εν λόγω αστυνομικός, ζήτησε τα χρήματα αυτά από τη μητέρα του δεύτερου παιδιού του, η οποία, στις 4 ή 5 Σεπτεμβρίου, μετέβη στη φυλακή με τα χρήματα. Κατόπιν τούτου, τον άφησαν να φύγει, λέγοντάς του ότι ο στρατηγός θα τον αναζητούσε και ότι, για να σώσει τη ζωή του αλλά και τη δική τους, θα έπρεπε να εγκαταλείψει τη χώρα (ερ. 54 του διοικητικού φακέλου).

Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του αρμόδιου λειτουργού αναφορικά με την εμπλοκή του στον οργανισμό τον οποίο ανέφερε, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι έγινε μέλος του οργανισμού ως εθελοντής το 2019, όταν ένα άλλο μέλος, το οποίο προωθούσε τον οργανισμό στην κοινότητά του, του μίλησε για αυτόν και, καθώς ο ίδιος ήταν κατά των ναρκωτικών, είχε ενδιαφέρον να ενταχθεί στον οργανισμό. Δήλωσε, περαιτέρω, ότι βοηθούσε τον οργανισμό όταν είχε χρόνο, περίπου δύο φορές την εβδομάδα (ερ. 53 του διοικητικού φακέλου).

Κληθείς να περιγράψει τις δραστηριότητές του στον οργανισμό, δήλωσε ότι περπατούσε σε διαφορετικές γειτονιές, όπου άτομα έκαναν χρήση ναρκωτικών στον δρόμο, πλησιάζοντάς τα και δίνοντάς τους ένα έγγραφο το οποίο εξηγούσε τις αρνητικές επιπτώσεις των ναρκωτικών. Πρόσθεσε ότι, για όσους ενδιαφέρονταν, τους εξηγούσε ότι μπορούσαν να μεταβούν στην έδρα του οργανισμού, ώστε να λάβουν περισσότερες πληροφορίες και να συμμετάσχουν στα εκπαιδευτικά προγράμματα (ερ. 53 του διοικητικού φακέλου).

Ερωτηθείς για τα κύρια είδη ναρκωτικών των οποίων γίνεται χρήση στην Κινσάσα, ο Αιτητής δήλωσε ότι πρόκειται για μαριχουάνα, ένα ισχυρό ανάμικτο κατασκεύασμα με την ονομασία bombe, καθώς και για κοκαΐνη, η οποία, ωστόσο, δεν προτιμάται λόγω του υψηλού της κόστους (ερ. 53 του διοικητικού φακέλου).

Αναφορικά με τον οργανισμό, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν θυμόταν ακριβώς το σύμβολό του και ότι αυτός διέθετε διαφορετικά τμήματα (ερ. 53 του διοικητικού φακέλου). Δήλωσε ότι ο αρχηγός του οργανισμού ήταν κάποιος με το όνομα Mvula, ο οποίος δεν ήταν συχνά παρών στον χώρο εργασίας. Αναφορικά με τη δομή του οργανισμού, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει πολλές λεπτομέρειες πέραν όσων ήδη ανέφερε και ότι ο ίδιος ενδιαφερόταν μόνο για το δικό του τμήμα, το οποίο αναλάμβανε δράση για τον εντοπισμό νέων ατόμων στο πεδίο (ερ. 52 του διοικητικού φακέλου).

Ερωτηθείς για τα ονόματα άλλων μελών του οργανισμού, καθώς και για την ιστοσελίδα και το τηλέφωνο του οργανισμού, ο Αιτητής δεν έδωσε κάποιο όνομα, πέραν εκείνου του αρχηγού, και δήλωσε ότι δεν γνωρίζει την ιστοσελίδα του οργανισμού, ενώ έχασε τον αριθμό τηλεφώνου, τον οποίο είχε αποθηκευμένο στο τηλέφωνο που του αφαιρέθηκε όταν τον απήγαγαν (ερ. 45 του διοικητικού φακέλου).

Ερωτηθείς σχετικά με τη σημερινή του επαφή με τον οργανισμό, δήλωσε ότι δεν είχε οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί τους, επειδή έχασε τον αριθμό τηλεφώνου τους (ερ. 44/2Χ του διοικητικού φακέλου).

Αναφορικά με την πληροφοριοδότηση, δήλωσε ότι, όταν βρίσκονταν στο πεδίο, συγκέντρωναν σχετικές πληροφορίες και τις παρέδιδαν στους αρχηγούς του οργανισμού, οι οποίοι προέβαιναν στις σχετικές καταγγελίες. Αναφορικά με την πρακτική μεταπώλησης των ναρκωτικών από την αστυνομία, ο Αιτητής δήλωσε ότι, αφού προέβαιναν στην κατάσχεση των ναρκωτικών, αντί να τα καταστρέφουν, όπως όριζε ο νόμος, τα μεταπωλούσαν, και ότι στο σύστημα αυτό εμπλέκονταν πολλοί, συμπεριλαμβανομένων και ανώτερων αξιωματούχων της αστυνομίας.

Ερωτηθείς πώς γνώριζε για την εν λόγω πρακτική, δήλωσε ότι πληροφορούνταν σχετικά μέσω συνομιλιών με χρήστες ναρκωτικών, και ότι ορισμένοι χρήστες, οι οποίοι δεν επιθυμούσαν να διακόψουν τη χρήση και οι οποίοι αγόραζαν οι ίδιοι ναρκωτικά από την αστυνομία, ενημέρωναν τις αρχές για το ποια ήταν τα μέλη του οργανισμού (ερ. 51/2Χ του διοικητικού φακέλου).

Κληθείς να περιγράψει τη διαδικασία πληροφοριοδότησης προς την αστυνομία, ο Αιτητής δήλωσε ότι, όταν βρίσκονταν στο πεδίο, λάμβαναν πληροφορίες από χρήστες ναρκωτικών και τις μετέφεραν στον οργανισμό, ενώ οι υπεύθυνοι προωθούσαν τις πληροφορίες αυτές στην επαρχιακή επιθεώρηση της αστυνομίας, ώστε η τελευταία να προβεί στις σχετικές συλλήψεις. Δήλωσε ότι ο ίδιος συζητούσε το ζήτημα αυτό με κάποιον κ. Mvula, τον οποίο προηγουμένως είχε αναφέρει ως ηγετική μορφή του οργανισμού (ερ. 51 του διοικητικού φακέλου).

Αναφορικά με την απαγωγή του, ο Αιτητής δήλωσε ότι αυτή συνέβη μία ημέρα όταν βρισκόταν στο πεδίο. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι, ενώ μιλούσε σε τρεις χρήστες μαριχουάνας, τον πλησίασαν δύο άτομα ντυμένα με πολιτικά ρούχα και τον συνέλαβαν. Ο ίδιος προσπάθησε να αντισταθεί, οπότε οι τρεις χρήστες μαριχουάνας, οι οποίοι τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν αστυνομικοί, ενώθηκαν με τους άλλους δύο και έτσι έγιναν πέντε άτομα, τα οποία τον έβαλαν σε ένα αυτοκίνητο, του κάλυψαν το πρόσωπο και τον μετέφεραν σε άγνωστο χώρο.

Δήλωσε ότι, όταν του αφαίρεσαν την κάλυψη από το πρόσωπο, συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν σε ένα κελί, και όταν κοίταξε από ένα μικρό φεγγίτη είδε την πόλη και αντιλήφθηκε ότι βρισκόταν στην Κινσάσα. Ανέφερε ότι στην αρχή απλώς τον χαστούκισαν, ενώ στη συνέχεια άρχισαν να τον βασανίζουν, συνεχίζοντας τα βασανιστήρια για δέκα ημέρες (ερ. 50/2Χ του διοικητικού φακέλου).

Περαιτέρω, δήλωσε ότι ήταν μόνος στο κελί και ότι, κατά την απαγωγή, είχε μαζί του την ταυτότητα και το τηλέφωνό του, καθώς και μία τσάντα με υλικό που έδειχνε στους χρήστες, τα οποία του κατασχέθηκαν. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού δήλωσε ότι, κατά την απαγωγή, δεν τον ρώτησαν για την ταυτότητά του, διότι, όπως ανέφερε, τη γνώριζαν ήδη, εφόσον το σημείο όπου έλαβε χώρα η απαγωγή ήταν ένα από τα σημεία στα οποία μετέβαιναν συχνά για να προσεγγίσουν χρήστες. Δήλωσε επίσης ότι τον απείλησαν λέγοντάς του πως, επειδή συγκέντρωνε πληροφορίες, θα τον σκότωναν ώστε να μην υπάρξουν ίχνη (ερ. 49 του διοικητικού φακέλου).

Ερωτηθείς εάν, πριν από την απαγωγή, είχε λάβει απειλές, απάντησε αρνητικά και δήλωσε ότι δεν γνώριζε κάτι σχετικό, αλλά ότι ανησυχούσε για έναν άλλο συνάδελφό του, ο οποίος είχε εξαφανιστεί (ερ. 50 του διοικητικού φακέλου).

Κληθείς να δώσει περισσότερες πληροφορίες για τις συνθήκες κράτησής του, δήλωσε ότι το κελί στο οποίο κρατείτο ήταν περίπου ενός μέτρου, ότι δεν υπήρχε χώρος για να κοιμηθεί και μπορούσε απλώς να κάθεται ή να στέκεται, ότι οι αξιωματικοί που τον συνέλαβαν και που βρίσκονταν αργότερα στο κελί φορούσαν πολιτικά ρούχα, όπως και οι φύλακες, ότι δεν λάμβανε κανονικό φαγητό, παρά μόνο ψωμί και νερό, και ότι μέσα στο κελί τού έδιναν μπουκάλια και σακούλες προς αντικατάσταση τουαλέτας. Δήλωσε ότι παρέμεινε εκεί για δέκα ημέρες, από τις 25 Αυγούστου μέχρι τις 5 Σεπτεμβρίου (ερ. 49 του διοικητικού φακέλου).

Περαιτέρω, δήλωσε ότι τον βασάνιζαν συνήθως κατά τη διάρκεια της νύχτας, όταν πολλά γραφεία ήταν κλειστά και όταν κανείς δεν θα άκουγε τις φωνές του, και ότι δεν έλαβε ποτέ οποιοδήποτε έγγραφο ή κάποια κατηγορία σχετικά με την κράτησή του (ερ. 48 του διοικητικού φακέλου).

Κληθείς να περιγράψει τα βασανιστήρια στα οποία τον υπέβαλαν, δήλωσε ότι τον κτυπούσαν με το πίσω μέρος των όπλων τους και με ξιφολόγχες, ενώ ανέφερε ότι τον μαχαίρωσαν στο πόδι (ερ. 48 του διοικητικού φακέλου).

Ερωτηθείς τι του έλεγαν κατά τη διάρκεια των βασανιστηρίων, δήλωσε ότι του ανέφεραν πως δεν θα φύγει από εκεί και ότι θα τον σκοτώσουν επειδή παρείχε πληροφορίες αναφορικά με τη μεταπώληση των ναρκωτικών (ερ. 46/4Χ του διοικητικού φακέλου).

Ερωτηθείς πώς αντιλήφθηκε ότι βρισκόταν σε αστυνομικό σταθμό, δήλωσε ότι το κατάλαβε κοιτάζοντας μέσα από μικρές τρύπες στο κελί του και ότι ένας από τους φρουρούς του τού το ανέφερε, δηλώνοντάς του και τη διεύθυνση του αστυνομικού σταθμού (ερ. 48 του διοικητικού φακέλου).

Ερωτηθείς για τον Στρατηγό Kasongo, τον οποίο ανέφερε ως εμπλεκόμενο στην υπόθεση, δήλωσε ότι ενημερώθηκε για την εμπλοκή του από τους ίδιους τους αστυνομικούς (ερ. 47 του διοικητικού φακέλου).

Ερωτηθείς να δώσει περισσότερες πληροφορίες για τον φρουρό που τον βοήθησε να διαφύγει, ο Αιτητής δήλωσε ότι τον αποκαλούσαν «John» και ότι, για λόγους προστασίας, αρνήθηκε να δώσει περισσότερες πληροφορίες για αυτόν. Δήλωσε περαιτέρω ότι ο εν λόγω φρουρός τού ανέφερε πως υπήρχε εντολή από ανώτερα κλιμάκια να μην τον αφήσουν να φύγει και να τον σκοτώσουν και ότι, αφού του ζήτησε το ποσό των 1.000 δολαρίων για να τον βοηθήσει να διαφύγει, του έδωσε το τηλέφωνό του ώστε να επικοινωνήσει με τη μητέρα του παιδιού του (ερ. 47-46 του διοικητικού φακέλου).

Πρόσθεσε ότι ο φρουρός αυτός κανόνισε να συναντηθεί με την εν λόγω γυναίκα και να παραλάβει τα χρήματα και ότι, σε μεταγενέστερο χρόνο, επέστρεψε και τον βοήθησε να διαφύγει (ερ. 46 του διοικητικού φακέλου).

Κληθείς να δώσει πληροφορίες για το τι ακολούθησε μετά τη διαφυγή του, ο Αιτητής δήλωσε ότι, όταν εξήλθε, τον περίμενε εκεί η μητέρα του παιδιού του, ότι στη συνέχεια επιβιβάστηκαν σε μοτο-ταξί και μετέβησαν στην οικία του και ότι, αφού πήρε κάποια ρούχα, μετέβη να διαμείνει στην περιοχή N’Sele προκειμένου να κρυφτεί. Εκεί ήρθε σε επαφή με το άτομο που τον βοήθησε να οργανώσει το ταξίδι του (ερ. 46 του διοικητικού φακέλου).

Αναφορικά με τις πληγές του, δήλωσε ότι δεν έλαβε οποιαδήποτε ιατρική θεραπεία σε νοσοκομείο, καθώς φοβόταν να εξέλθει από το σπίτι (ερ. 45/5Χ του διοικητικού φακέλου).

Κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, ο λειτουργός του EUAA διέκρινε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις του. Ο πρώτος αφορά στα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, στο προφίλ, στη χώρα καταγωγής και στην ταυτότητά του, ενώ ο δεύτερος αφορά στον ισχυρισμό ότι ο Αιτητής, ως μέλος του οργανισμού LIPILDRO, μη κυβερνητικής οργάνωσης κατά των ναρκωτικών, συνελήφθη, κρατήθηκε και βασανίστηκε από τις αρχές, επειδή εξέθετε τη συνεργασία της κυβέρνησης με επιχειρήσεις διακίνησης ναρκωτικών.

Αποδεκτός έγινε μόνον ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός, καθώς οι δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν λεπτομερείς και σαφείς, ενώ επιβεβαιώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και/ή χαρτογράφησης. Καταγράφεται, δε, ότι ο Αιτητής προσκόμισε πρωτότυπο διαβατήριο το οποίο έχει εκδοθεί από τις αρχές της χώρας καταγωγής του.

Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή, ότι εγκατέλειψε τη ΛΔΚ επειδή, ως μέλος του οργανισμού LIPILDRO, μη κυβερνητικής οργάνωσης κατά των ναρκωτικών, κρατήθηκε και βασανίστηκε από τις αρχές, επειδή εξέθετε τη συνεργασία της κυβέρνησης με επιχειρήσεις διακίνησης ναρκωτικών, απορρίφθηκε από τον λειτουργό του EUAA λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, καθότι τα λεγόμενα του Αιτητή κρίθηκαν γενικού περιεχομένου, μη συγκεκριμένα, μη λεπτομερή και μη συνεκτικά.

Ειδικότερα, ο λειτουργός του EUAA τόνισε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με συγκεκριμένες πληροφορίες τον οργανισμό και τις συνθήκες ένταξής του σε αυτόν, όπως, μεταξύ άλλων, το όνομα του ατόμου που τον σύστησε στον οργανισμό, το λογότυπό του, τον αριθμό των μελών του, τη διαδικασία ένταξης, τις πηγές χρηματοδότησης ή τα ονόματα άλλων μελών του. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει με λεπτομέρειες την πληροφοριοδότηση που γινόταν προς την αστυνομία και τα εμπλεκόμενα μέρη, ενώ δεν κατέστη εφικτό να περιγράψει με ακριβείς και συνεκτικές λεπτομέρειες τις συνθήκες της κράτησής του.

Ομοίως, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του αναφορικά με τη διαφυγή του ήταν γενικές και μη συνεκτικές, ενώ ασυνεπής κρίθηκε και η περιγραφή του ως προς την έκδοση του διαβατηρίου του. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός του EUAA επιβεβαίωσε την ύπαρξη της αναφερόμενης ΜΚΟ μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, ωστόσο δεν εντόπισε το όνομα του φερόμενου αρχηγού του οργανισμού.

Παρέθεσε, επίσης, πληροφορίες αναφορικά με τη συμπεριφορά των αρχών απέναντι στους χρήστες και τους διακινητές ναρκωτικών και τόνισε ότι δεν εντοπίστηκαν πληροφορίες αναφορικά με κακομεταχείριση των μελών της εν λόγω ΜΚΟ από τις αρχές ή με τα γεγονότα που ανέφερε ο Αιτητής. Εν κατακλείδι, κρίθηκε ότι δεν στοιχειοθετήθηκε ούτε η εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού και, ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε εν συνόλω.

Ακολούθως, ο λειτουργός του EUAA προχώρησε σε εκτίμηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη ΛΔΚ, στη βάση του ισχυρισμού περί των προσωπικών του στοιχείων, ο οποίος αποτελεί και τον μοναδικό ισχυρισμό που έγινε αποδεκτός. Στο πλαίσιο αυτό, ο λειτουργός του EUAA παρέθεσε πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα, από τις οποίες κατέληξε ότι δεν προκύπτει οποιοσδήποτε τέτοιος κίνδυνος για τον Αιτητή.

Υπό το φως των ανωτέρω και προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο λειτουργός του EUAA κατέληξε στο ότι ο Αιτητής δεν στοιχειοθέτησε τη θέση του ότι αντιμετωπίζει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του και, συνεπώς, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του σε έναν από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά προβλέπονται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, ώστε να του χορηγηθεί καθεστώς πρόσφυγα.

Επιπλέον, δεν προέκυψαν στοιχεία από τα οποία να μπορεί να συναχθεί ότι, κατά την επιστροφή του στη ΛΔΚ, ο Αιτητής θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια των άρθρων 19(1) και 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου. Προσθέτει, τέλος, ο λειτουργός του EUAA ότι η πιθανή επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές του περιστάσεις και, δη, την απουσία οποιασδήποτε προσωπικής και πραγματικής απειλής να υποβληθεί σε βασανιστήρια και/ή απάνθρωπη και/ή εξευτελιστική μεταχείριση και/ή τιμωρία κατά την επιστροφή του στην Κινσάσα, δεν αντίκειται στην αρχή της μη επαναπροώθησης ούτε στο Άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Αξιολογώντας τα όσα έχουν ανωτέρω εκτεθεί, υπό το φως των εφαρμοστέων νομοθετικών διατάξεων, και μελετώντας επισταμένως τόσο την Έκθεση–Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και το σύνολο των ισχυρισμών του Αιτητή, όπως αυτοί προβλήθηκαν τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και κατά την παρούσα δίκη, το Δικαστήριο καταλήγει στα ακόλουθα.

Ως προς τον αποδεκτό ουσιώδη ισχυρισμό που αφορά στα προσωπικά στοιχεία, το γενικό προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, το Δικαστήριο υιοθετεί πλήρως το συμπέρασμα του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, καθώς και τη σχετική θέση των Καθ’ ων η αίτηση. Οι δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν συνεκτικές, σαφείς και ευλογοφανείς, ενώ επιβεβαιώνονται τόσο από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου όσο και από αντικειμενικές πληροφορίες αναφορικά με τη χώρα καταγωγής του.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αποδέχεται ότι ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, με τον δηλωθέντα τόπο γέννησης και διαμονής του, και προχωρεί περαιτέρω στην εξέταση των λοιπών ουσιωδών ισχυρισμών του.

Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, σύμφωνα με τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή, ως μέλος της μη κυβερνητικής οργάνωσης LIPILDRO, η οποία δραστηριοποιείται κατά των ναρκωτικών, συνελήφθη, κρατήθηκε και βασανίστηκε από τις αρχές λόγω της αποκάλυψης φερόμενης συνεργασίας κρατικών αξιωματούχων με δίκτυα διακίνησης ναρκωτικών, το Δικαστήριο προχώρησε σε ενδελεχή εξέταση του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου και ιδίως της καταγραφής της προσωπικής συνέντευξης του Αιτητή.

Από την αξιολόγηση του αρμόδιου λειτουργού του EUAA προκύπτει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, καθότι οι δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν γενικές, αόριστες και μη επαρκώς λεπτομερείς. Το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει λόγο παρέμβασης στην εν λόγω εκτίμηση.

Ειδικότερα, από τις απαντήσεις του Αιτητή κατά τη συνέντευξη προκύπτει ότι, μολονότι ισχυρίστηκε ότι δραστηριοποιείτο ως μέλος του οργανισμού LIPILDRO από το έτος 2019, δεν ήταν σε θέση να παράσχει βασικές πληροφορίες αναφορικά με τη δομή και τη λειτουργία του οργανισμού. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι δεν γνώριζε το όνομα του ατόμου που τον προσέγγισε και τον προέτρεψε να ενταχθεί στον οργανισμό, ούτε το λογότυπο αυτού, ενώ αδυνατούσε να προσδιορίσει τον αριθμό των μελών, τις πηγές χρηματοδότησης ή την οργανωτική δομή του οργανισμού, πέραν της αναφοράς σε ένα πρόσωπο με το όνομα «Mvula», τον οποίο χαρακτήρισε ως προϊστάμενο. Ομοίως, δήλωσε ότι δεν γνώριζε άλλα μέλη του οργανισμού, ούτε την ιστοσελίδα ή άλλα στοιχεία επικοινωνίας αυτού.

Περαιτέρω, ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός φέρεται να συνεργαζόταν με την αστυνομία, ο Αιτητής περιορίστηκε σε γενικές αναφορές ότι τα μέλη του οργανισμού συγκέντρωναν πληροφορίες από χρήστες ναρκωτικών και τις διαβίβαζαν στις αρχές, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να παράσχει συγκεκριμένα παραδείγματα, ονόματα εμπλεκομένων ή συγκεκριμένα περιστατικά που να καταδεικνύουν την ύπαρξη του ισχυριζόμενου συστήματος συνεργασίας ή διαφθοράς. Αντιστοίχως, οι δηλώσεις του αναφορικά με την εμπλοκή ανώτερων αξιωματούχων της αστυνομίας παρέμειναν γενικές και αόριστες.

Ασάφειες και ελλείψεις εντοπίζονται και στην περιγραφή των περιστάσεων της φερόμενης σύλληψης και κράτησής του. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι συνελήφθη από άτομα ντυμένα με πολιτικά ρούχα, τα οποία στη συνέχεια αναγνώρισε ως αστυνομικούς, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να εξηγήσει επαρκώς πώς κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα. Ομοίως, οι δηλώσεις του αναφορικά με τον χώρο κράτησής του παρέμειναν ασαφείς, καθώς ανέφερε ότι αντιλήφθηκε πως επρόκειτο για αστυνομικό σταθμό παρατηρώντας το περιβάλλον μέσω μικρών ανοιγμάτων στο κελί του ή κατόπιν σχετικής αναφοράς φρουρού.

Παράλληλα, εντοπίζονται αντιφάσεις στις δηλώσεις του Αιτητή ως προς τα βασανιστήρια που ισχυρίστηκε ότι υπέστη. Συγκεκριμένα, σε ορισμένα σημεία ανέφερε ότι επρόκειτο για «verbal process» προκειμένου να μην αφήσουν ίχνη, ενώ σε άλλα σημεία περιέγραψε περιστατικά σωματικής κακοποίησης με τη χρήση όπλων και ξιφολόγχης.

Ανάλογη έλλειψη λεπτομέρειας χαρακτηρίζει και την περιγραφή της διαφυγής του από τον χώρο κράτησης. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι αστυνομικός με το όνομα «John» τον βοήθησε να διαφύγει έναντι του ποσού των 1.000 δολαρίων, πλην όμως δεν ήταν σε θέση να παράσχει οποιαδήποτε περαιτέρω στοιχεία για την ταυτότητα του προσώπου αυτού, ούτε να εξηγήσει επαρκώς τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η καταβολή των χρημάτων.

Τέλος, ασάφειες εντοπίζονται και ως προς τις δηλώσεις του σχετικά με την έκδοση του διαβατηρίου του, καθώς ανέφερε ότι αυτό εκδόθηκε μέσω της οργάνωσης προκειμένου να συμμετάσχει σε κάποιο πρόγραμμα εκπαίδευσης στο εξωτερικό, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να προσδιορίσει το εν λόγω πρόγραμμα ή τον σκοπό του.

Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αξιολόγηση του αρμόδιου λειτουργού του EUAA περί έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού είναι εύλογη και επαρκώς αιτιολογημένη, ενώ δεν προκύπτει οποιοδήποτε σφάλμα εκτίμησης ή πλημμέλεια στην έρευνα που να δικαιολογεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το σημείο αυτό.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο εξέτασε την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του ως άνω ισχυρισμού, όπως αυτή προκύπτει από την Έκθεση/Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού του EUAA.

Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε σχετική έρευνα αναφορικά τόσο με την ύπαρξη του οργανισμού που επικαλέστηκε ο Αιτητής, ήτοι της μη κυβερνητικής οργάνωσης LIPILDRO, όσο και με τη γενικότερη στάση των αρχών της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό έναντι χρηστών και διακινητών ναρκωτικών.

Ειδικότερα, μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη της εν λόγω οργάνωσης, καθώς και η συμμετοχή της σε ορισμένες διεθνείς πρωτοβουλίες της κοινωνίας των πολιτών. Ωστόσο, δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν πληροφορίες που να επιβεβαιώνουν την ταυτότητα του προσώπου που ο Αιτητής ανέφερε ως επικεφαλής της οργάνωσης, ήτοι του προσώπου με το όνομα «Mvula», ούτε και στοιχεία που να συνδέουν την οργάνωση με τα περιστατικά που περιέγραψε ο Αιτητής.

Παράλληλα, στο πλαίσιο της ίδιας έρευνας παρατέθηκαν πληροφορίες αναφορικά με τη δράση των αρχών της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό στον τομέα της καταπολέμησης της διακίνησης ναρκωτικών. Οι εν λόγω πληροφορίες καταδεικνύουν ότι οι αρχές προβαίνουν σε συλλήψεις και επιχειρήσεις κατά χρηστών και διακινητών ναρκωτικών, χωρίς ωστόσο να εντοπίζονται αναφορές σε περιστατικά κακομεταχείρισης ή δίωξης μελών της προαναφερόμενης οργάνωσης από τις κρατικές αρχές.

Συνεπώς, από τις διαθέσιμες αντικειμενικές πηγές πληροφόρησης δεν κατέστη δυνατό να επιβεβαιωθούν τα περιστατικά που επικαλέστηκε ο Αιτητής, ούτε να τεκμηριωθεί ότι τα μέλη της εν λόγω οργάνωσης αποτελούν στόχο των αρχών της χώρας καταγωγής του.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εκτίμηση του αρμόδιου λειτουργού του EUAA ως προς την έλλειψη εξωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού είναι εύλογη και επαρκώς αιτιολογημένη.

Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση προέβησαν στη δέουσα έρευνα αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, εξετάζοντας τόσο την εσωτερική συνοχή των δηλώσεών του κατά τη συνέντευξη όσο και την εξωτερική τους αξιοπιστία μέσω αντικειμενικών πηγών πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής. Οι Καθ’ ων η Αίτηση κατέγραψαν με πληρότητα τα ερωτήματα που τέθηκαν και τις απαντήσεις του Αιτητή, ενώ παράλληλα διερεύνησαν, μέσω σχετικής έρευνας, τόσο την ύπαρξη της αναφερόμενης μη κυβερνητικής οργάνωσης όσο και τη στάση των αρχών της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό έναντι χρηστών και διακινητών ναρκωτικών.

Κατόπιν της εν λόγω αξιολόγησης, κατέληξαν σε αιτιολογημένο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή δεν παρουσιάζει την απαιτούμενη εσωτερική συνοχή και δεν επιβεβαιώνεται από τα διαθέσιμα εξωτερικά στοιχεία. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο συμμερίζεται την εκτίμηση της Διοίκησης και κρίνει ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή δεν πληροί το απαιτούμενο επίπεδο αξιοπιστίας και πειστικότητας ώστε να μπορεί να αποτελέσει βάση για την αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

Υπενθυμίζεται συναφώς ότι σύμφωνα με το άρθρο 16 του Περί Προσφύγων Νόμου [Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί], αρχικά, το βάρος απόδειξης το φέρει ο αιτών άσυλο ο οποίος υποχρεούται να υποστηρίξει την αίτηση του με όλα τα έγγραφα και στοιχεία που έχει στην κατοχή του, αλλά και γενικότερα να βοηθήσει την Υπηρεσία Ασύλου με τον καλύτερο τρόπο να διαπιστώσει τα γεγονότα της υπόθεσης του. Ως έχει νομολογηθεί, ο αιτών διεθνούς προστασίας πρέπει να καταβάλει ειλικρινή προσπάθεια να θεμελιώσει την αφήγησή του, ότι δηλαδή υπήρξε θύμα δίωξης στην χώρα καταγωγής του, ώστε να πληροί της προϋποθέσεις υπαγωγής του στο καθεστώς Διεθνούς Προστασίας. (βλ. WILLIAM CRISANTHA MAL FRANCIS KARUNARATHNA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α, Υπόθεση Αρ. 1875/2008, 1 Μαρτίου 2010).

Κατά την διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, καθοριστικό ρόλο παίζει η αξιοπιστία ενός αιτούντος άσυλο. Προς τούτο τονίζω ότι ο όρος «αξιοπιστία» δεν ορίζεται από το Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου. Η χρήση του όρου, από το άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο (ε) της οδηγίας 2011/95/EE αναφέρεται στη γενική αξιοπιστία ενός αιτούντος, αλλά αυτό είναι στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου κανόνα που διέπει τη μη επιβεβαίωση πτυχών των δηλώσεων του αιτούντος. Κατά συνέπεια, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας αφορά τη διαδικασία έρευνας για το εάν το σύνολο ή μέρος των δηλώσεων του αιτούντος ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν από αυτόν σχετικά με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς (material facts) μπορούν να γίνουν δεκτά προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ο Αιτητής εμπίπτει στις προϋποθέσεις παραχώρησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

Αυτή η αξιολόγηση μπορεί να περιλαμβάνει την επαλήθευση εάν οι δηλώσεις του αιτούντος είναι συνεπείς, επαρκώς λεπτομερείς, εύλογες και συμβατές με τα έγγραφά του, τις πηγές πληροφόρησης και κάθε άλλο αποδεικτικό στοιχείο που αποκτήθηκε. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας δεν σημαίνει ότι σε όλες τις περιπτώσεις ο υπεύθυνος λήψης αποφάσεων θα προβεί σε επαλήθευση και θα καταλήξει με απόλυτη βεβαιότητα αναφορικά με την αλήθεια των δηλώσεων του αιτούντος. Η Ύπατη Αρμοστεία έχει ορίσει την αξιοπιστία ως εξής: «Ο αιτών άσυλο κρίνεται αξιόπιστος, όταν έχει προβάλει ισχυρισμούς που παρουσιάζουν συνοχή και είναι εύλογοι, που δεν είναι αντιφατικοί με τα κοινά τοις πάσι γεγονότα και κατά συνέπεια μπορεί να οδηγήσουν τον υπεύθυνο της συνέντευξης στη δημιουργία πεποίθησης για το βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης που εκφράζει.». Η ως άνω προσέγγιση υιοθετήθηκε και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Υπόθεση JK και Others v Sweden, αριθμός αίτησης 59166/12, Παρ. 53.

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», αναφέρεται στην σελίδα 98, παράγραφος 4.5.3 ότι σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να γίνεται μια αντικειμενική και ισορροπημένη στάθμιση του κατά πόσον οι ισχυρισμοί του αιτητή αντικατοπτρίζουν αυτό που θα ήταν εύλογα αναμενόμενο από κάποιον με τις περιστάσεις του ο οποίος εκφράζει δια τούτων μια αληθινή προσωπική εμπειρία («Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.»). Περαιτέρω, στην προηγούμενη σελίδα του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι είναι γενικά εύλογο να αναμένεται ότι αίτημα θα πρέπει να παρουσιάζεται τεκμηριωμένα και με επαρκείς λεπτομέρειες αλλιώς οι ελλείψεις αυτές στις λεπτομέρειες μπορεί να συνιστούν έλλειψη σχετικών στοιχείων («Η μη επαρκής παροχή λεπτομερειών μπορεί επίσης να ισοδυναμεί με αυτό που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) ως έλλειψη «λυσιτελών στοιχείων». 

Ακολούθως, κατά την απόφαση του ΔΕΕ, C – 277/11 M. κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, αποφ. ημερ. 22/11/2012 η αξιολόγηση μιας αίτησης διεθνούς προστασίας πρέπει να πραγματοποιείται σε δύο αυτοτελή στάδια: «Το πρώτο στάδιο αφορά τη διαπίστωση της συνδρομής των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύουν τη βασιμότητα της αιτήσεως, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά τη νομική εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, προκειμένου να αποφασισθεί αν πληρούνται, υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 9 και 10 ή 15 της οδηγίας 2004/83 για την παροχή διεθνούς προστασίας.» Η εξακρίβωση των πραγματικών (ή ουσιωδών) περιστατικών είναι ύψιστης σημασίας για την αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου που δύναται να αντιμετωπίσει ο εκάστοτε αιτών, εφόσον από αυτά θα προκύψουν γεγονότα που πιθανόν να τεκμηριώνουν παρελθούσα δίωξη ή γεγονότα που στην συνολική αξιολόγηση της αίτησης είναι καθοριστικά για μελλοντική δίωξη. 

Ενόψει των ανωτέρω αρχών και στη βάση της συνολικής αξιολόγησης του διοικητικού φακέλου, το Δικαστήριο προχωρεί στην εφαρμογή των εν λόγω κριτηρίων στην υπό κρίση υπόθεση.

Συγκεκριμένα, λαμβάνοντας υπόψη τις δηλώσεις του Αιτητή κατά τη συνέντευξη, την αιτιολογημένη αξιολόγηση της Διοίκησης, καθώς και τις αντικειμενικές πληροφορίες που αντλήθηκαν από εξωτερικές πηγές αναφορικά με τη χώρα καταγωγής του, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ισχυρισμοί που συνδέονται με τον πυρήνα του αιτήματος διεθνούς προστασίας του Αιτητή δεν πληρούν τα απαιτούμενα κριτήρια εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας.

Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να προβάλει μια συνεκτική, επαρκώς λεπτομερή και εύλογη αφήγηση αναφορικά με τη φερόμενη δράση του στο πλαίσιο της οργάνωσης που επικαλέστηκε, ούτε να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία ή επαρκείς λεπτομέρειες τα περιστατικά σύλληψης, κράτησης και κακομεταχείρισης που ισχυρίστηκε ότι υπέστη. Περαιτέρω, οι δηλώσεις του χαρακτηρίζονται από ασάφειες και ελλείψεις ως προς ουσιώδη σημεία του ισχυρισμού του, ενώ δεν κατέστη δυνατό να επιβεβαιωθούν από αντικειμενικές πηγές τα περιστατικά που επικαλέστηκε.

Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Διοίκηση προέβη σε ορθή και επαρκώς αιτιολογημένη αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή, ενεργώντας εντός του πλαισίου που καθορίζεται από το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς και από τις αρχές που απορρέουν από τη σχετική ενωσιακή και διεθνή νομολογία. Η αφήγησή του, υπό το πρίσμα αυτό, δεν απέδωσε την απαιτούμενη εντύπωση αυθεντικής, προσωπικής εμπειρίας, όπως θα ήταν αναμενόμενο από ένα άτομο που φέρεται να έχει υποστεί σοβαρή παραβίαση των δικαιωμάτων του. Όπως επισημαίνεται και στο εγχειρίδιο του EASO (σελ. 98, παρ. 4.5.3), απαιτείται «ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του κατά πόσον η αφήγηση του αιτούντος αντανακλά εκείνη που θα αναμενόταν από κάποιον στην προσωπική του θέση, ο οποίος αφηγείται μια πραγματική εμπειρία».

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή, πλην εκείνου που αφορά τα προσωπικά του στοιχεία και το γενικό του προφίλ, δεν κρίνονται επαρκώς αξιόπιστοι ώστε να μπορούν να θεμελιώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

Γενικά, είναι εύλογο να αναμένεται ότι μια αίτηση διεθνούς προστασίας θα παρουσιάζεται με πληρότητα και επαρκή λεπτομέρεια, τουλάχιστον ως προς τα καθοριστικά γεγονότα που την στηρίζουν. Σύμφωνα με το άρθρο 4(1) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το βάρος της απόδειξης φέρει πρωτίστως ο αιτητής, ο οποίος οφείλει να προσκομίσει όλα τα απαραίτητα στοιχεία που διαθέτει για να στηρίξει τους ισχυρισμούς του, ενώ τυχόν ελλιπείς ή ασαφείς αναφορές στις ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης συνιστούν, κατά την έννοια του άρθρου 4(5)(β), «έλλειψη σχετικών στοιχείων».

Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στην υπό κρίση υπόθεση και λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων του διοικητικού φακέλου, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ισχυρισμοί που συνδέονται με τον πυρήνα του αιτήματος διεθνούς προστασίας του Αιτητή δεν πληρούν τα απαιτούμενα κριτήρια εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας. Όπως έχει ήδη αναλυθεί ανωτέρω, οι δηλώσεις του Αιτητή ως προς τη φερόμενη δράση του στο πλαίσιο της οργάνωσης LIPILDRO, τη σύλληψη, κράτηση και κακομεταχείρισή του από τις αρχές, χαρακτηρίζονται από ασάφειες, ελλείψεις και έλλειψη συγκεκριμένων και επαληθεύσιμων στοιχείων, ενώ δεν κατέστη δυνατό να επιβεβαιωθούν από αντικειμενικές πηγές πληροφόρησης.

Κατά συνέπεια, η κρίση της Διοίκησης περί μη αποδοχής των σχετικών ισχυρισμών ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστων παρίσταται σύννομη και ευλόγως αιτιολογημένη. Ο Αιτητής, μολονότι διέθετε το γνωστικό και προσωπικό υπόβαθρο για να διατυπώσει με σαφήνεια τα πραγματικά του βιώματα, δεν κατόρθωσε να καταβάλει ειλικρινή και συστηματική προσπάθεια προς στήριξη των ισχυρισμών του και να θεμελιώσει εξατομικευμένο και αντικειμενικά επαληθεύσιμο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του, κατά τρόπο που να πληροί τις προϋποθέσεις της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. (βλ. William Crisantha Mal Francis Karunarathna ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθ. αρ. 1875/2008, ημερ. 1.3.2010· Farhan Khalil ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθ. αρ. 1119/2009, ημερ. 31.1.2012· UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status).

Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Διοίκηση προέβη σε ορθή και επαρκώς αιτιολογημένη αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή, ενεργώντας εντός του πλαισίου που καθορίζεται από το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και τη σχετική ενωσιακή και διεθνή νομολογία. Ως εκ τούτου, δεν δύναται να γίνει δεκτό ότι ο Αιτητής κατόρθωσε να θεμελιώσει, μέσω αξιόπιστης και συνεκτικής αφήγησης, βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του. Ελλείψει πειστικής και αξιόπιστης θεμελίωσης, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η αρχή του ευεργετήματος της αμφιβολίας, όπως περιγράφεται στην §204 του Εγχειριδίου του Ύπατου Αρμοστή του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, σύμφωνα με την οποία απαιτείται προηγούμενη διαπίστωση γενικής αξιοπιστίας του αιτητή, βάσει συνεκτικής αφήγησης και εξαντλητικής συνεργασίας με τις αρχές.

Η διοικητική διαδικασία πληρούσε τις επιταγές της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ και του άρθρου 18(3)(α) του Περί Προσφύγων Νόμου, καθότι υποβλήθηκαν προς τον Αιτητή ερωτήματα ανοικτής και στοχευμένης φύσεως, με σκοπό την πλήρη διερεύνηση των επίμαχων ισχυρισμών του. Ο αρμόδιος λειτουργός ανέλυσε μεμονωμένα κάθε ουσιώδη ισχυρισμό και αντιπαρέβαλε το περιεχόμενό τους με επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής, ενώ παρείχε στον Αιτητή επανειλημμένες ευκαιρίες να διευκρινίσει τις δηλώσεις του. Επιπροσθέτως, το σύνολο των προσκομισθέντων εγγράφων αξιολογήθηκε δεόντως υπό το πρίσμα των προσωπικών του περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 13Α(9) του Ν. 6(Ι)/2000.

Ωστόσο, οι Καθ’ ων η Αίτηση ορθώς διαπίστωσαν ότι οι δηλώσεις του Αιτητή στερούνται εσωτερικής συνοχής και δεν φέρουν τα χαρακτηριστικά μίας βιωματικής εμπειρίας. Οι αντιφάσεις μεταξύ των διαδοχικών του δηλώσεων, η ασάφεια ως προς τις αντιδράσεις των αρχών και η απουσία στοιχείων περί εξατομικευμένου κινδύνου από συγκεκριμένο φορέα δίωξης, υπονομεύουν την αξιοπιστία του συνολικού αιτήματος. Κατά συνέπεια, δεν προέκυψαν κρίσιμα ή νεότερα στοιχεία που να τεκμηριώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή σοβαρής βλάβης λόγω της υποτιθέμενης διαφοράς με συγγενικό πρόσωπο ή άλλης μορφής απειλής, ικανής να πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 2(δ) και 10 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Η κρίση της Διοίκησης ως προς την αξιοπιστία και την επάρκεια των ισχυρισμών του Αιτητή συνάδει πλήρως με την πάγια νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία είναι θεμιτή η απόρριψη αίτησης διεθνούς προστασίας όταν η αξιοπιστία του αιτητή έχει ουσιωδώς κλονιστεί (βλ. Edward Eskandaz ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, Υπ. Αρ. 1673/2010, 4.7.2013· Amiri (2009) 3 ΑΑΔ 358· Khalil ν. Δημοκρατίας, Υπ. Αρ. 466/2010, 28.9.2012).

Σε ό,τι αφορά την πιθανότητα να υποστεί ο Αιτητής δίωξη, το στοιχείο του «βάσιμου» στον ορισμό του πρόσφυγα συνιστά πρωτίστως ζήτημα πραγματολογικής εκτίμησης κινδύνου. Η εν λόγω εκτίμηση λαμβάνει υπόψη τόσο την ατομική του κατάσταση όσο και τις επικρατούσες συνθήκες στη χώρα καταγωγής του, όπως αυτές αποτυπώνονται σε επίκαιρες και αξιόπιστες πληροφορίες. Ειδικότερα, αξιολογείται εάν, κατά τον χρόνο λήψης της παρούσας απόφασης, συντρέχει τρέχων και αντικειμενικά βάσιμος φόβος δίωξης, και περαιτέρω εάν η πιθανότητα υλοποίησης του φόβου αυτού είναι πραγματική υπό το πρίσμα μιας μελλοντοστραφούς προσέγγισης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4(3) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ.

Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι διαθέτει πρόσβαση σε ακριβείς, συγκρίσιμες και επικαιροποιημένες πληροφορίες για την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, προέβη σε αυτεπάγγελτη έρευνα στη βάση της υποχρέωσης του άρθρου 10(4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, συνεκτιμήθηκαν πηγές πληροφόρησης διεθνών οργανισμών, ανεξάρτητων οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και έγκυρων βάσεων δεδομένων, προς σχηματισμό πλήρους και αντικειμενικής εικόνας αναφορικά με τον βαθμό ενδεχόμενης έκθεσης του Αιτητή σε δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

Ως προς την ύπαρξη της οργάνωσης που επικαλέστηκε ο Αιτητής, από την έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης προκύπτει ότι η οργάνωση με την ονομασία “La Ligue des Personnes Intégrées dans la Lutte contre les Drogues, Alcool et le Tabac (LIPILDRO)” εμφανίζεται σε ορισμένες διεθνείς και θεσμικές πηγές. Συγκεκριμένα, η εν λόγω οργάνωση καταγράφεται μεταξύ των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα United Nations Global Compact, όπου αναφέρεται ως μη κυβερνητικός οργανισμός από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό με αντικείμενο δράσης την ευαισθητοποίηση και δράση κατά της χρήσης ναρκωτικών, αλκοόλ και καπνού. Περαιτέρω, η οργάνωση εμφανίζεται σε έγγραφο της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών (A/CONF.225/PC/7/Add.1, 2014) στον κατάλογο οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών που έλαβαν διαπίστευση για συμμετοχή στη Δεύτερη Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για τις Αναπτυσσόμενες Χώρες χωρίς Πρόσβαση στη Θάλασσα. Επιπλέον, σε καταλόγους και δημοσιεύσεις οργανώσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα της δημόσιας υγείας και της πρόληψης εξαρτήσεων στην Αφρική, η LIPILDRO αναφέρεται ως ένωση με έδρα την Κινσάσα και ως εκτελεστικός διευθυντής της φέρεται πρόσωπο με το όνομα Marc Iyongen Aduma, ενώ περιγράφονται δράσεις ευαισθητοποίησης σχετικά με τη χρήση ουσιών, την πρόληψη HIV/AIDS και την κοινωνική επανένταξη ευάλωτων ομάδων.[1][2][3][4]

Πλην όμως, η εν λόγω επιβεβαίωση περιορίζεται στην ύπαρξη του οργανισμού και στη γενική περιγραφή των δραστηριοτήτων του και δεν επεκτείνεται στην επαλήθευση των ειδικότερων πραγματικών ισχυρισμών του Αιτητή ως προς τη δική του συμμετοχή σε αυτόν, τον ρόλο που ισχυρίζεται ότι επιτελούσε, καθώς και τα περιστατικά σύλληψης, κράτησης και βασανισμού που επικαλέστηκε. Δεν εντοπίστηκαν αντικειμενικές πηγές που να επιβεβαιώνουν την ιδιότητα του Αιτητή ως μέλους της οργάνωσης, ούτε οποιαδήποτε αναφορά στα πρόσωπα ή τα περιστατικά που επικαλέστηκε. Ως εκ τούτου, η επιβεβαίωση της ύπαρξης του οργανισμού δεν αρκεί, από μόνη της, για να θεμελιώσει την αξιοπιστία των συγκεκριμένων ισχυρισμών που προβάλλει ο Αιτητής.

Αναφορικά με τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών στη ΛΔΚ και την εμπλοκή κυβερνητικών δυνάμεων σε αυτήν, η σχετική έκθεση του Global Organized Crime Index για το 2025 αναφέρει:

Το εμπόριο ηρωίνης είναι περιορισμένο σε σύγκριση με άλλες παράνομες αγορές. Σε αντίθεση με τις μεγαλύτερες διακρατικές αγορές εγκλήματος, η διακίνηση ηρωίνης στη ΛΔΚ ωφελεί κυρίως τους εγχώριους παράγοντες, με χαμηλότερα επίπεδα εξωτερικής εμπλοκής. Ομοίως, το εμπόριο κοκαΐνης έχει σχετικά μέτριο αντίκτυπο, αν και οι πρόσφατες συλλήψεις υπογραμμίζουν δραστηριότητες διακίνησης. Η διακίνηση κοκαΐνης είναι λιγότερο έντονη από ό,τι στις γειτονικές χώρες και υπάρχει μικρή εμπλοκή από ξένους παράγοντες, γεγονός που υποδηλώνει ότι τα κέρδη διατηρούνται σε μεγάλο βαθμό από τους εγχώριους συμμετέχοντες. Το εμπόριο δεν φαίνεται να συμβάλλει σημαντικά στη βία.

Η αγορά κάνναβης είναι καλά εδραιωμένη, παρά τους αυστηρούς νόμους κατά της καλλιέργειας, της πώλησης και της κατοχής. Το μεγαλύτερο μέρος της κάνναβης καταναλώνεται τοπικά και ένα μικρό μέρος διακινείται λαθραία σε γειτονικές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ρουάντα, της Αγκόλας και της Ουγκάντα. Οι διαδρομές λαθρεμπορίου περιλαμβάνουν το Διεθνές Αεροδρόμιο N'djili της Κινσάσα και το λιμάνι Matadi. Η κάνναβη αποτελεί σημαντική πηγή εισοδήματος για πολλούς Κονγκολέζους, ιδίως τις αυτόχθονες κοινότητες, και έχει γίνει κοινωνικά αποδεκτή. Ωστόσο, είναι λιγότερο επικερδής από άλλες αγορές εγκλήματος.

Το εμπόριο συνθετικών ναρκωτικών αυξάνεται, λόγω της αυξανόμενης χρήσης του bombé, ενός βιοτεχνικού ναρκωτικού που παρασκευάζεται από θρυμματισμένα χάπια - συχνά οπιοειδή - σε συνδυασμό με χημικά υπολείμματα που φιλτράρονται μέσω εξατμίσεων. Η απλή σύνθεση του Bombé και η αυξανόμενη ζήτηση έχουν οδηγήσει σε αύξηση των σχετικών περιστατικών και κατασχέσεων. Η επικράτηση του ναρκωτικού είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτη μεταξύ των νέων Κονγκολέζων. Η ανατολική ΛΔΚ, ιδίως οι ζώνες που πλήττονται από ένοπλες συγκρούσεις, παρουσιάζει αυξημένη χρήση διεγερτικών, αν και τα στοιχεία για τη διακίνηση μεθαμφεταμίνης είναι ελάχιστα.

Χαλαρά εγκληματικά δίκτυα είναι ευρέως διαδεδομένα, αλλά γενικά δεν συνδέονται με τη βία. Οι αστικές συμμορίες, που κάποτε περιορίζονταν στην Κινσάσα, εξαπλώνονται σε άλλες πόλεις, επιδεινώνοντας την ανασφάλεια μέσω κλοπών, απαγωγών και διακίνησης ναρκωτικών. Κυρίως καθοδηγούνται από την αδύναμη αστική διακυβέρνηση και τις διασυνδέσεις τους με τις τοπικές δυνάμεις ασφαλείας και τους πολιτικούς. Τα διεθνικά εγκληματικά δίκτυα, στα οποία συχνά εμπλέκονται τοπικοί και ξένοι παράγοντες, λειτουργούν σε διάφορες παράνομες αγορές, ιδίως μη ανανεώσιμων πόρων όπως ο χρυσός. Αυτά τα δίκτυα ασχολούνται με την παράνομη εξαγωγή ελεφαντόδοντου, φολίδων παγκολίνου και ορυκτών, μαζί με παράνομα όπλα, καύσιμα και ναρκωτικά.

Οι συνεργασίες μεταξύ προσωπικού ασφαλείας του Κονγκό και ξένου, τελωνειακών υπαλλήλων, επιχειρηματικών ηγετών και πολιτικών διευκολύνουν αυτές τις δραστηριότητες, περιπλέκοντας περαιτέρω τις προσπάθειες για την καταπολέμηση του παράνομου εμπορίου στο εσωτερικό και πέραν των συνόρων.

Οι κρατικοί φορείς, συμπεριλαμβανομένων των κυβερνητικών αξιωματούχων και του στρατού, διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στο οργανωμένο έγκλημα. Η εμπλοκή τους καλύπτει μια σειρά παράνομων δραστηριοτήτων, όπως απαγωγές, εκβιασμούς, οικονομικά εγκλήματα, εμπορία ανθρώπων και εμπορία άγριων ζώων, καθώς και εγκλήματα που σχετίζονται με μη ανανεώσιμους πόρους. Η διαφθορά είναι εκτεταμένη και σημαντικές υποθέσεις αφορούν απάτη στον τομέα του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, υπεξαίρεση στην εκπαίδευση και εικονικούς υπαλλήλους στο δημόσιο μισθολόγιο. Αυτοί οι δρώντες εμπλέκονται επίσης σε εκλογική απάτη και εκφοβισμό ψηφοφόρων. Η διάχυτη φύση της διαφθοράς στο κράτος υπονομεύει σοβαρά τη διακυβέρνηση και συμβάλλει στη διαιώνιση του οργανωμένου εγκλήματος.[5]

Η έκθεση σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα που δημοσιεύθηκε από το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ (USDOS) το 2025 αναφέρει ότι κατά την προηγούμενη περίοδο υπήρξαν αναφορές για βίαιες εξαφανίσεις κατά τη διάρκεια του έτους από ή για λογαριασμό κυβερνητικών αρχών. Οι αρχές συχνά αρνούνταν να αναγνωρίσουν την κράτηση υπόπτων και μερικές φορές κρατούσαν υπόπτους σε ανεπίσημες εγκαταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων στρατιωτικών βάσεων και σε κέντρα κράτησης που λειτουργούσαν από τη Ρεπουμπλικανική Φρουρά, την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ANR) και τις στρατιωτικές υπηρεσίες πληροφοριών. Η τύχη ορισμένων υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ακτιβιστών της κοινωνίας των πολιτών και πολιτών που συνελήφθησαν από τις SSF παρέμεινε άγνωστη για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Η κυβέρνηση δεν κατέβαλε καμία προσπάθεια για την πρόληψη, τη διερεύνηση ή την τιμωρία αυτών των πράξεων.

Ο νόμος απαγόρευε την αυθαίρετη σύλληψη ή κράτηση και προέβλεπε το δικαίωμα οποιουδήποτε προσώπου να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της σύλληψης ή της κράτησής του στο δικαστήριο. Η κυβέρνηση γενικά δεν τήρησε αυτές τις απαιτήσεις. Στη Γκόμα, την 1η Αυγούστου, άνδρες με πολιτικά ρούχα συνέλαβαν τους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων Jack Sinzahera και Gloire Saasita, ενώ έδιναν συνεντεύξεις στο Ανώτατο Εμπορικό Ινστιτούτο της Γκόμα. Στο τέλος του έτους, οι δύο εξακολουθούσαν να κρατούνται χωρίς κατηγορίες και χωρίς να έχουν οδηγηθεί ενώπιον δικαστή, αν και ο νόμος απαιτούσε αυτό να γίνει εντός 48 ωρών από τη σύλληψη. Σύμφωνα με το νόμο, οι συλλήψεις για αδικήματα που τιμωρούνται με φυλάκιση άνω των έξι μηνών απαιτούσαν εντάλματα. Οι κρατούμενοι έπρεπε να εμφανιστούν ενώπιον δικαστή εντός 48 ωρών.

Ο νόμος απαιτούσε από τις αρχές να ενημερώνουν τους συλληφθέντες για τα δικαιώματά τους και τους λόγους σύλληψής τους, και δεν μπορούσαν να συλλάβουν μέλος της οικογένειας αντί του υπόπτου. Οι αρχές έπρεπε να επιτρέπουν στους συλληφθέντες να επικοινωνούν με τις οικογένειές τους και να συμβουλεύονται δικηγόρους. Ωστόσο, οι αξιωματικοί ασφαλείας παραβίαζαν συστηματικά όλες αυτές τις απαιτήσεις. Ενώ ο νόμος προέβλεπε σύστημα εγγύησης, γενικά δεν λειτουργούσε. Οι κρατούμενοι που δεν μπορούσαν να πληρώσουν για δικηγόρο σπάνια είχαν πρόσβαση σε νομική συμβουλή.

Οι αρχές συχνά κρατούσαν τους υπόπτους σε απομόνωση, συμπεριλαμβανομένων ανεπίσημων κέντρων κράτησης που διοικούνταν από τη Ρεπουμπλικανική Φρουρά, την ANR και τις στρατιωτικές υπηρεσίες πληροφοριών, και αρνούνταν να αναγνωρίσουν αυτές τις κρατήσεις. Επιπλέον, πολλοί κρατούμενοι κρατούνταν προφυλακισμένοι χωρίς να τους απαγγελθούν ποτέ κατηγορίες. Το προσωπικό ασφαλείας συνέλαβε και κράτησε ακτιβιστές της κοινωνίας των πολιτών, ειρηνικούς διαδηλωτές, δημοσιογράφους και μέλη κομμάτων της αντιπολίτευσης και μερικές φορές τους αρνήθηκε την εύλογη δίκη, συμπεριλαμβανομένης της κράτησής τους σε απομόνωση και χωρίς κατηγορίες για μεγάλα χρονικά διαστήματα.

Η αστυνομία μερικές φορές συνελάμβανε και κρατούσε αυθαίρετα άτομα χωρίς να ασκήσει κατηγορίες για να αποσπάσει χρήματα από μέλη της οικογένειας. Άτομα χωρίς εθνικές ταυτότητες μερικές φορές συνελήφθησαν αυθαίρετα από τις SSF. Για παράδειγμα, πράκτορες του ANR συνέλαβαν τους εξέχοντες υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων Fred Bauma και Bienvenue Matumo μετά από μια ειρηνική διαμαρτυρία στην Κινσάσα στις 3 Φεβρουαρίου. Και οι δύο αφέθηκαν ελεύθεροι μετά από τρεις ημέρες και φέρεται να υπέστησαν σωματική κακοποίηση κατά τη διάρκεια της κράτησής τους.[6]

Ωστόσο, παρά τις πιο πάνω γενικές πληροφορίες αναφορικά με την ύπαρξη οργανωμένου εγκλήματος, τη διαφθορά και περιστατικά αυθαίρετης κράτησης από κρατικές αρχές στη ΛΔΚ, δεν εντοπίστηκαν σε αξιόπιστες εξωτερικές πηγές πληροφορίες που να επιβεβαιώνουν περιστατικά δίωξης ή κακομεταχείρισης μελών της οργάνωσης LIPILDRO ή άλλων παρόμοιων οργανώσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα της καταπολέμησης των ναρκωτικών, ούτε στοιχεία που να τεκμηριώνουν περιστατικά ανάλογα με αυτά που περιέγραψε ο Αιτητής. Συνεπώς, οι διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής επιβεβαιώνουν μεν την ύπαρξη γενικότερων προβλημάτων διαφθοράς και αυθαιρεσίας εκ μέρους των αρχών, πλην όμως δεν επαληθεύουν τους ειδικούς ισχυρισμούς του Αιτητή περί σύλληψης, κράτησης και βασανισμού του λόγω της φερόμενης δράσης του στο πλαίσιο της εν λόγω οργάνωσης.

Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, παρόλο που οι εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν την ύπαρξη γενικότερων προβλημάτων οργανωμένου εγκλήματος, διαφθοράς και περιστατικών αυθαίρετης κράτησης από κρατικές αρχές στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, δεν προκύπτουν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τα ειδικότερα περιστατικά που επικαλέστηκε ο Αιτητής, ούτε πληροφορίες που να καταδεικνύουν ότι μέλη της οργάνωσης στην οποία ισχυρίζεται ότι συμμετείχε αποτελούν στόχο δίωξης από τις αρχές. Ως εκ τούτου, οι πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής δεν επαληθεύουν τους κεντρικούς ισχυρισμούς του Αιτητή ούτε ενισχύουν την αξιοπιστία της αφήγησής του, με αποτέλεσμα ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός να μην τεκμηριώνεται ούτε σε επίπεδο εξωτερικής αξιοπιστίας.

Περαιτέρω, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως προς τα πραγματικά τους περιστατικά, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι από το σύνολο των στοιχείων του διοικητικού φακέλου δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής ανήκει σε κάποια ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή ότι διώκεται για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικής γνώμης ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, κατά την έννοια του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Οι ισχυρισμοί του περί προβλημάτων με τις αρχές της χώρας καταγωγής του συνδέονται, σύμφωνα με την ίδια του την αφήγηση, με τη φερόμενη εμπλοκή του σε δραστηριότητες ενημέρωσης και καταγγελίας σχετικά με τη διακίνηση ναρκωτικών και όχι με κάποιο από τους προστατευόμενους λόγους δίωξης που αναγνωρίζει το διεθνές και ενωσιακό δίκαιο ασύλου.

Κατά συνέπεια, ακόμη και εάν υποτεθεί ότι τα περιστατικά που επικαλέστηκε ο Αιτητής είχαν λάβει χώρα, δεν τεκμηριώνεται η ύπαρξη του απαιτούμενου συνδέσμου (nexus) μεταξύ της φερόμενης δίωξης και ενός εκ των πέντε λόγων δίωξης που προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Η απουσία ενός τέτοιου συνδέσμου καθιστά αδύνατη τη θεμελίωση προσφυγικού καθεστώτος, καθότι το καθεστώς διεθνούς προστασίας προϋποθέτει όχι μόνο την ύπαρξη πράξεων δίωξης αλλά και τη σύνδεσή τους με έναν από τους ρητώς προβλεπόμενους λόγους δίωξης.(βλ. WS (C-621/21, ΔΕΕ σκ.65,66,70).

Συνεπακόλουθα, και λαμβανομένου υπόψη ότι τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων ερείδεται ο ισχυρισμός περί δίωξης, ήτοι η φερόμενη στοχοποίησή του, κρίθηκαν ορθώς από τη Διοίκηση ως εσωτερικά και εξωτερικά αναξιόπιστα, το Δικαστήριο καταλήγει ότι στην παρούσα υπόθεση δεν πληρούται το στοιχείο του βάσιμου φόβου δίωξης. Ούτε κατά το στάδιο της παρούσας προσφυγής, δεν προσκόμισε κανένα νέο ή πρόσθετο στοιχείο ικανό να ανατρέψει την κρίση των Καθ’ ων ή να καλύψει τις ουσιώδεις ελλείψεις και αντιφάσεις που είχαν διαγνωσθεί στο διοικητικό στάδιο. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω ασάφειες και ανακολουθίες παραμένουν, και η αξιολόγηση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία ερείδεται σε εύλογα, τεκμηριωμένα και πλήρως αιτιολογημένα πορίσματα, τυγχάνει αποδοχής από το Δικαστήριο (βλ. F.E.E. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπ. αρ. 2407/22, ημερ. 21.2.2023).

Περαιτέρω, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον, ανεξαρτήτως της μη θεμελίωσης προσφυγικού καθεστώτος, ο Αιτητής θα μπορούσε να υπαχθεί στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 19(1)(α) και (β) του εν λόγω Νόμου, πρόσωπο δικαιούται συμπληρωματική προστασία εάν υφίσταται ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, η οποία συνίσταται είτε στην επιβολή ή εκτέλεση της θανατικής ποινής είτε σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.

Εν προκειμένω, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο κεντρικός ισχυρισμός του Αιτητή περί σύλληψης, κράτησης και κακομεταχείρισής του από τις αρχές της χώρας καταγωγής του κρίθηκε αναξιόπιστος, δεν προκύπτουν στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι ο Αιτητής αποτελεί πρόσωπο που έχει περιέλθει στην προσοχή των αρχών της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό ή ότι υφίσταται συγκεκριμένος και εξατομικευμένος κίνδυνος να υποστεί σοβαρή βλάβη κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων. Περαιτέρω, από τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής δεν προκύπτει ότι πρόσωπα με τα χαρακτηριστικά του Αιτητή αντιμετωπίζουν γενικευμένο ή συστηματικό κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(1)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.

Αναφορικά δε με το Άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο απαγορεύει την έκθεση οποιουδήποτε προσώπου σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η εφαρμογή του προϋποθέτει την ύπαρξη πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου κακομεταχείρισης σε περίπτωση επιστροφής του ενδιαφερομένου στη χώρα καταγωγής του.(βλ. Vilvarajah and Others v. United Kingdom, Applications nos. 13163/87,  Salah Sheekh v. the Netherlands, Application no. 1948/04, N. v. United Kingdom, Application no. 26565/05) Στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για ενήλικο άνδρα, χωρίς να προκύπτει ότι ανήκει σε ευάλωτη ομάδα ή ότι πάσχει από οποιαδήποτε κατάσταση που να τον καθιστά ιδιαιτέρως ευάλωτο, καθώς και το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε ότι έχει στοχοποιηθεί από τις αρχές της χώρας του, δεν στοιχειοθετείται ότι η επιστροφή του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό θα τον εκθέσει σε πραγματικό κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης προς το Άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Συνεπώς, η ενδεχόμενη επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του δεν αντίκειται στην αρχή της μη επαναπροώθησης όπως αυτή απορρέει από το εν λόγω άρθρο.

Αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C 285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών  8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011, αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie,ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

Σημειώνεται ωστόσο κατά την πρόσφατη απόφαση C-901/19, CF και DN, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχετική εκτίμηση απαιτεί ποιοτική και ποσοτική αξιολόγηση της γεωγραφικής έκτασης, της έντασης των βιαιοτήτων και της φύσης των επιθέσεων.

Ειδικότερα σύμφωνα με την πλέον πρόσφατη απόφαση 901/19 του ΔΕΕ (CF & DN Judgement) αναφορικά με το άρθρο 15γ της Οδηγίας 2011/95 «το άρθρο 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει την ερμηνεία εθνικής ρυθμίσεως, σύμφωνα με την οποία, όταν ένας άμαχος δεν αποτελεί ειδικά στοχοποιημένο πρόσωπο λόγω ιδιαίτερων προσωπικών περιστάσεων, η διαπίστωση σοβαρής και ατομικής απειλής για τη ζωή ή το πρόσωπο του εν λόγω πολίτη λόγω "αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις ... ένοπλης συγκρούσεως", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι η αναλογία μεταξύ του αριθμού των θυμάτων στη σχετική περιοχή και του συνολικού αριθμού των ατόμων που απαρτίζουν τον πληθυσμό της περιοχής αυτής αγγίζει ένα καθορισμένο όριο» (σκέψη 37).

Περαιτέρω έκρινε ότι «το άρθρο 15, στοιχείο γ', της οδηγίας 2011/95 έχει την έννοια ότι, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υφίσταται "σοβαρή και ατομική απειλή", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, απαιτείται συνολική εκτίμηση όλων των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, ιδίως εκείνων που χαρακτηρίζουν την κατάσταση της χώρας καταγωγής του αιτητή» (σκέψη 45). «Ως επιμέρους στοιχεία που ενδεχομένως θα μπορούσαν να ληφθούν υπ' όψιν προτείνονται τα εξής: η ένταση των ένοπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκόμενων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύγκρουσης, καθώς και άλλα όπως η γεωγραφική έκταση της περιοχής όπου εκδηλώνεται αδιάκριτη βία, ο πραγματικός προορισμός του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη σχετική χώρα ή περιοχή και οι δυνητικά στοχευμένες επιθέσεις κατά αμάχων που πραγματοποιούνται από τα μέρη της σύγκρουσης» (βλ. σκέψη 43).

Προκειμένου δε να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, του Αιτητή θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιακρίτως ασκούμενης  βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής του Αιτητή.

Το War Watch [πρώην Rule of Law in Armed Conflicts project (RULAC)] της Ακαδημίας Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Γενεύης, στην επισκόπησή του για την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, η οποία ενημερώθηκε τον Φεβρουάριο του 2023, ανέφερε ότι η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις στο έδαφός της εναντίον ορισμένων ένοπλων ομάδων στο Ιτούρι, το Κασάι και το Κίβου, ενώ δεν αναφέρονται ενεργές μη κρατικές ένοπλες ομάδες στην Κινσάσα.[7]

Μια έκθεση του CEDOCA για το 2025 αναφέρει ότι: «Όσον αφορά την Κινσάσα, αναφέρθηκαν σποραδικά περιστατικά ασφαλείας κατά τη διάρκεια του 2024, συμπεριλαμβανομένων διαδηλώσεων, απόπειρας πραξικοπήματος, απόδρασης από τη φυλακή Μακάλα και ορισμένων περιστατικών στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Μαλούκου λόγω της σύγκρουσης που λαμβάνει χώρα στη γειτονική επαρχία Μάι-Ντόμπε. Το Κοινό Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών θεωρεί την επαρχία Κινσάσα ανεπηρέαστη από ένοπλες συγκρούσεις. Από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, εκτός από διαδηλώσεις εναντίον δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σημαντικά περιστατικά ασφαλείας στην Κινσάσα». [8]

Παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα για τα περιστατικά ασφαλείας στην επαρχία της Κινσάσα. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά την περίοδο 07/02/2025 - 06/02/2026, σημειώθηκαν 153 περιστατικά ασφαλείας με 57 απώλειες, εκ των οποίων τα 46 κωδικοποιήθηκαν ως διαδηλώσεις (0 απώλειες), 50 ως πολιτική βία (57 απώλειες), τα 4 ως εξεγέρσεις (0 απώλειες), 14 ως καταστολές (7 απώλειες) και 21 ως τρομοκρατικές δραστηριότητες (36 απώλειες).[9] Σημειώνεται δε ότι οι 57 απώλειες που καταγράφονται εμπίπτουν παραλλήλως σε περιστατικά πολιτικής βίας, καταστολής και τρομοκρατικών δραστηριοτήτων.

Σύμφωνα δε με εκτιμήσεις, ο πληθυσμός της επαρχίας Κινσάσα υπολογίζεται ότι κατά το 2020 ανερχόταν σε 14.565.700 κατοίκους, ενώ ο πληθυσμός της πόλης Κινσάσα ανερχόταν σε 7.273.947 κατοίκους σύμφωνα με υπολογισμούς του 2004.[10]

Υπό το φως των ανωτέρω πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, και λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια που διατυπώθηκαν στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αναφορικά με την ένταση, τη γεωγραφική έκταση και τη φύση της ασκούμενης βίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι η κατάσταση ασφαλείας στην επαρχία της Κινσάσα δεν χαρακτηρίζεται από επίπεδο αδιακρίτως ασκούμενης βίας τέτοιας έντασης ώστε να δημιουργείται πραγματικός κίνδυνος σοβαρής και ατομικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχων λόγω της παρουσίας τους και μόνο στην εν λόγω περιοχή.

Ειδικότερα, από τις διαθέσιμες πληροφορίες προκύπτει ότι οι ενεργές ένοπλες συγκρούσεις στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό εντοπίζονται κυρίως στις ανατολικές επαρχίες της χώρας, ενώ η επαρχία της Κινσάσα δεν επηρεάζεται άμεσα από τέτοιου είδους συγκρούσεις. Τα καταγεγραμμένα περιστατικά ασφαλείας στην εν λόγω περιοχή εμφανίζονται περιορισμένα και σποραδικά σε σχέση με το συνολικό μέγεθος του πληθυσμού της επαρχίας και δεν υποδηλώνουν επίπεδο γενικευμένης ή αδιάκριτης βίας που να πληροί το κατώφλι εφαρμογής του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο Αιτητής, ως άμαχος πολίτης που κατάγεται από την Κινσάσα, δεν διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και ατομική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε κατάσταση ένοπλης σύρραξης, κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Ως εκ τούτου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει της εν λόγω διάταξης.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή κατά την αξιολόγηση του ενδεχόμενου κινδύνου σοβαρής βλάβης. Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι ο Αιτητής είναι ενήλικος άνδρας, γεννηθείς το 1988, ο οποίος μεγάλωσε και διέμενε στην Κινσάσα. Διαθέτει μορφωτικό επίπεδο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, καθότι σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανικός στο ίδρυμα Institut Supérieur de Techniques Appliquées (ISTA), ενώ έχει επίσης επαγγελματική εμπειρία στον τομέα των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων. Δεν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ότι ανήκει σε ιδιαίτερα ευάλωτη κατηγορία προσώπων ή ότι αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας που να επηρεάζουν ουσιωδώς την ικανότητά του να επανενταχθεί στη χώρα καταγωγής του. Επιπλέον, προκύπτει ότι μέλη της οικογένειάς του, συμπεριλαμβανομένης της μητέρας και των αδελφών του, εξακολουθούν να διαμένουν στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.

Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο κρίνει ότι ούτε οι γενικές συνθήκες ασφαλείας που επικρατούν στην επαρχία της Κινσάσα ούτε οι προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή καταδεικνύουν ότι ο τελευταίος διατρέχει αυξημένο ή εξατομικευμένο κίνδυνο έκθεσης σε αδιάκριτη βία σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Συνεπώς, οι προσωπικές του περιστάσεις δεν μεταβάλλουν το συμπέρασμα ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και κατόπιν πλήρους και ενδελεχούς εξέτασης τόσο της νομιμότητας όσο και της ουσίας της προσβαλλόμενης πράξης, κρίνεται ότι η αίτηση του Αιτητή για αναγνώριση διεθνούς προστασίας εξετάστηκε επιμελώς σε όλα τα στάδια της διοικητικής διαδικασίας. Ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση, εφόσον, στη βάση των αποδεκτών γεγονότων και της αξιολόγησης αξιοπιστίας που προηγήθηκε, διαπιστώθηκε ότι δεν στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις για αναγνώριση του Αιτητή ως πρόσφυγα δυνάμει των άρθρων 3 έως 3Δ του Ν. 6(Ι)/2000. Ειδικότερα, δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας, όπως απαιτείται από το ισχύον νομικό πλαίσιο.

Ομοίως, και σε σχέση με το αίτημα για καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, κρίθηκε ορθά ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Νόμου, καθώς δεν τεκμηριώθηκε, ούτε με βάση τα προσωπικά του χαρακτηριστικά ούτε σε συσχετισμό με τη γενικότερη κατάσταση στη χώρα καταγωγής του, βάσιμος και εξατομικευμένος κίνδυνος έκθεσής του σε σοβαρή βλάβη κατά την έννοια των παραγράφων (α), (β) ή (γ) του άρθρου 19(2).

Είναι εμφανές πως, η Υπηρεσία Ασύλου διενήργησε τη δέουσα έρευνα όλων των ζητημάτων που έθεσε ο Αιτητής ενώπιόν της. Οι Καθ' ων η Αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιόν τους, προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση. Η εν λόγω απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη, κατά τρόπο που να καθιστά αντιληπτό στον Αιτητή τους λόγους απόρριψης του αιτήματός του, και στηρίζεται σε αντικειμενικά ευρήματα και στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Εφόσον δε η κρίση των Καθ’ ων συνδέεται με τη λήφθείσα απόφαση και εδράζεται σε πραγματικά γεγονότα τα οποία τεκμηριωμένα περιλαμβάνονται στον φάκελο, δεν εντοπίζεται πλάνη επί των πραγματικών περιστατικών ή επί του νόμου, ούτε άλλος λόγος που να αίρει το τεκμήριο ορθότητας της διοικητικής κρίσης (βλ. Ηροδότου ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 220, Δημοκρατία ν. Χατζηγεωργίου (1994) 3 Α.Α.Δ. 574, Παπαδόπουλος ν. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (1990) 3 Α.Α.Δ. 262).

Υπό το φως των ανωτέρω, δεν στοιχειοθετείται νομικά ή πραγματικά οποιοσδήποτε λόγος ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης.

Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

 

Δ.ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ , Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1]General Assembly Intergovernmental Preparatory Committee for the Second United Nations Conference on Landlocked Developing Countries Second session New York, 2 and 3 October 2014 https://docs.un.org/en/A/CONF.225/PC/7/Add.1

[2] United Nations Global Compact La Ligue des Personnes Integrees dans la Lutte contre les Drogues, Alcool et le Tabac / Lipildro en sigle https://unglobalcompact.org/what-is-gc/participants/5995-La-Ligue-des-Personnes-Integrees-dans-la-Lutte-contre-les-Drogues-Alcool-et-le-Tabac-Lipildro-en-sigle 

[4] African NGOs working on HIV/AIDS and public health initiatives- Bibliobase Africa NGO Directory

https://bibliobase.sermais.pt/BiblioNET/Upload/PDF7/005437b%20África.pdf

 

[5] Global Organized Crime Index, 2025 – Congo, Democratic Republic, διαθέσιμο στο: https://ocindex.net/country/congo-dem-rep (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).

[6] USDOS - US Department of State: 2024 Country Reports on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 12 August 2025, διαθέσιμο στο:
https://www.ecoi.net/en/document/2128488.html
.

[7] War Watch, Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, July 2023 – June 2025, updated on 19 January 2026, διαθέσιμο στο: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/classification/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).

[8] CEDOCA, COI FOCUS: Republique Democratique du Congo : Situaction sécuritaire, 25 February 2025, διαθέσιμο στο: https://coi.euaa.europa.eu/administration/belgium/PLib/COI_Focus_RDC_Situation_s%C3%A9curitaire_20250225.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).

[9]Προσαρμοσμένη έρευνα στο στην βάση ACLED Explorer, ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/explorer/, βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Event Types (Demonstrations, Political Violence, Insurgency, Atrocities, Repression, Terrorist Activity, Foreign Military Engangement), Defalt Date Range: Past Year (Last update 06/02/2026),  COUNTRY: Democratic Republic of the Congo, ADMIN UNIT: Kinshasa, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).

[10] City Population, Democratic Republic of the Congo: Regions, Major cities and Towns – Population Statistics, Maps, Charts, Weather and Wed Information- Kinshasa, διαθέσιμο σε: https://www.citypopulation.de/en/drcongo/cities/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο