ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 312/24
27 Μαρτίου, 2026
[ Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
D.M.B
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
........
Δ.Α. Παυλίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόρος για τον Αιτητή
Παυλίνα Δημητρίου (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Δ.ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση, ημερομηνίας 08/12/2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (Ν. 6(Ι)/2000), ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
Γεγονότα
Ο Αιτητής είναι υπήκοος του Καμερούν, το οποίο εγκατέλειψε στις 23/11/2020 και αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές περί την ίδια ημερομηνία, κάνοντας χρήση του διαβατηρίου του. Ακολούθως, εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 24/01/2020.
Στις 10/10/2023, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος, στις 08/12/2023, υπέβαλε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με τη συνέντευξη του Αιτητή.
Στη συνέχεια, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε, στις 08/12/2023, την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή.
Στις 28/12/2023, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολογία της απόφασης αναφορικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε από τον Αιτητή στις 09/01/2024.
Η εν λόγω απόφαση αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής, η οποία καταχωρίστηκε από τον συνήγορο του Αιτητή στις 31/01/2024.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο Αιτητής, μέσω του συνηγόρου του, προέβαλε, στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης, πλείονες λόγους ακυρώσεως, τους οποίους υιοθέτησε και κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων.
Ειδικότερα, κατά πρώτον, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα και υπό καθεστώς πλάνης περί τα πράγματα. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι δεν διεξήχθη επαρκής έρευνα ως προς τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν τις προσωπικές του συνθήκες, ούτε πραγματοποιήθηκε εξατομικευμένη αξιολόγηση της περίπτωσής του. Περαιτέρω, κατά παράβαση του άρθρου 18(3) του περί Προσφύγων Νόμου, δεν εξετάστηκαν δεόντως όλοι οι λόγοι που προέβαλε, ενώ η διάρκεια της συνέντευξης υπήρξε σύντομη, με αποτέλεσμα να μην του παρασχεθεί η δυνατότητα να εκθέσει πλήρως τους λόγους που τον οδήγησαν στην εγκατάλειψη της χώρας του. Επιπροσθέτως, οι Καθ’ ων η Αίτηση περιορίστηκαν, κατά τον ισχυρισμό του, σε ανεπαρκή αριθμό ερωτήσεων, απομονώνοντας και/ή επιλέγοντας συγκεκριμένους ισχυρισμούς του, ώστε να διαμορφωθεί εσφαλμένη εικόνα.
Προς υποστήριξη των ανωτέρω, ο συνήγορος του Αιτητή παραπέμπει σε συγκεκριμένα αποσπάσματα της συνέντευξης, υποστηρίζοντας ότι ο Αιτητής απάντησε κατά τρόπο επαρκή και συνεπή στις τεθείσες ερωτήσεις, πλην όμως οι απαντήσεις του αξιολογήθηκαν ως ανεπαρκείς στο πλαίσιο της εκτίμησης της αξιοπιστίας του.
Κατά δεύτερον, ο Αιτητής προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη, καθότι οι Καθ’ ων η Αίτηση κατέληξαν στο συμπέρασμά τους κατά γενικό και αόριστο τρόπο, χωρίς να εξειδικεύουν τα πραγματικά περιστατικά και τα στοιχεία που τους οδήγησαν στην κρίση τους. Υποστηρίζει δε ότι η διαπιστούμενη πλάνη περί τα πράγματα αρκεί, αφ’ εαυτής, για την ακύρωση της επίδικης πράξης.
Περαιτέρω, γίνεται αναφορά σε ζητήματα νομιμότητας της διοικητικής πράξης, σε σχέση με τον τρόπο έκδοσης και υπογραφής της, χωρίς όμως να αναπτύσσεται σχετικός αυτοτελής λόγος ακύρωσης.
Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποστηρίζοντας ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή επί των νομικών ζητημάτων που εγείρει στην προσφυγή του είναι γενικοί και αόριστοι και, ως εκ τούτου, απορριπτέοι.
Ως προς τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας, επισημαίνουν ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία διεξαγωγής της έρευνας ανάγονται στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης και ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε όλα τα στάδια της προβλεπόμενης από τον νόμο διαδικασίας. Υποστηρίζουν δε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί προϊόν ενδελεχούς έρευνας, ορθής αξιολόγησης των στοιχείων και ορθής εφαρμογής του νόμου.
Προς υποστήριξη της θέσης τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση παραθέτουν επιχειρηματολογία αναφορικά τόσο με τη νομιμότητα όσο και με την ουσία της υπόθεσης, παραπέμποντας και σε συγκεκριμένα αποσπάσματα της συνέντευξης, προς επίρρωση των ισχυρισμών τους περί ανεπάρκειας των απαντήσεων του Αιτητή και κλονισμού της αξιοπιστίας του (βλ. σελ. 9–11 της Γραπτής Αγόρευσης των Καθ’ ων).
Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι το τεκμήριο νομιμότητας και κανονικότητας της προσβαλλόμενης πράξης δεν έχει ανατραπεί, δεδομένου ότι ο Αιτητής έφερε το σχετικό βάρος απόδειξης και απέτυχε να καταδείξει την ύπαρξη οποιουδήποτε νόμιμου λόγου που να δικαιολογεί την επέμβαση του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, εισηγούνται ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως νόμω και ουσία αβάσιμη.
Αναφορικά με το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης, η συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση παραπέμπει στην Ένσταση και στα επισυνημμένα σε αυτήν Παραρτήματα, καθώς και στο περιεχόμενο του σχετικού διοικητικού φακέλου.
Στην απαντητική του αγόρευση, ο Αιτητής υιοθετεί πλήρως το περιεχόμενο της γραπτής του αγόρευσης ημερομηνίας 21/03/2024, απορρίπτει όλους, συλλήβδην και κεχωρισμένως, τους ισχυρισμούς των Καθ’ ων η Αίτηση και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του περί έλλειψης δέουσας έρευνας και ανεπαρκούς αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης πράξης.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς και σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι λόγοι προσφυγής που δεν αναπτύσσονται στο πλαίσιο της αγόρευσης του εκάστοτε αιτητή θεωρούνται εγκαταλειφθέντες. Το ίδιο ισχύει και με τους λόγους σε σχέση με τους οποίους δεν προβάλλεται οποιαδήποτε επιχειρηματολογία προς υποστήριξή τους. (Βλ. συναφώς Υπόθεση Αρ. 692/89, Level Tachexcavs Ltd v. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, ημερ. 17.12.1990, (1990) 3 ΑΑΔ 4407, Α.Ε. Αρ. 2421, Kokos Athanasiou Motors Ltd v. Δημοκρατίας, ημερ. 24.1.2020 (2000) 3 ΑΑΔ 21, Υπόθεση Αρ. 1073/2004, Γεωργίας Αντωνίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, μέσω Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ημερ. 6.2.2007).
Υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας, όλοι οι λόγοι προσφυγής που αναφέρονται ως τίτλοι στο πλαίσιο του δικογράφου της προσφυγής και δεν προωθούνται με τη γραπτή αγόρευση του Αιτητή θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντες. Το ίδιο ισχύει και με τους λόγους σε σχέση με τους οποίους δεν προβάλλεται οποιαδήποτε επιχειρηματολογία προς υποστήριξή τους. (Βλ. συναφώς Υπόθεση Αρ. 692/89, Level Tachexcavs Ltd v. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, ημερ. 17.12.1990, (1990) 3 ΑΑΔ 4407, Α.Ε. Αρ. 2421, Kokos Athanasiou Motors Ltd v. Δημοκρατίας, ημερ. 24.1.2020 (2000) 3 ΑΑΔ 21, Υπόθεση Αρ. 1073/2004, Γεώργιας Αντωνίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, μέσω Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ημερ. 6.2.2007).
Εν προκειμένω, ο Αιτητής, στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης, προβάλλει, κατά τρόπο γενικό και αόριστο, διάφορους λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης, με κύριο όμως άξονα τον ισχυρισμό ότι αυτή εκδόθηκε χωρίς τη διενέργεια δέουσας έρευνας και υπό καθεστώς πλάνης περί τα πράγματα.
Ως εκ τούτου, θα εξεταστεί κατ’ αρχάς ο πιο πάνω ισχυρισμός περί έλλειψης δέουσας έρευνας, σε συνάρτηση με τον ισχυρισμό περί πλάνης περί τα πράγματα, οι οποίοι είναι αλληλένδετοι.
Σημειώνεται ότι, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 11(2) και (3) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), το παρόν Δικαστήριο έχει εξουσία ελέγχου τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Περαιτέρω, η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371,Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).
Το Δικαστήριο στο πλαίσιο ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση. (βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).
Σύμφωνα με τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων, κατά την υποβολή του αιτήματός του για διεθνή προστασία, στις 23/12/2020, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος του Καμερούν, γεννηθείς στις 01/02/1999 στο Καμερούν, χριστιανός στο θρήσκευμα και με μητρική γλώσσα την αγγλική. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι είναι άγαμος.
Περαιτέρω, ανέφερε ότι βρισκόταν στην Κύπρο μαζί με τον πατέρα του, ενώ ο αδελφός του τελούσε επίσης στην Κύπρο υπό καθεστώς αιτητή διεθνούς προστασίας. Δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 23/11/2020 και αφίχθηκε στην Κύπρο, μέσω των μη ελεγχόμενων από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχών, κατά την ίδια ημερομηνία (ερ. 3-1 του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι στο Καμερούν επικρατεί ένοπλη σύρραξη και ότι κατάγεται από το νότιο τμήμα της χώρας, το οποίο επιδιώκει την ανεξαρτητοποίησή του. Υποστήριξε ότι συμμετείχε ως μαχητής στον αγώνα για τα δικαιώματα της εν λόγω περιοχής και ότι συνελήφθη από κυβερνητικές δυνάμεις, οι οποίες επιδίωκαν τη θανάτωσή του, πλην όμως κατόρθωσε να διαφύγει.
Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι, όταν επιχείρησε να ενταχθεί στους λεγόμενους «Ambazonian fighters», θεωρήθηκε προδότης και κρατήθηκε όμηρος, από τον οποίο επίσης κατόρθωσε να διαφύγει. Κατά τους ισχυρισμούς του, έκτοτε καταζητείται τόσο από τις κυβερνητικές αρχές όσο και από τις δυνάμεις των Ambazonians.
Τέλος, ανέφερε ότι η κυβέρνηση του Καμερούν έκαψε την οικία του, ενώ οι Ambazonians θανάτωσαν φίλο του, όταν αυτός αρνήθηκε να αποκαλύψει τον τόπο όπου κρυβόταν ο Αιτητής (ερ. 1 του διοικητικού φακέλου).
Κατά την πρωτοβάθμια συνέντευξη, η οποία διεξήχθη στις 10/10/2023 από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής δήλωσε, αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, ότι γεννήθηκε στις 01/02/1999 στην πόλη Kumba, της περιφέρειας Southwest του Καμερούν, ότι είναι υπήκοος του Καμερούν, ότι η μητρική του γλώσσα είναι η αγγλική και ότι ομιλεί περιορισμένα τη γαλλική. Δήλωσε περαιτέρω ότι είναι χριστιανός καθολικός, άγαμος και άτεκνος.
Ωστόσο, ανέφερε ότι στο Καμερούν διατηρούσε σχέση με γυναίκα, με την οποία απέκτησε ένα τέκνο, με το οποίο διέμεναν στην Kumba, και το οποίο απεβίωσε σε ηλικία εννέα μηνών. Δήλωσε επίσης ότι, κατά τον χρόνο της συνέντευξης, αγνοούσε την τρέχουσα διαμονή της μητέρας του τέκνου.
Αναφορικά με την οικογένειά του, δήλωσε ότι οι γονείς του και τέσσερα από τα πέντε αδέλφια του βρίσκονται στο Καμερούν, ενώ ο πέμπτος αδελφός του διαμένει στην Κύπρο και είναι αιτητής διεθνούς προστασίας. Ειδικότερα, ανέφερε ότι οι γονείς του διαμένουν από το 2016 στην πόλη Bamenda, της περιφέρειας Northwest, μαζί με δύο από τα αδέλφια του, ενώ τα υπόλοιπα δύο διαμένουν στην Kumba. Ο ίδιος δήλωσε ότι, καθ’ όλη τη διάρκεια παραμονής του στο Καμερούν, διέμενε στην Kumba.
Ως προς το εκπαιδευτικό και επαγγελματικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι είναι απόφοιτος μέσης εκπαίδευσης και ότι εργαζόταν για περίπου τεσσεράμισι έτη ως έμπορος ενδυμάτων και ποτών (ερ. 19-17 του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, κατά το σκέλος της ελεύθερης αφήγησής του, ανέφερε ότι αυτοί σχετίζονται αφενός με την ένοπλη σύγκρουση και την ευρύτερη κρίση στο Καμερούν και αφετέρου με προσωπικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει με τους αποκαλούμενους «Amba Boys». Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι οι εν λόγω διατηρούσαν οπλισμό στην οικία του και ότι, όταν ο στρατός του Καμερούν κατάσχεσε τα όπλα, τον θεώρησαν υπεύθυνο για την αποκάλυψη της τοποθεσίας τους.
Περαιτέρω, αναφορικά με την κατάσταση στη χώρα του, δήλωσε ότι το Καμερούν είναι διαιρεμένο μεταξύ γαλλόφωνου και αγγλόφωνου πληθυσμού, ότι οι γαλλόφωνοι ασκούν τον έλεγχο της χώρας και ότι οι αγγλόφωνοι αγωνίζονται για την ανεξαρτησία τους (ερ. 15 του διοικητικού φακέλου).
Σε απάντηση διευκρινιστικών ερωτήσεων του αρμόδιου λειτουργού, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι οι αποκαλούμενοι «Amba boys» εξανάγκαζαν νεαρούς να ενταχθούν στις τάξεις τους και να πολεμήσουν, πλην όμως ο ίδιος αρνήθηκε να συμμορφωθεί. Υποστήριξε περαιτέρω ότι τα εν λόγω πρόσωπα απέθεσαν οπλισμό στην οικία του, την οποία επέλεξαν λόγω της θέσης της, καθότι αυτή βρισκόταν πίσω από άλλα δύο κτίρια και δεν ήταν ορατή από τον δρόμο.
Ερωτηθείς ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες οι εν λόγω φύλαξαν τον οπλισμό στην οικία του, δήλωσε ότι, τον Φεβρουάριο ή Μάρτιο του 2020, ομάδα ενόπλων προσώπων μετέβη στην οικία του, του ζήτησε να ενταχθεί μαζί τους, και, κατόπιν της άρνησής του, χρησιμοποίησε την οικία του για την απόθεση των όπλων (βλ. ερ. 14 του διοικητικού φακέλου).
Κληθείς να περιγράψει με λεπτομέρεια τα προβλήματα που αντιμετώπισε με τους «Amba boys», επανέλαβε ότι του ζητήθηκε να ενταχθεί στις τάξεις τους και ότι αρνήθηκε, διευκρινίζοντας, ωστόσο, ότι δεν υπέστη οποιαδήποτε προσωπική βλάβη ή άλλη δυσμενή μεταχείριση σε σχέση με το εν λόγω περιστατικό.
Αναφορικά με τον φόβο του σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, δήλωσε ότι φοβάται μήπως τον σκοτώσουν, λόγω του ότι είχε γνώση της ύπαρξης και της απόκρυψης του οπλισμού τους (ερ. 13 του διοικητικού φακέλου).
Τέλος, ερωτηθείς σχετικά με τις δηλώσεις που αποδίδονται σε αυτόν κατά το στάδιο υποβολής της αίτησής του για διεθνή προστασία, ανέφερε ότι αυτές καταγράφηκαν από τρίτο πρόσωπο στο κέντρο υποδοχής και ότι δεν είναι σε θέση να ανακαλέσει το περιεχόμενό τους (ερ. 14/10Χ, 13/1Χ του διοικητικού φακέλου).
Κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου διέκρινε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, απορρέοντες από τις δηλώσεις του, ήτοι, αφενός τον ισχυρισμό αναφορικά με την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά του στοιχεία και, αφετέρου, τον ισχυρισμό αναφορικά με τα προβλήματα που φέρεται να αντιμετώπισε με τους «Amba Boys».
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθότι οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν σύμφωνες με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, ενώ συνεκτιμήθηκε και το γεγονός ότι προσκομίστηκε πρωτότυπο διαβατήριο εκδοθέν από τις αρχές της χώρας καταγωγής του.
Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, καθότι κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει συνεκτική, σαφή και επαρκώς τεκμηριωμένη προσωπική αφήγηση ως προς τη γενεσιουργό αιτία του πυρήνα του αιτήματός του. Ειδικότερα, επισημάνθηκε ότι δεν περιέγραψε με την απαιτούμενη επάρκεια, ακρίβεια και σαφήνεια τα προβλήματα που ισχυρίζεται ότι αντιμετώπισε με τους «Amba Boys», ούτε τον λόγο για τον οποίο οι εν λόγω απέθεσαν οπλισμό στην οικία του, ούτε και τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το σχετικό περιστατικό.
Περαιτέρω, καταγράφηκε ότι, σε διευκρινιστική ερώτηση αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι οι «Amba Boys» τον υποπτεύονταν για συνεργασία με τον στρατό, ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες. Επιπλέον, κρίθηκε ότι η αξιοπιστία του κλονίστηκε λόγω ουσιωδών αποκλίσεων μεταξύ των δηλώσεών του κατά το στάδιο υποβολής της αίτησης και των όσων ανέφερε κατά τη συνέντευξη, χωρίς να δοθούν ικανοποιητικές εξηγήσεις.
Κατ’ αποτέλεσμα, οι σχετικοί ισχυρισμοί του Αιτητή κρίθηκαν στο σύνολό τους ως αβάσιμοι και αναξιόπιστοι, λόγω έλλειψης επάρκειας, σαφήνειας και συνοχής. Ως προς δε την εξωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου έκρινε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή αποτελούν το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο προς υποστήριξη του αιτήματός του και ότι δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις που να δικαιολογούν περαιτέρω διερεύνηση ή επιβεβαίωση μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης.
Ακολούθως, ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου προέβη σε εκτίμηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στο Καμερούν, στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού, ήτοι εκείνου που αφορά στα προσωπικά του στοιχεία. Στο πλαίσιο αυτό, παρέθεσε πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Kumba, της περιφέρειας Southwest του Καμερούν, ως τόπο ενδεχόμενης επιστροφής του Αιτητή, και κατέληξε ότι υφίστανται εύλογοι λόγοι να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, αυτός ενδέχεται να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ως απόρροια της κατάστασης ανασφάλειας που επικρατεί στην εν λόγω περιοχή.
Υπό το φως των ανωτέρω, και προχωρώντας στη νομική αξιολόγηση, ο λειτουργός κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν στοιχειοθέτησε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για έναν από τους πέντε λόγους που προβλέπονται εξαντλητικά στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, ώστε να δικαιολογείται η αναγνώρισή του ως πρόσφυγα.
Περαιτέρω, εξετάστηκε η υπαγωγή του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Ως προς τις περιπτώσεις του άρθρου 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε ότι οι σχετικές προϋποθέσεις δεν πληρούνται. Αναφορικά με το άρθρο 19(2)(γ), διαπιστώθηκε, καταρχάς, ότι η περιφέρεια Southwest του Καμερούν τελεί υπό συνθήκες εσωτερικής ένοπλης σύρραξης και ότι υφίσταται αδιάκριτη άσκηση βίας, ικανή να δημιουργήσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου.
Ωστόσο, κατόπιν συνεκτίμησης των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή, κρίθηκε ότι δεν συντρέχουν επαρκείς λόγοι ώστε να γίνει αποδεκτό ότι, λόγω της παρουσίας του και μόνον στην εν λόγω περιοχή, θα υποστεί τέτοια απειλή. Ειδικότερα, ελήφθη υπόψη ότι πρόκειται για ενήλικο άτομο, άμαχο πολίτη, απόφοιτο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, χωρίς διαπιστωμένη ευαλωτότητα, με καλή κατάσταση υγείας, επαγγελματική εμπειρία, γνώση της αγγλικής γλώσσας και ύπαρξη υποστηρικτικού οικογενειακού περιβάλλοντος, στοιχεία τα οποία, κατά την κρίση της Διοίκησης, ενισχύουν την ικανότητά του να επανενταχθεί.
Τέλος, ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου έκρινε ότι η ενδεχόμενη επιστροφή του Αιτητή στο Καμερούν, υπό το πρίσμα των προσωπικών του περιστάσεων και ελλείψει πραγματικού κινδύνου υποβολής σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, δεν αντίκειται στην αρχή της μη επαναπροώθησης, ούτε στο άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Στη βάση των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Το Δικαστήριο, αφού μελέτησε προσεκτικά το σύνολο του ενώπιόν του αποδεικτικού υλικού, περιλαμβανομένου του διοικητικού φακέλου, της προσβαλλόμενης απόφασης και των θέσεων των διαδίκων όπως αναπτύχθηκαν στις γραπτές τους αγορεύσεις και διευκρινίσεις, προχωρεί σε ανεξάρτητη αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών και των ισχυρισμών του Αιτητή.
Σε σχέση με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι εκείνον που αφορά στην ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι τα στοιχεία αυτά δεν αμφισβητούνται και επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου. Οι δηλώσεις του Αιτητή ως προς τα εν λόγω ζητήματα παρουσιάζονται συνεπείς και συμβατές με τα αντικειμενικά δεδομένα, ενώ η προσκόμιση πρωτοτύπου διαβατηρίου ενισχύει την αξιοπιστία των σχετικών ισχυρισμών του.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο αποδέχεται τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή ως αξιόπιστο και επαρκώς τεκμηριωμένο, υιοθετώντας, ως προς το σημείο αυτό, την αντίστοιχη διαπίστωση της Διοίκησης.
Σε σχέση με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω προβλημάτων που φέρεται να αντιμετώπισε με τους αποκαλούμενους «Amba Boys», το Δικαστήριο προβαίνει σε αυτοτελή και συνολική αξιολόγηση της αξιοπιστίας του, στη βάση του περιεχομένου της συνέντευξης, των διευκρινιστικών απαντήσεών του και των λοιπών στοιχείων του διοικητικού φακέλου.
Καταρχάς, ως προς την εσωτερική αξιοπιστία, διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παραθέσει μία συνεκτική, σαφή και επαρκώς λεπτομερή αφήγηση ως προς τα γεγονότα που συνιστούν τον πυρήνα του ισχυρισμού του. Παρά το ότι επικαλέστηκε ότι οι «Amba Boys» διατηρούσαν οπλισμό στην οικία του και τον υποπτεύονταν ότι συνεργάστηκε με τον στρατό, οι σχετικές του αναφορές παρέμειναν γενικές και αόριστες, χωρίς παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών που να προσδίδουν πειστικότητα στους ισχυρισμούς του.
Ιδιαίτερα ως προς το κρίσιμο περιστατικό της απόθεσης οπλισμού στην οικία του, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με σαφήνεια τον χρόνο τέλεσής του, αναφέροντας διαδοχικά ότι αυτό έλαβε χώρα «το 2020», ενδεχομένως τον «Φεβρουάριο» ή «Μάρτιο», για να καταλήξει ότι δεν είναι βέβαιος. Η εν λόγω ασάφεια αφορά γεγονός το οποίο, κατά τους ίδιους του τους ισχυρισμούς, αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του και, ως εκ τούτου, αναμενόταν να δύναται να το προσδιορίσει με μεγαλύτερη ακρίβεια και συνοχή.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο σημειώνει ότι, όταν κλήθηκε να περιγράψει τα προβλήματα που αντιμετώπισε προσωπικά, ο Αιτητής ανέφερε ρητώς ότι «δεν του συνέβη κάτι προσωπικά», περιοριζόμενος στον ισχυρισμό ότι του ζητήθηκε να ενταχθεί στους «Amba Boys» και ότι αρνήθηκε. Ο ισχυρισμός αυτός, χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένες απειλές, πράξεις βίας ή άλλες δυσμενείς συνέπειες εις βάρος του, δεν στοιχειοθετεί προσωπική και στοχευμένη δίωξη ή κίνδυνο.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι οι εν λόγω τον υποπτεύονταν ότι ενημέρωσε τον στρατό, διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής δεν παρείχε συγκεκριμένες πληροφορίες ως προς το πώς εκδηλώθηκε η εν λόγω υποψία ή εάν αυτή οδήγησε σε οποιαδήποτε ενέργεια εις βάρος του, περιοριζόμενος σε γενικόλογες αναφορές. Ομοίως, η αναφορά του ότι ενδέχεται να θανατωθεί σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του παραμένει υποθετική και δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένα και εξατομικευμένα δεδομένα.
Το Δικαστήριο αποδίδει, επίσης, ιδιαίτερη σημασία στις ουσιώδεις αποκλίσεις που προκύπτουν μεταξύ των δηλώσεων του Αιτητή κατά το στάδιο υποβολής της αίτησης και των όσων ανέφερε κατά τη συνέντευξη. Ειδικότερα, ενώ στην αίτησή του εμφανίζεται να προβάλλει ισχυρισμούς περί ενεργού συμμετοχής του ως μαχητή και δίωξής του από κρατικές αρχές, κατά τη συνέντευξη διαφοροποιεί πλήρως την εκδοχή του, περιοριζόμενος σε προβλήματα με τους «Amba Boys» και άρνηση συμμετοχής σε αυτούς. Η μεταγενέστερη δε θέση του ότι δεν γνωρίζει το περιεχόμενο της αίτησής του, παρά το γεγονός ότι την έχει υπογράψει, δεν παρέχει επαρκή εξήγηση για την εν λόγω αντίφαση και πλήττει περαιτέρω την αξιοπιστία του.
Επιπλέον, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη γενικότερη εικόνα που αποκομίζεται από τη συμπεριφορά του Αιτητή κατά τη συνέντευξη, όπου παρατηρούνται διστακτικές και αποσπασματικές απαντήσεις, καθώς και αδυναμία ανάπτυξης των ισχυρισμών του με τρόπο αυθόρμητο και βιωματικό, στοιχεία τα οποία δεν συνάδουν με την επίκληση γεγονότων που φέρονται να είχαν καθοριστική σημασία για τη ζωή του.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, το Δικαστήριο σημειώνει ότι ο Αιτητής δεν προσκόμισε οποιοδήποτε στοιχείο προς υποστήριξη των ισχυρισμών του, πέραν των ιδίων του δηλώσεων. Αν και η έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων δεν είναι αφ’ εαυτής καθοριστική, εντούτοις, στην παρούσα περίπτωση, οι ισχυρισμοί του δεν παρουσιάζουν το αναγκαίο επίπεδο συνοχής, λεπτομέρειας και πειστικότητας, ώστε να καταστούν ικανοί να στηρίξουν αυτοτελώς την αξιοπιστία τους.
Περαιτέρω, ενώ η γενική κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή καταγωγής του Αιτητή τεκμηριώνεται από εξωτερικές πηγές, τα ειδικότερα περιστατικά που επικαλείται δεν επιβεβαιώνονται ούτε συνδέονται με εξατομικευμένο κίνδυνο που να τον αφορά προσωπικά.
Συναφώς, το άρθρο 4(5) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ προβλέπει ότι οι δηλώσεις του αιτητή δύνανται να γίνουν αποδεκτές χωρίς περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται σωρευτικά συγκεκριμένα κριτήρια, μεταξύ των οποίων η γενική αξιοπιστία του αιτητή και η συνοχή και πιθανοφάνεια των ισχυρισμών του. Εν προκειμένω, τα εν λόγω κριτήρια δεν πληρούνται, καθότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν κρίνονται επαρκώς συνεκτικοί και πειστικοί ώστε να ενεργοποιηθεί η εν λόγω διάταξη.
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή στερείται εσωτερικής συνοχής, σαφήνειας και επάρκειας, παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις και δεν ενισχύεται από στοιχεία εξωτερικής αξιοπιστίας.
Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο συμφωνεί με τα συμπεράσματα του λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου ως προς την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού, κρίνοντας ότι αυτά ερείδονται επί των στοιχείων του διοικητικού φακέλου και συνάδουν με το περιεχόμενο της συνέντευξης του Αιτητή.
Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός αυτός δεν καθίσταται αξιόπιστος και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Εναπόκειται στον εκάστοτε αιτούντα να υποβάλει το συντομότερο δυνατόν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης διεθνούς προστασίας και υποχρεούται να λάβει θετικά μέτρα για να υποστηρίξει την αίτησή του με πληροφορίες[1]. Ως έχει νομολογηθεί, ο αιτητής πρέπει να καταβάλει ειλικρινή προσπάθεια να θεμελιώσει την αφήγησή του, ότι δηλαδή υπήρξε θύμα δίωξης στην χώρα καταγωγής του, ώστε να πληροί της προϋποθέσεις υπαγωγής του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας[2]. Παρότι δεν υπάρχει υποχρέωση προσκόμισης εγγράφων ή άλλων αποδείξεων προς υποστήριξη κάθε συναφούς πραγματικού περιστατικού που επικαλείται ο αιτών, εντούτοις οφείλει προσωπικά να συνεργάζεται για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης. Εάν τα απαραίτητα στοιχεία της αίτησης δεν επιβεβαιωθούν κατά τη διαδικασία αξιολόγησης, το βάρος της τεκμηρίωσης της αίτησης το φέρει ο αιτών.
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι σύμφωνα με το άρθρο 16 του Περί Προσφύγων Νόμου [Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί], αρχικά, το βάρος απόδειξης το φέρει ο αιτών άσυλο ο οποίος υποχρεούται να υποστηρίξει την αίτηση του με όλα τα έγγραφα και στοιχεία που έχει στην κατοχή του, αλλά και γενικότερα να βοηθήσει την Υπηρεσία Ασύλου με τον καλύτερο τρόπο να διαπιστώσει τα γεγονότα της υπόθεσης του. Ως έχει νομολογηθεί, ο αιτών διεθνούς προστασίας πρέπει να καταβάλει ειλικρινή προσπάθεια να θεμελιώσει την αφήγηση του ότι δηλαδή υπήρξε θύμα δίωξης στην χώρα καταγωγής του, ώστε να πληροί της προϋποθέσεις υπαγωγής του στο καθεστώς Διεθνούς Προστασίας. (βλ. WILLIAM CRISANTHA MAL FRANCIS KARUNARATHNA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α, Υπόθεση Αρ. 1875/2008, 1 Μαρτίου 2010).
Κατά την διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, καθοριστικό ρόλο παίζει η αξιοπιστία ενός αιτούντος άσυλο. Προς τούτο τονίζω ότι ο όρος «αξιοπιστία» δεν ορίζεται από το Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου. Η χρήση του όρου, από το άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο (ε) της οδηγίας 2011/95/EE αναφέρεται στη γενική αξιοπιστία ενός αιτούντος, αλλά αυτό είναι στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου κανόνα που διέπει τη μη επιβεβαίωση πτυχών των δηλώσεων του αιτούντος. Κατά συνέπεια, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας αφορά τη διαδικασία έρευνας για το εάν το σύνολο ή μέρος των δηλώσεων του αιτούντος ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν από αυτόν σχετικά με τα ουσιαστικά γεγονότα (material facts) μπορεί να γίνουν δεκτά προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ο Αιτητής εμπίπτει στις προϋποθέσεις παραχώρησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Ο όρος «αξιοπιστία» δεν ορίζεται από της Ευρωπαϊκές οδηγίες. Η χρήση του στο άρθρο 4 παράγραφος 5(ε) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αναδιατύπωση) αναφέρεται στη γενική αξιοπιστία ενός αιτούντος, αλλά αυτό είναι στο πλαίσιο του ειδικού κανόνα που διέπει τη μη επιβεβαίωση πτυχών των δηλώσεων ενός αιτούντος. Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες έχει ορίσει την αξιοπιστία ως εξής: «Η αξιοπιστία αποδεικνύεται όταν έχει παρουσιάσει ο αιτών ένα ισχυρισμό που είναι συνεκτικός και εύλογος, και που δεν έρχεται σε αντίθεση με τα γενικά γνωστά γεγονότα, και ως εκ τούτου είναι, συνολικά, ικανό να γίνει πιστευτό»[3]
Αυτή η αξιολόγηση περιλαμβάνει την επαλήθευση εάν οι δηλώσεις του αιτούντος είναι συνεπείς, επαρκώς λεπτομερείς, εύλογες και συμβατές με τα έγγραφά του, τις πηγές πληροφόρησης και κάθε άλλο αποδεικτικό στοιχείο που αποκτήθηκε. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας δεν σημαίνει ότι σε όλες τις περιπτώσεις ο υπεύθυνος λήψης αποφάσεων θα προβεί σε επαλήθευση και θα καταλήξει με απόλυτη βεβαιότητα αναφορικά με την αλήθεια των δηλώσεων του αιτούντος. Η Ύπατη Αρμοστεία έχει ορίσει την αξιοπιστία ως εξής: «Ο αιτών άσυλο κρίνεται αξιόπιστος, όταν έχει προβάλει ισχυρισμούς που παρουσιάζουν συνοχή και είναι εύλογοι, που δεν είναι αντιφατικοί με τα κοινά τοις πάσι γεγονότα και κατά συνέπεια μπορεί να οδηγήσουν τον υπεύθυνο της συνέντευξης στη δημιουργία πεποίθησης για το βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης που εκφράζει.». Η ως άνω προσέγγιση υιοθετήθηκε και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Υπόθεση JK και Others v Sweden, αριθμός αίτησης 59166/12, Παρ. 53.
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», αναφέρεται στην σελίδα 98, παράγραφος 4.5.3 ότι σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να γίνεται μια αντικειμενική και ισορροπημένη στάθμιση του κατά πόσον οι ισχυρισμοί του Αιτητή αντικατοπτρίζουν αυτό που θα ήταν εύλογα αναμενόμενο από κάποιον με τις περιστάσεις του ο οποίος εκφράζει δια τούτων μια αληθινή προσωπική εμπειρία («Σε κάθε περίπτωση, απαπείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.»). Περαιτέρω, στην προηγούμενη σελίδα του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι είναι γενικά εύλογο να αναμένεται ότι αίτημα θα πρέπει να παρουσιάζεται τεκμηριωμένα και με επαρκείς λεπτομέρειες αλλιώς οι ελλείψεις αυτές στις λεπτομέρειες μπορεί να συνιστούν έλλειψη σχετικών στοιχείων («Η μη επαρκής παροχή λεπτομερειών μπορεί επίσης να ισοδυναμεί με αυτό που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) ως έλλειψη «λυσιτελών στοιχείων».
Ακολούθως, κατά την απόφαση του ΔΕΕ, C – 277/11 M. κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, αποφ. ημερ. 22/11/2012, η αξιολόγηση μιας αίτησης διεθνούς προστασίας πρέπει να πραγματοποιείται σε δύο αυτοτελή στάδια: «Το πρώτο στάδιο αφορά τη διαπίστωση της συνδρομής των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύουν τη βασιμότητα της αιτήσεως, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά τη νομική εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, προκειμένου να αποφασισθεί αν πληρούνται, υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 9 και 10 ή 15 της οδηγίας 2004/83 για την παροχή διεθνούς προστασίας.». Η εξακρίβωση των πραγματικών (ή ουσιωδών) περιστατικών είναι ύψιστης σημασίας για την αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου που δύναται να αντιμετωπίσει ο εκάστοτε αιτών, εφόσον από αυτά θα προκύψουν γεγονότα που πιθανόν να τεκμηριώνουν παρελθούσα δίωξη ή γεγονότα που στην συνολική αξιολόγηση της αίτησης είναι καθοριστικά για μελλοντική δίωξη.[4]
Υπό το φως των ανωτέρω αρχών, καθίσταται σαφές ότι, μολονότι το βάρος απόδειξης δεν προϋποθέτει την προσκόμιση πλήρους αποδεικτικού υλικού εκ μέρους του αιτούντος, εντούτοις αυτός φέρει την ευθύνη να προβάλει μία συνεκτική, επαρκώς λεπτομερή και εύλογη αφήγηση, ικανή να δημιουργήσει την αναγκαία πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα των ισχυρισμών του. Η δε αξιολόγηση της αξιοπιστίας συνιστά καθοριστικό στάδιο της διαδικασίας, στο πλαίσιο του οποίου εξετάζεται κατά πόσον οι δηλώσεις του αιτούντος παρουσιάζουν συνοχή, σαφήνεια, επάρκεια και συμβατότητα με τα λοιπά στοιχεία της υπόθεσης. H βασική ιστορία ενός αιτούντος πρέπει να είναι συνεπής καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας, ακόμη και αν ορισμένες πτυχές του απολογισμού των γεγονότων μπορεί να είναι αβέβαιες ή «κάπως απίθανες», υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπονομεύουν τη συνολική αξιοπιστία της αξίωσης.[5] Ωστόσο, «όταν παρουσιάζονται πληροφορίες που δίνουν ισχυρούς λόγους για να αμφισβητηθεί η αλήθεια των δηλώσεων ενός αιτούντος άσυλο, το άτομο πρέπει να παράσχει ικανοποιητική εξήγηση για τις ανακρίβειες σε αυτές τις παρατηρήσεις».[6]
Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να ανταποκριθεί στο βάρος που φέρει ως προς τη θεμελίωση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του. Η αφήγησή του δεν παρουσιάζει το απαιτούμενο επίπεδο συνοχής και λεπτομέρειας, εμπεριέχει ουσιώδεις αντιφάσεις και στερείται επαρκούς τεκμηρίωσης, ώστε να μπορεί να γίνει αποδεκτή ως αξιόπιστη και ικανή να στηρίξει τον προβαλλόμενο φόβο δίωξης.
Πέραν τούτου, τονίζεται ότι κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας ο Αιτητής υποβλήθηκε σε επαρκείς ερωτήσεις προκειμένου να του δοθεί η δυνατότητα να εξηγήσει κάθε πτυχή του αιτήματός του, ενώ ο αρμόδιος λειτουργός του υπέβαλε τόσο ανοιχτού τύπου ερωτήσεις όσο και ερωτήσεις διευκρινιστικές των λεγομένων του, προκειμένου να καλυφθεί τόσο ο πυρήνας του αιτήματός του, όσο και τα επιμέρους θέματα, ακολουθώντας την ορθή διερευνητική διαδικασία, ενώ συνεργάστηκε με τον Αιτητή κατά το στάδιο του προσδιορισμού των συναφών στοιχείων της αιτήσεώς του.[7] Συνεπώς, οι Καθ’ ων η Αίτηση απέσεισαν την εν λόγω απαίτηση συνεργασίας που τους βαραίνει, ήτοι το καθήκον τους να αξιολογούν ενεργώς, σε συνεργασία με τον αιτούντα, τα συναφή στοιχεία της αιτήσεώς του προκειμένου να καταστεί δυνατή η συλλογή όλων των στοιχείων που τεκμηριώνουν την εν λόγω αίτηση.[8]
Παράλληλα οι Καθ' ων η αίτηση αξιολόγησαν επαρκώς και δεόντως τις δηλώσεις και τα έγραφα που παρέθεσε ο Αιτητής συνεκτιμώντας την ατομική κατάσταση και τις προσωπικές της περιστάσεις (άρθρο 13 Α (9) του Περί Προσφύγων Νόμου 2000 (6(I)/2000). Επί των όσων ανέφερε εύλογα παρατηρούνται ασυνέπειες και ανακολουθίες στα λεγόμενα του που άπτονται των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και οδηγούν σε σαφές και βέβαιο συμπέρασμα ότι τα αποδεικτικά στοιχεία του αιτούντος στερούνται εσωτερικής αξιοπιστίας.
Ούτε και στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας ο Αιτητής, δια μέσω των συνηγόρων του προσέφερε περισσότερες λεπτομέρειες επί των ισχυρισμών του. Λαμβανομένου υπόψιν του ελέγχου που ασκεί το παρόν δικαστήριο να εξετάσει την παρούσα υπόθεση επί της ουσίας, θα μπορούσε να δώσει ικανοποιητικές απαντήσεις στα ως άνω σημεία αναξιοπιστίας που εντόπισαν οι Καθ’ ων η Αίτηση ανατρέποντας τα συμπεράσματά τους, έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία.
Κατά συνέπεια, και λαμβανομένης υπόψη της αποτυχίας του Αιτητή να παράσχει επαρκή και πειστικά στοιχεία προς υποστήριξη των ισχυρισμών του, το Δικαστήριο καταλήγει ότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν δύνανται να γίνουν αποδεκτά ως αποδεδειγμένα και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση για την αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Ο βασικός λόγος για τον οποίο δεν γίνεται αποδεκτός ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή, αναφορικά με τα προβλήματα που φέρεται να αντιμετώπισε με τους αποκαλούμενους «Amba Boys», έγκειται στη μη απόδειξη της αληθοφάνειας των σχετικών ισχυρισμών του και στον κλονισμό της αξιοπιστίας του, λόγω ουσιωδών αντιφάσεων, ελλείψεων και αδυναμιών που εντοπίστηκαν τόσο κατά τη συνέντευξη που έδωσε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία. Το εν λόγω έλλειμμα αξιοπιστίας συνιστά, κατά πάγια νομολογία, ουσιώδες κώλυμα για την αποδοχή αιτήματος διεθνούς προστασίας (βλ EDWARD ESKANDAZ ν. ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ κ.α., Υπόθεση Αρ. 1673/2010, 4/7/2013).
Συναφώς επισημαίνεται ότι ούτε μπορεί να αναγνωριστεί στον Αιτητή «το ευεργέτημα της αμφιβολίας»[9] , όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου, για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων. Το ευεργέτημα της αμφιβολίας δίδεται μόνο εκεί όπου ο Αιτητής έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα σε αυτόν στοιχεία σε σχέση με την αίτησή του/ης, τα οποία έχουν ελεγχθεί και, ο αρμόδιος λειτουργός ή/και ο Προϊστάμενος ικανοποιούνται ότι είναι γενικά αξιόπιστος/η[10]. Εν προκειμένω, ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε είτε στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας είτε της παρούσας διαδικασίας οποιοδήποτε ειδικό ισχυρισμό περί δίωξης. Όπως έχει εξάλλου νομολογηθεί, κρίση επί της αξιοπιστίας αιτητή και έγερση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο της αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή/τρια είναι επιτρεπτή (Βλ. σχετικά απόφαση στην υπόθεση Amiri v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά. (2009) 3 ΑΑΔ 358, καθώς και την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Khalil v. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 466/2010, 28.9.2012).
Σε ό,τι αφορά την πιθανότητα ο Αιτητής να υποστεί δίωξη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, το στοιχείο του «βάσιμου φόβου» συνιστά κατεξοχήν ζήτημα πραγματολογικής εκτίμησης του κινδύνου. Κατά την εκτίμηση αυτή λαμβάνονται υπόψη, αφενός, η ατομική κατάσταση του αιτητή και, αφετέρου, οι πληροφορίες που αφορούν τη γενική κατάσταση στη χώρα καταγωγής του. Η αξιολόγηση επικεντρώνεται, πρωτίστως, στο κατά πόσον ο προβαλλόμενος φόβος είναι βάσιμος κατά τον χρόνο εξέτασης της αίτησης και, περαιτέρω, στο κατά πόσον ο εν λόγω φόβος στηρίζεται σε μελλοντοστραφή εκτίμηση πραγματικού κινδύνου. (άρθρο 4 παράγραφος 3 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ).
Εν προκειμένω, δεδομένου ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή, ο οποίος αφορά τα φερόμενα προβλήματα με τους «Amba Boys», δεν έγινε αποδεκτός λόγω έλλειψης αξιοπιστίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος φόβος δίωξης στη βάση των εν λόγω πραγματικών περιστατικών.
Οι μόνοι ισχυρισμοί που γίνονται αποδεκτοί αφορούν τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, την ταυτότητα και τον τόπο συνήθους διαμονής του στην πόλη Kumba, της περιφέρειας Southwest του Καμερούν. Τα στοιχεία αυτά, ωστόσο, δεν συνδέονται με κάποιον από τους λόγους δίωξης που προβλέπονται στη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και τον περί Προσφύγων Νόμο, ήτοι λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων, ούτε καταδεικνύουν εξατομικευμένη στοχοποίηση του Αιτητή.
Περαιτέρω, μολονότι από τις διαθέσιμες πληροφορίες προκύπτει ότι στην περιφέρεια Southwest του Καμερούν επικρατεί κατάσταση ανασφάλειας λόγω ένοπλης σύρραξης, εντούτοις δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής, υπό τις προσωπικές του περιστάσεις, θα αποτελέσει στόχο δίωξης ή ότι διατρέχει εξατομικευμένο κίνδυνο, όπως αυτός νοείται στο πλαίσιο του προσφυγικού καθεστώτος. Ούτε τα επικαλούμενα περιστατικά, τα οποία δεν κρίθηκαν αξιόπιστα, δύνανται να θεμελιώσουν τέτοιο κίνδυνο.
Συνεπώς, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου για την αναγνώριση του Αιτητή ως πρόσφυγα, καθότι δεν πιθανολογείται ευλόγως ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, θα υποστεί δίωξη κατά την έννοια του νόμου.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει του άρθρου 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Ως προς το άρθρο 19(2)(α), το οποίο αφορά στον κίνδυνο επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, δεν προκύπτει από οποιοδήποτε στοιχείο του διοικητικού φακέλου ή από τους αποδεκτούς ισχυρισμούς του Αιτητή ότι αυτός καταζητείται, διώκεται ή αντιμετωπίζει τέτοιο ενδεχόμενο στη χώρα καταγωγής του. Ούτε έχει προβληθεί οποιοσδήποτε συγκεκριμένος ισχυρισμός που να καταδεικνύει την ύπαρξη σχετικού κινδύνου.
Ομοίως, ως προς το άρθρο 19(2)(β), το οποίο αφορά στον κίνδυνο υποβολής σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, το Δικαστήριο κρίνει ότι, ελλείψει αποδεκτών και αξιόπιστων ισχυρισμών περί προσωπικής στοχοποίησης του Αιτητή, δεν στοιχειοθετείται πραγματικός και εξατομικευμένος κίνδυνος τέτοιας μεταχείρισης. Η γενική κατάσταση ανασφάλειας που επικρατεί στην περιοχή καταγωγής του, χωρίς τη συνδρομή επιπρόσθετων προσωπικών στοιχείων που να τον καθιστούν ιδιαίτερα εκτεθειμένο, δεν επαρκεί αφ’ εαυτής για την υπαγωγή του στις διατάξεις της εν λόγω πρόνοιας.
Η προσέγγιση αυτή συνάδει με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την οποία η ύπαρξη γενικευμένης βίας δεν αρκεί, κατ’ αρχήν, για την αναγνώριση προστασίας, ελλείψει στοιχείων που να καταδεικνύουν ότι ο αιτών εκτίθεται σε συγκεκριμένο και ατομικό κίνδυνο (βλ. βλ. ΔΕΕ Elgafaji v Staatssecretaris van Justitie (C-465/07). Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η απλή πιθανότητα κακομεταχείρισης λόγω γενικώς ασταθούς κατάστασης στη χώρα καταγωγής δεν επαρκεί αφ’ εαυτής για τη στοιχειοθέτηση παραβίασης, ελλείψει πραγματικού και άμεσου κινδύνου για το συγκεκριμένο πρόσωπο .(βλ. ΕΔΑΔ Vilvarajah and Others v. the United Kingdom Αριθμός Αιτ. 13163/87, Saadi v. Italy [GC], no. 37201/06, § 125, 28 February 2008).
Συνεπώς, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των άρθρων 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Αναφορικά με το ενδεχόμενο παραβίασης του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο απαγορεύει την υποβολή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η σχετική εκτίμηση ταυτίζεται κατ’ ουσίαν με εκείνη που διενεργείται στο πλαίσιο του άρθρου 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου. (Βλ. ΔΕΕ Abed El Karem El Kott and Others, C‑364/11 παρ. 42, και Elgafaji, C-465/07 παρ. 28)
Εν προκειμένω, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, διατρέχει πραγματικό και άμεσο κίνδυνο να υποβληθεί σε μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 3 της Σύμβασης. Η έλλειψη αξιόπιστων ισχυρισμών περί προσωπικής στοχοποίησης, σε συνδυασμό με τα προσωπικά χαρακτηριστικά του Αιτητή, δεν επιτρέπουν τη διαπίστωση ύπαρξης τέτοιου κινδύνου. (Βλ. ΕΔΑΔ Saadi v. Italy, Application no. 37201/06 F.G. v. Sweden, Application no. 43611/11 oering v. the United Kingdom, Application no. 14038/88)
Ως εκ τούτου, η ενδεχόμενη επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Αναφορικά με το άρθρο 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων και ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19,ημερομηνίας 10/06/2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07και 11449/07, ημερομηνίας 29/11/2011), αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως η χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. απόφαση στην C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji – Staatssecretaris van Justitie, ημερομηνίας 17/12/2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Προκειμένου δε να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, του Αιτητή θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής του Αιτητή.
Η Kumba είναι πόλη που βρίσκεται στο νοτιοδυτικό Καμερούν. Βρίσκεται περίπου 65 χλμ. βόρεια-βορειοδυτικά της Douala. Αποτελεί ένα σημαντικό περιφερειακό κέντρο μεταφορών, που συνδέεται σιδηροδρομικώς με την Douala και οδικώς με την Buea (νότια), το Mamfe (βόρεια), το Bafang (βορειοανατολικά) και την Douala. Η Kumba είναι επίσης εμπορικό κέντρο για τοπικά καλλιεργούμενους φοινικέλαιους, καουτσούκ, τσάι, μπανάνες, μπανάνες και κακάο (το κύριο εξαγώγιμο προϊόν). Οι βιομηχανίες επεξεργασίας τροφίμων, κατασκευών και ξυλείας χρησιμοποιούν γεωργικά και δασικά προϊόντα από την περιοχή. Η πόλη διαθέτει νοσοκομείο και κέντρο ιατρικής έρευνας. Η γύρω περιοχή είναι γνωστή για τους πολλούς καταρράκτες της και τη λίμνη Μπαρόμπι Μπο, μια λίμνη κρατήρα αρκετά μίλια δυτικά. Πληθυσμός (2005) 144.268.[11] Η Κούμπα είναι μια μητροπολιτική πόλη, βρίσκεται στο διαμέρισμα Meme, στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια, στο Δυτικό Καμερούν, και συνήθως αναφέρεται ως "Κ-town" στην καθομιλουμένη. Η Kumba είναι η μεγαλύτερη και πιο ανεπτυγμένη πόλη στο διαμέρισμα Meme και προσελκύει ολοένα και περισσότερο κατοίκους από τα τοπικά χωριά όπως το Μπόνγκε. Είναι επίσης η μεγαλύτερη αστική περιοχή στα Νοτιοδυτικά.[12]
Η κοινωνικοπολιτική κρίση που ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2016 στις αγγλόφωνες βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν (NOSO) κλιμακώθηκε σε ένοπλη βία μέχρι το τέλος του 2017. Αρκετές πηγές αναφέρουν μια γενική κλιμάκωση της βίας από το 2023. Οι άμεσες συγκρούσεις μεταξύ ένοπλων αυτονομιστών και καμερουνέζικων δυνάμεων έχουν ενταθεί, παράλληλα με μια εκθετική αύξηση των επιθέσεων που στοχεύουν αμάχους. Οι ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες είναι ολοένα και πιο ανοργάνωτες και ανταγωνιστικές. Οι περισσότερες έχουν εγκαταλείψει τις ιδεολογικές τους απαιτήσεις και, εντός μιας πληθώρας ένοπλων ομάδων, έχουν υιοθετήσει εγκληματικές πρακτικές. Η δυναμική της σύγκρουσης στις αγγλόφωνες περιοχές έχει αλλάξει καθώς η κρίση έχει γίνει ολοένα και πιο επικερδής, με τις ένοπλες ομάδες να επεκτείνουν τις πηγές εισοδήματός τους καταφεύγοντας σε απαγωγές και εκβιασμούς. Οι φόροι, φαινομενικά ως συμβολή στην πολεμική προσπάθεια, επιβάλλονται σε οικονομικές και κοινωνικές δραστηριότητες. Η μη καταβολή αυτών των φόρων στους αυτονομιστές εκθέτει τους πολίτες σε δυνητικά θανατηφόρα αντίποινα, ενώ η πληρωμή μπορεί να εκληφθεί από τις κυβερνητικές δυνάμεις ως συμπαιγνία με τους αυτονομιστές, οδηγώντας επίσης σε αντίποινα.
Η γραμμή μεταξύ στοχευμένων και πολιτικά υποκινούμενων πράξεων βίας και εγκληματικής δραστηριότητας γίνεται ολοένα και πιο θολή. Παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων διαπράττονται τόσο από ένοπλες ομάδες όσο και από κυβερνητικές δυνάμεις. Οι ένοπλες ομάδες είναι υπεύθυνες για απαγωγές με σκοπό την καταβολή λύτρων, εκβιασμούς, δολοφονίες και στοχευμένες επιθέσεις. Οι δυνάμεις του Καμερούν κατηγορούνται για τη διεξαγωγή τιμωρητικών επιχειρήσεων με τη μορφή επιδρομών σε χωριά, βασανιστηρίων, λεηλασιών, εξωδικαστικών εκτελέσεων και αυθαίρετων συλλήψεων και κρατήσεων. Η βία λόγω φύλου διαπράττεται και από τις δύο πλευρές. Σύμφωνα με παρατηρητές, οι δράστες αυτών των φρικαλεοτήτων παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ατιμώρητοι.
Η βία επηρεάζει δυσανάλογα τον άμαχο πληθυσμό, ο οποίος είναι πλέον το κύριο θύμα της. Οι αυτονομιστές στοχοποιούν ιδιαίτερα τους πολίτες που υποψιάζονται ότι συνεργάζονται με τις κυβερνητικές δυνάμεις και όσους αρνούνται να συμμορφωθούν με τις επιβληθείσες εντολές. Οι δυνάμεις άμυνας και ασφάλειας προβαίνουν σε αντίποινα εναντίον ατόμων που πιστεύουν ότι υποστηρίζουν ένοπλους μαχητές. Οι πολίτες αποτελούν επίσης στόχους απαγωγής με σκοπό την καταβολή λύτρων και εκβιασμού, με κύριο σκοπό τη χρηματοδότηση ένοπλων ομάδων. Ο άμαχος πληθυσμός επηρεάζεται καθημερινά από τη σύγκρουση, συμπεριλαμβανομένης της αναγκαστικής εκτόπισης, της απώλειας μέσων διαβίωσης και των δυσκολιών πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες όπως η υγειονομική περίθαλψη και η εκπαίδευση. Η φοίτηση στο σχολείο παραμένει επικίνδυνη τόσο για τα παιδιά όσο και για τους εκπαιδευτικούς. Χιλιάδες παιδιά που δεν πηγαίνουν σχολείο κινδυνεύουν από παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τα διάφορα εμπόλεμα μέρη και από στρατολόγηση από ένοπλες ομάδες. Τα παιδιά είναι πιο ευάλωτα σε πρόωρους γάμους και καταναγκαστική εργασία. Η πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, που ήταν ήδη περιορισμένη σε κανονικές εποχές, αποδυναμώνεται περαιτέρω από την ανασφάλεια: οι επιθέσεις σε υποδομές υγειονομικής περίθαλψης έχουν οδηγήσει σε φυγή προσωπικού υγειονομικής περίθαλψης. ορισμένα κέντρα υγείας έχουν κλείσει και άλλα λειτουργούν μόνο εν μέρει. Ο αντίκτυπος της σύγκρουσης στην ψυχική υγεία είναι επίσης σημαντικός. Η ανασφάλεια βυθίζει την οικονομία των αγγλόφωνων περιοχών σε κρίση και διαταράσσει άμεσα τις γεωργικές δραστηριότητες, περιορίζοντας τον εφοδιασμό σε τρόφιμα. Τα lockdown και οι γενικές απεργίες συνεχίζουν να επιβάλλονται από τους αυτονομιστές και διαταράσσουν τα εσωτερικά ταξίδια και την οικονομική δραστηριότητα. Τα ταξίδια μεταξύ των διαφόρων περιοχών της χώρας είναι δυνατά, αλλά υπό απρόβλεπτες συνθήκες ασφαλείας, λόγω του κινδύνου επιθέσεων και της παρουσίας σημείων ελέγχου στους δρόμους, που επανδρώνονται τόσο από ένοπλες ομάδες όσο και από δυνάμεις ασφαλείας. Επιπλέον, η πρόσβαση σε βασικές δημόσιες υπηρεσίες παρεμποδίζεται σημαντικά από τη συνεχιζόμενη ανασφάλεια.
Η βία περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό στις αγγλόφωνες περιοχές της χώρας και είναι πιο έντονη στα βορειοδυτικά παρά στα νοτιοδυτικά. Οι αυτονομιστές είναι πιο δραστήριοι στις αγροτικές, απομακρυσμένες και υπανάπτυκτες περιοχές. Η στρατιωτική παρουσία ενισχύεται στις πόλεις, αλλά δεν επαρκεί για την πρόληψη περιστατικών ασφαλείας. Στη Μπουέα, τα σοβαρά βίαια περιστατικά είναι σπάνια, αλλά οι μαζικές συλλήψεις και οι αυθαίρετες κρατήσεις είναι συχνές. Στη Μπαμέντα, η βία επιμένει στην πόλη, με εκρήξεις, επιθέσεις αντιποίνων και απαγωγές. Η εγκληματικότητα αυξάνεται και στις δύο πόλεις. Ο κατακερματισμός των αυτονομιστικών ένοπλων ομάδων και η εξάπλωση της ληστείας έχουν οδηγήσει σε ορισμένες περιορισμένες δράσεις σε γαλλόφωνες περιοχές που συνορεύουν με τις αγγλόφωνες περιοχές. Η ανασφάλεια αναγκάζει περισσότερους από 580.000 ανθρώπους να εγκαταλείψουν τις δύο αγγλόφωνες περιοχές, καθώς και στις γειτονικές γαλλόφωνες περιοχές. Εντός των αγγλόφωνων περιοχών, ο εκτοπισμός είναι ως επί το πλείστον κυκλικός και προσωρινός, λόγω επεισοδίων βίας. Οι αγγλόφωνοι αναζητούν επίσης καταφύγιο σε μεγάλους αριθμούς στην γαλλόφωνη περιοχή. Γενικά, η ανθρωπιστική κατάσταση των εκτοπισμένων είναι επισφαλής. Οι εντάσεις μεταξύ των εκτοπισμένων και των κοινοτήτων υποδοχής αυξάνονται καθώς η κρίση συνεχίζεται, καθώς οι τελευταίες δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες. Οι αρχές δεν ακολουθούν πολιτική σκόπιμων διακρίσεων εις βάρος των εκτοπισμένων στις γαλλόφωνες περιοχές. Ωστόσο, είναι πιθανό οι αγγλόφωνοι να υφίστανται διακρίσεις, είτε σκόπιμες είτε όχι, ιδίως για γλωσσικούς λόγους. Συγκεκριμένα, άτομα χωρίς έγγραφα ταυτότητας κινδυνεύουν να συλληφθούν ή να εκβιαστούν κατά τη διάρκεια αστυνομικών ελέγχων.[13]
Ειδικότερα, για την κλιμάκωση της βίας κατά των αμάχων σημειώνεται ότι πολυάριθμες πηγές παρατηρούν επίσης έναν αριθμό ρεκόρ απαγωγών και επιθέσεων εναντίον αμάχων.
Το 2024, η ένοπλη βία συνεχίστηκε στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές, με σημαντικά περιστατικά που επηρέασαν κυρίως αμάχους και ανθρωπιστικές επιχειρήσεις, σύμφωνα με την έκθεση του Νορβηγικού Συμβουλίου Προσφύγων (NRC) του 2024. Στα τέλη Σεπτεμβρίου 2024, το Γραφείο Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων των Ηνωμένων Εθνών (OCHA) ανέφερε ότι η κατάσταση χαρακτηριζόταν από απαγωγές για λύτρα, απώλεια ζωής και περιουσίας, οδοφράγματα, εκβιασμό χρημάτων και αγαθών και πολίτες που βρέθηκαν σε διασταυρούμενα πυρά. Τον Αύγουστο του 2024, μετά από επίσκεψη στο Καμερούν, ο Ύπατος Αρμοστής των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, Volker Türk, δήλωσε ότι η κατάσταση στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές χαρακτηριζόταν από επίμονες σοβαρές παραβιάσεις και παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι οποίες συνιστούσαν μια «μεγάλη κρίση για τον άμαχο πληθυσμό, με συγκρούσεις μεταξύ αυτονομιστικών ομάδων, άλλων ένοπλων ομάδων και δυνάμεων ασφαλείας, με αποτέλεσμα χιλιάδες θανάτους, εκατοντάδες χιλιάδες εκτοπισμένους, και περισσότερα από 700.000 παιδιά στερούνται του δικαιώματός τους στην εκπαίδευση.» Σύμφωνα με την έκθεση του NDH του Καμερούν στις 19 Νοεμβρίου 2024, σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση της σύγκρουσης, η κατάσταση για τους αμάχους στις αγγλόφωνες περιοχές είναι εξαιρετικά δύσκολη και χαοτική. Παρά την φαινομενική ηρεμία, δεν υπάρχει «ούτε ηρεμία ούτε ειρήνη». Απαγωγές μπορούν να συμβούν ανά πάσα στιγμή χωρίς καμία εμφανή αφορμή, δημιουργώντας συνεχή φόβο. Ένοπλες ομάδες αποσπούν χρήματα από πολίτες στήνοντας διόδια και σημεία ελέγχου, όπου απαιτούν συνεισφορές υπό την απειλή βίας. Σύμφωνα με την ICG, οι πληθυσμοί των βορειοδυτικών και νοτιοδυτικών περιοχών υφίστανται σχεδόν καθημερινή βία και αναταραχή τα τελευταία οκτώ χρόνια. Στις 4 Δεκεμβρίου 2024, η Jeune Afrique περιέγραψε την κατάσταση ως «πόλεμο χαμηλής έντασης, με ενέδρες, αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς και παρενόχληση από την πλευρά των ανταρτών· και επιχειρήσεις εκκαθάρισης από την πλευρά του στρατού», ενέργειες των οποίων τα κύρια θύματα είναι οι πολίτες.[14]
Η κατάσταση ασφαλείας στις περιοχές που πλήττονται από συγκρούσεις παρουσιάζει ανησυχητική τάση, με 2.098 περιστατικά να καταγράφονται κατά το πρώτο τρίμηνο του 2025, αύξηση 339 σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2024. Συνολικά, το 2024 αναφέρθηκαν 7.035 περιστατικά ασφαλείας (3.113 στα Βορειοδυτικά, 2.398 στα Νοτιοδυτικά και 1.524 στον Άπω Βορρά). Αυτός ο αριθμός είναι σχεδόν διπλάσιος από τα 4.519 περιστατικά που καταγράφηκαν το 2023 και σχεδόν τριπλάσιος από τον αριθμό που αναφέρθηκε το 2022 (2.748). Από το 2017, οι πολιτικές εντάσεις στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές έχουν κλιμακωθεί σε βίαιες συγκρούσεις, με αποτέλεσμα μια ολοκληρωμένη ανθρωπιστική κρίση. Η σύγκρουση έχει εκτοπίσει πάνω από 580.000 ανθρώπους σε αυτές τις περιοχές, με περισσότερους από 76.000 Καμερουνέζους να αναζητούν καταφύγιο στη γειτονική Νιγηρία. Η εξάπλωση αυτής της κρίσης έχει επηρεάσει επίσης τις δυτικές και παράκτιες περιοχές. Χιλιάδες σε αυτές τις αγγλόφωνες περιοχές εξακολουθούν να υποφέρουν από παραβιάσεις και καταχρήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των απαγωγών, της σεξουαλικής και έμφυλης βίας, και των στοχευμένων δολοφονιών. Γυναίκες, άνδρες, κορίτσια και αγόρια επηρεάζονται έντονα από τους κινδύνους προστασίας. Ληστείες, λεηλασίες και καταστροφές περιουσίας, φορολογικοί εκβιασμοί, περιορισμοί κυκλοφορίας (συμπεριλαμβανομένων των καταστροφών γεφυρών) και αυτοσχέδιοι εκρηκτικοί μηχανισμοί συμβάλλουν σε ένα κλίμα φόβου και ανασφάλειας.[15]
Τον Ιανουάριο του 2024, το UNOCHA ανέφερε ότι οι πληθυσμοί στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές «συνέχισαν να υποφέρουν από κακοποιήσεις, συμπεριλαμβανομένων δολοφονιών, καταστροφής περιουσιών, απαγωγών για λύτρα, παράνομης φορολογίας, αυθαίρετων συλλήψεων και εκβιασμών».[16] Η κατάσταση ασφαλείας παρέμεινε «εξαιρετικά ασταθής» καθ' όλη τη διάρκεια του 2024,[17] χαρακτηριζόμενη από αυξημένη εγκληματική δραστηριότητα, εισβολές από NSAGs σε αστικά κέντρα, επιθέσεις σε κρατικές δυνάμεις ασφαλείας, απειλές κατά πολιτών και χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών (IED) από NSAGs. [18] Σύμφωνα με το ACLED, «οι συγκρούσεις στην αγγλόφωνη περιοχή αυξάνονταν κάθε χρόνο, με τα βίαια γεγονότα να αυξάνονται κατά μέσο όρο 49% ετησίως από το 2020 έως το 2023».[19] Η ίδια πηγή ανέφερε ότι οι αυτονομιστές επέβαλαν κλεισίματα και lockdown στις σχολικές δραστηριότητες και ήταν υπεύθυνοι για το 89% σχεδόν 50 βίαιων περιστατικών που στόχευαν εκπαιδευτικούς το 2023.[20]
Σε μια ενημέρωση παρακολούθησης της προστασίας που καλύπτει την περίοδο Ιουλίου-Σεπτεμβρίου 2024, η Παγκόσμια Ομάδα Προστασίας σημείωσε αύξηση των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τον Ιούλιο του 2024, με τις SSF να πραγματοποιούν επιχειρήσεις «περιφράξεων και έρευνας» που οδήγησαν σε επτά περιστατικά αυθαίρετων συλλήψεων που επηρέασαν 303 θύματα, ενώ οι NSAG έστησαν περισσότερα παράνομα σημεία ελέγχου για να αποσπούν χρήματα και να απαγάγουν πολίτες για λύτρα. Οι πιο συχνές παραβιάσεις που καταγράφηκαν ήταν αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις, σωματικές επιθέσεις ή κακοποίηση και δολοφονίες. Ο μεγαλύτερος αριθμός παραβιάσεων μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμβρίου 2024 «καταγράφηκε στην Buea (457 θύματα) και στη Muyuka (199 θύματα), και οι δύο στην περιφέρεια Fako στη νοτιοδυτική περιοχή, ακολουθούμενη από το Meme επίσης στη νοτιοδυτική περιοχή, και στη συνέχεια το Mezam στη βορειοδυτική περιοχή».[21]
Το Δανέζικο Συμβούλιο για τους πρόσφυγες (DRC) διεξήγαγε μηνιαίες δραστηριότητες παρακολούθησης της προστασίας στην νοτιοδυτική περιοχή μεταξύ Ιανουαρίου 2024 και Ιουνίου 2024 σε οκτώ κοινότητες στις περιφέρειες Fako, Kupe Muanenguba και Meme. Σύμφωνα με πηγές που συμβουλεύτηκε το Δανέζικο Συμβούλιο για τους πρόσφυγες, μεταξύ Ιανουαρίου και Μαρτίου 2024, οι κύριες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που αναφέρθηκαν από τον τοπικό πληθυσμό περιελάμβαναν αυθαίρετες συλλήψεις και παράνομες κρατήσεις, βασανιστήρια και απάνθρωπη μεταχείριση, κλοπές, οικονομικές απαγωγές και εμπορία ανθρώπων, καθώς και έμφυλη βία (GBV).40 Η ΛΔΚ κατέγραψε 55 περιστατικά προστασίας και 428 θύματα μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου 2024.41 Οι παραβιάσεις που αναφέρθηκαν από τον τοπικό πληθυσμό περιελάμβαναν αυθαίρετες συλλήψεις, δολοφονίες, επίθεση και ξυλοδαρμό, βασανιστήρια/απάνθρωπη μεταχείριση και έμφυλη βία, που διαπράχθηκαν από τις SSF και τις NSAG.[22]
Μεταξύ 13 Οκτωβρίου 2023 και 6 Δεκεμβρίου 2024, η ACLED συνέλεξε 961 βίαια περιστατικά στη νοτιοδυτική περιοχή του Καμερούν, εκ των οποίων 338 κωδικοποιήθηκαν ως μάχες, 12 ως εκρήξεις/εξ αποστάσεως βία, 35 ως ταραχές και 576 ως βία κατά πολιτών. Κατά την ίδια περίοδο αναφοράς, αναφέρθηκαν 930 θάνατοι, συμπεριλαμβανομένων 300 που προέκυψαν από γεγονότα που κωδικοποιήθηκαν ως βία κατά πολιτών. Οι περιφέρειες με τον μεγαλύτερο αριθμό βίαιων περιστατικών που συνέλεξε η ACLED στη βορειοδυτική περιοχή ήταν: • Meme (131 μάχες· 2 εκρήξεις/εξ αποστάσεως βία· 266 βία κατά πολιτών) • Fako (91 μάχες· 6 εκρήξεις/εξ αποστάσεως βία· 123 βία κατά πολιτών).[23]
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το διάστημα 01/02/2025 – 31/01/2026 στην περιοχή Southwest Region του Καμερούν, όπου βρίσκεται η Kumba, καταγράφηκαν 1176 περιστατικά ασφαλείας, εκ των οποίων προήλθαν 608 απώλειες, ενώ θεωρείται ότι εκτέθηκαν σε αυτά τα περιστατικά 1,381,676 άτομα. Τα περιστατικά κωδικοποιήθηκαν ως εξής: τα 27 κωδικοποιήθηκαν ως διαδηλώσεις (0 απώλειες), 886 ως πολιτική βία (608 απώλειες), τα 911 ως εξεγέρσεις (559 απώλειες) 39 ως πολιτικές καταστολές (11 απώλειες), και 865 ως τρομοκρατικές δραστηριότητες (530 απώλειες).[24]
Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον ο Αιτητής εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ήτοι κατά πόσον, σε περίπτωση επιστροφής του στην περιοχή καταγωγής του, και συγκεκριμένα στην Kumba της περιφέρειας Southwest του Καμερούν, διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας στο πλαίσιο ένοπλης σύρραξης.
Από τα διαθέσιμα στοιχεία και τις πληροφορίες που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι στην εν λόγω περιοχή επικρατεί κατάσταση παρατεταμένης ένοπλης σύρραξης, η οποία χαρακτηρίζεται από συγκρούσεις μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων και ένοπλων αυτονομιστικών ομάδων, καθώς και από αυξημένα περιστατικά βίας κατά αμάχων, περιλαμβανομένων απαγωγών, εκβιασμών, δολοφονιών και αυθαίρετων συλλήψεων. Η ένταση της βίας, η διάρκειά της και η επίδρασή της στον άμαχο πληθυσμό καταδεικνύουν ότι η κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή είναι σοβαρή και ασταθής.
Ωστόσο, κατά την εφαρμογή των αρχών που απορρέουν από τη σχετική νομολογία, και ιδίως υπό το πρίσμα της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι ο Αιτητής δεν προέβαλε αξιόπιστους ισχυρισμούς που να καταδεικνύουν ότι στοχοποιείται προσωπικά ή ότι φέρει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που να τον καθιστούν περισσότερο εκτεθειμένο σε κίνδυνο. Ως εκ τούτου, η εκτίμηση επικεντρώνεται στο κατά πόσον το επίπεδο της αδιάκριτης βίας είναι τέτοιο ώστε, λόγω της παρουσίας του και μόνον στην περιοχή, να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Παρά τη διαπιστωμένη σοβαρότητα της κατάστασης ασφαλείας, το Δικαστήριο δεν πείθεται ότι το επίπεδο της αδιάκριτης βίας στην περιοχή της Kumba έχει φθάσει σε τέτοιο βαθμό έντασης ώστε κάθε άμαχος, ανεξαρτήτως προσωπικών χαρακτηριστικών, να εκτίθεται αυτομάτως σε πραγματικό και άμεσο κίνδυνο. Η βία, αν και εκτεταμένη, δεν εμφανίζεται να έχει τον βαθμό γενίκευσης και έντασης που απαιτείται για την πλήρωση του σχετικού κατωφλίου.
Περαιτέρω, λαμβάνονται υπόψη και οι προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για ενήλικο άτομο, χωρίς διαπιστωμένη ευαλωτότητα, με καλή κατάσταση υγείας, βασική εκπαίδευση και εργασιακή εμπειρία, στοιχεία τα οποία δεν καταδεικνύουν αυξημένη έκθεσή του σε κίνδυνο πέραν εκείνου που αντιμετωπίζει ο γενικός πληθυσμός.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου για την υπαγωγή του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι η Υπηρεσία Ασύλου προέβη σε αξιολόγηση των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή, στη βάση των δηλώσεών του και των διαθέσιμων στοιχείων. Τα συμπεράσματα του αρμόδιου λειτουργού, όπως αποτυπώνονται στην Έκθεση/Εισήγηση, συνάδουν με το περιεχόμενο της συνέντευξης και δύνανται να ληφθούν υπόψη προς συμπλήρωση της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 29 του Ν. 158(Ι)/1999· Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171· Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ. 371). Η δυνατότητα αυτή υφίσταται όταν τα στοιχεία του φακέλου συνδέονται άμεσα με την απόφαση και αποκαλύπτουν τους λόγους που οδήγησαν σε αυτή (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερ. 21.7.2000· Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφ. αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.1997). Ούτε διαπιστώνεται οποιαδήποτε πλάνη περί τα πράγματα, έλλειψη δέουσας έρευνας ή ανεπαρκής αιτιολογία εκ μέρους της Διοίκησης που να δικαιολογεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης. (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.1996· Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.1997· Motorways Ltd v. Δημοκρατίας, ημερ. 25.6.1999, βλ. Ηροδότου ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 220· Δημοκρατία ν. Χατζηγεωργίου (1994) 3 Α.Α.Δ. 574· Παπαδόπουλος ν. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (1990) 3 Α.Α.Δ. 262).
Στην παρούσα περίπτωση, αποδεκτός κρίθηκε μόνο ο ισχυρισμός αναφορικά με τα προσωπικά στοιχεία, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την Kumba της περιφέρειας Southwest του Καμερούν, ο οποίος, ωστόσο, δεν αρκεί για τη θεμελίωση βάσιμου φόβου δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός, που αφορά τα φερόμενα προβλήματα με τους «Amba Boys», δεν κατέστη αξιόπιστος και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για σκοπούς εκτίμησης κινδύνου.
Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής διατρέχει κίνδυνο επιβολής θανατικής ποινής ή υποβολής σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, ούτε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2)(γ), καθότι, παρά τη διαπιστωμένη κατάσταση ανασφάλειας στην περιοχή καταγωγής του, δεν αποδείχθηκε ότι εκτίθεται σε πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν του, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ούτε του άρθρου 3 ούτε του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου για την παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στον Αιτητή. Το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτησή του.
Δια τους λόγους που πιο πάνω αναφέρονται η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ Δ.Δ.Δ.Δ.Π
[1] CJEU, C-277/11, M. M. v Minister for Justice, Equality and Law Reform and Others, 22 November 2012, σκέψη 65
[2] (βλ. WILLIAM CRISANTHA MAL FRANCIS KARUNARATHNA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α, Υπόθεση Αρ. 1875/2008, 1 Μαρτίου 2010).
[3] Βλ. UNHCR, Note on Burden and Standard of Proof in Refugee Claims, 16 December 1998, Παρ. 11, cited by the European Court of Human Rights (ECtHR) in its Grand Chamber judgment of 23 August 2016, JK and Others v Sweden, No 59166/12, ECLI:CE:ECHR:2016:0823JUD005916612 (hereafter ECtHR (GC), 2016, JK and Others v Sweden), Παρ. 53.
[4] European Asylum Support Office – EASO, ‘Δικαστική ανάλυση – Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου’, 2018, σελ. 132 - 135
[5] Βλ. απόφαση ΕΔΑΔ SAID v. THE NETHERLANDS 05/07/2005 Παρ. 53.
[6] Βλ. Αποφάσεις ΕΔΑΔ, JK and Others v Sweden, 23/08/2016. Παρ. 93; και , RH v Sweden, 01/02/2016 Παρ.. 58
[7] M. Κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, C‑277/11 22ας Νοεμβρίου 2012 υποσημείωση 82, σκέψη 65.βλέπε επίσης Βλ. C‑473/16, EU:C:2018:36, σκέψη 28.
[8] Βλ. C‑349/20 σκέψη 65 και 66
[9] ΕΔΔΑ, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, ό.π. υποσημείωση 20. Βλ. επίσης ΕΔΔΑ, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, RH κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 4601/14, σκέψη 58· ΕΔΔΑ, απόφαση της 20ης Ιουλίου 2010, N κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 23505/09, σκέψη 53· ΕΔΔΑ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2010, RC κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 41827/07, σκέψη 50.
[10] Άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου.
[11] Britannica Editors. "Kumba". Encyclopedia Britannica, 24 Mar. 2014, διαθέσιμο στο: https://www.britannica.com/place/Kumba, https://www.britannica.com/place/Kumba (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
[12] The Bastion, Kumba, Meme Department, Southwest Region, Cameroon, διαθέσιμο στο: https://the-bastion.com/index.php?location=kumba_cm (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
[13] CEDOCA, COI Focus: Cameroon: Régions anglophones : situation sécuritaire, 11/06/2025, σελ.2-3, διαθέσιμο στο: https://coi.euaa.europa.eu/administration/belgium/PLib/COI_Focus_Cameroun._R%C3%A9gions_anglophones._Situation_s%C3%A9curitaire_20250611%20-%20Copy.pdf (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
[14] CEDOCA, COI Focus: Cameroon: Régions anglophones : situation sécuritaire, 11/06/2025, σελ.13, διαθέσιμο στο: https://coi.euaa.europa.eu/administration/belgium/PLib/COI_Focus_Cameroun._R%C3%A9gions_anglophones._Situation_s%C3%A9curitaire_20250611%20-%20Copy.pdf (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
[15] European Commission, Cameroon, last updated 25/04/2025, διαθέσιμο στο: https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
[16] UNOCHA, Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 61 (January 2024), 8 March 2024, διαθέσιμο στο: https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no-61-january-2024 (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
[17] GCR2P, Cameroon – Population at risk, 1 December 2024, διαθεσιμο στο: https://www.globalr2p.org/countries/cameroon (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
[18] GPC, Protection Monitoring Update; July - September 2024, 30 October 2024, σελ.1, διαθέσιμο στο: https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-10/pm_quarterly_update_jul-sept.pdf (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
[19] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists, September 2024, σελ. 13, διαθέσιμο στο: https://acleddata.com/sites/default/files/wp-content-archive/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
[20] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists, September 2024, σελ.28, διαθέσιμο στο: https://acleddata.com/sites/default/files/wp-content-archive/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
[21] GPC (Global Protection Cluster), Protection Monitoring Update; July - September 2024, 30 October 2024, διαθέσιμο στο: https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024- 10/pm_quarterly_update_jul-sept.pdf (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
[22] DRC (Danish Refugee Council), 2024 Protection Monitoring Quarterly Report in Southwest Cameroon – Q2, 13 December 2024, διαθέσιμο στο: https://reliefweb.int/report/cameroon/2024- protection-monitoring-quarterly-report-southwest-cameroon-q1 & https://reliefweb.int/report/cameroon/2024-protection-monitoring-quarterly-report-southwest-cameroon-q2 (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
[23] EUAA analysis based on publicly available ACLED data. ACLED, Curated Data Files, Cameroon, Southwest Region, 13 October 2023 to 6 December 2024, διαθέσιμο στο: https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_01_EUAA_COI_Query_Response_Q1_Cameroon_Security_Situation.pdf (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
[24]Προσαρμοσμένη έρευνα στο στην βάση ACLED Explorer, ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/explorer/, βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Event Types (Demonstrations, Political Violence, Insurgency, Atrocities, Repression, Terrorist Activity, Foreign Military Engangement), Defalt Date Range: Past Year (Last update 31/01/2026), COUNTRY: Cameroon, ADMIN UNIT: Southwest Region (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο