ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 3308/2024
20 Μαρτίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
I.S.O.
Αιτητή
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργείου Εσωτερικών,
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
....................................
Ο αιτητής εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου
Χριστιάνα Χαραλάμπους για Χριστίνα Λαζάρου Αρτέμη, Δικηγόρος για τον αιτητή
Ανδρέας Φιλίππου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 27/07/2024, με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 19/10/2021, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Ο αιτητής παρέλαβε βεβαίωση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας στις 20/10/2021.
Στις 30/06/2023, 03/07/2023 και 04/07/2023, ο αιτητής κλήθηκε τηλεφωνικώς προκειμένου να παρουσιαστεί ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου για τη διεξαγωγή της προσωπικής του συνέντευξης, στις οποίες δεν ανταποκρίθηκε αφού κάθε κλήση προωθήθηκε στο φωνοκιβώτιο. Στις 06/07/2023, αποστάλθηκε προς τον αιτητή επιστολή όπως παρουσιαστεί σε προσωπική συνέντευξη στις 25/08/2023, ημερομηνία κατά την οποία δεν εμφανίσθηκε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 06/07/2023, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε εισήγηση για κλείσιμο του φακέλου του καθώς ο αιτητής δεν παρέστη στην προσωπική συνέντευξη όπου κλήθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου. Ως εκ των πιο πάνω, η Υπηρεσία Ασύλου θεώρησε ότι ο αιτητής σιωπηρά απέσυρε την αίτησή του ή υπαναχώρησε από αυτήν. Στις 10/09/2023, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την εισήγηση για το κλείσιμο του φακέλου του και τη διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησής του. Στις 27/09/2023, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή μαζί με την απόφασή της η οποία ταχυδρομήθηκε στον αιτητή για να την παραλάβει και να ενημερωθεί.
Στις 22/04/2024, ο αιτητής υπέβαλε αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του και στις 24/07/2024, διεξήχθη η συνέντευξή του από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 26/07/2024, ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση σχετικά με την εν λόγω συνέντευξη. Στις 27/07/2024, αρμόδιος λειτουργός εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού σε σχέση με το αίτημα του αιτητή και αποφάσισε την απόρριψή του. Την 01/08/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε από τον ίδιο στις 02/08/2024. Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή με την οποία αμφισβητεί την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή κατά το στάδιο των διευκρινίσεων ενώπιον του Δικαστηρίου, απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που προωθούσε η πλευρά του αιτητή μέσω της Γραπτής Αγόρευσης και δήλωσε πως προωθεί το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας και δέουσας αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής του Αγόρευσης, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει ότι λήφθηκε ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στο αρμόδιο όργανο και είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Επιπλέον, εισηγείται ότι ο αιτητής φέρει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, το οποίο δεν κατάφερε να αποσείσει στην προκειμένη περίπτωση, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000 έτσι ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.
Ο αιτητής στην αίτησή του για διεθνή προστασία κατέγραψε ότι αφού πέρασαν 5 χρόνια από τη στιγμή που άρχισε να εργάζεται για ένα συγκεκριμένο άτομο, ο αιτητής του ζήτησε τα χρήματα που του υποσχέθηκε, αλλά εκείνος αρνήθηκε. Η μητέρα και ο θείος του τον συνάντησαν και τους ζήτησε περισσότερο χρόνο προκειμένου να διευθετήσει το ζήτημα. Πέρασαν τα χρόνια και επειδή εξακολουθούσε να ζητά χρόνο, τον κατήγγειλαν στις αστυνομικές αρχές, που αν και τον κάλεσαν να εμφανιστεί ενώπιον τους, εντούτοις ουδέποτε εμφανίστηκε. Δυο ημέρες μετά, συνέλαβαν τον αιτητή και τον έθεσαν υπό κράτηση για το λόγο του ότι ο εργοδοτης του ισχυρίστηκε πως ο αιτητής σχεδίαζε να απαγάγει το γιο του. Δυο εβδομάδες μετά και ενόσω τελούσε υπό κράτηση, ανακάλυψαν ότι ήταν αθώος. Δυο μέρες μετά, κάποια άτομα ήρθαν στο χώρο τους (του αιτητή και της οικογένειάς του) με όπλα, και πυροβόλησαν ενώ ο ίδιος κατάφερε να διαφύγει από την πίσω πόρτα. Ακολούθως, ο εργοδότης του, τον πήρε τηλέφωνο και του είπε ότι όπου και αν πήγαινε, θα τον έβρισκε και θα τον σκότωνε (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου).
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο αιτητής ανέφερε ότι κατάγεται από τη Νιγηρία, ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στην πολιτεία Enugu η οποία αποτελεί και τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του στη χώρα του (ερυθρό 51, 1χ του διοικητικού φακέλου). Είναι χριστιανός, φοίτησε στο Saint Paul’s Chinatown Primary School μέχρι και την 5η τάξη και ομιλεί την Igbo και την αγγλική (ερυθρά 53, 2χ και 51 3χ,2χ του διοικητικού φακέλου). Σε σχέση με την οικογένειά του, δήλωσε ότι ο πατέρας του απεβίωσε το 2002, η μητέρα του διαβιεί στην Enugu και έχει 3 αδελφές και 2 αδελφούς που ζουν στις πολιτείες Enugu και Anambra και στην πόλη Abuja (ερυθρό 51, 4χ του διοικητικού φακέλου). Για την εργασιακή του εμπειρία, ανέφερε ότι τη χρονική περίοδο 2003 - 2008 εργαζόταν σε κατάστημα με χαρτομάντηλα και συγκεκριμένα προμήθευε με αυτά άλλες επιχειρήσεις (ερυθρό 51 του διοικητικού φακέλου).
Ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του, δήλωσε ότι αφού περνούσαν 5 χρόνια από τη στιγμή που άρχισε να εργάζεται για κάποιο φίλο του θείου του, το εν λόγω άτομο, θα του έδινε χρήματα για να ξεκινήσει τη δική του επιχείρηση. Αφού πέρασαν τα 5 χρόνια και ο εργοδότης του δεν του έδωσε το ποσό που του όφειλε, η μητέρα και ο θείος του αιτητή, του ζήτησαν εξηγήσεις αναφορικά με την μη καταβολή του ποσού και εκείνος τους ζήτησε παράταση ενός έτους. Πέρασε ακόμη ένας χρόνος και αφού αθέτησε και πάλι την υπόσχεσή του, τον κατήγγειλαν στις αστυνομικές αρχές. Όταν τον κάλεσαν για σκοπούς έρευνας, ισχυρίστηκε ότι χρειαζόταν περαιτέρω χρόνο. Έκτοτε, άρχισε να απειλεί τον αιτητή και να του αναφέρει πως είχε χρήματα και επομένως, είχε τη δυνατότητα να τον σκοτώσει. Μια μέρα, ενόσω ο αιτητής βρισκόταν στο σπίτι, είδε μία ομάδα αγοριών να έρχεται και να πυροβολεί στον αέρα και τότε έφυγε από εκείνο το σημείο. Έπειτα, ο εργοδότης του, προέβη σε εναντίον του καταγγελία ότι ο αιτητής επιθυμούσε να απαγάγει το γιο του και ανέφερε πως οι αρχές κατόπιν έρευνας, ανακάλυψαν την αναλήθεια των ισχυρισμών του. Ο αιτητής ουδέποτε συνελήφθη και ούτε ανέφερε ότι του συνέβη κάτι προσωπικό, αλλά δήλωσε πως εγκατέλειψε τη χώρα του για να αναζητήσει προστασία (ερυθρό 50, 3χ του διοικητικού φακέλου)
Κληθείς να δώσει λεπτομέρειες για τον εργοδότη του, δήλωσε ότι δεν γνώριζε πληροφορίες γι’ αυτόν και του επισημάνθηκε πως εργαζόταν κοντά του για 5 χρόνια. Τότε ο αιτητής δήλωσε πως στην αρχή έδειχνε ότι πήγαζε από μέσα του καλοσύνη αλλά ακολούθως έδειξε το αληθινό του πρόσωπο. Επιπρόσθετα, ο αιτητής ούτε για την επιχείρηση δεν γνώριζε οποιαδήποτε πληροφορία (ερυθρό 49, 1χ-3χ του διοικητικού φακέλου).
Σε σχέση με το περιστατικό με την ομάδα αγοριών που εμφανίστηκε στο σπίτι του, δήλωσε ότι το 2009, άρχισαν να πυροβολούν στον αέρα και ότι ο ίδιος κατάφερε να διαφύγει από την πίσω πόρτα. Μετά το περιστατικό, πήγε στην περιοχή τοπικής αυτοδιοίκησης Oji river και πάλι της πολιτείας Enugu και έμεινε εκεί με την οικογένειά του μέχρι να μαζέψει τα χρήματα για το ταξίδι του. Του επισημάνθηκε πως ενόσω ζούσε στην περιοχή, είχε μια φυσιολογική ζωή, ασχολείτο με τη γεωργία για 12 χρόνια ενώ δεν περιέγραψε οποιοδήποτε άλλο περιστατικό και δήλωσε πως δεν επιθυμούσε να αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με την επισήμανση αυτή. Τέλος, ο αιτητής δήλωσε πως οι νιγηριανές αρχές θα επιτρέψουν την επιστροφή του (ερυθρό 49, 4χ του διοικητικού φακέλου)
Στη βάση των ανωτέρω ισχυρισμών, ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιτητή. O πρώτος ισχυρισμός αφορά το ότι είναι υπήκοος της Νιγηρίας, με τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής την πολιτεία Enugu. Ο δεύτερος ισχυρισμός στηρίζεται στο φόβο δίωξής του από τον εργοδότη του, ο οποίος του όφειλε χρήματα και η οικογένεια του αιτητή τον κατήγγειλε στην αστυνομία και εκείνος άρχισε να τον απειλεί ότι θα τον βλάψει.
Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τους καθ' ων η αίτηση, καθώς κρίθηκε ότι πληρείτο τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του, λαμβανομένου υπόψη και του διαβατηρίου του αιτητή. Ωστόσο, ο δεύτερος ισχυρισμός δεν έτυχε αποδοχής. Σχετικά με το δεύτερο ισχυρισμό, ότι δηλαδή διωκόταν από τον εργοδότη του γιατί η οικογένεια του αιτητή τον κατήγγειλε στην αστυνομία επειδή όφειλε στον αιτητή χρήματα, ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε ότι τα όσα δήλωσε ο αιτητής δεν ήταν λεπτομερή και περαιτέρω, υπήρχαν πολλά κενά στο αφήγημά του και έχει πληγεί η αξιοπιστία του λόγω των αντιφατικών δηλώσεών του αλλά και των ασαφειών που προέβη στο αφήγημά του.
Συγκεκριμένα κατά την εκτίμηση της εσωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ικανοποιητικές πληροφορίες για την επιχείρηση, πέραν από το ποια εργασία ο ίδιος εκτελούσε παρόλο που εργαζόταν 5 χρόνια. Πρόσθετα, ούτε και για τον εργοδότη του γνώριζε οποιεσδήποτε πληροφορίες και αρκέστηκε στο να αναφέρει πως στην αρχή έδειχνε ότι ήταν καλός άνθρωπος αλλά ακολούθως έδειξε το αληθινό του πρόσωπο. Επιπλέον, το γεγονός ότι μετά τα όσα συνέβησαν, δηλαδή τις καταγγελίες, τις εναντίον του απειλές, αλλά και την εισβολή ένοπλων αγοριών στην οικία του, εγκατέλειψε και πήγε στην Oji river της πολιτείας Enugu, όπου ζούσε και εργαζόταν από το 2009 και για τα επόμενα 12 χρόνια μέχρι που εγκατέλειψε τη Νιγηρία δήλωσε πως δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού κρίθηκε ότι δεν τεκμηριώθηκε.
Κατά την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός επισήμανε ότι τα όσα ανέφερε ο αιτητής αποτελούσαν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του, και δεν υπήρχαν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούσαν την περαιτέρω ανάλυσή τους μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, ο υπό εξέταση ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός στο σύνολό του.
Υπό το φως του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού σχετικά με τα προσωπικά στοιχεία του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός συνήγαγε κατά την αξιολόγηση κινδύνου, αφού παρέθεσε πληροφορίες αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του και λαμβάνοντας υπόψη το ατομικό του προφίλ, ότι δεν υπήρχαν λόγοι να πιστεύεται ότι συνέτρεχε εύλογη πιθανότητα να αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του.
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προέκυπτε βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως ο αιτητής κατά την επιστροφή του στη Νιγηρία, δεν θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορούσε να θεωρηθεί ότι θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο αιτητής δεν θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, αφού η κατάσταση στη Νιγηρία και συγκεκριμένα στην πολιτεία Enugu, δεν χαρακτηριζόταν από καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης, εξέτασε ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τη συνήγορό του, αλλά και από το συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Όσον αφορά τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου και αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του αιτητή, δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμό, εφόσον δεν αμφισβητείται και προκύπτει πως ορθά έγινε αποδεκτός.
Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, τον ισχυριζόμενο φόβο του αιτητή από τον εργοδότη του γιατί η οικογένειά του κατήγγειλε στην αστυνομία επειδή του όφειλε χρήματα, συμφωνώ με τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού σε σχέση με την αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού. Ειδικότερα, από το αφήγημα του αιτητή απουσιάζει η λεπτομέρεια και η βιωματικότητα εφόσον δεν ανέφερε καμία ουσιώδη πληροφορία για την επιχείρηση αλλά και για τον εργοδότη του, ο οποίος και αποτελεί τον κατ’ ισχυρισμόν διώκτη του. Επιπλέον, κενά υπάρχουν σε όλο το αφήγημα του αιτητή και ο αιτητής υπέπεσε σε πολλές αντιφάσεις.
Ο αιτητής στην αίτηση διεθνούς προστασίας κατέγραψε ότι μετά την καταγγελία της οικογένειάς του, οι αστυνομικές αρχές κάλεσαν τον εργοδότη του να εμφανιστεί ενώπιον τους, αλλά δεν παρουσιάστηκε. Ωστόσο, στη συνέντευξη ανέφερε ότι όταν τον κάλεσαν, εμφανίστηκε και τους ανέφερε ότι χρειαζόταν περισσότερο χρόνο για να δώσει τα χρήματα που οφείλει. Περαιτέρω, δήλωσε ότι το περιστατικό της εισβολής της ομάδας των αγοριών έλαβε χώρα πρώτο και επακολούθησε αυτού η από πλευράς του εργοδότη του καταγγελία στις αρχές, ενώ σε μεταγενέστερο σημείο δήλωσε πως τα γεγονότα έλαβαν χώρα με αντίθετη σειρά. Όπως ανέφερε, τις απειλές άρχισε να τις δέχεται αφότου ο εργοδότης του εμφανίστηκε ενώπιον των αρχών αλλά στην πορεία οι απειλές ξεκίνησαν ένα μηνά μετά την καταγγελία του εργοδότη του. Ως εκ των πιο πάνω, η εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού δεν τεκμηριώνεται.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, τον ισχυριζόμενο φόβο του αιτητή έναντι του εργοδότη του λόγω καταγγελίας της οικογένειάς του στην αστυνομία για οφειλή χρηματικού ποσού, συμφωνώ με τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού ως προς την αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού. Ειδικότερα, από το αφήγημα του αιτητή απουσιάζουν η αναγκαία λεπτομέρεια και η βιωματικότητα, καθότι δεν παρατίθενται ουσιώδεις πληροφορίες ούτε για τη φύση της επιχείρησης ούτε για την ταυτότητα και τα χαρακτηριστικά του εργοδότη του, ο οποίος φέρεται ως ο κατ’ ισχυρισμόν διώκτης του.
Περαιτέρω, το αφήγημα του αιτητή παρουσιάζει ουσιώδη κενά και εσωτερικές αντιφάσεις. Συγκεκριμένα, στην αίτηση διεθνούς προστασίας ανέφερε ότι, κατόπιν της καταγγελίας της οικογένειάς του, οι αστυνομικές αρχές κάλεσαν τον εργοδότη του να παρουσιαστεί ενώπιον τους, χωρίς αυτός να ανταποκριθεί. Αντιθέτως, κατά τη συνέντευξη, δήλωσε ότι ο εργοδότης του παρουσιάστηκε και αιτήθηκε επιπλέον χρόνο για την αποπληρωμή της οφειλής. Πρόσθετα, ως προς τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων, αρχικώς υποστήριξε ότι προηγήθηκε το περιστατικό της εισβολής ομάδας αγνώστων και ακολούθησε η καταγγελία του εργοδότη του στις αρχές, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο ανέφερε την αντίστροφη σειρά. Ομοίως, ως προς τις απειλές, δήλωσε αφενός ότι αυτές ξεκίνησαν μετά την παρουσία του εργοδότη ενώπιον των αρχών και αφετέρου ότι εκδηλώθηκαν ένα μήνα μετά την υποβολή της καταγγελίας. Υπό το φως των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι η εσωτερική συνοχή και αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού δεν τεκμηριώνονται.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, θα συμφωνήσω με τους καθ’ ων η αίτηση πως ένεκα της προσωπικής φύσης του υπό εξέταση ισχυρισμού αυτός δεν είναι δυνατόν να διασταυρωθεί από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής του αιτητή. Κατά συνέπεια, με δεδομένο ότι η αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του, εφόσον προέβη κατά το αφήγημά του σε γενικές, αόριστες και αντιφατικές αναφορές, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό ο αιτητής δεν έχει στοιχειοθετήσει οποιοδήποτε λόγο για τον οποίο θα μπορούσε να του δοθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας. Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619.
Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Σε σχέση με την πολιτεία Enugu, πρόσφατη Έκθεση της EUAA, που αφορά την περίοδο 1 Ιανουαρίου 2024 έως 31 Αυγούστου 2025, αναφέρει ότι ενώ η κυβέρνηση της πολιτείας Enugu υποστηρίζει ότι η Enugu εξακολουθεί να είναι μία από τις ασφαλέστερες πολιτείες της χώρας, η κατάσταση σε ορισμένες περιοχές χαρακτηρίζεται από αυξανόμενη «ανασφάλεια». Σύμφωνα με ανώτερο Νιγηριανό σύμβουλο ασφαλείας, από τον οποίο η EUAA έλαβε συνέντευξη τον Ιούλιο του 2025, η ESN έχει περιορίσει, αν όχι εκδιώξει, την παρουσία των Fulani στις περιοχές της Νοτιοανατολικής Νιγηρίας με σημαντική επιτυχία, γεγονός που φαίνεται να συνέβαλε στη μείωση των περιστατικών απαγωγών σε ολόκληρη τη Νοτιοανατολική περιοχή. Ωστόσο, τμήματα της πολιτείας Enugu εξακολουθούν να βιώνουν περιστατικά που αφορούσαν εγκληματικές ομάδες.[1] Περαιτέρω, καταγράφεται ότι κατά την περίοδο αναφοράς, άγνωστοι ένοπλοι πραγματοποίησαν πολλαπλές φονικές επιθέσεις με στόχο τις αστυνομικές δυνάμεις και ομάδες αυτοδικίας και δολοφόνησαν τον πρόεδρο της ένωσης εμπόρων της μεγαλύτερης αγοράς της Enugu.[2] Παράλληλα, συγκρούσεις που ξέσπασαν λόγω μακροχρόνιας διαμάχης για γη μεταξύ δύο κοινοτήτων στις τοπικές διοικητικές περιοχές (LGAs) Udi και Enugu South τον Ιούλιο του 2025 άφησαν έναν νεκρό.[3]
Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή, σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους όλων των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα, στη διάρκεια ενός έτους (Past year of ACLED Data) και συγκεκριμένα με ημερομηνία καταγραφής το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης το έτος 2026), όσον αφορά την πολιτεία Enugu της Νιγηρίας, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή, έχουν καταγραφεί 62 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 60 θάνατοι.[4] Σημειώνεται ότι σύμφωνα με εκτιμήσεις για το έτος 2022, ο πληθυσμός της Νιγηρίας ανέρχεται σε 216,783,400 κατοίκους[5], και ο πληθυσμός της πολιτείας Enugu ανέρχεται στα 4,690,100.[6]
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, υγιής, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, πλήρως ικανός προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
Επιπρόσθετα, λαμβάνεται υπόψη ότι ο Υπουργός Εσωτερικών στα πλαίσια των εξουσιών του δυνάμει του άρθρου 12 Β τρις του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6 (Ι)/2000) με την Κ.Δ.Π. 145/2025, καθόρισε τη χώρα καταγωγής του αιτητή ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, εφόσον ικανοποιήθηκε βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, ότι στην οριζόμενη χώρα γενικά και μόνιμα δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα.
Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Συνεπώς, ο ισχυρισμός της ευπαίδευτης συνηγόρου του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολό του.
Η συνήγορος του αιτητή στα πλαίσια της Γραπτής της Αγόρευσης, προβάλλει πως η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας. Ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση αντιτείνει ότι όλες οι ενέργειες των καθ' ων η αίτηση είναι πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένες κατά τρόπο που καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος. Η αιτιολόγηση των αποφάσεων της διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (Γρηγορόπουλος κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, (1997) 4 ΑΑΔ 1414).
Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97). Συνεπώς, από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση και ως εκ τούτου ο προβαλλόμενος ισχυρισμός απορρίπτεται.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφαση είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας και των εξουσιών του αρμόδιου οργάνου.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] EUAA - European Union Agency for Asylum: Nigeria - Security situation, November 2025, διαθέσιμο στο: https://euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-security-situation-0, p. 132 – 133
[2] EUAA - European Union Agency for Asylum: Nigeria - Security situation, November 2025, διαθέσιμο στο: https://euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-security-situation-0, p. 132 – 133
[3] EUAA - European Union Agency for Asylum: Nigeria - Security situation, November 2025, διαθέσιμο στο: https://euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-security-situation-0, p. 132 – 133
[4] Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: Nigeria, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη στο: https://acleddata.com/platform/explorer
[5] City Population, Nigeria, διαθέσιμο στο: https://citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/
[6] City Population, Nigeria–Enugu, διαθέσιμο στο: https://citypopulation.de/en/nigeria/admin/NGA014__enugu/
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο