ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 3606/23
4 Μαρτίου, 2025
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ: C.O.A.
Αιτήτριας,
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση,
.........
Μ. Μπαγιαζίδου (κα), Δικηγόρος για την Αιτήτρια.
Χαραλάμπους Ι. (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ’ ων η αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η Αιτήτρια με την παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 31.8.2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος). Περαιτέρω, αιτείται από τον παρόν Δικαστήριο την έκδοση νέας απόφασης από το παρόν Δικαστήριο προς αντικατάσταση της ακυρωθείσας.
Γεγονότα
1. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Η Αιτήτρια κατάγεται από τη Νιγηρία. Περί τις 2.2.2022 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, αφού προηγουμένως εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία από τις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Στις 10.8.2023, 16.8.2023 και 29.8.2023, πραγματοποιήθηκαν οι συνεντεύξεις της Αιτήτριας από λειτουργό, ο οποίος υπέβαλε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: o Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησής της για διεθνή προστασία και επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Στις 31.8.2023, ο Προϊστάμενος ενέκρινε την εν λόγω εισήγηση. Στις 7.9.2023, η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής, κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια.
Νομικοί Ισχυρισμοί
2. Η Αιτήτρια, δια της συνηγόρου της, προβάλλει ως λόγο προσφυγής την έλλειψη δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας, υποστηρίζοντας περαιτέρω ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε πλημμελή εκτίμηση των ισχυρισμών της και, ειδικότερα, σε πλημμελή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της. Εμμένει στον πυρήνα του αιτήματός της, όπως αυτός αναδείχθηκε κατά τη διοικητική διαδικασία, ήτοι ότι υφίσταται δίωξη αφενός από την οικογένεια του θανόντος αρχηγού της κοινότητάς της και αφετέρου από τις αρχές της χώρας καταγωγής της, καθότι διέφυγε από αστυνομικό σταθμό όπου κρατείτο και, κατά τους ισχυρισμούς της, υπέστη κακοποίηση τόσο σωματική όσο και σεξουαλική. Προς τούτο ζητεί την αναγνώριση/ χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Επικαλούμενη δε το γεγονός ότι φορέας δίωξής της είναι και το ίδιο το κράτος, υποστηρίζει ότι δεν είναι δυνατή η εσωτερική της μετεγκατάσταση σε άλλη περιοχή της χώρας καταγωγής της.
3. Μετά την κατάθεση, ως Τεκμηρίου 2, στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, πιστοποιητικού γέννησης της ανήλικης θυγατέρας της Αιτήτριας, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες προς τη συνήγορο της Αιτήτριας για την καταχώριση συμπληρωματικής γραπτής αγόρευσης. Στο πλαίσιο της εν λόγω αγόρευσης αναπτύχθηκε τόσο ο τρόπος με τον οποίο, κατά τη θέση της Αιτήτριας, η ύπαρξη της ανήλικης θυγατέρας της επηρεάζει την αξιολόγηση της δικής της αίτησης διεθνούς προστασίας, όσο και περαιτέρω ανάλυση του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου, υπό το πρίσμα της εκκρεμούσας απόφασης περί επιστροφής της μητέρας στη χώρα καταγωγής της.
4. Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης. Προβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ορθώς και νομίμως, παραπέμποντας στα επιμέρους ευρήματα της διοικητικής διαδικασίας, κατά την οποία η Αιτήτρια κρίθηκε αναξιόπιστη ως προς τον πυρήνα του αιτήματός της και, βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών της, μη δυνάμενη να υπαχθεί σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Ομοίως οι Καθ’ ων η αίτηση κλήθηκαν να τοποθετηθούν αντιστοίχως αναφορικά με την ανήλικη θυγατέρα της Αιτήτριας.
5. Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des trait?s des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».
6. Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έχει ως ακολούθως:
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
7. Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
8. Το άρθρο 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: o περί Προσφύγων Νόμος) καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.
9. Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:
«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών
16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).
(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-
(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».
10. Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις χορήγησηε καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Κατάληξη
11. Ως προς τους εγειρόμενους λόγους προσφυγής, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την ενώπιόν του αίτηση διεθνούς προστασίας εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc (Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο εκάστοτε αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη. Η Αιτήτρια εκπροσωπούμενη και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς της και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελής χαρακτηρίζεται ο λόγος προσφυγής, ο οποίος ακόμα και αν γίνει δεκτός δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].
12. Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτών. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του Αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).
13. Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών της Αιτήτριας, επισημαίνεται συναφώς ότι, κατά την καταγραφή της αίτησής της για διεθνή προστασία, ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω απειλής κατά της ζωής της εκ μέρους της κοινότητάς της. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι η μητέρα της είχε δανειστεί χρηματικό ποσό από τον αρχηγό της κοινότητας λόγω της ασθένειας του πατέρα της και ότι, μετά τον θάνατο του τελευταίου, η μητέρα της Αιτήτριας δεν ήταν σε θέση να αποπληρώσει το εν λόγω χρέος, με αποτέλεσμα ο αρχηγός της κοινότητας να ζητήσει να νυμφευθεί την Αιτήτρια ως αντάλλαγμα. Η Αιτήτρια, επικαλούμενη τη μεγάλη διαφορά ηλικίας με τον εν λόγω άνδρα, αρνήθηκε τον γάμο, ακόμη και κατόπιν απόφασης του βασιλιά της κοινότητας σύμφωνα με την οποία όφειλε να παραμείνει σε αυτόν. Μετά τον μεταγενέστερο θάνατο του αρχηγού της κοινότητας, η οικογένειά του, καθώς και η ίδια η κοινότητα, την κατηγόρησαν για τον θάνατό του και, προκειμένου να πειστούν περί της αθωότητάς της, της ζήτησαν να πλύνει το νεκρό σώμα του εν λόγω άνδρα και στη συνέχεια να πιει το νερό. Κατά τους ισχυρισμούς της, προέβη στην εν λόγω ενέργεια, πλην όμως η κοινότητα και η οικογένεια του αποβιώσαντος συνέχισαν να την κατηγορούν για τον θάνατό του και να απειλούν τη ζωή της, εκφράζοντας η ίδια φόβο για τη ζωή της σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της (βλ. ερ. 1 του διοικητικού φακέλου, εφεξής «δ.φ.»).
14. Κατά τη διαδικασία αξιολόγησης της ευαλωτότητάς της, στο πλαίσιο της οποίας αξιολογήθηκε ως μειωμένου κινδύνου, η Αιτήτρια ανέφερε, αναφορικά με τους λόγους φυγής της από τη χώρα καταγωγής της, ότι εξαναγκάστηκε σε νεαρή ηλικία να διαμένει με τον αρχηγό του χωριού λόγω οικονομικών υποχρεώσεων της οικογένειάς της προς αυτόν. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, όταν ο αρχηγός απεβίωσε από ασθένεια, κατηγορήθηκε από την κοινότητά της για τον θάνατό του και εξαναγκάστηκε να πιει τελετουργικό νερό (spirit water), προκειμένου να αποδείξει την αθωότητά της. Μετά το εν λόγω συμβάν, μετέβη σε ιερέα της κοινότητάς της, στον οποίο ανέφερε τα γεγονότα και ο οποίος τη συνέδραμε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της για λόγους ασφάλειας.
15. Κατά το στάδιο της πρώτης συνέντευξης της Αιτήτριας (βλ. ερ. 28–37 του δ.φ.), η ίδια ανέφερε ότι κατάγεται από τη Νιγηρία, γεννηθείσα το έτος 1998 στην περιφέρεια τοπικής αυτοδιοίκησης (LGA) Katsina της πολιτείας Katsina (βλ. ερ. 37 – 2Χ, 10Χ και 35 – 1Χ του δ.φ.). Αναφορικά με την οικογενειακή της κατάσταση, δήλωσε ότι είχε τελέσει παραδοσιακό γάμο με τον σύντροφό της στη χώρα καταγωγής της, ο οποίος κατά τον κρίσιμο χρόνο βρισκόταν στη Γαλλία ως αιτητής διεθνούς προστασίας (βλ. ερ. 32 του δ.φ.). Η Αιτήτρια απέκτησε μαζί του ένα τέκνο (θυγατέρα), όταν ο σύντροφός της την επισκέφθηκε στη Δημοκρατία, κατόπιν πληροφόρησής του από τη μητέρα του ως προς τον τόπο διαμονής της Αιτήτριας, το οποίο γεννήθηκε στις 30.11.2022 (βλ. ερ. 32 και 27 του δ.φ.).
16. Ως προς τα μέλη της ευρύτερης οικογένειάς της, δήλωσε ότι ο πατέρας της απεβίωσε όταν η ίδια ήταν σε παιδική ηλικία, ότι η μητέρα της είναι εν ζωή και ότι έχει δύο αδελφούς νεότερης ηλικίας από την ίδια (βλ. ερ. 33 του δ.φ.). Περαιτέρω, ανέφερε ότι οι γονείς της διέμεναν στο χωριό Mburubu, το οποίο γειτνιάζει με το χωριό Nkerefi, όπου η Αιτήτρια διέμενε από την ηλικία των τεσσάρων ετών στην οικία του αρχηγού της περιοχής. Ωστόσο, δήλωσε ότι σήμερα δεν γνωρίζει τον τόπο διαμονής της μητέρας της, καθότι αυτή μετεγκαταστάθηκε μετά τη διαφυγή της Αιτήτριας από την οικία του αρχηγού (βλ. ερ. 33 του δ.φ.). Η λοιπή οικογένειά της την απαρνήθηκε, καθώς, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν θεωρείται βιολογικό τέκνο του αποβιώσαντος πατέρα της (βλ. ερ. 33 και 32 του δ.φ.).
17. Αναφορικά με το μορφωτικό της υπόβαθρο, δήλωσε ότι έχει φοιτήσει σε κοινοτικό σχολείο πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και ότι παρακολούθησε κατ’ οίκον μαθήματα κατά το διάστημα που διέμενε με τον σύντροφό της (βλ. ερ. 32 – 1Χ–4Χ του δ.φ.). Η Αιτήτρια δήλωσε ότι ομιλεί την αγγλική γλώσσα και τη γλώσσα Igbo (βλ. ερ. 32 – 5Χ του δ.φ.), ότι ανήκει στην εθνοτική ομάδα Igbo (βλ. ερ. 37 του δ.φ.) και ότι, ως προς την εργασιακή της πείρα, ασχολούνταν με την κομμωτική σε ερασιτεχνικό επίπεδο, λαμβάνοντας αμοιβή από γυναίκες που ήταν ικανοποιημένες από τις υπηρεσίες της (βλ. ερ. 31 του δ.φ.). Ως προς το θρήσκευμά της, δήλωσε ότι είναι χριστιανή (βλ. ερ. 37 – 4Χ του δ.φ.). Τέλος, αναφορικά με την κατάσταση της υγείας της, δήλωσε ότι βιολογικά είναι καλά, πλην όμως αισθάνεται μελαγχολία (“depressed”), ενώ στο τέλος της συνέντευξης αποδέχθηκε την πρόταση του αρμόδιου λειτουργού για παροχή ψυχολογικής υποστήριξης (βλ. ερ. 36 και 29 του δ.φ.).
18. Ως προς τις περιοχές διαμονής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι, πριν από την αναχώρησή της από τη Νιγηρία, διέμενε για χρονικό διάστημα περίπου ενός έτους, από τον Οκτώβριο του 2020, στην Abuja, όπου την έκρυβε ιερέας (βλ. ερ. 35 – 1Χ–3Χ του δ.φ.). Προγενέστερα, έως το έτος 2013, διέμενε στην πόλη Nkerefi, στην τοπική αυτοδιοίκηση Nkanu της πολιτείας Enugu, στην οικία του αρχηγού της περιοχής (βλ. ερ. 33 – 1Χ–2Χ του δ.φ.).
19. Περαιτέρω, ανέφερε ότι μετά τη διαφυγή της από την οικία του αρχηγού διέμενε στην πολιτεία Anambra με τον σύντροφό της και τη μητέρα του έως το 2016, οπότε εκείνος διέφυγε λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζε με τις αρχές εξαιτίας της Biafra (βλ. ερ. 34 του δ.φ.). Η ίδια συνέχισε να διαμένει με τη μητέρα του συντρόφου της, καθόσον στο μεταξύ είχαν τελέσει παραδοσιακό γάμο (βλ. ερ. 34 του δ.φ.). Το 2019 συνελήφθη στο κατάστημα του συντρόφου της, το οποίο διατηρούσε από κοινού με την πεθερά της, καθώς οι αστυνομικές αρχές, αναζητώντας εκείνον, διαπίστωσαν ότι η Αιτήτρια φορούσε παντόφλες με το έμβλημα της Biafra και ότι στο κινητό της τηλέφωνο υπήρχε σχετικό σύμβολο της εν λόγω οργάνωσης (βλ. ερ. 34 του δ.φ.).
20. Η Αιτήτρια περιέγραψε την κράτησή της στο Αστυνομικό Τμήμα Onitsha της πολιτείας Anambra, καθώς και τη μεταφορά της σε Αστυνομικό Τμήμα της πολιτείας Ebonyi, αναφερόμενη στη συνάντησή της με τον υιό του αρχηγού, στα βασανιστήρια και στην κακοποίηση που υπέστη, τα οποία επανέλαβε και κατά τα επόμενα στάδια των συνεντεύξεών της (βλ. ερ. 34 του δ.φ.). Τέλος, ανέφερε ότι περί τον Οκτώβριο του 2020 δραπέτευσε κατά τη διάρκεια πυρκαγιάς στον Αστυνομικό Σταθμό όπου κρατείτο, η οποία προκλήθηκε από διαδηλωτές (βλ. ερ. 34 του δ.φ.).
21. Ως προς τον λόγο για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια, κατά την εκτενή ελεύθερη αφήγησή της, ανέφερε ότι παραδόθηκε στον αρχηγό Ogbodo, στην πόλη Nkerefi της πολιτείας Enugu, ως αντάλλαγμα χρηματικού δανείου που είχε λάβει η οικογένειά της, όταν αυτή περιήλθε σε οικονομική αδυναμία λόγω της ασθένειας του πατέρα της. Περαιτέρω, δήλωσε ότι από συγχωριανούς της πληροφορήθηκε πως, εναλλακτικά, η παράδοσή της στον εν λόγω αρχηγό συνδεόταν με το γεγονός ότι συγγενικό της πρόσωπο είχε δολοφονήσει τον αδελφό του αρχηγού.
22. Κατά τη διαμονή της στην οικία του αρχηγού και της οικογένειάς του, η ζωή της Αιτήτριας, κατά τους ισχυρισμούς της, χαρακτηριζόταν από συνεχή πόνο και φόβο. Μετά τον θάνατο της συζύγου του αρχηγού το έτος 2008, ο τελευταίος προέβη σε σεξουαλική κακοποίηση της Αιτήτριας τέτοιας έντασης, ώστε αυτή απώλεσε τις αισθήσεις της, αιμορραγούσε έντονα και αδυνατούσε να κινηθεί. Κατά τα λεγόμενά της, έρποντας ζήτησε βοήθεια από γειτόνισσα, η οποία την περιέθαλψε και στην οικία της οποίας η Αιτήτρια παρέμεινε για χρονικό διάστημα δύο ημερών, με τη συναίνεση του αρχηγού, κατόπιν επισήμανσης της γειτόνισσας ότι η ζωή της Αιτήτριας διέτρεχε κίνδυνο.
23. Η εν λόγω γειτόνισσα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, επιχείρησε να αποτρέψει την επιστροφή της στην οικία του αρχηγού, πλην όμως εκείνος την απείλησε και εξανάγκασε την Αιτήτρια να επιστρέψει. Μετά την επιστροφή της, ο αρχηγός φέρεται να συνέχισε τη σεξουαλική κακοποίησή της, αδιαφορώντας για την κατάσταση της υγείας της και απειλώντας τη ζωή της, μεταξύ άλλων και με τη χρήση μαχαιριού για εκφοβισμό. Η Αιτήτρια χαρακτήρισε τη ζωή της μαζί του ως «κόλαση».
24. Όταν η κατάσταση επιδεινώθηκε, η Αιτήτρια επιχείρησε να καταφύγει στην οικία της μητέρας της. Ο αρχηγός, ωστόσο, προσέφυγε στον βασιλιά της κοινότητας, ο οποίος αποφάσισε ότι η Αιτήτρια όφειλε να επιστρέψει στην οικία του αρχηγού. Μετά την επιστροφή της, η Αιτήτρια, κατά τους ισχυρισμούς της, συνέχισε να υφίσταται σεξουαλική κακοποίηση σε τέτοιο βαθμό ώστε να φοβάται ότι δεν θα επιβίωνε (βλ. ερ. 29–31 του δ.φ.).
25. Το έτος 2011 ο αρχηγός ασθένησε και απεβίωσε. Μετά τον θάνατό του, η οικογένειά του και η κοινότητα κατηγόρησαν την Αιτήτρια για την απώλειά του. Κατά τους ισχυρισμούς της, υπέστη σωματική κακοποίηση, δημόσια διαπόμπευση εντός του χωριού, εξευτελισμό και περαιτέρω κακομεταχείριση. Παρά τις προσπάθειές της να υπερασπιστεί την αθωότητά της, δεν έγινε πιστευτή και εξαναγκάστηκε να πιει το νερό με το οποίο είχε πλυθεί το νεκρό σώμα του αρχηγού, καθώς και να ορκιστεί σε παραδοσιακό ιερό, προκειμένου να αποδείξει την αθωότητά της. Η συμμόρφωσή της στα ανωτέρω, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν βελτίωσε τη θέση της, καθότι κρατήθηκε επί τρεις ημέρες σε δωμάτιο μαζί με το νεκρό σώμα του αρχηγού. Μετά τον θάνατό του, η κακοποίησή της συνεχίστηκε από τους τρεις υιούς του, οι οποίοι, σύμφωνα με την αφήγησή της, τη βίαζαν, την εξευτέλιζαν και, όταν εκείνη αρνείτο τη σεξουαλική επαφή, την έδεναν, αδιαφορώντας για τον κίνδυνο στον οποίο την εξέθεταν. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι βίωνε έντονο σωματικό πόνο, αισθήματα ταπείνωσης και ντροπής και ότι αδυνατούσε να κυκλοφορήσει δημόσια, καθότι δεχόταν χλευασμό και από τρίτα πρόσωπα.
26. Κατόπιν των ανωτέρω, το έτος 2013, δηλώνοντας ότι δεν άντεχε πλέον την κατάσταση, ζήτησε βοήθεια από τον σύντροφό της, ο οποίος, μόλις πληροφορήθηκε τα γεγονότα, της ζήτησε να μεταβεί στην πολιτεία Anambra. Εκεί διέμειναν στην οικία της μητέρας του, με την Αιτήτρια να αποφεύγει τις μετακινήσεις εκτός της οικίας, προκειμένου να παραμένει ασφαλής (βλ. ερ. 29–31 του δ.φ.).
27. Το 2016, όταν ο σύντροφος της Αιτήτριας αντιμετώπιζε προβλήματα με τις αστυνομικές αρχές και διέφυγε από τη χώρα, η μητέρα του συνέχισε να διατηρεί το κατάστημα του συντρόφου της Αιτήτριας, στο οποίο η τελευταία συνήθιζε να τη συνδράμει. Το 2019, η Αιτήτρια συνελήφθη από την αστυνομία όταν οι αρχές επισκέφθηκαν το εν λόγω κατάστημα αναζητώντας τον σύντροφό της, χωρίς ωστόσο να τον εντοπίσουν. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι δεν αντιλήφθηκε ότι τα πρόσωπα που εισήλθαν στο κατάστημα ήταν αστυνομικοί. Στη συνέχεια, προσήχθη στο Αστυνομικό Τμήμα Onitsha, όπου συνάντησε τον υιό του προαναφερθέντος αρχηγού, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς της, απείλησε τη ζωή της. Ακολούθως μεταφέρθηκε σε Αστυνομικό Τμήμα της πολιτείας Ebonyi, όπου, σύμφωνα με τα λεγόμενά της, υπέστη βασανιστήρια, σωματική κακοποίηση, εξευτελιστική μεταχείριση, συμπεριλαμβανομένης της γύμνωσής της, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις φέρεται να υφίστατο σεξουαλική κακοποίηση, όπως, κατά τους ισχυρισμούς της, συνέβαινε και σε βάρος λοιπών γυναικών κρατουμένων (βλ. ερ. 29–31 του δ.φ.). Το 2020, κατά τη διάρκεια διαδήλωσης κατά της αστυνομικής βίας και της μονάδας SARS, το Αστυνομικό Τμήμα στο οποίο κρατείτο πυρπολήθηκε, με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να κατορθώσει να δραπετεύσει, όπως και οι λοιποί κρατούμενοι. Με τη συνδρομή γυναίκας από την περιοχή, μετέβη στην Onitsha της πολιτείας Anambra, όπου η πεθερά της, αφού ενημερώθηκε για τα όσα είχε υποστεί η Αιτήτρια, ζήτησε τη βοήθεια φίλης της αστυνομικού. Κατόπιν τούτου, η Αιτήτρια μετέβη το ίδιο βράδυ στην Abuja, όπου φιλοξενήθηκε και κρυβόταν σε οικία ιερέα. Εκεί παρέμεινε έως το 2021, οπότε ο εν λόγω ιερέας διευθέτησε τις διαδικασίες για την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της στις 7.11.2021 (βλ. ερ. 29–31 του δ.φ.). Ερωτηθείσα διευκρινιστικά ως προς τον κύριο λόγο για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι η ζωή της διατρέχει σοβαρό κίνδυνο τόσο λόγω του θανάτου του αρχηγού και των κατηγοριών που της αποδόθηκαν σε σχέση με αυτόν, όσο και λόγω των απειλών που δέχθηκε από τον υιό του αρχηγού, όταν τον συνάντησε στο Αστυνομικό Τμήμα (βλ. ερ. 29 – 1Χ του δ.φ.).
28. Ακολούθως, στο πλαίσιο της δεύτερης συνέντευξης, υποβλήθηκαν στην Αιτήτρια διευκρινιστικής φύσεως ερωτήματα αναφορικά με τους ισχυρισμούς της κατά την προηγούμενη συνέντευξη (βλ. ερ. 38–56 του δ.φ.). Ειδικότερα, αναφορικά με τον αρχηγό, η Αιτήτρια δήλωσε ότι από την ηλικία των 4 ετών (περί το 2002) έως το 2013, οπότε και κατόρθωσε να διαφύγει, διέμενε στην οικία του στην πόλη Nkerefi (βλ. ερ. 55 του δ.φ.). Τον περιέγραψε ως μαύρο, μεσαίου αναστήματος, ελαφρώς εύσωμο, ιδιοκτήτη φάρμας, πωλητή φοινικέλαιου, πλούσιο και πατέρα τριών υιών (βλ. ερ. 54 – 1Χ κ.ε. του δ.φ.). Στην εν λόγω οικία διέμεναν ο ίδιος, η σύζυγός του, τα τέκνα του και η ίδια, ενώ οι εργαζόμενοι στη φάρμα αποχωρούσαν μετά τη λήξη της εργασίας τους (βλ. ερ. 54 του δ.φ.).
29. Η Αιτήτρια περιέγραψε τις συνθήκες διαμονής της ως «κακές», αναφέροντας ότι ζούσε και εργαζόταν ως υπηρέτρια στη φάρμα, δεν την φρόντιζαν, δεν έτρωγε μαζί τους και δεν ήταν ελεύθερη, καθώς την αντιμετώπιζαν ως σκλάβα (βλ. ερ. 54 του δ.φ.). Δεν της επιτρεπόταν να κυκλοφορεί εκτός του συγκροτήματος της οικίας και, όταν αυτό συνέβαινε σπανίως, απαιτείτο προηγούμενη άδεια του αρχηγού με ακριβή δήλωση του προορισμού της (βλ. ερ. 54 – 2Χ-3Χ κ.ε. του δ.φ.). Αναφορικά με τον πρώτο βιασμό της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι έλαβε χώρα νύχτα, στο δωμάτιο του αρχηγού, ενώ ήταν παρόντες μόνο οι δυο τους (βλ. ερ. 53 του δ.φ.). Ανέφερε ότι, αφού του σέρβιρε το δείπνο, εκείνος της ζήτησε να ξαπλώσει στο κρεβάτι· η ίδια αρνήθηκε, πλην όμως εκείνος επέμεινε, την απείλησε και, ασκώντας σωματική βία, την έσυρε στο πάτωμα, της έσκισε τα ρούχα και προέβη στον βιασμό, με αποτέλεσμα η ίδια να χάσει τις αισθήσεις της και να μη δύναται να ανακαλέσει περαιτέρω λεπτομέρειες (βλ. ερ. 53 του δ.φ.). Αφού συνήλθε, βρέθηκε μέσα σε λίμνη αίματος και, έρποντας, κατόρθωσε να φθάσει σε γειτόνισσα, η οποία τη φρόντισε (βλ. ερ. 53 του δ.φ.). Κατόπιν σχετικού αιτήματος της γειτόνισσας, ο αρχηγός συναίνεσε αρχικώς να παραμείνει η Αιτήτρια στην οικία της, πλην όμως μετά την πάροδο δύο ημερών επέστρεψε και την πήρε εκ νέου, παρά τις προσπάθειες της γειτόνισσας (βλ. ερ. 53 του δ.φ.). Η Αιτήτρια εκτίμησε ότι ο αρχηγός πληροφορήθηκε την παραμονή της εκεί από τρίτους, οι οποίοι, αν και τη λυπήθηκαν, δεν της προσέφεραν βοήθεια, σε αντίθεση με τη γειτόνισσα, η οποία δεν φοβήθηκε να τη συνδράμει (βλ. ερ. 53 του δ.φ.).
30. Η ίδια ανέφερε ότι η σεξουαλική κακοποίηση συνεχίστηκε επανειλημμένως από τον αρχηγό από το θάνατο της συζύγου του το 2008 έως τον θάνατό του το 2011, οπότε και η ίδια ήταν περίπου 11 ετών, χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσει τον αριθμό των περιστατικών (βλ. ερ. 52 & 51 του δ.φ.). Παράλληλα, δεχόταν και σωματική βία, ιδίως όταν δεν ολοκλήρωνε τις εργασίες της στη φάρμα (βλ. ερ. 51 του δ.φ.). Ως προς την ιατρική της φροντίδα, η Αιτήτρια ανέφερε ότι αρχικώς έλαβε μόνο παραδοσιακή θεραπεία από τη γειτόνισσα (βλ. ερ. 51 του δ.φ.). Μετά τη σεξουαλική κακοποίησή της και από τους υιούς του αρχηγού, παρουσίασε λοιμώξεις και εκτεταμένες εκκρίσεις και, ευρισκόμενη στην πολιτεία Anambra με τον σύντροφό της, έλαβε εκ νέου παραδοσιακή θεραπεία σε τοπικό νοσοκομείο, χωρίς να της χορηγηθεί σχετικό πιστοποιητικό (βλ. ερ. 51 του δ.φ.). Η Αιτήτρια ανέφερε περαιτέρω ότι, όταν δεν άντεξε πλέον την κατάσταση, διέφυγε προς τη μητέρα της, πλην όμως ο αρχηγός ζήτησε την παρέμβαση του βασιλιά, ο οποίος αποφάσισε ότι έπρεπε να επιστρέψει στην οικία του (βλ. ερ. 51 του δ.φ.).
31. Αναφορικά με τις κατηγορίες που δέχθηκε για το θάνατο του αρχηγού το 2011, η Αιτήτρια δήλωσε ότι η οικογένεια και η κοινότητα γνώριζαν ότι βρισκόταν εκεί παρά τη θέλησή της και, για τον λόγο αυτό, της απέδωσαν ευθύνη (βλ. ερ. 50 του δ.φ.). Παρά ταύτα, παρέμεινε στην οικία κατόπιν απόφασης του βασιλιά, με τη ζωή της να εξακολουθεί να είναι «άθλια», ενώ πλέον κακοποιείτο σεξουαλικά από τους υιούς του αρχηγού (βλ. ερ. 50 – 1Χ-2Χ κ.ε. του δ.φ.). Η Αιτήτρια ανέφερε ότι όλοι οι υιοί διέμεναν στην ίδια οικία στο Nkerefi, εκ των οποίων ο ένας ήταν αστυνομικός (βλ. ερ. 49 του δ.φ.). Ο μεγαλύτερος, αστυνομικός, την κατηγόρησε για το θάνατο του πατέρα του και, σε περιστατικό που έλαβε χώρα το 2013, τη βίασε παρά την αντίστασή της, εγκαταλείποντάς την στο πάτωμα για ώρες (βλ. ερ. 49 του δ.φ.). Η κακοποίηση από τους υιούς είχε ξεκινήσει ήδη από το 2011 και επαναλήφθηκε πολλές φορές (βλ. ερ. 49 του δ.φ.).
32. Σε διευκρινιστικά ερωτήματα σχετικά με τον σύντροφό της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι, όταν εκείνος πληροφορήθηκε την κακοποίησή της, σοκαρίστηκε αλλά ενδιαφέρθηκε για την υγεία της και της απέστειλε χρήματα προκειμένου να διαφύγει (βλ. ερ. 48 του δ.φ.). Δήλωσε ότι γνωρίστηκαν το 2010 στο Nkerefi, όταν εκείνος παρευρέθηκε σε παραδοσιακό γάμο και η ίδια μετέβαινε στην αγορά, και ότι έκτοτε διατηρούσαν επικοινωνία υπό δυσχερείς συνθήκες (βλ. ερ. 48 του δ.φ.). Η σχέση τους συνεχίστηκε και κατά το χρόνο της συνέντευξης, ενώ η Αιτήτρια εξήγησε ότι δεν είχε αποκαλύψει νωρίτερα την κακοποίησή της από φόβο μήπως τον χάσει (βλ. ερ. 47 του δ.φ.). Το 2014 σύναψαν κρυφά παραδοσιακό γάμο, χωρίς τελετή, με τη μητέρα της Αιτήτριας να καταβάλλει μυστικά την «τιμή της νύφης» (βλ. ερ. 47 του δ.φ.). Η ζωή της μαζί του ήταν ανακουφιστική, πλην όμως εξακολουθούσε να ζει κρυμμένη λόγω της διαφυγής της (βλ. ερ. 47 του δ.φ.).
33. Αναφορικά με τη διαφυγή της προς την πολιτεία Anambra, η Αιτήτρια ανέφερε ότι, με τη βοήθεια της γειτόνισσας, επικοινώνησε με τον σύντροφό της, έλαβε χρήματα και διέφυγε νύχτα από την οικία του αρχηγού, περνώντας αρχικώς από τη μητέρα της (βλ. ερ. 46 του δ.φ.). Ανέφερε ότι, λόγω απώλειας του τελευταίου δρομολογίου, αναγκάστηκε να διανυκτερεύσει στο δρόμο και ότι, φθάνοντας στην Anambra, διέμενε με τη μητέρα του συντρόφου της στην πόλη Onitsha (βλ. ερ. 46 του δ.φ.). Η Αιτήτρια αναφέρθηκε περαιτέρω στα προβλήματα του συντρόφου της με την αστυνομία λόγω της συμμετοχής του σε ειρηνικές διαδηλώσεις υπέρ της ανεξαρτησίας της Biafra, στην εξαφάνισή του το 2016, καθώς και στη σύλληψη και κράτησή της το 2019 στην Onitsha και, ακολούθως, στο Αστυνομικό Τμήμα Kpiri–Kpiri της πολιτείας Ebony, όπου υπέστη κακομεταχείριση, βασανιστήρια και επανειλημμένους βιασμούς (βλ. ερ. 42–45 του δ.φ.). Περιέγραψε τις συνθήκες κράτησης ως απάνθρωπες και εξευτελιστικές.
34. Η απόδρασή της κατέστη δυνατή περί τον Οκτώβριο του 2020, κατά τη διάρκεια διαδήλωσης κατά της αστυνομικής βίας και του SARS, όταν πυρπολήθηκε το Αστυνομικό Τμήμα, και έλαβε βοήθεια από τρίτους για να μεταβεί εκ νέου στην Anambra και εν συνεχεία στην Abuja, όπου φιλοξενήθηκε από ιερέα (βλ. ερ. 40–42 του δ.φ.). Κατά την παραμονή της εκεί δεν της συνέβη κάτι, καθώς κρυβόταν, ενώ αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της κατόπιν πληροφόρησης ότι οι δραπέτες είχαν επικηρυχθεί (βλ. ερ. 39–40 του δ.φ.). Δήλωσε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της, φοβάται ότι θα θανατωθεί λόγω της διαφυγής της τόσο από την οικία του αρχηγού όσο και από το Αστυνομικό Τμήμα (βλ. ερ. 39 του δ.φ.).
35. Κατά τη διάρκεια της τρίτης συνέντευξης της Αιτήτριας (βλ. ερ. 57 – 62 του δ.φ.), η Αιτήτρια απαντά σε διευκρινιστικά ερωτήματα επί του συνόλου των δηλώσεών της κατά τις προηγούμενες συνεντεύξεις. Της ζητήθηκε να προσδιορίσει την ηλικία της κατά κομβικά σημεία της σχέσης της με το σύντροφό της κάτι το οποίο και έπραξε (βλ. ερ. 60 – 61 του δ.φ.). Προσδιόρισε το όνομα του συντρόφου της, O. I. R. (βλ. ερ. 60 του δ.φ.). Σχετικά με τη γέννηση του τέκνου της ανέφερε πως κατά τον τοκετό της ήταν 24 ετών (βλ. ερ. 60 του δ.φ.). Σχετικά με την αντίφαση στην ημερομηνία γέννησής της μεταξύ των δηλώσεών της (11.10.1998) και του διαβατηρίου της (11.10.1991), η Αιτήτρια ανέφερε πως την έκδοση διαβατηρίου ανέλαβαν ο ιερέας και η φίλη της πεθεράς της επομένως δε γνωρίζει ούτε το λόγο αλλά ούτε και τη διαδικασία που ακολούθησαν (βλ. ερ. 60 - 59 του δ.φ.). Όταν της ζητήθηκε το πιστοποιητικό γέννησής της ανέφερε πως έχει καθημερινή επικοινωνία με το σύντροφό της και θα του ζητήσει να της το αποστείλει ώστε να το προσκομίσει κάτι που τελικά δεν έπραξε (βλ. ερ. 60 του δ.φ.). Ερωτηθείσα για τους λόγους σύλληψής της η Αιτήτρια επανέλαβε όσα είχε αναφέρει στη δεύτερη συνέντευξή της (βλ. ερ. 59 – 1Χ-2Χ του δ.φ.). Αναφορικά με την συνάντησή της με τον υιό του αρχηγού η Αιτήτρια προσέθεσε πως την απείλησε (βλ. ερ. 59 – 3Χ του δ.φ.). Η Αιτήτρια στην κατοχή της δεν είχε κάποια αστυνομική αναφορά ή κάποιο ένταλμα σύλληψης εναντίον της (βλ. ερ. 59 – 4Χ & 58 – 3Χ του δ.φ.). Κληθείσα να εξηγήσει για ποιο λόγο δεν εντοπίζεται στα ΜΜΕ της χώρας της η απόδραση που έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2019, η Αιτήτρια δήλωσε πως τα ΜΜΕ αναφέρθηκαν στο συμβάν ως πυρκαγιά και όχι ως απόδραση (βλ. ερ. 58 – 2Χ του δ.φ.). Όταν ο λειτουργός τη ρώτησε, η Αιτήτρια ανέφερε το όνομα του αρχηγού και τον υιών του (βλ. ερ. 58 τυ δ.φ.). Η Αιτήτρια δεν εξήγησε πού ευρισκόταν από τις 7.11.2021, που αναχώρησε από τη Νιγηρία, έως τις 10.12.2021 που αφίχθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία (βλ. ερ. 58 του δ.φ.).
36. Αξιολογώντας τις δηλώσεις της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η Αίτηση διέκριναν 2 ουσιώδεις ισχυρισμούς: ο πρώτος αναφορικά με την ταυτότητα, το προφίλ και τον τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας και ο δεύτερος αναφορικά με τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης από την οικογένεια του αρχηγού του χωριού μετά το θάνατό του.
37. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός στον οποίο εντάσσονται τα προσωπικά στοιχεία του προφίλ της Αιτήτριας και ο τόπος συνήθους διαμονής της, έγινε αποδεκτός. Οι συναφείς δηλώσεις της Αιτήτριας κρίθηκε ότι υπήρξαν συνεκτικές, και ότι αποδεικνύονται περαιτέρω από τα έγγραφα ταυτοποίησης που προσκόμισε (διαβατήριο) καθώς και από έτερες εξωτερικές πηγές, στις οποίες παραπέμπουν οι Καθ’ ων η αίτηση. Ως προς το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό αυτός έτυχε απόρριψης καθώς δεν στοιχειοθετήθηκαν οι δηλώσεις της Αιτήτριας λόγω έλλειψης ευλογοφάνειας και επαρκών λεπτομερειών, ύπαρξης αντιφάσεων και ασυνεπειών στα λεγόμενά της, ώστε να μην θεμελιωθεί η εσωτερική αξιοπιστία. Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής της αξιοπιστίας κρίθηκε ότι λόγω της προσωπικής φύσεως των γεγονότων δεν είναι δυνατόν να επιβεβαιωθούν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, ενώ το περιστατικό της απόδρασης δεν εντοπίστηκε από τους Καθ΄ων η αίτηση σε εξωτερικές πηγές. Ως εκ των άνω, επομένως, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.
38. Ακολούθως, κατά την αξιολόγηση κινδύνου, βάσει του πρώτου αποδεκτού ισχυρισμού της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η αίτηση εξετάζοντας την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στη χώρα καταγωγής της και πιο συγκεκριμένα στην πόλη Abuja , τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της, σε συνάρτηση με το προφίλ της, εκτίμησαν ότι αυτή δεν διατρέχει οποιοδήποτε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν προκύπτει δικαιολογημένος φόβος δίωξης της Αιτήτριας δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης δυνάμει του άρθρου 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου.
39. Κατά τη δικαστική κύρια διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η Αιτήτρια προσκόμισε ως πρόσθετη μαρτυρία υπόμνημα με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τη χώρα καταγωγής της. Στο εν λόγω υπόμνημα περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, δημοσιεύσεις σχετικές με πυρκαγιά που εκδηλώθηκε σε σωφρονιστικό κατάστημα, καθώς και γενικότερες αναφορές στην κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Νιγηρία, ιδίως σε ό,τι αφορά τις γυναίκες και τα νεαρά κορίτσια.
40. Περαιτέρω, η Αιτήτρια προσκόμισε ως Τεκμήριο 2 (κατατεθέν στις 10.3.2025) πιστοποιητικό γέννησης της ανήλικης θυγατέρας της, ημερομηνίας 30.11.2022, στο οποίο το τέκνο καταγράφεται ως αγνώστου πατρός. Ωστόσο, ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά την ακροαματική διαδικασία, ανέφερε ότι αρχικώς διατηρούσε επικοινωνία με τον σύντροφό της, ο οποίος ήταν και ο ίδιος αιτητής διεθνούς προστασίας στη Γαλλία, πλην όμως στη συνέχεια εκείνος διέκοψε κάθε επικοινωνία μαζί της. Περαιτέρω, ως Τεκμήριο 3 (κατατεθέν στις 16.10.2023), σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, κατατέθηκε η επιβεβαίωση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας και της ανήλικης θυγατέρας της Αιτήτριας, ημερομηνίας 26.10.2023.
41. Αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματός της, η Αιτήτρια επανέλαβε τις βασικές παραμέτρους των ισχυρισμών που είχε προβάλλει και κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας. Ειδικότερα, υποστήριξε ότι σε νεαρή ηλικία παραδόθηκε ως αντάλλαγμα στον αρχηγό της κοινότητάς της, ο οποίος, σε μεταγενέστερο στάδιο και μετά τον θάνατο της γυναίκας του, την υπέβαλε σε σωματική και σεξουαλική κακοποίηση. Επιπλέον, ότι μετά το θάνατό του κακοποιούνταν από τους υιούς του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι διέφυγε μαζί με τον σύντροφό της σε άλλη πολιτεία, συγκεκριμένα στην πολιτεία Αnambra, όπου διέμεναν για σημαντικό χρονικό διάστημα (περί το 2013 έως το 2019). Ακολούθως, κατά τους ισχυρισμούς της, ο σύντροφός της εξαφανίστηκε, ενώ η ίδια συνελήφθη κατόπιν εφόδου της αστυνομίας στον χώρο όπου λειτουργούσε το κατάστημα που διατηρούσε ο σύντροφός της μαζί με τη μητέρα του, και εν συνεχεία κρατήθηκε σε σωφρονιστικό κατάστημα στην πολιτεία Ebonyi περί τους 11 μήνες. Το Δικαστήριο είχε τη δυνατότητα να υποβάλει διευκρινιστικής και διερευνητικής φύσεως ερωτήματα στην Αιτήτρια επί του συνόλου των ουσιωδών παραμέτρων του αφηγήματός της.
42. Προχωρώντας στην de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, επισημαίνεται καταρχάς ο λανθασμένος διαχωρισμός των ουσιωδών ισχυρισμών της Αιτήτριας από τους Καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι, απομονώνοντας από το σύνολο του αφηγήματός της μόνον δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, παραγνώρισαν κρίσιμες και ουσιώδεις παραμέτρους αυτού, και δη τον ισχυρισμό περί φερόμενης δίωξής της από τις αρχές της χώρας καταγωγής της. Όπως υποδεικνύει ο Πρακτικός Οδηγός της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO, και πλέον Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο, EUAA) , «η προσήκουσα ταυτοποίηση των ουσιωδών ισχυρισμών είναι ουσιώδης τόσο για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας όσο και για την αξιολόγηση κινδύνου».[1] Περαιτέρω, όπως θα αναλυθεί κατωτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση αγνόησαν, δεν διερεύνησαν ούτε αξιολόγησαν δεόντως το γεγονός ότι η Αιτήτρια, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν ήδη μητέρα ανήλικης θυγατέρας, γεννηθείσας στη Δημοκρατία (βλ. ερ. 60), στοιχείο το οποίο επηρεάζει κατ’ επέκταση τόσο την αξιολόγηση της αίτησής της όσο και την εξέταση του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου.
43. Διαχωρίζοντας κατ’ ορθό τρόπο τους ουσιώδεις ισχυρισμούς της Αιτήτριας, ως πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός εξετάζεται η χώρα καταγωγής της, ο τόπος προηγούμενης συνήθους διαμονής της, καθώς και τα επιμέρους στοιχεία του προσωπικού της προφίλ. Ως δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός διακρίνεται ο ισχυρισμός ότι, από την ηλικία περίπου τεσσάρων (4) ετών, η Αιτήτρια παραδόθηκε από την οικογένειά της στον αρχηγό της κοινότητας και ότι, κατά την πολυετή παραμονή της υπό τον έλεγχό του, υπέστη κακοποιητική μεταχείριση, συμπεριλαμβανομένης σεξουαλικής κακοποίησης τόσο από τον ίδιο όσο και, μεταγενέστερα και μετά τον θάνατό του, από τους υιούς του. Ως τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός απομονώνεται η κατηγορία που, κατά τους ισχυρισμούς της, της αποδόθηκε από μέλη της οικογένειας του θανόντος αρχηγού και από άλλα μέλη της κοινότητας, σύμφωνα με την οποία ο θάνατός του αποδίδεται στην ίδια. Τέλος, ως τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός προβάλλεται ότι η Αιτήτρια διώχθηκε από τις αρχές της χώρας καταγωγής της, με αφορμή την αναζήτηση του τότε συντρόφου της, ο οποίος φέρεται να είχε σχέση με το κίνημα της Biafra, όπου κρατήθηκε σε φυλακή και δραπέτευσε μετά από πυρκαγιά. Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[2]
44. Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό της γίνονται αποδεκτά, για τους λόγους που αναπτύσσονται στην έκθεση, η οποία αποτέλεσε την αιτιολογική βάση της επίδικη απόφασης, το σύνολο των προσωπικών της στοιχείων, του τόπου καταγωγής και διαμονής όπως καταγράφονται στα ερ. 116 και 115. Η αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού εδραιώνεται περαιτέρω και από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες εντοπίζονται στο διοικητικό φάκελο καθώς επίσης και από το διαβατήριο που προσκόμισε η ίδια η Αιτήτρια. Επισημαίνεται ωστόσο, ότι η Αιτήτρια έχει δηλώσει διαφορετική χρονολογία γέννησης από την αναγραφόμενη στο διαβατήριό της. Ειδικότερα, η Αιτήτρια στις συνεντεύξεις της αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου δηλώνει ότι γεννήθηκε το 1998 ενώ στο διαβατήριο της καταγράφεται η ημερομηνία 1991. Ερωτηθείσα σχετικώς, η Αιτήτρια ανέφερε ότι η ίδια δεν συμμετείχε στη διαδικασία έκδοσης του διαβατηρίου της καθώς την συνέδραμαν σχετικά ένας ιερέας και μία γυναίκα. Ως προς τη διαδικασία έκδοσης διαβατηρίου στη Νιγηρία το Δικαστήριο προέβη σε έρευνα από εξωτερικές πηγές.
45. Σύμφωνα με επίσημες πηγές από τη χώρα καταγωγής, αρμόδια αρχή για την έκδοση διαβατηρίων είναι το Nigeria Immigration Services (NIS).[3] Το διαβατήριο που εκδίδεται σε πολίτες αναφέρεται ως “enhanced e-passport” και πρόκειται για αυξημένης ασφάλειας τύπο διαβατηρίου που ξεκίνησε να εκδίδεται στην Νιγηρία στις αρχές του 2019. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι το διαβατήριο της Αιτήτριας φέρει ημερομηνία έκδοσης Αυγούστου του 2026, στην τοποθεσία Abuja. Υπάρχουν επίσης το “diplomatic passport” και το “official passport”, τα οποία αφορούν διπλωμάτες και αξιωματούχους. Η διαδικασία έκδοσης (enhanced e-passport) διαβατηρίων, η οποία ξεκινά με ηλεκτρονική αίτηση στην ιστοσελίδα του Nigeria Immigration Services, διαφοροποιείται μεταξύ ατόμων που βρίσκονται εντός της χώρας και ατόμων που βρίσκονται εκτός, μεταξύ ενηλίκων και ανηλίκων, μεταξύ πολιτών εκ γενετής και πολιτών κατόπιν πολιτογράφησης. Αναφορικά με ενήλικες Νιγηριανούς (18 ετών και άνω) που είναι πολίτες εκ γενετής, όπως εν προκειμένω η Αιτήτρια, απαιτούνται τα εξής:[4]
- Η ηλεκτρονική διαδικασία αίτησης ξεκινά με την ταυτοποίηση του Εθνικού Προσωπικού Αριθμού (National Identification Number- NIN)
- Πιστοποιητικό Πολιτείας καταγωγής (state of origin certificate), το οποίο εκδίδεται από την Περιοχή Τοπικής Αυτοδιοίκησης (LGA) καταγωγής (και όχι διαμονής) του εκάστοτε ενδιαφερόμενου, κάρτα διαμονής (residence card) ή Εθνική Ταυτότητα (National Identity Card), ή «επιστολή εισαγωγής για υπαλλήλους του Δημοσίου ως Νιγηριανού πολίτη», η οποία να αναφέρει τον αριθμό υπηρεσίας, τη διάρκεια υπηρεσίας και την ιδιότητα/θέση ή βαθμό και να συνοδεύεται από έγκυρη κάρτα προσωπικού.
- Συμπληρωμένο έντυπο αίτησης διαβατηρίου και 2 φωτογραφίες διαβατηρίου (με υπογραφή/θεώρηση στο πίσω μέρος από τον εγγυητή)·
- Συμπληρωμένο έντυπο εγγυητή (guarantors’ form), υπογεγραμμένο ενώπιον Επιτρόπου Ενόρκων Δηλώσεων (Commissioner for Oaths) και, συνημμένα, φωτοαντίγραφο της σελίδας στοιχείων (data page) του διαβατηρίου του εγγυητή και 1 φωτογραφία μεγέθους διαβατηρίου του εγγυητή·
- Πιστοποιητικό γάμου, όπου εφαρμόζεται·
- Πιστοποιητικό γέννησης (πιστοποιητικό εκδοθέν από την Εθνική Επιτροπή Πληθυσμού – National Population Commission (NPC) απαιτείται για αιτούντες με ημερομηνία γέννησης «με ισχύ» από τον Δεκέμβριο 1992) ή δήλωση ηλικίας θεωρημένη από Επίτροπο Ενόρκων Βεβαιώσεων και, συνημμένα, 1 φωτογραφία μεγέθους διαβατηρίου·
- Αποδεικτικό καταχώρισης (acknowledgement slip) και απόδειξη πληρωμής.
- Προγραμματισμός ραντεβού σε γραφείο του Nigeria Immigration Services που επιλέγει ο ίδιος ο αιτητής κατά την ηλεκτρονική του αίτηση, για κατάθεση των αποδεικτικών πληρωμής/ραντεβού.
46. Σημειώνεται ότι οι αιτούντες υποχρεούνται να εμφανιστούν στο Γραφείο Μετανάστευσης για λήψη φωτογραφίας και βιομετρικών δεδομένων. Δεν παρέχονται ειδικές πληροφορίες για πρακτικές/προϋποθέσεις έκδοσης διαβατηρίων ειδικά σε αγροτικές περιοχές (π.χ. διαθεσιμότητα γραφείων, πρόσβαση, διαφορετική πρακτική, συχνότητα ραντεβού κ.λπ.). Περιγράφεται ωστόσο γενικά ότι η διαδικασία απαιτεί ηλεκτρονική αίτηση.
Τα ανωτέρω καταγράφονται και σε πρόσφατη απάντηση που έδωσε σε αντίστοιχο ερώτημα το Immigration and Refugee Board of Canada (IRB), στις 10 Νοεμβρίου 2025.[5] Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, δεν προκύπτει ότι, βάσει της θεσμοθετημένης – κατά τις προαναφερθείσες πηγές – διαδικασίας, είναι ευχερής η αλλοίωση της ηλικίας της Αιτήτριας. Ελλείψει οποιουδήποτε άλλου επίσημου εγγράφου που να στοιχειοθετεί το αντίθετο, κρίνεται ότι ως ηλικία της Αιτήτριας πρέπει να ληφθεί εκείνη που αναγράφεται στο επίσημο έγγραφο ταυτοποίησης το οποίο η ίδια προσκόμισε, παρά τις περί του αντιθέτου αναφορές της.
47. Περαιτέρω, πέραν της οικογένειάς της που διαμένει στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια έχει πλέον και μία ανήλικη θυγατέρα, η οποία γεννήθηκε τον Νοέμβριο του 2022. Η Αιτήτρια, κατά τα αρχικά στάδια της διαδικασίας εξέτασης της αίτησής της, είχε δηλώσει ότι διατηρούσε επικοινωνία με τον σύντροφό της. Ωστόσο, ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι δεν έχει πλέον επικοινωνία μαζί του, ενώ από το πιστοποιητικό γέννησης της ανήλικης, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 στις 10.3.2025 στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, προκύπτει ότι η ανήλικη είναι αγνώστου πατρός. Ως εκ τούτου, γίνεται δεκτό ότι η Αιτήτρια είναι μητέρα ανήλικου τέκνου, το οποίο φαίνεται να έλαβε βεβαίωση υποβολής αίτησης στις 30.11.2022 (βλ. Τεκμήριο 3 της παρούσας διαδικασίας, κατατεθέν στις 16.10.2023, επίσης ερ. 25 έως 27 του δ.φ.).
48. Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας περί της παράδοσής της στον αρχηγό της κοινότητας και της μετέπειτα κακοποίησής της από αυτόν, παρατηρείται ότι η Αιτήτρια υπήρξε συνεκτική ως προς τον χρόνο και τις περιστάσεις της φερόμενης δίωξής της. Ειδικότερα, καθόρισε, στο μέτρο που ήταν δυνατόν λαμβανομένης υπόψη της ανηλικότητάς της όταν έλαβε χώρα η παράδοση, ότι ο λόγος της παράδοσής της, σύμφωνα με όσα της είχαν μεταφερθεί, συνδεόταν με οφειλές της οικογένειάς της προς τον αρχηγό της κοινότητας.
49. Η Αιτήτρια περιέγραψε με γενικούς αλλά σαφείς όρους τις συνθήκες παραμονής της στην οικία του αρχηγού, ενώ υπήρξε συνεκτική ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της κακοποίησής της, καθώς και ως προς την πρώτη φορά που υπέστη σεξουαλική κακοποίηση, την οποία τοποθέτησε χρονικά μετά τον θάνατο της συζύγου του αρχηγού. Γενικά οι αναφορές της Αιτήτρια χαρακτηρίζονται από χρονική συνέπεια. Περαιτέρω, περιέγραψε την απόπειρα διαφυγής της και την επιστροφή της στην οικογένειά της, καθώς και την απόφαση των γεροντότερων της κοινότητας να επιστραφεί εκ νέου στον αρχηγό. Επιπλέον, υπήρξε συνεκτική ως προς τις περιστάσεις γνωριμίας και σχέσης της με τον τότε σύντροφό της, παρά τις συνθήκες κράτησής της, τόσο ενώπιον του Δικαστηρίου, όπου ερωτήθηκε επ’ αυτών, όσο και κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεών της στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας (ήτοι ότι γνωρίστηκαν όταν αυτή πήγαινε στην αγορά και ο σύντροφός της βρισκόταν σε ένα γάμο βλ. ερ. 48 και ακροαματική διαδικασία). Παρατηρείται, ωστόσο, ότι η Αιτήτρια δεν υπήρξε απολύτως συνεκτική ως προς τον τρόπο διευθέτησης και επικοινωνίας της με τον σύντροφό της, καθόσον, κατά τη διοικητική διαδικασία, ανέφερε ότι η επικοινωνία τους λάμβανε χώρα μέσω τηλεφώνου (βλ. ερ. 48), ενώ κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία της 2.6.2025 δήλωσε ότι η επικοινωνία τους πραγματοποιείτο μέσω γειτόνισσας. Ωστόσο, η εν λόγω διαφοροποίηση στο αφήγημα δεν κρίνεται ουσιώδης, καθόσον αφορά περιφερειακό ζήτημα του συναφούς ισχυρισμού και δεν πλήττει τον πυρήνα αυτού. Επιπλέον, η διαφοροποίηση στο αφήγημα είναι περιορισμένη καθώς ακόμα και κατά τη διοικητική διαδοσία σε μετέπειτα στάδιο της συνέντευξής της αναφέρθηεκ στη συμβολή της εν λόγω γυναίκας στη διαφυγή της, ισχυρισμό που επανέλαβε και ενώπιον του δικαστηρίου (ερ. 46).
50. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών της, αυτές αφορούν σε αμιγώς προσωπικής φύσεως περιστατικά, τα οποία δεν δύνανται ευλόγως να επιβεβαιωθούν μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Ομοίως, η Αιτήτρια δεν προσκόμισε οποιαδήποτε συναφή μαρτυρία ή αποδεικτικό στοιχείο. Ωστόσο, το Δικαστήριο προέβη στην εξέταση περιφερειακών πτυχών των δηλώσεών της, στο μέτρο που αυτές μπορούσαν να τύχουν αντικειμενικής αξιολόγησης. Σε Έκθεση της EUAA του Νοεμβρίου 2025 με τίτλο «Nigeria – Country Focus», καταγράφεται η σοβαρή έκταση της εμπορίας και εκμετάλλευσης παιδιών στη Νιγηρία και αναφέρεται ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, γονείς, λόγω έλλειψης ενημέρωσης, “παραδίδουν” (hand over) τα παιδιά τους σε διακινητές, οι οποίοι παρουσιάζονται ως εργαζόμενοι παροχής βοήθειας.[6]
51. Σε σχέση ειδικά με το στοιχείο οφειλές/ παιδί ως “αντάλλαγμα” ή μηχανισμός εξόφλησης οφειλής/δανείου, η έρευνα του 2022 «Nigeria Forced Labour Survey» που διενεργήθηκε από την Διεθνή Οργάνωση Εργασίας από κοινού με την Στατιστική Υπηρεσία της Νιγηρίας, αναφέρει ότι η δουλεία λόγω χρέους (debt bondage) μπορεί να προκύψει, μεταξύ άλλων, όταν παιδιά “στρατολογούνται ως αντάλλαγμα για δάνειο” που χορηγήθηκε σε γονείς ή συγγενείς, και ότι οι στρατολογητές/εργοδότες ενδέχεται να δυσχεραίνουν την αποδέσμευση από το χρέος μέσω χειρισμών (π.χ. υποτίμηση εργασίας, διόγκωση τόκων κ.λπ.).[7] Επιπλέον, σε επίπεδο ειδικότερων κοινοτικών πρακτικών, υπάρχουν δημοσιογραφικές καταγραφές για τη λεγόμενη πρακτική “money marriages/money wives”, κατά την οποία κορίτσια παραδίδονται/“πωλούνται” για την εξόφληση χρεών των οικογενειών τους, στο πλαίσιο παράδοσης ανηλίκων σε τρίτους.[8] Οι ανωτέρω πηγές συντέμνονται με τις δηλώσεις της Αιτήτριας και γίνεται δεκτό ότι η εν λόγω πρακτική εκμετάλλευσης ανηλίκων ως αντάλλαγμα σε χρέη, υφίσταται στη χώρα καταγωγής της. Περαιτέρω επιβεβαιώνεται από εξωτερικές πηγές η ύπαρξη παραδοσιακών τίτλων αρχηγίας πέραν αυτών που υφίστανται σε κρατικό επίπεδο. Από τις ακόλουθες πηγές συγκεκριμένα, προκύπτει ότι οι παραδοσιακοί ηγέτες στη Νιγηρία φέρουν τίτλους που διαφέρουν ανά εθνοτική ομάδα και ασκούν κοινωνική και πολιτιστική επιρροή εντός των κοινοτήτων τους.[9] Παράλληλα, η ύπαρξη διαφορών/διαμαχών για παραδοσιακούς τίτλους (chieftaincy disputes) καταγράφεται ως φαινόμενο που μπορεί να οδηγήσει σε διαδικασίες επίλυσης/αναγνώρισης σε επίπεδο πολιτειακών αρχών και/ή δικαστηρίων.[10] Η ύπαρξη κοινοτικών/πολιτιστικών πρακτικών τεκμηριώνεται από αναφορές στον εορτασμό του Iri Ji / New Yam Festival (παραδοσιακή γιορτή των Igbo), που παρουσιάζεται ως ετήσιο πολιτιστικό γεγονός με τελετουργικό χαρακτήρα και συμμετοχή μελών της κοινότητας/διασποράς και επισήμων, μεταξύ άλλων και στις περιοχές Enuogu-Nkerefi και Imeoha-Nkerefi (περιοχή διαμονής της Αιτήτριας).[11] Οι ίδιες πηγές καταγράφουν την ύπαρξη παραδοσιακής ηγεσίας (traditional ruler) με τον τίτλο “Igwe” σε επίπεδο αυτόνομης κοινότητας, με εμφανή ρόλο ιδίως σε πολιτιστικές/κοινοτικές εκδηλώσεις και δημόσιες παρεμβάσεις.[12] Ενδεικτικά, δημοσιεύματα συνδέουν τον εορτασμό του Iri Ji με το παλάτι/έδρα παραδοσιακού ηγέτη. Ειδικότερα, για την κοινότητα Ishienu Amofu της Nkerefi, υπάρχουν αναφορές σε αμφισβητήσεις σχετικά με τη διαδικασία ανάδειξης του νέου Igwe τον Φεβρουάριο του 2024.[13]
52. Υπό το φως των ανωτέρω ευρημάτων, ο δεύτερος ισχυρισμός της Αιτήτριας γίνεται αποδεκτός.
53. Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, αναφορικά με την απόδοση στην Αιτήτρια της ευθύνης για τον θάνατο του αρχηγού της κοινότητας από μέλη της οικογένειάς του και από άλλα μέλη της κοινότητας, καθώς και τη μετέπειτα κακοποίησή της από τα μέλη της οικογένειας του θανόντος, επισημαίνονται τα εξής. Η Αιτήτρια περιέγραψε το τελετουργικό που έλαβε χώρα μετά τον θάνατο του αρχηγού, στο οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, υπεβλήθη, στοιχείο το οποίο υπήρξε συνεκτικό και απαντά ήδη από το στάδιο της καταγραφής της αίτησής της, καθώς και σε όλα τα μεταγενέστερα στάδια εξέτασής της. Περαιτέρω, η Αιτήτρια δήλωσε ότι, μετά τον θάνατο του αρχηγού, εξαναγκάστηκε να παραμείνει στην οικία του, όπου υπέστη σωματική και σεξουαλική κακοποίηση από τους τρεις υιούς του. Ως προς το σημείο αυτό, υπήρξε επίσης συνεκτική, τόσο ως προς το ίδιο το συμβάν όσο και ως προς τη χρονική περίοδο κατά την οποία αυτό έλαβε χώρα. Κατά τη διοικητική διαδικασία, η Αιτήτρια κλήθηκε να αναφέρει χαρακτηριστικό περιστατικό κακοποίησής της, πράγμα το οποίο έπραξε, ενώ ενώπιον του Δικαστηρίου προέβη σε ονομαστική αναφορά των εμπλεκομένων προσώπων και του αρχηγού, κατά τρόπο συνεπή προς τις αντίστοιχες δηλώσεις της κατά τη διοικητική διαδικασία, οπότε είχε ερωτηθεί σχετικά με το όνομα του αρχηγού. Η Αιτήτρια αναφέρθηκε, επιπλέον, στη διαφυγή της από τους φερόμενους φορείς δίωξής της, με τη συνδρομή του συντρόφου της και της προαναφερθείσας γειτόνισσας. Στο μέτρο που ερωτήθηκε, υπήρξε συνεκτική ως προς το αφήγημά της, μολονότι δεν προέβη σε εκτενή περιγραφή της φερόμενης κακοποίησής της, η οποία, κατά δήλωσή της, διήρκεσε χρονικό διάστημα περίπου δύο (2) ετών. Δεδομένης της σύνδεσης του εν λόγω ισχυρισμού με τον προηγούμενο, καθώς και της συνολικής εσωτερικής συνοχής των δηλώσεών της, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός κρίνεται ως επαρκώς εσωτερικά αξιόπιστος.
54. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών της, αυτές αφορούν σε αμιγώς προσωπικής φύσεως περιστατικά, τα οποία δεν δύνανται ευλόγως να επιβεβαιωθούν μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, ενώ επισημαίνεται ότι η Αιτήτρια δεν προσκόμισε οποιαδήποτε συναφή μαρτυρία ή αποδεικτικό στοιχείο. Υπό το φως των ανωτέρω ευρημάτων ο υπό εξέταση ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός στο σύνολό του.
55. Τέλος, ως προς τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, περί της σύλληψης και δίωξής της από τις αρχές της χώρας καταγωγής της, όπου κρατήθηκε σε φυλακή και δραπέτευσε μετά από πυρκαγιά με αφορμή την αναζήτηση του τότε συντρόφου της, ο οποίος φέρεται να είχε σχέση με το κίνημα της Biafra, επισημαίνονται τα εξής. Στο πλαίσιο του εν λόγω ισχυρισμού, η Αιτήτρια ανέφερε ότι, μετά τη διαφυγή της περί το έτος 2013 με τη συνδρομή του συντρόφου της, παρέμεινε έως και το 2016 μαζί με τον εν λόγω σύντροφο και τη μητέρα του στην Πολιτεία Anambra, όπου βοηθούσε στην οικογενειακή επιχείρηση πώλησης εξαρτημάτων που διατηρούσαν. Σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο, ο σύντροφός της εξαφανίστηκε, ενώ η ίδια δήλωσε ότι διωκόταν λόγω της φερόμενης υποστήριξης του συντρόφου της προς το κίνημα της Biafra. Περαιτέρω, περί το 2019, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, οι αρχές της χώρας καταγωγής της αναζήτησαν τον σύντροφό της στο εν λόγω κατάστημα.
56. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι έφερε στο χέρι της και στις παντόφλες της σύμβολα της Biafra, γεγονός το οποίο, κατά δήλωσή της, οδήγησε στη σύλληψή της. Ακολούθως, ισχυρίστηκε ότι οδηγήθηκε σε αστυνομικό σταθμό, όπου, κατά σύμπτωση, εργαζόταν ως αστυνομικός ο μεγαλύτερος υιός του αρχηγού της κοινότητας από τον οποίο είχε διαφύγει. Κατά τους ισχυρισμούς της, κρατήθηκε και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στις φυλακές της Πολιτείας Ebonyi, όπου παρέμεινε για χρονικό διάστημα περίπου δέκα (10) μηνών, έως ότου κατόρθωσε να δραπετεύσει μετά το ξέσπασμα πυρκαγιάς, μαζί με άλλους συγκρατουμένους της.
57. Αξιολογώντας τις δηλώσεις της Αιτήτριας ως προς τον εν λόγω ισχυρισμό, παρατηρείται ότι αυτή δεν είχε αναφέρει κατά την αρχική καταγραφή της αίτησής της ότι είχε κρατηθεί από τις αρχές της χώρας καταγωγής της, ούτε κατά το στάδιο της καταγραφής, ούτε κατά την αξιολόγηση ευαλωτότητας. Ωστόσο, κατά τη διεξαγωγή της ουσιαστικής συνέντευξης, και όταν κλήθηκε να διευκρινίσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει την αίτησή της, εξήγησε ότι ο βασικός λόγος φυγής της ήταν η δίωξη που υφίστατο από την οικογένεια του αρχηγού της κοινότητας, της οποίας προέκταση αποτέλεσε, κατά τους ισχυρισμούς της, και η τιμωρητική στάση του υιού του αρχηγού όταν τη συνάντησε στον αστυνομικό σταθμό. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η ίδια η Αιτήτρια αντιλαμβανόταν τον χειρισμό της από τις αρχές και τη μεταγενέστερη κράτησή της ως συνέχεια και προέκταση της εκδικητικής συμπεριφοράς της οικογένειας του αρχηγού της κοινότητας. Ως εκ τούτου, παρά το γεγονός ότι εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να γίνει λόγος για διαφοροποίηση του ισχυρισμού της, στην ουσία, σύμφωνα με την ίδια την αντίληψη της Αιτήτριας, πρόκειται για ενιαίο αφήγημα δίωξης, με κοινή αφετηρία και κίνητρο (βλ. ερ. 29, σημείο 1χ).
58. Η Αιτήτρια, τόσο ενώπιον της διοίκησης όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, ερωτήθηκε αναφορικά με το γεγονός ότι, κατά το χρονικό διάστημα των τριών ετών κατά τα οποία διέμενε στην Πολιτεία Anambra, δεν φαίνεται να αναζητήθηκε από τις αρχές της χώρας καταγωγής της και ότι, γενικότερα, η κατάστασή της κατά το διάστημα αυτό παρουσιαζόταν ως ομαλή. Η ίδια ανέφερε ότι κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα κρυβόταν και ότι δεν διατηρούσε ιδιαίτερες επαφές εκτός του στενού περιβάλλοντός της, ισχυρισμός ο οποίος προβάλλεται με συνεκτικό τρόπο τόσο ενώπιον της Διοίκησης όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου. H αναφορά της ότι ενίοτε χτένιζε γειτόνισσες στην περιοχή όπου διέμενε δεν μπορεί να θεωρηθεί από μόνη της ότι η Αιτήτρια εκτίθετο σε μεγάλο βαθμό κοινωνικά.
59. Περαιτέρω, η Αιτήτρια περιέγραψε τις συνθήκες της κράτησής της με παρόμοιο τρόπο και στα δύο διαδικαστικά στάδια, γεγονός που ενισχύει την εσωτερική συνοχή των δηλώσεών της ως προς το συγκεκριμένο σκέλος. Ωστόσο, η συνάντησή της με τον υιό του αρχηγού της κοινότητας εντός αστυνομικού σταθμού, υπό τις περιγραφόμενες περιστάσεις, εμφανίζεται εκ πρώτης όψεως ως δυσχερώς ευλογοφανής, καθότι πρόκειται για ένα εξαιρετικά τυχαίο γεγονός. Παρά ταύτα, το στοιχείο αυτό, και μόνο, δεν δύναται να χαρακτηριστεί ως απίθανο ούτε αρκεί αυτοτελώς για την απόρριψη του σχετικού ισχυρισμού.
60. Ως προς το περιστατικό της πυρκαγιάς και της απόδρασής της από τη φυλακή, προκύπτουν ορισμένα σημεία τα οποία εγείρουν εύλογα ερωτήματα. Ειδικότερα, η περιγραφή της αιφνίδιας εκδήλωσης πυρκαγιάς, της μαζικής εξόδου των κρατουμένων, της διαφυγής της Αιτήτριας χωρίς ένδυση και της άμεσης παροχής βοήθειας από άγνωστη γυναίκα σε παρακείμενη οικία, παρουσιάζει στοιχεία μειωμένης ευλογοφάνειας και προσεγγίζει τα όρια του απίθανου. Πλην όμως, όπως θα εξεταστεί εκτενέστερα στο πλαίσιο της αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας, προκύπτει ότι πράγματι έλαβε χώρα πυρκαγιά στη συγκεκριμένη φυλακή κατά τον επίμαχο χρόνο, στοιχείο το οποίο δεν μπορεί να αγνοηθεί. Γενικότερα, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει εκτενείς ή ιδιαιτέρως βιωματικές λεπτομέρειες πέραν των βασικών συνθηκών κράτησής της, προβαίνοντας σε γενικές πλην συνεκτικές περιγραφές. Συνεκτική υπήρξε επίσης η αφήγησή της ως προς το πρόσωπο της γυναίκας που τη βοήθησε μετά τη διαφυγή της, πρόσωπο στο οποίο, κατά δήλωσή της, την παρέπεμψε η μητέρα του συντρόφου της, καθώς και ως προς την μετέπειτα παραμονή της σε εκκλησιαστικό χώρο υπό την προστασία ιερέα, όπου φέρεται να διέμεινε για περίπου ένα έτος. Ωστόσο, οι αναφορές της σχετικά με το διάστημα αυτό παραμένουν γενικές και στερούνται συγκεκριμένων βιωματικών στοιχείων, ενώ το γεγονός ότι δεν επιχείρησε να επανασυνδεθεί ή να επικοινωνήσει με τον εν λόγω ιερέα ή με άλλα πρόσωπα στη χώρα καταγωγής της, αιτιολογείται με εξηγήσεις οι οποίες δεν κρίνονται ιδιαιτέρως ευλογοφανείς. Εντούτοις, τα ανωτέρω ζητήματα αφορούν κυρίως περιφερειακές πτυχές του αφηγήματος και δεν άπτονται άμεσα του πυρήνα του ισχυρισμού περί κράτησης και δίωξης από τις αρχές της χώρας καταγωγής της. Τέλος, αξιοσημείωτο είναι ότι, παρά τον ισχυρισμό της περί ενεργού δίωξης από τις αρχές, η Αιτήτρια φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της χωρίς να αντιμετωπίσει δυσχέρειες, αναχωρώντας νομίμως από το αεροδρόμιο της Αμπούτζα, ενώ δεν προκύπτει ότι αντιμετώπισε προβλήματα ούτε κατά την έκδοση του διαβατηρίου της, την οποία, κατά δήλωσή της, διευκόλυναν τρίτα πρόσωπα. Το στοιχείο αυτό, το οποίο θα συνεκτιμηθεί ιδίως στο πλαίσιο της αξιολόγησης του μελλοντικού κινδύνου, συνηγορεί υπέρ του συμπεράσματος ότι, κατά τον χρόνο αναχώρησής της, δεν υφίστατο ενεργή και συστηματική αναζήτησή της από τις αρχές της χώρας. Αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι καίτοι κρυμμένη ως ανέφερε εξακολουθούσε να διαμένει στη χώρα της στη πρωτεύουσα Abuja για περίοδο πέραν του ενός έτους, χωρίς σημεία ενεργούς αναζήτησής της από τις αρχές της χώρας της.
61. Ως προς την εξωτερική πτυχή του εν λόγω ισχυρισμού, επισημαίνεται ότι η Αιτήτρια δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία ή αποδεικτικό στοιχείο που να αφορά ειδικώς το πρόσωπό της. Πλην όμως, προσκόμισε εξωτερική πηγή πληροφόρησης, από την οποία προκύπτει περιστατικό πυρκαγιάς σε χώρο κράτησης, στο οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, κρατείτο, κατά το χρονικό διάστημα που η ίδια καθόρισε. Ειδικότερα, το Δικαστήριο προέβη σε έρευνα εξωτερικών πηγών πληροφόρησης αναφορικά με τα κατωτέρω.
62. Επισημαίνεται καταρχάς ότι σύμφωνα με πηγές που τίθενται ανωτέρω υπό την εξέταση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, απαραίτητη για την έκδοση διαβατηρίου είναι εντέλει και η παρουσία του ίδιου του ενδιαφερόμενου προσώπου για σκοπούς φωτογράφησης και λήψης βιομετρικών δεδομένων. Η Αιτήτρια κατά την ακροαματική διαδικασία της 2.12.2026 ερωτηθείσα σχετικά με τη διαδικασία έκδοσης του διαβατηρίου της, δήλωσε ότι την ανέλαβε ο πάστορας που τη συνέδραμε χωρίς να είναι σε θέση να δώσει επαρκείς εξηγήσεις ως προς τη λήψη της φωτογραφίας που χρησιμοποιήθηκε για το διαβατήριό της. Οι γενικές δηλώσεις της σε συνάρτηση με τις υπό αναφορά εξωτερικές πηγές δεν συνηγορούν επί του ισχυρισμού της ότι αυτή βρισκόταν υπό δίωξη καθώς το διαβατήριο της εκδόθηκε τον Αύγουστο του 2021, σημαντικό διάστημα από τη φερόμενη διαφυγή της από τις φυλακές όπου κρατούνταν.
63. Ως προς τη στάση των αρχών έναντι των μελών του ΙPOB και των μελών των οικογενειών τους εντοπίστηκαν τα κάτωθι. Όπως καταγράφεται και στην πολύ πρόσφατη έκθεση της EUAA του Νοεμβρίου 2025 «Nigeria- COI Country Focus», η κρατική καταστολή απέναντι σε αποσχιστικά κινήματα και σε πρόσωπα που θεωρούνται υποστηρικτές είναι «συχνή» και «υπερβολική».[14] Πρόσωπα που ζουν στη Νοτιοανατολική Νιγηρία αναφέρεται ότι διατρέχουν κίνδυνο αυθαίρετων συλλήψεων στο πλαίσιο της εκστρατείας του κράτους κατά της ένοπλης πτέρυγας του IPOB (ESN).[15] Καταγράφονται επίσης περιπτώσεις όπου δυνάμεις ασφαλείας έκαναν εφόδους σε κοινότητες στη Νοτιοανατολική περιοχή, παρενοχλώντας και συλλαμβάνοντας άτομα (τα οποία στη συνέχεια αφέθηκαν ελεύθερα)[16], καθώς και περιπτώσεις παρενόχλησης και εκβιασμών σε σημεία ελέγχου (checkpoints) στη Νοτιοανατολική περιοχή.[17]
64. Επιπλέον, σύμφωνα με έκθεση τοπικής ΜΚΟ, οι νιγηριανές δυνάμεις ασφαλείας κατηγορήθηκαν (στο Ανατολικό τμήμα της χώρας) για εκτεταμένες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπό το πρόσχημα της καταπολέμησης της «τρομοκρατίας του IPOB/ESN/Biafra», όπως αυθαίρετες συλλήψεις, παρατεταμένη κρατήση χωρίς δίκη, μυστικές απαγωγές, βασανιστήρια, εξωδικαστικές εκτελέσεις, εξαναγκαστικές εξαφανίσεις, καταστροφή περιουσίας αμάχων.[18] Σύμφωνα με την ίδια πηγή, οι κρατικές δυνάμεις ασφαλείας ευθύνονταν για περισσότερους από τους διπλάσιους θανάτους αμάχων (32.300) σε σύγκριση με εκείνους που αποδόθηκαν σε ένοπλους μη κρατικούς δρώντες (14.500) στην περιοχή.[19]
65. Σύμφωνα με προφορική πηγή την οποία επικαλείται η EUAA, συγκεκριμένα από ανώτερο σύμβουλο ασφαλείας, πραγματικοί ή ύποπτοι υποστηρικτές του κινήματος της Biafra συχνά συλλαμβάνονται και κρατούνται, σε ορισμένες περιπτώσεις για χρόνια, χωρίς επίσημες κατηγορίες ή δίκη, και πολλοί κρατούνται σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις υπό σκληρές και απάνθρωπες συνθήκες.[20] Κατά την ίδια πηγή, οι δυνάμεις ασφαλείας προβαίνουν συχνά σε μαζικές, αδιάκριτες συλλήψεις και είναι «αρνητικά διακείμενες» απέναντι σε κάθε έκφραση υποστήριξης/συμπάθειας προς το κίνημα της Μπιάφρα (όχι μόνο απέναντι στις ένοπλες ομάδες). Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι εκατοντάδες -αν όχι χιλιάδες- νέοι στη Νοτιοανατολική περιοχή ανακόπτονται σε checkpoints και, αν βρεθεί οτιδήποτε συνδεόμενο με τη Μπιάφρα (π.χ. περιεχόμενο στο κινητό), αντιμετωπίζεται ως «αδίκημα» και οδηγεί σε σύλληψη/κράτηση ή σε απαίτηση να «εξαγοράσουν» την απελευθέρωσή τους» (που η πηγή αποκαλεί «άλλο όνομα για εκβιασμό»). Τέλος, η ίδια πηγή που επικαλείται η EUAA, σημειώνει ότι «εξέχοντα» πρόσωπα που υποστηρίζουν έντονα τη Μπιάφρα, θεωρούνται «πρόσωπα ενδιαφέροντος» από το σύστημα ασφαλείας και παρακολουθούνται στενά, τόσο διαδικτυακά όσο και εκτός διαδικτύου, αλλά αναφέρεται επίσης ότι το κράτος δεν έχει την ικανότητα να παρακολουθεί το σύνολο των υποστηρικτών (άρα δεν είναι πιθανό «όλοι» οι υποστηρικτές να παρακολουθούνται).[21]
66. Πέρα από τη μεταχείριση των προσώπων που θεωρούνται υποστηρικτές, υπάρχουν και ενδείξεις ότι οι αρχές ενίοτε στοχοποιούν συγγενείς μελών/υποστηρικτών. Σε απάντηση του Immigration and Refugee Board of Canada (IRB) του 2022, καταγράφεται δήλωση του συντονιστή της MASSOB ότι συγγενείς, συμπεριλαμβανομένων ανήλικων παιδιών, χαμηλόβαθμων μελών της IPOB συλλαμβάνονται και κρατούνται από την αστυνομία και/ή τον στρατό.[22] Ωστόσο, στην ίδια πηγή παρατίθεται αντίθετη εκτίμηση δημοσιογράφου ότι οι συγγενείς ενεργών ή πρώην μελών δεν αποτελούν, κατά κανόνα, στόχο των αρχών. Ανεξαρτήτως του αν η συγγένεια λειτουργεί ως αυτοτελής λόγος στοχοποίησης, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων καταγράφουν στο Νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας μαζικές εφόδους και αδιάκριτες/αυθαίρετες συλλήψεις, που μπορεί να επηρεάζουν ευρύτερα άτομα του κοινωνικού περιβάλλοντος υπόπτων.
67. Σε μαρτυρία που παραθέτει η Amnesty International στην έκθεσή της του Αυγούστου 2025, αναφέρεται ότι στελέχη του DSS (Department of State Services), της μυστικής αστυνομίας των κυβερνητικών δυνάμεων, απήγαγαν γυναίκα και τα δύο αδέλφια της από το σπίτι τους. Σύμφωνα με τη μαρτυρία, οι αρχές είπαν ότι αναζητούσαν “φίλο” της, ο οποίος ήταν (κατ’ ισχυρισμό) μέλος του IPOB, ζητώντας από την ίδια να τον «φέρει»/υποδείξει.[23]
68. Στην ίδια Έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας (Amnesty International), καταγράφεται η δράση του Ebube Agu, κρατικά υποστηριζόμενης παραστρατιωτικής δύναμης που ιδρύθηκε στις 11 Απριλίου 2021 από τους κυβερνήτες των πέντε νοτιοανατολικών πολιτειών (Abia, Anambra, Ebonyi, Enugu και Imo) ως κοινός μηχανισμός ασφάλειας με σκοπό να υποστηρίξει τις δυνάμεις ασφαλείας.[24] Όπως αναφέρεται, η Ebube Agu διατέθηκε στους πολιτειακούς κυβερνήτες ώστε να κάνουν χρήση της ως ιδιωτικό στρατό της διοίκησής τους, ωστόσο δεν εγκαθιδρύθηκε πρακτικά και στις πέντε αυτές πολιτείες, με την Imo και την Eboniy να είναι οι μόνες όπου το Ebube Agu κατέστη επιχειρησιακό.[25] Εντούτοις, δε συνοδεύτηκε από επαρκές θεσμικό/νομοθετικό πλαίσιο και έχει αντιμετωπίσει πολλαπλές καταγγελίες για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, βασανιστήρια και εξωδικαστικές εκτελέσεις. Σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων των συγκεκριμένων πολιτειών που κατέγραψε η Amnesty International, το Ebube Agu έχει σκοτώσει άτομα, έχει καταστρέψει κοινότητες, έχει κάψει περιουσίες και έχει προβεί σε απαγωγές νέων. Άλλη μαρτυρία αναφέρει ότι τα άτομα που απάγονται από το Ebube Agu συνήθως κατηγορούνται ότι είναι μέλη του IPOB και πως, όποιος βρεθεί να έχει στην κατοχή του σημαία της Μπιάφρα συλλαμβάνεται, ακόμα κι αν δεν είναι στην πραγματικότητα μέλος του IPOB. Περαιτέρω μαρτυρία αναφέρει ότι τα μέλη του Ebube Agu γνωρίζουν πολύ καλά τα άτομα που στοχοποιούνται καθώς ζουν στην ίδια κοινότητα και στη συνέχεια τα «καταδίδουν» στο DSS.[26] Με βάση τα ανωτέρω, επιβεβαιώνονται οι δηλώσεις της Αιτήτριας ως προς την ύπαρξη του IPOB, τους σκοπούς του, καθώς και ως προς τη δίωξη μελών του και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μελών των οικογενειών τους από τις αρχές.
69. Ωστόσο, υπό το φως των ίδιων αντικειμενικών δεδομένων και λαμβανομένης υπόψη της θέσης της Αιτήτριας ότι ο σύντροφός της διέφυγε κατά το διάστημα 2016–2019 και ότι η ίδια συνελήφθη και αναζητείτο εξαιτίας της συμμετοχής του στο IPOB, δεν κρίνεται, καταρχάς, εύλογη η εκ μέρους της εμφανής χρήση και κατοχή αντικειμένων που, κατά τους ισχυρισμούς της, παρέπεμπαν ευθέως στη σύνδεσή της με την εν λόγω οργάνωση (όπως παντόφλες και βραχιόλι με διακριτικά της οργάνωσης), ιδίως ενόψει της σκληρής στάσης των αρχών έναντι των φερόμενων υποστηρικτών της.
70. Περαιτέρω, δεν κρίνεται εύλογη η πάροδος τριών ετών από τη φερόμενη αναζήτηση του συντρόφου της χωρίς να προκύπτουν συγκεκριμένες ενέργειες ή εξελίξεις εις βάρος της ίδιας κατά το εν λόγω διάστημα. Ταυτόχρονα, παρατηρείται ότι οι αναφορές της Αιτήτριας σχετικά με τη δράση και τη συμμετοχή του συντρόφου της στην οργάνωση υπήρξαν ιδιαιτέρως γενικές και αόριστες, χωρίς παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών, ρόλων ή δραστηριοτήτων που να επιτρέπουν την επαλήθευση ή τη συνεκτική αξιολόγηση των ισχυρισμών της.
71. Επιπρόσθετα, ως προς τις συνθήκες κράτησης στις φυλακές της Νιγηρίας, αυτές περιγράφονται ως «σκληρές», με τις παροχές σε τρόφιμα, υγειονομική περίθαλψη και άλλες βασικές ανάγκες να μην ανταποκρίνονται στα ελάχιστα πρότυπα που έχουν θεσπιστεί από τους Πρότυπους Ελάχιστους Κανόνες του ΟΗΕ για τη Μεταχείριση των Κρατουμένων (τους «Κανόνες Nelson Mandela») και άλλες διεθνείς κατευθυντήριες γραμμές.[27] Τον Σεπτέμβριο του 2024, η Υποεπιτροπή του ΟΗΕ για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων πραγματοποίησε τη δεύτερη επίσκεψή της στη Νιγηρία για να αξιολογήσει τη μεταχείριση των κρατουμένων. Η Υποεπιτροπή επιθεώρησε διάφορους χώρους, συμπεριλαμβανομένων κέντρων κράτησης για άνδρες, γυναίκες και παιδιά, αστυνομικών τμημάτων, τμημάτων ποινικών ερευνών και εγκαταστάσεων που λειτουργούν από υπηρεσίες αρμόδιες για την αντιμετώπιση της διακίνησης ναρκωτικών και της εμπορίας ανθρώπων. Η αξιολόγησή της χαρακτήρισε τις συνθήκες στα περισσότερα κέντρα κράτησης ως «άθλιες». Επιπλέον, η Νιγηρία δεν είχε ακόμη θεσπίσει Εθνικό Προληπτικό Μηχανισμό, όπως απαιτείται βάσει του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στη Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων, το οποίο η Νιγηρία κύρωσε το 2009. Η Υποεπιτροπή κάλεσε τη Νιγηρία να εφαρμόσει επειγόντως μέτρα για την πρόληψη των βασανιστηρίων και της κακομεταχείρισης, να βελτιώσει τις συνθήκες κράτησης — ιδίως στα αστυνομικά τμήματα και παρόμοιες εγκαταστάσεις — και να επιβάλει νομικές εγγυήσεις ώστε να τερματιστεί η ατιμωρησία των δραστών βασανιστηρίων.[28] Έως τον Μάρτιο του 2025, οι 240 φυλακές της Νιγηρίας κρατούν περίπου 77.800 κρατούμενους, με τα δύο τρίτα να αναμένουν δίκη.[29]
72. Παρά το ισχυρό νομοθετικό πλαίσιο, τοπικές και διεθνείς οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων είχαν κατ’ επανάληψη κατηγορήσει τις δυνάμεις ασφαλείας ότι προέβαιναν σε απάνθρωπη μεταχείριση και βασανιστήρια εις βάρος υπόπτων για ποινικά αδικήματα, μαχητών, κρατουμένων και φυλακισμένων.[30] Τέτοια μεταχείριση μπορεί να περιελάμβανε ξυλοδαρμούς με ρόπαλα και ματσέτες, κρέμασμα με σχοινιά, καθώς και στέρηση τροφής και ιατρικής φροντίδας. Οι γυναίκες κρατούμενες φέρονται να διέτρεχαν κίνδυνο βιασμού και άλλων μορφών βίας, ιδίως όσες κρατούνταν σε ανεπίσημες στρατιωτικές εγκαταστάσεις κράτησης.[31]
73. Όπως καταγράφεται περαιτέρω στην ίδια έκθεση, διεθνείς παρατηρητές ανέφεραν ότι οι αρχές επιβολής του νόμου συχνά δεν τηρούσαν τις συνταγματικές και νομικές εγγυήσεις για τη διενέργεια συλλήψεων. Υπάρχουν αναφορές ότι η αστυνομία κρατούσε για ανάκριση οποιονδήποτε βρισκόταν στην εγγύτητα ενός εγκλήματος για χρονικά διαστήματα που κυμαίνονταν από λίγες ώρες έως αρκετούς μήνες και ότι, μετά την αποφυλάκισή τους, οι αρχές μερικές φορές ζητούσαν από τα άτομα αυτά να επιστρέψουν για περαιτέρω ανάκριση.
74. Όλα τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από τις Καταληκτικές Παρατηρήσεις της Επιτροπής του ΟΗΕ κατά των Βασανιστηρίων (Committee against Torture- CAT), ημερομηνίας 21 Δεκεμβρίου 2021. Σημειώνει ότι περίπου 72% του πληθυσμού των φυλακών παραμένουν υπόδικοι/σε αναμονή δίκης, και εκφράζει ανησυχία για κακές υλικές και υγειονομικές συνθήκες σε όλους τους χώρους στέρησης ελευθερίας, έλλειψη πρόσβασης σε κατάλληλη ιατρική φροντίδα (και για μεταδοτικά νοσήματα) και ανεπαρκή τροφή και νερό.[32] Οι συνθήκες κράτησης που αναφέρονται ανωτέρω πράγματι συμπίπτουν, σε γενικές γραμμές, με τις συνθήκες που περιέγραψε η Αιτήτρια ως προς την προσωπική της κράτηση. Ωστόσο, το στοιχείο αυτό, αφ’ εαυτού, δεν συνιστά επαρκές έρεισμα για την αποδοχή του εν λόγω ισχυρισμού στο σύνολό του, καθόσον οι σχετικές πληροφορίες ενδέχεται να είναι ευρέως γνωστές μέσω δημόσιων πηγών ενημέρωσης, εκθέσεων διεθνών οργανισμών ή της γενικότερης εμπειρίας προσώπων που διαβιούν στη χώρα καταγωγής.
75. Ως προς τη φερόμενη απόδραση της Αιτήτριας, κατά την τελευταία δεκαετία, η Νιγηρία έχει βιώσει ένα μοτίβο αποδράσεων από φυλακές, με αποτέλεσμα χιλιάδες κρατούμενοι να διαφεύγουν από σωφρονιστικά καταστήματα σε όλη τη χώρα. Ένα πρόσφατο περιστατικό, τον Μάρτιο του 2025, στο Koton Karfe Medium Security Custodial Centre στην Πολιτεία Kogi, είχε ως αποτέλεσμα να αποδράσουν 12 κρατούμενοι, εκ των οποίων μόνο έξι συνελήφθησαν εκ νέου. Αυτή ήταν η τέταρτη απόδραση από τη συγκεκριμένη εγκατάσταση μέσα σε 13 χρόνια, κατά τα οποία σχεδόν 700 κρατούμενοι έχουν δραπετεύσει, συμπεριλαμβανομένων περίπου 100 που απελευθερώθηκαν κατά τη διάρκεια επίθεσης της Boko Haram το 2012. Ορισμένοι παρατηρητές αποδίδουν τις επαναλαμβανόμενες αποδράσεις σε κενά ασφαλείας, σε συνδυασμό με πιθανή συνέργεια εκ των έσω, τα οποία επιτείνουν την ευαλωτότητα των φυλακών, ιδίως εν μέσω επιθέσεων από ένοπλες ομάδες όπως η Boko Haram. Επισημαίνουν επίσης συστημικά προβλήματα, όπως ο συνωστισμός, οι παρωχημένες υποδομές, οι κακές συνθήκες για τους κρατούμενους, οι αργές δικαστικές διαδικασίες και η εκτεταμένη διαφθορά.[33]
76. Αναφορικά με το συγκεκριμένο περιστατικό που περιέγραψε η Αιτήτρια, ανευρέθηκε άρθρο στην εφημερίδα Vanguard ημερομηνίας 22.10.2020, που αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων EndSARS στην Abakaliki, κουκουλοφόροι που παρείσφρησαν στη διαδήλωση πυροβόλησαν αστυνομικούς στο Central Police Station (CPS), Abakaliki, έβαλαν φωτιά σε δύο Police Divisions στην πολιτεία (αναφέρονται ως “B” Division Kpirikpiri και “C” Division Ekumenyi), έσπασαν τα κελιά και απελευθέρωσαν οκτώ κρατούμενους (“released eight suspects”).[34] Στο ίδιο άρθρο αναφέρεται επίσης ότι οι δράστες αποπειράθηκαν να επιτεθούν στο Abakaliki Federal Prisons για να απελευθερώσουν κρατούμενους, αλλά απωθήθηκαν από κοινή δύναμη αστυνομίας και άλλων υπηρεσιών. Ωστόσο, παρότι δημοσίευμα της Daily Post Nigeria επιβεβαιώνει ότι έλαβε χώρα απόδραση σε σωφρονιστικό κατάστημα κρατουμένων, στο πλαίσιο διαδηλώσεων του κινήματος EndSars, οι περιστάσεις της διαφυγής, όπως περιγράφονται στις δημόσιες πηγές, διαφοροποιούνται ουσιωδώς από την εκδοχή της Αιτήτριας. [35]
77. Ειδικότερα, η Αιτήτρια ανέφερε ότι επρόκειτο για άνω των 30 κρατουμένων (βλ. ερ. 42 δ.φ.), χωρίς ωστόσο να κάνει λόγο για παραβίαση ή σπάσιμο κελιών, αλλά ότι είδε την πόρτα ανοιχτή και εξήλθε, μάλιστα γυμνή μαζί με τις συγκρατούμενές της. Η περιγραφή αυτή δεν συνάδει με τα στοιχεία των δημοσιευμάτων, τα οποία κάνουν λόγο για οργανωμένη εισβολή, βίαια επεισόδια και μαζική απόδραση στο πλαίσιο γενικευμένων ταραχών.
78. Περαιτέρω, καίτοι τα εν λόγω δημοσιεύματα επιβεβαιώνουν ότι σημειώθηκε απόδραση κρατουμένων κατά το χρονικό διάστημα που επικαλέστηκε η Αιτήτρια, η σύμπτωση αυτή, αφ’ εαυτής, δεν αρκεί για τη θεμελίωση του ισχυρισμού της. Η απόκλιση των δηλώσεών της από τα αντικειμενικά δεδομένα, σε συνδυασμό με τη δημόσια κάλυψη του γεγονότος και την ευρεία διάδοση των σχετικών πληροφοριών, δεν επαρκούν για την αποδοχή του ισχυρισμού, ιδίως ελλείψει θεμελίωσης της εσωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεών της.
79. Ως προς την εκτίμηση της ρεαλιστικότητας του ισχυρισμού της Αιτήτριας ότι υιός του αρχηγού της κοινότητας υπηρετούσε σε αστυνομικό τμήμα της Πολιτείας Anambra σημειώνονται τα εξής. Ως προς την απόσταση μεταξύ του χωριού καταγωγής της Αιτήτριας (Nkerefi- Πολιτεία Enugu) και της Πολιτείας Anambra, σε σχετική αναζήτηση στους χάρτες της Google, η εν λόγω απόσταση εμφανίζεται ως διάρκειας περί των 2 ωρών και 25 λεπτών της ώρας οδικώς.[36] Επιπλέον, παρατίθενται περαιτέρω γενικότερες πληροφορίες αναφορικά με την διαδικασία πρόσληψης αστυνομικών στη Νιγηρία κατά τον κρίσιμο χρόνο (περί το 2020), καθώς τα κριτήρια εναλάσσονται ανά κύκλο προκηρύξεων (“recruit constables”). Σύμφωνα με την επίσημη ιστοσελίδα της Νιγηριανής Αστυνομικής Ακαδημίας, η επιλογή για εισαγωγή στην Ακαδημία γίνεται με βάση σύστημα ποσοστώσεων (quota basis), δηλαδή σε κάθε πολιτεία της Ομοσπονδίας αποδίδεται ίσος αριθμός θέσεων, π.χ. 12 άτομα από κάθε πολιτεία. Η διαδικασία επιλογής ξεκινά από το επίπεδο της πολιτείας, συνεχίζει στο ζωνικό (zonal) επίπεδο και ολοκληρώνεται στο Αρχηγείο της Αστυνομίας (Force Headquarters) στην Αμπούτζα. Η Επιτροπή Αστυνομικής Υπηρεσίας (Police Service Commission) έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα για τον διορισμό στη Nigeria Police Force. Τα έντυπα αίτησης διατίθενται μέσω των ιστοσελίδων της Police Service Commission ή/και του Force Headquarters, μετά από σχετική προκήρυξη/ανακοίνωση σε εθνικές ειδήσεις, στα μέσα ενημέρωσης και στις ιστοσελίδες.[37] Από το Police Act 2020 και από επίσημες πληροφορίες της NPF προκύπτει ότι η Αστυνομία λειτουργεί ως εθνικό σώμα με κεντρική διοίκηση και δυνατότητα κατανομής προσωπικού/τοποθετήσεις σε επίπεδο χώρας.[38] Ο Inspector-General of Police (IGP) είναι ο επικεφαλής της Nigeria Police Force και ασκεί “full command and operational control” επί της Αστυνομίας και όλων των τμημάτων/μονάδων της.[39] Στις αρμοδιότητές του περιλαμβάνεται να λαμβάνει υπόψη την κατάσταση ασφάλειας σε όλη τη χώρα και να καθορίζει την κατανομή προσωπικού (manpower distribution) της Αστυνομίας (μετά από διαβούλευση με την Police Service Commission).[40] Η Police Service Commission διορίζει Commissioners of Police και μπορεί να αναθέτει Commissioner of Police σε State ή στο Federal Capital Territory (Abuja) ενώ προβλέπεται επίσης ότι Commissioners of Police μπορούν να αναπτυχθούν (deployed) από τον IGP για να ηγηθούν τμημάτων/επιχειρησιακών μονάδων.[41]
80. Συνεκτιμώντας το σύνολο των ανωτέρω στοιχείων, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, παρά την επιβεβαίωση από αντικειμενικές πηγές της γενικευμένης κατασταλτικής στάσης των αρχών της Νιγηρίας έναντι πραγματικών ή φερόμενων υποστηρικτών του IPOB, καθώς και της ύπαρξης περιστατικών κακομεταχείρισης και αποδράσεων από σωφρονιστικά καταστήματα, ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας δεν κατέστη δυνατό να θεμελιωθεί στο απαιτούμενο πρότυπο απόδειξης.
81. Ειδικότερα: Οι δηλώσεις της παρουσιάζουν ουσιώδεις αποκλίσεις ως προς τις συνθήκες της φερόμενης απόδρασης σε σύγκριση με τα αντικειμενικά δεδομένα των δημοσιευμάτων. Η περιγραφή της σύλληψής της λόγω εμφανών συμβόλων Biafra δεν κρίνεται εύλογη υπό το πρίσμα της φερόμενης προηγούμενης απόκρυψης και της σοβαρότητας της καταστολής. Δεν εξηγείται πειστικά η απουσία ενεργούς αναζήτησής της επί τριετία. Η νόμιμη έκδοση διαβατηρίου και η απρόσκοπτη αναχώρησή της από διεθνές αεροδρόμιο, χωρίς ένδειξη συστηματικής καταχώρισής της ως καταζητούμενης, αποδυναμώνουν τον ισχυρισμό περί ενεργής και στοχευμένης δίωξης. Οι αναφορές της ως προς τη δράση του συντρόφου της και το προσωπικό της προφίλ παραμένουν γενικές και δεν στοιχειοθετούν ότι αυτή κατέστη πρόσωπο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για τις αρχές. Παρότι οι γενικές συνθήκες κράτησης στη Νιγηρία είναι πράγματι προβληματικές και οι συλλήψεις υποστηρικτών του IPOB συχνές και ενίοτε αυθαίρετες, τα αντικειμενικά αυτά στοιχεία δεν αρκούν αφ’ εαυτών για να καλύψουν τα κενά εσωτερικής αξιοπιστίας του συγκεκριμένου αφηγήματος. Κατά συνέπεια, ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός περί σύλληψης, κράτησης και απόδρασης της Αιτήτριας δεν κρίνεται αξιόπιστος και δεν γίνεται αποδεκτός.
82. Επόμενο στάδιο της αξιολόγησης συνιστά η εκτίμηση του κινδύνου που τυχόν διατρέχει η Αιτήτρια, στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών της. Πλην όμως, επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν, λανθασμένως, να λάβουν υπόψη, κατά την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας και την εκδοθείσα συναφώς απόφαση επιστροφής, ως αναπόσπαστο στοιχείο του προφίλ της, το γεγονός ότι αυτή είναι μητέρα ανήλικου τέκνου, καθώς και να προβούν, ως εκ τούτου, σε ανάλυση του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου.
83. Αξιοσημείωτο δε είναι ότι εντός του διοικητικού φακέλου και δη στα ερ. 25 έως 27, είναι καταχωρισμένα τόσο το πιστοποιητικό γέννησης της ανήλικης θυγατέρας της Αιτήτριας, όσο και βεβαίωση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας της ανήλικης, ημερομηνίας 30.11.2022, ήτοι προγενέστερης της έκδοσης της επίδικης απόφασης.
84. Περαιτέρω, από τη συνέντευξη της Αιτήτριας (βλ. ερ. 32 και ερ. 60) καθίσταται σαφές ότι η ίδια ερωτήθηκε σχετικώς και ότι η ύπαρξη του ανήλικου τέκνου της τελούσε σε γνώση των Καθ’ ων η αίτηση.
85. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, οι Καθ’ ων η αίτηση ερωτήθηκαν σχετικώς με το εάν έχει εκδοθεί απόφαση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας της ανήλικης θυγατέρας της Αιτήτριας και, σε αρνητική περίπτωση, σε ποιο στάδιο βρίσκεται η εξέταση αυτής.
86. Στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, όπου εκ των υστέρων βρίσκεται καταχωρισμένη σχετική επικοινωνία ημερομηνίας 24.11.2025, στην οποία παραπέμπουν οι Καθ’ ων η αίτηση, παρατηρείται ότι η δοθείσα απάντησή τους προκαλεί έκπληξη και κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτούσια, όπως ακολούθως.
«Το ανήλικο τέκνο ΔΕΝ έχει προσωπικό, ατομικό αίτημα ασύλου, εφόσον είναι ανήλικο. Απεναντίας, απλώς ακολουθεί τη μητέρα του, η οποία επέλεξε να αιτηθεί άσυλο και μόνο η ίδια έχει προσωπικό αίτημα, το οποίο και εξετάστηκε.
Αυτό που ίσως εννοείτε είναι κατά πόσο εξετάστηκε το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, το οποίο δεν αξιολογήθηκε, εφόσον κατά το έτος 2023 δεν υπήρχε τέτοια γενική πρακτική από την ΥΠΑΣ, κυρίως λόγω φόρτου εργασίας, με την οξεία αύξηση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας και της μεταναστευτικής ροής, αλλά και των γενικών δυσκολιών που υπήρχαν ως απότοκα του κορωνοϊού. Όπως προανέφερα, η απόφαση της ΥΠΑΣ ισχύει και εφαρμόζεται σε όλα τα μέλη της οικογένειας της αλλοδαπής, βάσει της αρχής της οικογενειακής ενότητας, παρόλο που στην εισήγηση δεν αναφέρεται ρητά το ανήλικο τέκνο. […]».
87. Η απάντηση των Καθ’ ων η αίτηση καταδεικνύει την λανθασμένη αντίληψή τους και πρακτική, αναφορικά με το χειρισμό οικογενειών και δη των ανηλίκων.
88. Προς τούτο εκκινούμενοι από το ίδιο το γράμμα του περί Προσφύγων Νόμου, σε πλείστα σημεία αυτού γίνεται αναφορά στην υποχρέωση εξατομικευμένης εξέτασης της αίτησης ασύλου εκάστου των αιτητών. Στο εδάφιο (3) του άρθρου 18 του περί Προσφύγων Νόμου, όπου καταγράφονται οι βασικές αρχές που διέπουν τη διαδικασία εξέτασης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, προβλέπεται ότι η αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας γίνεται σε εξατομικευμένη βάση, αντικειμενικά και αμερόληπτα, και περιλαμβάνει τη συνεκτίμηση, μεταξύ άλλων, της ατομικής κατάστασης και των προσωπικών περιστάσεων του αιτητή, συμπεριλαμβανομένων παραγόντων όπως το προσωπικό ιστορικό, το φύλο και η ηλικία, ούτως ώστε να εκτιμηθεί εάν, βάσει των προσωπικών περιστάσεων του αιτητή, οι συνθήκες στις οποίες έχει ήδη ή θα μπορούσε να εκτεθεί ισοδυναμούν με δίωξη ή σοβαρή βλάβη.
89. Δυνάμει περαιτέρω του εδαφίου (1Α) του άρθρου 10 του περί Προσφύγων Νόμου, το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού αποτελεί πρωταρχικό μέλημα κατά την εφαρμογή των διατάξεων του υπό αναφορά νόμου οι οποίες αφορούν τη διεθνή προστασία και τους ανηλίκους.
90. Ερμηνεύοντας το εννοιολογικό εύρος του όρου εξατομικευμένη αξιολόγηση το ΔΕΕ, στη απόφασή του ημερομηνίας 4.10.2018, Ahmedbekova, C-652/16 σκέψη 58, επεσήμανε ότι η κατάσταση εκάστου των μελών της οικογένειας εξετάζεται σε εξατομικευμένη βάση, ακόμα και όταν υποβάλλονται στο πλαίσιο μιας κοινής διαδικασίας. Οι αιτήσεις δεν αποτελούν αντικείμενο κοινής αξιολόγησης. Στη σκέψη 60 στην ίδια απόφασή του, το ΔΕΕ συνεχίζει τονίζοντας ότι επιτρέπεται οι αιτήσεις διεθνούς προστασίας που έχουν υποβληθεί χωριστά από τα μέλη της ίδιας οικογένειας να εξετάζονται στο πλαίσιο κοινής διαδικασίας, αλλά δεν επιτρέπεται οι αιτήσεις αυτές να αποτελούν αντικείμενο κοινής αξιολόγησης.
91. Η υποχρέωση εξέτασης του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού δεν αίρεται λόγω της υποβολής κοινής ή εξαρτημένης αίτησης με τον γονέα. Συγκεκριμένα το Άρθρο 24 παράγραφος 2 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζει ότι: «Σε όλες τις πράξεις που αφορούν παιδιά, είτε λαμβάνονται από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς φορείς, το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό κριτήριο». Αντίστοιχα, το Άρθρο 3 παράγραφος 1 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού (CRC) προβλέπει ότι: «Σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν παιδιά … το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού αποτελεί πρωταρχική μέριμνα». Η υποχρέωση αυτή επαναλαμβάνεται και εξειδικεύεται στο ενωσιακό δίκαιο ασύλου, το οποίο δεσμεύει τα κράτη μέλη ανεξαρτήτως της μορφής της διαδικασίας (ατομικής ή κοινής).
92. Υπενθυμίζεται ότι στην προοιμιακή σκέψη 18 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, προβλέπεται ότι το μείζον συμφέρον του παιδιού θα πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό μέλημα των κρατών μελών κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1989 για τα δικαιώματα του παιδιού. Κατά την αξιολόγηση του μείζονος συμφέροντος του παιδιού, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν ιδίως υπόψη τους την αρχή της οικογενειακής ενότητας, την ευημερία και την κοινωνική ανάπτυξη του ανηλίκου, ζητήματα ασφάλειας και προστασίας και τις απόψεις του ανηλίκου ανάλογα με την ηλικία του και την ωριμότητά του. Στο άρθρο 20 της ίδιας οδηγίας αναφέρεται στην παράγραφο 4 αυτού ότι το μείζον συμφέρον του παιδιού αποτελεί πρωταρχικό μέλημα για τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου που αφορούν ανηλίκους. Σύμφωνα συνεπώς με το ενωσιακό δίκαιο, το παιδί θεωρείται αυτόνομος φορέας δικαιωμάτων, ακόμη και όταν δεν υποβάλλει αυτοτελές αίτημα, και ακόμη και όταν η εξέταση λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της αίτησης του γονέα.
93. Στις κατευθυντήριες οδηγίες του το EASO / νυν EUAA (Οργανισμός της Ε.Ε. για το Άσυλο) – Practical Guide on the Best Interests of the Child in Asylum Procedures (2019) ρητώς αναφέρεται ότι: η αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού είναι υποχρεωτική, εξατομικευμένη κα πρέπει να λαμβάνει χώρα σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένης της απόφασης επιστροφής,
94. Περαιτέρω, σύμφωνα με την απόφαση του ΔΕΕ της 15ης Φεβρουαρίου του 2023, C‑484/22, Bundesrepublik Deutschland κατά GS, ECLI:EU:C:2023:122, η προστασία των βέλτιστων συμφερόντων του παιδιού και της οικογενειακής ζωής του επιβάλλεται και στο πλαίσιο διαδικασίας που οδηγεί στην έκδοση απόφασης για την επιστροφή ανηλίκου, έστω και αν ο ανήλικος έχει τη δυνατότητα να τα επικαλεστεί στο πλαίσιο μεταγενέστερης διαδικασίας για την αναγκαστική εκτέλεση της εν λόγω απόφασης επιστροφής, προκειμένου να επιτύχει, ενδεχομένως, την αναστολή της εκτέλεσης.
95. Οι δε αξιολογήσεις σχετικά με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού οφείλουν να λαμβάνονται υπόψιν σε όλες τις αποφάσεις οι οποίες αφορούν παιδιά αμέσως ή εμμέσως (ΔΕΕ, απόφαση ημερ. 11.3.2021, M. A., C-112/20, σκέψεις 36 έως 38), ήτοι ακόμα και κατά την εξέταση της απόφασης επιστροφής του γονέα του.
96. Εν προκειμένω, ουδέν έγγραφο εντός του διοικητικού φακέλου καταδεικνύει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε σαφή μνεία ή αξιολόγηση της ανήλικης θυγατέρας της Αιτήτριας. Η βεβαίωση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας εκ μέρους της ανήλικης (ερ. 26) καταδεικνύει ότι και η ίδια φέρει την ιδιότητα της Αιτήτριας ασύλου.
97. Πλην όμως, ούτε στα πρακτικά των συνεντεύξεων, ούτε στην έκθεση εισήγησης γίνεται αναφορά σε δύο αιτήτριες, ενώ στα αντίστοιχα πεδία «αριθμός αιτητών διεθνούς προστασίας» αναγράφεται ο αριθμός «1». Εξάλλου, στο λεκτικό της έκθεσης εισήγησης, πέραν του ότι δεν γίνεται καμία μνεία στην ανήλικη, τα πορίσματα και τα συμπεράσματα διατυπώνονται αποκλειστικά σε ενικό αριθμό, ομοίως δε και στην επιστολή κοινοποίησης της απόφασης, στην οποία καταγράφεται αποκλειστικά το όνομα της Αιτήτριας και όχι και της θυγατέρας της. Στο πλαίσιο δε της συνέντευξης ουδεμία ερώτηση υποβλήθηκε αναφορικά με την ανήλικη, πλην της ημερομηνίας γέννησής της. Συνεπώς, ούτε ουσιαστικά αλλά ούτε και τυπικά προκύπτει ότι έχει εκδοθεί απόφαση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας της ανήλικης θυγατέρας της Αιτήτριας. Διαπιστώνεται δε ότι, παρά τις σχετικές αναφορές λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου σε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 24.11.2025, η διοίκηση δεν προέβη σε εξατομικευμένη αξιολόγηση της αίτησης ασύλου της ανήλικης θυγατέρας της Αιτήτριας, η οποία, βάσει των ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένων, τελεί σε εκκρεμότητα.
98. Όπως δε επισημαίνεται στη συνέχεια, η εξέταση και τήρηση του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου κατά τη λήψη απόφασης τόσο επί της αίτησης διεθνούς προστασίας της μητέρας, όσο και επί της συναφούς απόφασης επιστροφής, δεν συνιστά ζήτημα διακριτικής ευχέρειας ή διοικητικής πρακτικής της αρμόδιας αρχής, αλλά δεσμευτική υποχρέωση απορρέουσα ευθέως από το ενωσιακό δίκαιο, την εθνική νομοθεσία και ιδίως από τις εναρμονιστικές διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου. Αδόκιμη και εκτός του πλαισίου της εν λόγω αρχής είναι η επίκληση από τους Καθ’ ων η αίτηση της αρχής της οικογενειακής ενότητας προς αιτιολόγηση της παράλειψης της διοίκησης να εξετάσει σε εξατομικευμένη βάση την αίτησή της ανήλικης, τοποθετούμενοι ότι η εν λόγω αρχή δικαιολογεί την προέκταση της απορριπτικής απόφασης της Αιτήτριας και στην ανήλικη θυγατέρα της, άνευ ετέρου. Η αρχή της οικογενειακής ενότητας, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 23 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και απορρέει από τα άρθρα 7 και 24 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιτρέπει τη συνδεδεμένη εξέταση των αιτήσεων μελών της ίδιας οικογένειας και γενικότερα τη λήψη μέτρων για διατήρηση της οικογένειας και απόλαυση των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτήν, πλην όμως δεν αναιρεί την υποχρέωση εξατομικευμένης αξιολόγησης ούτε την υποχρέωση εξέτασης του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου. Πολύ περισσότερο, η έννοια της οικογενειακής ενότητας δεν φέρει αρνητικό περιεχόμενο, ώστε η αρνητική κρίση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας ενός γονέα ή άλλου μέλους της οικογένειας να συνεπάγεται αυτομάτως, χωρίς εξατομικευμένη αξιολόγηση, την άρνηση διεθνούς προστασίας σε άλλο, αυτοτελές αιτούν μέλος της ίδιας οικογένειας.
99. Εν προκειμένω, η ανήλικη θυγατέρα της Αιτήτριας εκ της ηλικίας της αποτελτεί ευάλωτο πρόσωπο (άρθρο 9ΚΓ το περί Προσφύγων Νόμου). Επιπλέον, το βέλτιστον συμφέρον του ανηλίκου αποτελεί αρχή που οφείλει να διαρρέει όλη τη διαδικασία εξέτασης της αίτησής του από τις διαδικαστικές εγγυήσεις μέχρι και την έκδοση της τελικής απορριπτικής απόφασης επί της αιτήσεώς του και την τυχόν απόφαση επιστροφής του.
100. Η ανηλικότητα της θυγατέρας της Αιτήτριας, ως δεδομένο αδιαμφισβήτητο και παραδεκτό, οφείλει να τύχει ξεχωριστής ανάλυσης και αξιολόγησης ως προς τον τυχόν κίνδυνο που απορρέει από αυτήν τόσο για την ίδια όσο και για την Αιτήτρια σε συνάρτηση με τις συνθήκες που επικρατούν στην χώρα καταγωγής τους. Στο άρθρο 9ΚΕ(2) του περί Προσφύγων Νόμου περιλαμβάνονται κατευθύνσεις ως προς το περιεχόμενο της έννοιας του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου. Οι δε αξιολογήσεις σχετικά με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού οφείλουν να λαμβάνονται υπόψιν σε όλες τις αποφάσεις, οι οποίες αφορούν παιδιά αμέσως ή εμμέσως (ΔΕΕ, απόφαση ημερ. 11.3.2021, M. A., C-112/20, σκέψεις 36 έως 38), ήτοι ακόμα και κατά την εξέταση της απόφασης επιστροφής του γονέα του.
101. Ακόμα και στις περιπτώσεις όπου τα ανήλικα τέκνα δεν προβάλλουν αυτοτελείς ουσιώδεις ισχυρισμούς ή δεν είναι σε θέση να τους διατυπώσουν, όπως εν προκειμένω, αυτό δεν απαλλάσσει τη διοίκηση από την υποχρέωση να προβεί σε εξατομικευμένη ανάλυση του κινδύνου που τυχόν αυτά διατρέχουν άμα τη επιστροφή στη χώρα καταγωγής και την υπαγωγή στις κρίσιμες διατάξεις του νόμου, κατά τρόπο ανάλογο με αυτόν του γονέα τους. Ο τυχόν δε κίνδυνος που διατρέχουν τα τέκνα του γονέα, σε κάποιες περιπτώσεις, ενδέχεται να επεκτείνεται και στον ίδιο τον γονέα, επί παραδείγματι όταν ο γονέας αντίκεται με την υποβολή του τέκνου του σε κάποια πρακτική που ισοδυναμεί με δίωξη από τρίτους. Επιπλέον, όπως εξηγείται ανωτέρω, η παρουσία των ανηλίκων επηρεάζει και την αξιολόγηση του κινδύνου που διατρέχουν οι γονείς τους, σε περίπτωση όπου υφίσταται έκρυθμη κατάσταση στο τόπο συνήθους διαμονής.
102. Ως εκ τούτου, εν απουσία εξατομικευμένης αξιολόγησης της αίτησης διεθνούς προστασίας της ανήλικης θυγατέρας της Αιτήτριας και γενικότερα της εξέτασης των περιστάσεών της υπό το φως και της αρχής του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου δεν είναι δυνατή η αξιολόγηση του τυχόν κινδύνου που διατρέχει και η Αιτήτρια στην παρούσα προσφυγή.
103. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου η σειρά πρόσφατων αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2025 Δημοκρατία ν. Β.Α., ημερ. 18.12.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 13/2025 Δημοκρατία ν. Μ.Υ.Α.L., ημερ. 18.12.2025, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 19/2025, Δημοκρατία ν. Μ. A. L., ημερ. 18.12.2025) στο πλαίσιο των οποίων διευκρινίστηκε το εύρος της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, βάσει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου. Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):
«Για τους λόγους που εξηγούμε στη Δημοκρατία ν. Β.Α. ανωτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο ασκεί διττό έλεγχο νομιμότητας και ορθότητας επί έκαστης διοικητικής πράξης η οποία εμπίπτει στην καθ' ύλην δικαιοδοσία του βάσει του Άρθρου 11 του Νόμου 73(Ι) του 2018, περιλαμβανομένων των διοικητικών αποφάσεων περί αποκλεισμού αιτητών από το καθεστώς διεθνούς προστασίας. Στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου, αν το πρωτόδικο Δικαστήριο κρίνει ότι το δικαίωμα ακρόασης του αιτητή παραβιάστηκε από την εκ της Υπηρεσίας Ασύλου πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, έχει -στο πλαίσιο της ευρείας ευχέρειάς του -τις ακόλουθες επιλογές:
(α) μεσούσης της δίκης, να διατάξει την Υπηρεσία Ασύλου να παράσχει στον αιτητή το δικαίωμα ακρόασης και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα συναφή πορίσματά της, δηλαδή το πρακτικό ή/και την απομαγνηματοφώνηση της συνέντευξης ή/και τις θέσεις της Υπηρεσίας Ασύλου επί των διαλαμβανόμενων κατά τη συνέντευξη·
(β) να υποβάλει το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο τον αιτητή, αν το κρίνει αναγκαίο (βλ. Β. Α. ν. Δημοκρατίας ανωτέρω), σε προσωπική συνέντευξη, τηρώντας τις προς τούτο διαδικαστικές εγγυήσεις τις οποίες θέτει η Οδηγία 2013/32/ΕΕ·
(γ) αν κρίνει ότι η επιλογή (β) δεν είναι εφικτή, τότε απόκειται σε αυτό να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου και να αναπέμψει την υπόθεση σε αυτήν ώστε η τελευταία να προβεί σε επανεξέταση, χορηγώντας το δικαίωμα ακρόασης και τηρώντας τις διαδικαστικές εγγυήσεις της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ.».
104. Στην παρούσα υπόθεση, η εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας της ανήλικης θυγατέρας της Αιτήτριας διαπιστώνεται ότι εκκρεμεί. Για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, δεδομένης της κρίσιμης παράλειψης της διοίκησης, κρίνεται ότι τυχόν ανάλυση του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου και κυρίως εξατομικευμένη αξιολόγηση του ενδεχόμενου δίωξης ή σοβαρού κινδύνου που αυτό διατρέχει θα ερχόταν σε αντίθεση με τη θεμελιώδη διάκριση μεταξύ πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εξέτασης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, καθώς η διοίκηση δεν έχει ακόμα διατυπώσει την αξιολογική της κρίση επί της αιτήσεως της ανήλικης.
105. Περαιτέρω, μια τέτοια προσέγγιση δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της αποτελεσματικότητας της διαδικασίας ασύλου, καθόσον θα υποκαθιστούσε την αρμοδιότητα της Διοίκησης και θα οδηγούσε σε αποσπασματική αξιολόγηση.
106. Υπό τα δεδομένα αυτά, η παρούσα συνιστά χαρακτηριστική περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο, παρά τις διευρυμένες εξουσίες του, ενδείκνυται να ακυρώσει την επίδικη απόφαση, με την επιφύλαξη των ευρημάτων του αναφορικά με την αξιοπιστία των ισχυρισμών της Αιτήτριας, τα οποία δεσμεύουν τη διοίκηση σε μεταγενέστερη εξέταση της υπόθεσης. Συναφώς, οι Καθ’ ων η αίτηση οφείλουν να σπεύσουν με την ταχύτητα που αρμόζει στη σοβαρότητα της υπόθεσης και στον χρόνο που έχει ήδη παρέλθει από την υποβολή των αιτήσεων της Αιτήτριας και της ανήλικης θυγατέρας της, προβαίνοντας στην άμεση εξέταση της αίτησης ασύλου της ανήλικης και στην εκ νέου αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας, σύμφωνα με τα ανωτέρω ευρήματα του παρόντος Δικαστηρίου.
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται, με €1000 συν Φ.Π.Α. υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση.
Κ. Κ. ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] EASO, ‘Practical Guide: Evidence Assessment’ (2015), 2 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/public/EASO-Practical-Guide_-Evidence-Assessment.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 05/03/2024)
[2] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition,
EUAA https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system [τελευταία ημερομηνία πρόσβασης 18.11.2025], σ. 120-134.
UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status
[3] Nigeria Immigration Services, “About us – Our Core Mandate”, official website, available at https://immigration.gov.ng/our-core-mandate/# (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/02/2026)
[4] Nigeria Immigration Services, “Services”? “Passports” ? “Fresh Passport Application Requirement” ? “Citizenship by Birth”, https://immigration.gov.ng/passports/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/02/2026)
[5] Immigration and Refugee Board of Canada (IRB), Query response on Nigeria: Identity documents (2023 - November 2025) (requirements and procedures to obtain a passport, including from abroad; appearance and security features of the enhanced e-passport; national identity number and national e-ID card; prevalence of fraudulent identity documents), 10 November 2025, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=459067&pls=1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/02/2026)
[6] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Nigeria: Country Focus, November 2025, p. 35
https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-country-focus-1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)
[7] International Labour Organization (IOL), Nigeria Forced Labour Survey, 2022, p. 21 https://www.ilo.org/sites/default/files/2024-04/Nigeria_Forced_Labour_Survey_2022_Report_WEB.pdf ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)
[8] BBC News, Money Wives: The Nigerian girls sold to repay debts, 17 September 2018 https://www.bbc.com/news/av/world-africa-45514154; African Legal Studies blog, (Author: Janet Gbam), Money wives: An overlooked crisis of child slavery, 29 November 2024 https://africanlegalstudies.blog/2024/11/29/money-wives-an-overlooked-crisis-of-child-slavery/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)
[9] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Nigeria: Country Focus, November 2025, p. 87
https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-country-focus-1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)
[10] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Nigeria: Country Focus, November 2025,
https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-country-focus-1, p. 88 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)
[11] Business Day, Nkerefi Community observes New Yam Festival, 2 November 2025 https://businessday.ng/life/article/nkerefi-community-observes-new-yam-festival/; Vanguard, Igwe Okorie of Imeoha Nkerefi kingdom celebrates New Yam festival, 24 October 2022, https://www.vanguardngr.com/2022/10/igwe-okorie-of-imeoha-nkerefi-kingdom-celebrates-new-yam-festival/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)
[12]The Sun, Unending agony in Nkerefi, 16 September 2023, https://thesun.ng/unending-agony-in-nkerefi/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)
[13]The Nation Online, Christag emerges new monarch of Ishienu Amofu Nkerefi, 6 February 2024, https://thenationonlineng.net/just-in-christag-emerges-new-monarch-of-ishienu-amofu-nkerefi/ ; The Nation Online, No Igwe elected in Ishienou Amofu, says Prince Ezeoha, 26 July 2024, https://thenationonlineng.net/no-igwe-elected-in-ishienu-amofu-says-prince-ezeoha/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)
[14]Bertelsmann Stiftung, BTI 2024 Country Report Nigeria, 19 March 2024, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2024_NGA.pdf, p.9 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/02/2026)
[15] Freedom House, Freedom on the World 2025 – Nigeria, 26 February 2025, https://freedomhouse.org/country/nigeria/freedom-world/2025 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)
[16] Premium Times, Abia killing: Tension as soldiers arrest several people, harass residents, 1 June 2025, https://www.premiumtimesng.com/regional/ssouth-east/700001-abia-killing-tension-as-soldiers-arrest-several-people-harass-residents.html?tztc=1; The Cable, Troops ‘ raid Abia communities, arrest residents’, over killing of soldiers, 2 June 2024, https://www.thecable.ng/troops-raid-abia-communities-arrest-residents-over-killing-of-soldiers/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)
[17] Vanguard, We’re being treated like evil, slaves at road checkpoints – South East road users, 28 August 2024, https://www.vanguardngr.com/2024/08/were-being-treated-like-evil-slaves-at-road-checkpoints-south-east-road-users/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)
[18] Intersociety, Nigeria’s leading human rights group releases two special international reports on rights abuses and violations in the East, 22 December 2024, https://intersociety-ng.org/wp-content/uploads/2024/12/Executive-Summary-Of-Ocean-Of-Innocent-Blood-Flowing-In-The-East.pdf, p. 5 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)
[19] Intersociety, Nigeria’s leading human rights group releases two special international reports on rights abuses and violations in the East, 22 December 2024, https://intersociety-ng.org/wp-content/uploads/2024/12/Executive-Summary-Of-Ocean-Of-Innocent-Blood-Flowing-In-The-East.pdf, p. 5 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)
[20] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Nigeria: Country Focus, November 2025, p. 75
https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-country-focus-1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)
[21] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Nigeria: Country Focus, November 2025, p. 75
https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-country-focus-1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)
[22] IRB - Immigration and Refugee Board of Canada: Nigeria and Canada: The Indigenous People of Biafra (IPOB), including objectives, structure, activities, and relations with other Biafran independence groups; treatment by the authorities and state protection; the ability for the government to monitor IPOB organizations abroad, particularly in Canada (2020–May 2022) [ZZZ200991.E], 2 June 2022, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458622&pls=1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/02/2026)
[23] Amnesty International: A decade of impunity: Attacks and unlawful killings in South-East Nigeria [AFR 44/9363/2025], August 2025, https://www.amnesty.org/es/wp-content/uploads/2025/08/AFR4493632025ENGLISH.pdf, p. 87 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/02/2026)
[24] Amnesty International: A decade of impunity: Attacks and unlawful killings in South-East Nigeria [AFR 44/9363/2025], August 2025, https://www.amnesty.org/es/wp-content/uploads/2025/08/AFR4493632025ENGLISH.pdf, p. 69 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/02/2026)
[25] Amnesty International: A decade of impunity: Attacks and unlawful killings in South-East Nigeria [AFR 44/9363/2025], August 2025, https://www.amnesty.org/es/wp-content/uploads/2025/08/AFR4493632025ENGLISH.pdf, p. 70 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/02/2026)
[26] Amnesty International: A decade of impunity: Attacks and unlawful killings in South-East Nigeria [AFR 44/9363/2025], August 2025, https://www.amnesty.org/es/wp-content/uploads/2025/08/AFR4493632025ENGLISH.pdf, pp. 72-77 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/02/2026)
[27] Amnesty International, Urgent Action: Grave Health Concerns For Singer On Death Row, 17 February 2025, https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2025/04/AFR4490412025ENGLISH.pdf; ACHPR, Resolution on the United Nations General Assembly Biannual Vote Calling For a Moratorium on the Use of the Death Penalty – ACHPR/Res.614 (LXXXI) 2024, 14 November 2024, https://achpr.au.int/en/adopted-resolutions/614-biannual-vote-calling-moratorium-use-death-penalty (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/02/2026)
[28] UN OHCHR, Nigeria: Urgent measures needed to end torture and ill-treatment, says experts, 23 September 2024, https://www.ohchr.org/en/press-releases/2024/09/nigeria-urgent-measures-needed-end-torture-and-ill-treatment-say-experts#:~:text=GENEVA%2FABUJA%20%2D%20The%20UN%20Subcommittee,of%20liberty%2C%20including%20through%20the; EEAS, 2024 Annual Report on Human Rights and Democracy in the World, 22 May 2025, https://www.eeas.europa.eu/sites/default/files/documents/2025/2024%20Human%20Rights%20and%20Democracy%20in%20the%20World%20%28country%20reports%29v2_0.pdf, σελ. 127 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/02/2026)
[29] Deutsche Welle, What’s behind Nigeria’s increase in jailbreaks?, 4 March 2025, https://www.dw.com/en/whats-behind-nigerias-increase-in-jailbreaks/a-72106487 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/02/2026)
[30] DFAT - Australian Government - Department of Foreign Affairs and Trade: DFAT Country Information Report Nigeria, 3 December 2020
https://www.dfat.gov.au/sites/default/files/dfat-country-information-report-nigeria-3-december-2020.pdf, σελ. 49 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/02/2026)
[31] DFAT - Australian Government - Department of Foreign Affairs and Trade: DFAT Country Information Report Nigeria, 3 December 2020
https://www.dfat.gov.au/sites/default/files/dfat-country-information-report-nigeria-3-december-2020.pdf, σελ. 49 και 56 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/02/2026)
[32] CAT - UN Committee Against Torture: Concluding observations in the absence of the initial report of Nigeria [CAT/C/NGA/COAR/1], 21 December 2021, https://docs.un.org/en/CAT/C/NGA/COAR/1 σελ. 6 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/02/2026)
[33] Deutsche Welle, What’s behind Nigeria’s increase in jailbreaks?, 4 March 2025, https://www.dw.com/en/whats-behind-nigerias-increase-in-jailbreaks/a-72106487 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/02/2026)
[34] Vanguard, #EndSARS Protest: Hoodlums shoot 2 policemen, burn stations, release 8 suspects in Ebony, 22 October 2020, https://www.vanguardngr.com/2020/10/endsars-protest-hoodlums-shoot-two-policemen-burn-police-stations-release-eight-suspects-in-ebonyi/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/02/2026)
[35] End SARS: Two police stations burnt down, banks shut in Ebonyi - Daily Post Nigeria, ημερομηνία πρόσβασης 3.3.2024
[36] Google Maps, Anambra Nigeria – Nkerefi Enugu Nigeria, https://www.google.com/maps/dir/Anambra,+Nigeria/Nkerefi+I,+Enugu,+Nigeria/@6.237564,6.6538837,9z/data=!3m1!4b1!4m14!4m13!1m5!1m1!1s0x1043851a1684c2f9:0xcf62ad01e8fbb4d0!2m2!1d6.9369559!2d6.2208997!1m5!1m1!1s0x10434e68ed9ef30b:0x2ca27a61981b1f8b!2m2!1d7.6873706!2d6.1504015!3e0?entry=ttu&g_ep=EgoyMDI2MDIyNS4wIKXMDSoASAFQAw%3D%3D (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/02/2026)
[37] Nigeria Police Academy, About Us, https://www.polac.edu.ng/about-us (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/02/2026)
[38] Nigeria Police Act, 2020, https://placng.org/i/wp-content/uploads/2020/09/Police-Act-2020.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/02/2026)
[39] Nigeria Police Act, 2020, https://placng.org/i/wp-content/uploads/2020/09/Police-Act-2020.pdf σελ.8 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/02/2026)
[40] Nigeria Police Act, 2020, https://placng.org/i/wp-content/uploads/2020/09/Police-Act-2020.pdf σελ. 8 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/02/2026)
[41] Nigeria Police Act, 2020, https://placng.org/i/wp-content/uploads/2020/09/Police-Act-2020.pdf σελ. 10 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/02/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο