Ο.F.C. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 3642/24, 10/3/2026
print
Τίτλος:
Ο.F.C. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 3642/24, 10/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 3642/24

 

10 Μαρτίου 2026

[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Ο.F.C., από τη Νιγηρία

Αιτητής

-και-

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

 

Ζ. Ποντίκη (κα) για Αλ Ταχερ Μπενέτης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. , Δικηγόροι για τον Αιτητή

Α. Παπαδοπούλου  (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η Αίτηση

Ο Αιτητής είναι παρών.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Δ. Κατσαρίδης Δ.Δ.Δ.Δ.Π.Με την υπό εξέταση προσφυγή, ο Αιτητής αιτείται δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση, ημερομηνίας 31.7.2024, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 19.8.2024 και με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του Αιτητή, ημερομηνίας 13.7.2021, για διεθνή προστασία, είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και στερείται οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. 

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρίστηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, καθώς και από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φακέλου (στο εξής «δ.φ.») της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στο πλαίσιο των διευκρινίσεων της παρούσας προσφυγής, τα πραγματικά περιστατικά της υπό εξέταση υπόθεσης έχουν ως ακολούθως:

Ο Αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 13/07/2021, παραλαμβάνοντας στις 19/07/2021 τη σχετική βεβαίωση υποβολής του αιτήματός του.

Στις 20/09/2023 αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου για διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης και κλείσιμο του φακέλου, καθότι ο Αιτητής δεν ανταποκρίθηκε σε επιστολή με την οποία καλείτο να παραστεί σε συνέντευξη, ούτε και σε προσπάθειες τηλεφωνικής επικοινωνίας για τη διεξαγωγή της. Την ίδια ημερομηνία, ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εν λόγω εισήγηση για διακοπή της διαδικασίας και κλείσιμο του φακέλου.

Ακολούθως, στις 27/09/2023, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολόγηση της απόφασης διακοπής της εξέτασης του αιτήματος του Αιτητή.

Στη συνέχεια, και συγκεκριμένα στις 04/01/2024, η Υπηρεσία Ασύλου παρέλαβε αίτημα από τον Αιτητή για επανάνοιγμα του φακέλου του και, δυνάμει του άρθρου 16Ε του περί Προσφύγων Νόμου, ο φάκελος επανανοίχθηκε αυτομάτως.

Στις 10/06/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της EUAA. Ακολούθως, στις 29/07/2024, ο εν λόγω λειτουργός συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με τη συνέντευξη του Αιτητή. Στις 31/07/2024, λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή.

Στις 19/08/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε την απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολόγηση της σχετικής απόφασης, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή κατά την ίδια ημερομηνία.

Εναντίον της εν λόγω απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου καταχωρίστηκε η υπό εξέταση προσφυγή.

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Ο Αιτητής, διά του ευπαίδευτου συνηγόρου του, προέβαλε, τόσο με το εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας όσο και με τη γραπτή του αγόρευση, πλείονες λόγους ακυρώσεως. Με τη γραπτή αγόρευση, εντούτοις, επικεντρώνεται κατ’ ουσίαν στους ακόλουθους λόγους ακύρωσης: ότι η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε χωρίς να διεξαχθεί η δέουσα έρευνα και/ή χωρίς να ληφθούν υπόψη όλα τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, με αποτέλεσμα η Διοίκηση να τελεί υπό πλάνη περί τα πράγματα.

Σημειώνεται ότι ο συνήγορος του Αιτητή, κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων στις 19/01/2026, απέσυρε όλους τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης, πλην εκείνου που αφορά την έλλειψη δέουσας έρευνας.

Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και κανονικότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι το αίτημα ασύλου του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της προβλεπόμενης από τον νόμο διαδικασίας και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί το αποτέλεσμα ενδελεχούς έρευνας, ορθής αξιολόγησης των στοιχείων και ορθής εφαρμογής του νόμου.

Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη και ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε νομική ή πραγματική πλάνη, συνεπεία παρερμηνείας ή εσφαλμένης εκτίμησης των στοιχείων που ο Αιτητής έθεσε ενώπιον των αρμοδίων οργάνων της Διοίκησης.

Τέλος, υποβάλλουν ότι ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στο πρόσωπο του Αιτητή δεν συντρέχουν τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που να θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης, κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000), ώστε να του παρασχεθεί το καθεστώς του πρόσφυγα δυνάμει του άρθρου 3(1) του εν λόγω Νόμου, ούτε συντρέχουν οι προϋποθέσεις για αναγνώριση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(1) του ίδιου Νόμου, καθότι δεν αποδείχθηκε ότι ο Αιτητής διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση του εναπομείναντος λόγου ακύρωσης, ήτοι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, λαμβανομένης υπόψη και της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάζει τις υποθέσεις πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc).

Συνεπώς, προχωρώ στην εξέταση κατά πόσον η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε σε πλήρη συμμόρφωση με τις σχετικές διατάξεις του Νόμου και της Οδηγίας και κατά πόσον αυτή είναι, επί της ουσίας, ορθή.

Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο του ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο διοικητικό όργανο διερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει προτού καταλήξει στην απόφασή του, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφοροποιείται αναλόγως των περιστάσεων κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας (Α.Ε. Αρ. 3017, ημερ. 5.6.2002, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345) και Jamal Karou v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, αρ. 128/2008, ημερ. 1.2.2010).

Υπό το φως των ανωτέρω, προσέγγισα το ζήτημα με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μου και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, εξετάζοντας κατά πόσον οι Καθ’ ων η Αίτηση είχαν ενώπιόν τους και έλαβαν υπόψη όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης.

Στην αίτησή του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του διότι είχε σεξουαλική επαφή με την αδελφή του, εν αγνοία του και υπό την επήρεια αλκοόλης, και ότι, σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος ανέφερε, πρόσωπα που προβαίνουν σε τέτοια πράξη στην κοινότητά του απαγχονίζονται ή θάβονται ζωντανά (βλ. ερ. 1 δ.φ.).

Κατά το κρίσιμο στάδιο της προφορικής του συνέντευξης και αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος Νιγηρίας. Ανέφερε ως περιοχή καταγωγής και διαμονής του το χωριό Umubani, της τοπικής αυτοδιοίκησης Njaba, της πολιτείας Imo της Νιγηρίας. Περαιτέρω δήλωσε ότι, από το έτος 2014 έως το 2021, διέμενε στο Port Harcourt της πολιτείας Rivers, ενώ για περίοδο τριών μηνών πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα διέμενε στην πολιτεία Lagos (βλ. ερ. 66/3χ δ.φ.).

Επιπλέον, ανέφερε ότι είναι Χριστιανός Καθολικός ως προς το θρήσκευμα και ότι ομιλεί την αγγλική γλώσσα, καθώς και τη διάλεκτο Igbo (βλ. ερ. 67/1χ και 66/2χ δ.φ.). Ως προς το εκπαιδευτικό και επαγγελματικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ότι εργαζόταν ως ηλεκτρολόγος (βλ. ερ. 66/2χ δ.φ.). Αναφορικά με το οικογενειακό του περιβάλλον, ανέφερε ότι είναι άγαμος και χωρίς τέκνα, ότι ο πατέρας του απεβίωσε όταν ο ίδιος ήταν σε ηλικία τριών ετών και ότι στη Νιγηρία διαμένουν η μητέρα του και τα τέσσερα αδέλφια του (βλ. ερ. 67/2χ δ.φ.).

Ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του, ότι είχε σεξουαλική επαφή με την ξαδέλφη του κατά την ημέρα των γενεθλίων της, ενώ αμφότεροι τελούσαν υπό την επήρεια αλκοόλ. Κατά τον ίδιο, στην κουλτούρα της κοινότητάς του πρόσωπα που προβαίνουν σε τέτοια πράξη τιμωρούνται με θάνατο διά λιθοβολισμού ή εξορίζονται από την κοινότητα (βλ. ερ. 64 δ.φ.).

Ερωτηθείς τι φοβάται ότι θα συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, απάντησε ότι εάν κάποιος τον δει θα ενημερώσει την κοινότητά του, με αποτέλεσμα να τον σκοτώσουν. Σε σειρά διευκρινιστικών ερωτήσεων αναφορικά με την ξαδέλφη του, ανέφερε ότι ονομάζεται Tereza Chiamaka Esala, ότι διατηρούσαν στενή σχέση και ότι είναι απόφοιτη τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (βλ. ερ. 63/2χ δ.φ.).

Αναφορικά με το περιστατικό της σεξουαλικής επαφής με την ξαδέλφη του, δήλωσε ότι αυτό έλαβε χώρα στο χωριό του στις 07.01.2021. Όπως ανέφερε, κατά την εν λόγω ημέρα αντιμετώπιζε προβλήματα στη σχέση του με τη φίλη του και, παράλληλα, συμμετείχε στον εορτασμό των γενεθλίων της ξαδέλφης του, όπου υπήρχε φαγητό και κατανάλωση αλκοόλ. Την επόμενη ημέρα, σύμφωνα με τον ίδιο, η φίλη του εισήλθε στο δωμάτιο και τους αντίκρισε γυμνούς. Όπως ισχυρίστηκε, εκείνη άρχισε να φωνάζει, με αποτέλεσμα να συγκεντρωθούν άτομα από την κοινότητα, τα οποία τον κράτησαν, τον χτύπησαν και τον μετέφεραν στην πλατεία του χωριού, όπου τον έδεσαν.

Πρόσθεσε ότι μετά από δύο ημέρες ένας συνάδελφός του τον βοήθησε να διαφύγει και να εγκαταλείψει το χωριό (βλ. ερ. 63/3χ δ.φ.). Κληθείς να εξηγήσει πώς κατέληξε να έχει σεξουαλική επαφή με την ξαδέλφη του, δήλωσε ότι αυτό συνέβη λόγω της κατανάλωσης αλκοόλ.

 

Περαιτέρω, ανέφερε ότι η κοινότητα πληροφορήθηκε για το περιστατικό όταν η φίλη του άρχισε να φωνάζει και άτομα εισήλθαν στο δωμάτιο. Ισχυρίστηκε ότι νεαρά άτομα της κοινότητας, τα οποία υπερέβαιναν τα είκοσι σε αριθμό, τον έπιασαν μέσα στο δωμάτιο. Αναφορικά με το άτομο που τον μετέφερε, ανέφερε ότι επρόκειτο για χωρικό, τον οποίο περιέγραψε ως ιδιαίτερα ψηλό και μεγαλόσωμο.

Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι, όταν ανέκτησε τις αισθήσεις του, τον χαστούκισαν και τον μετέφεραν την ίδια ημέρα στην πλατεία του χωριού, όπου τον έδεσαν σε οικία εντός του καταυλισμού της κοινότητας. Μετά τον ξυλοδαρμό, δήλωσε ότι αισθανόταν αδύναμος. Ως προς τη διαφυγή του, ισχυρίστηκε ότι το βράδυ της 09.01.2021 ένας φίλος του άνοιξε την πόρτα, τον οδήγησε στο δάσος και στη συνέχεια διέφυγε σε γειτονική κοινότητα. Ο Αιτητής ανέφερε επίσης ότι δεν υπήρχε φρουρός στην οικία όπου κρατείτο.

Επισημάνθηκε από τον λειτουργό το νομικό πλαίσιο που ισχύει στη Νιγηρία αναφορικά με την αιμομιξία, με τον Αιτητή να δηλώνει ότι η πράξη του δεν εμπίπτει στο νομοθετικό πλαίσιο της χώρας αλλά αποτελεί παράβαση παραδοσιακού εθιμικού κανόνα της φυλής Igbo (βλ. ερ. 60/1χ δ.φ.). Ερωτηθείς κατά πόσον οι αρχές της χώρας θα μπορούσαν να του παράσχουν προστασία, απάντησε αρνητικά, ισχυριζόμενος ότι η αστυνομία θα τον παρέδιδε στα μέλη της κοινότητάς του (βλ. ερ. 60/2χ δ.φ.).

Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς, απορρέοντες από το αφήγημα του Αιτητή (βλ. ερ. 97 δ.φ.).

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή και έγινε αποδεκτός. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για υπήκοο της Νιγηρίας με τόπο καταγωγής την πολιτεία Imo της Νιγηρίας (βλ. ερ. 96-95 δ.φ.).

Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά τον ισχυρισμό περί σεξουαλικής επαφής του Αιτητή με την ξαδέλφη του στις 07/01/2021, η οποία, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, ακολουθήθηκε από τη σύλληψη και κράτησή του σε καταυλισμό του χωριού από μέλη της κοινότητάς του, εξαιτίας της πράξης αυτής, και εν τέλει τη διαφυγή του (βλ. ερ. 95-92 δ.φ.). Ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε, καθότι κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες, ενώ οι απαντήσεις του δεν θεωρήθηκαν συγκεκριμένες και συνεκτικές.

Ειδικότερα, ο αρμόδιος λειτουργός επεσήμανε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με λεπτομέρεια τα άτομα που τον απομάκρυναν από την οικία του, δηλώνοντας αόριστα ότι επρόκειτο για πολλά άτομα και ότι δεν μπορούσε να τα περιγράψει. Περαιτέρω, όταν κλήθηκε να περιγράψει τουλάχιστον ένα από αυτά τα πρόσωπα, και συγκεκριμένα το άτομο που τον πλησίασε, οι δηλώσεις του παρέμειναν αόριστες, περιοριζόμενος να αναφέρει ότι ήταν «τεράστιος» και «ψηλός».

Επιπλέον, ο Αιτητής δεν μπόρεσε να περιγράψει με σαφήνεια τα συναισθήματά του κατά την απαγωγή του, δηλώνοντας απλώς ότι αισθανόταν «εκτός κόσμου». Περαιτέρω, ούτε η περιγραφή του για τον τόπο στον οποίο μεταφέρθηκε μετά την αρπαγή του κρίθηκε επαρκώς λεπτομερής. Αναφορικά με τον καταυλισμό του χωριού, όπου σύμφωνα με τα λεγόμενά του μεταφέρθηκε, δήλωσε μόνο ότι επρόκειτο για οικία με μεταλλική οροφή, παράθυρο και πόρτα, ενώ ως προς τις συνθήκες διαβίωσης στην εν λόγω οικία ανέφερε ασαφώς ότι δεν μπορούσε να κινηθεί ελεύθερα.

Ασυνεπείς κρίθηκαν επίσης οι αναφορές του αναφορικά με τη διαφυγή του από την οικία όπου κρατείτο. Κληθείς να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο δραπέτευσε, ανέφερε χωρίς συνοχή και επαρκείς λεπτομέρειες ότι ένας φίλος του τον βοήθησε να διαφύγει και ότι δεν έγινε αντιληπτός από τα μέλη της κοινότητας, καθότι τον είχαν αφήσει εκεί χωρίς φύλαξη, θεωρώντας ότι ήταν αδύνατο να διαφύγει από το συγκεκριμένο μέρος.

Υπό το φως των ανωτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή δεν τεκμηριώνεται.

Υπό το σκέλος της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός επεσήμανε ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν μπορούσε να αξιολογηθεί πλήρως λόγω της προσωπικής και ατομικής φύσης των σχετικών δηλώσεων. Παρά ταύτα, προχώρησε σε έρευνα αναφορικά με το νομικό πλαίσιο περί αιμομιξίας στη Νιγηρία και κατέληξε ότι, ενόψει της έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας στις δηλώσεις του Αιτητή, ο ισχυρισμός του δεν τεκμηριώνεται και, ως εκ τούτου, απορρίπτεται.

Υπό το φως του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού, ο οποίος αφορά την ταυτότητα, τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ και τη χώρα και τον τόπο καταγωγής του Αιτητή, οι Καθ’ ων η Αίτηση κατέληξαν, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, ότι δεν συντρέχουν εύλογοι ή βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και ειδικότερα στο χωριό Umubani, της τοπικής αυτοδιοίκησης Njaba της πολιτείας Imo της Νιγηρίας, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης (βλ. ερ. 91 δ.φ.).

Στο πλαίσιο αυτό, οι Καθ’ ων η Αίτηση διεξήγαγαν έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με τη χώρα καταγωγής του Αιτητή και παρέθεσαν πληροφορίες αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο καταγωγής του, ήτοι την πολιτεία Imo της Νιγηρίας (βλ. ερ. 92-91 δ.φ.). Επιπροσθέτως, έλαβαν υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για ενήλικο πρόσωπο χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας.

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, οι Καθ’ ων η Αίτηση κατέληξαν ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή σε έναν από τους πέντε λόγους δίωξης που προβλέπονται περιοριστικά στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και, ως εκ τούτου, ότι δεν δικαιούται την αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα.

Περαιτέρω, κρίθηκε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, ο Αιτητής δεν διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, κατά την έννοια του άρθρου 15(α) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ούτε να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, κατά την έννοια του άρθρου 15(β) της ίδιας Οδηγίας.

Αναφορικά δε με το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, οι Καθ’ ων η Αίτηση κατέληξαν επίσης ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό την έννοια της εν λόγω διάταξης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του. Συγκεκριμένα, από τις πληροφορίες που αντλήθηκαν από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο όπου αναμένεται να επιστρέψει, ήτοι το χωριό Umubani, της τοπικής αυτοδιοίκησης Njaba της πολιτείας Imo της Νιγηρίας, διαπιστώθηκε ότι δεν υφίστανται συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. ερ. 92-91 δ.φ.). Ως εκ τούτου, απορρίφθηκε και το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Αξιολογώντας τα ανωτέρω υπό το φως των σχετικών νομοθετικών διατάξεων και μελετώντας επισταμένως τόσο την Έκθεση/Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της EUAA, όσο και τα όσα προέβαλε ο συνήγορος του Αιτητή κατά τη δικαστική διαδικασία ενώπιόν μου, καταλήγω στα ακόλουθα:

Υπενθυμίζεται συναφώς ότι σύμφωνα με το άρθρο 16 του Περί Προσφύγων Νόμου [Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί], αρχικά, το βάρος απόδειξης το φέρει ο αιτών άσυλο ο οποίος υποχρεούται να υποστηρίξει την αίτησή του με όλα τα έγγραφα και στοιχεία που έχει στην κατοχή του, αλλά και γενικότερα να βοηθήσει την Υπηρεσία Ασύλου με τον καλύτερο τρόπο να διαπιστώσει τα γεγονότα της υπόθεσης του. Ως έχει νομολογηθεί, ο αιτών διεθνούς προστασίας πρέπει να καταβάλει ειλικρινή προσπάθεια να θεμελιώσει την αφήγησή του, ότι δηλαδή υπήρξε θύμα δίωξης στην χώρα καταγωγής του, ώστε να πληροί της προϋποθέσεις υπαγωγής του στο καθεστώς Διεθνούς Προστασίας (βλ. WILLIAM CRISANTHA MAL FRANCIS KARUNARATHNA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α, Υπόθεση Αρ. 1875/2008, 1 Μαρτίου 2010).

Κατά τη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, καθοριστικό ρόλο φέρει η αξιοπιστία ενός αιτούντος άσυλο. Προς τούτο τονίζω ότι ο όρος «αξιοπιστία» δεν ορίζεται από το Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου. Η χρήση του όρου, από το άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο (ε) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/EE, αναφέρεται στη γενική αξιοπιστία ενός αιτούντος, αλλά αυτό είναι στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου κανόνα που διέπει τη μη επιβεβαίωση πτυχών των δηλώσεων του αιτούντος. Κατά συνέπεια, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας αφορά τη διαδικασία έρευνας για το εάν το σύνολο ή μέρος των δηλώσεων του αιτούντος ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν από αυτόν σχετικά με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς (material facts) μπορούν να γίνουν δεκτά προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ο Αιτητής εμπίπτει στις προϋποθέσεις παραχώρησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

Αυτή η αξιολόγηση μπορεί να περιλαμβάνει την επαλήθευση εάν οι δηλώσεις του αιτούντος είναι συνεπείς, επαρκώς λεπτομερείς, εύλογες και συμβατές με τα έγγραφά του, τις πηγές πληροφόρησης και κάθε άλλο αποδεικτικό στοιχείο που αποκτήθηκε. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας δεν σημαίνει ότι σε όλες τις περιπτώσεις ο υπεύθυνος λήψης αποφάσεων θα προβεί σε επαλήθευση και θα καταλήξει με απόλυτη βεβαιότητα αναφορικά με την αλήθεια των δηλώσεων του αιτούντος. Η Ύπατη Αρμοστεία έχει ορίσει την αξιοπιστία ως εξής: «Ο αιτών άσυλο κρίνεται αξιόπιστος, όταν έχει προβάλει ισχυρισμούς που παρουσιάζουν συνοχή και είναι εύλογοι, που δεν είναι αντιφατικοί με τα κοινά τοις πάσι γεγονότα και κατά συνέπεια μπορεί να οδηγήσουν τον υπεύθυνο της συνέντευξης στη δημιουργία πεποίθησης για το βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης που εκφράζει.». Η ως άνω προσέγγιση υιοθετήθηκε και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Υπόθεση JK και Others v Sweden, αριθμός αίτησης 59166/12, Παρ. 53.

Στο εγχειρίδιο της EASO με τίτλο «Δικαστική Ανάλυση - Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου (2018)», αναφέρεται στη σελ.98, ενότητα 4.5.3 ότι: «Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.». Περαιτέρω, στην προηγούμενη σελίδα του πιο πάνω εγχειριδίου, αναφέρεται ότι: «Γενικά είναι εύλογο να αναμένεται η αίτηση διεθνούς προστασίας να είναι τεκμηριωμένη και να περιλαμβάνει επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες, τουλάχιστον όσον αφορά τα πλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της αίτησης. Η μη επαρκής παροχή λεπτομερειών μπορεί επίσης να ισοδυναμεί με αυτό που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) ως έλλειψη 'λυσιτελών στοιχείων'.».

Συναφώςκατά την απόφαση του ΔΕΕC - 277/11 M. κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, αποφημερ22/11/2012, η αξιολόγηση μιας αίτησης διεθνούς προστασίας πρέπει να πραγματοποιείται σε «δύο αυτοτελή στάδια», όπου το πρώτο στάδιο «αφορά τη διαπίστωση της συνδρομής των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύουν τη βασιμότητα της αιτήσεως», ενώ το δεύτερο στάδιο «αφορά τη νομική εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, προκειμένου να αποφασισθεί αν πληρούνται, υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 9 και 10 ή 15 της οδηγίας 2004/83 για την παροχή διεθνούς προστασίας». 

Η εξακρίβωση των πραγματικών (ή ουσιωδών) περιστατικών είναι ύψιστης σημασίας για την αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου που δύναται να αντιμετωπίσει ο εκάστοτε αιτών, εφόσον από αυτά θα προκύψουν γεγονότα που πιθανόν να τεκμηριώνουν παρελθούσα δίωξη ή γεγονότα που στην συνολική αξιολόγηση της αίτησης είναι καθοριστικά ως προς την ύπαρξη μελλοντικής δίωξης.[1]

Έχοντας παραθέσει το νομικό πλαίσιο εξέτασης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, θα προχωρήσω στη συνέχεια σε έλεγχο της νομιμότητας και της ορθότητας της επίδικης απόφασης, δια της πλήρους και ex nunc εξέτασης των γεγονότων και νομικών ζητημάτων που διέπουν αυτή, ενόψει της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 11(3)(α) του Περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018).

Αξιολόγηση των ισχυρισμών

Αρχικά, συντάσσομαι με τη θέση των Καθ’ ων η Αίτηση ότι ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά τα προσωπικά στοιχεία, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο καταγωγής του Αιτητή, ο οποίος και έγινε αποδεκτός, θέση με την οποία συμφωνώ. Σημειώνεται συναφώς ότι, σύμφωνα με τις δηλώσεις του Αιτητή, κατά το χρονικό διάστημα από το 2014 έως το 2021 διέμενε στο Port Harcourt της πολιτείας Rivers, όπου εργαζόταν ως ηλεκτρολόγος (βλ. ερ. 66/2χ, 3χ δ.φ.).

Ακολούθως, συμφωνώ με τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού των Καθ’ ων η Αίτηση ως προς την αναξιοπιστία του Αιτητή αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μου προκύπτει ότι ο Αιτητής, κατά την επεξήγηση του πυρήνα του αιτήματός του, δεν παρείχε συγκεκριμένες, επαρκείς και ικανοποιητικές πληροφορίες και λεπτομέρειες σχετικά με το περιστατικό αιμομιξίας με την ξαδέλφη του, κατά το οποίο ισχυρίστηκε ότι απήχθη και κρατήθηκε από μέλη της κοινότητάς του, ούτε κατόρθωσε να στοιχειοθετήσει ότι ο ίδιος διατρέχει κίνδυνο. Ως εκ τούτου, οι σχετικοί ισχυρισμοί του δεν κρίνονται ευλογοφανείς.

Από τις απαντήσεις που έδωσε στα ερωτήματα που του τέθηκαν διαπιστώνονται ασυνέπειες, ασάφειες και γενικόλογες διατυπώσεις, στοιχεία που δημιουργούν αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα του αιτήματός του. Ομοίως, η αναφορά του στο περιστατικό επίθεσης από άτομα της κοινότητας ή γείτονες, πέραν της λακωνικότητας και της έλλειψης ευλογοφάνειας, στερείται προσωπικών βιωματικών στοιχείων.

Δεδομένου ότι ο ίδιος επικαλείται κίνδυνο για τη ζωή του, ο οποίος αποτελεί και τη γενεσιουργό αιτία του ισχυριζόμενου φόβου δίωξης, θα αναμενόταν να είναι σε θέση να παράσχει σαφείς και συγκεκριμένες λεπτομέρειες αναφορικά με το περιστατικό. Αντιθέτως, δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με σαφήνεια τα άτομα που τον άρπαξαν από την οικία του μετά το περιστατικό σεξουαλικής επαφής με την ξαδέλφη του, τον τρόπο με τον οποίο μεταφέρθηκε σε οικία στον καταυλισμό του χωριού, ούτε τον τρόπο με τον οποίο φέρεται να διέφυγε.

Περαιτέρω, από τις δηλώσεις του Αιτητή προκύπτει ότι, κατά τη μετέπειτα παραμονή του στην πολιτεία Lagos, δεν συνέβη οτιδήποτε προσωπικά εις βάρος του από μέλη της κοινότητάς του.

Επιπλέον, διαπιστώνεται αντίφαση μεταξύ της υποβληθείσας αίτησης ασύλου και των δηλώσεών του κατά τη συνέντευξη. Συγκεκριμένα, κατά την υποβολή της αίτησης ασύλου, καθώς και στο έντυπο ευαλωτότητας, ο Αιτητής ανέφερε ότι είχε σεξουαλική επαφή με την αδελφή του, ενώ κατά τη διάρκεια της συνέντευξης αναφέρθηκε σε σεξουαλική επαφή με την ξαδέλφη του (βλ. ερ. 1, 15, 64 δ.φ.).

Ακόμη, παρατηρείται ότι, σύμφωνα με τις δηλώσεις του ίδιου του Αιτητή, αναχώρησε νόμιμα από τη χώρα καταγωγής του χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την έξοδό του από αυτή.

Ο Αιτητής κλήθηκε κατ’ επανάληψη να δώσει απαντήσεις επί των σχετικών ζητημάτων, πλην όμως δεν κατόρθωσε να περιγράψει επαρκώς τα περιστατικά ούτε να παραθέσει τις σχετικές πληροφορίες με την απαιτούμενη λεπτομέρεια. Περαιτέρω, δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει με σαφήνεια και ευλογοφάνεια τον πυρήνα του αιτήματός του.

Ως εκ τούτου, φρονώ ότι οι παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα του αρμόδιου λειτουργού, όπως καταγράφονται στην Έκθεση-Εισήγηση, γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο ως σημεία που εύλογα πλήττουν την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του Αιτητή και, ως εκ τούτου, δεν εντοπίζω οποιονδήποτε λόγο διαφοροποίησης.

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, ενόψει του προσωπικού χαρακτήρα των ισχυρισμών του Αιτητή αλλά και της απουσίας εσωτερικής αξιοπιστίας στις δηλώσεις του, δεν προκύπτει ανάγκη εξέτασης της εξωτερικής τους συνοχής με αναφορά σε αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης. Η θέση αυτή συνάδει και με τη νομολογία, όπως αποτυπώνεται στην απόφαση του Εφετείου επί έφεσης κατά απόφασης του ΔΔΔΠ αρ. 18/2023, Ferdinand Ebele Ewelukwa v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 31/10/2024.[2]

Γενικά είναι εύλογο να αναμένεται ότι ένα αίτημα για διεθνή προστασία θα παρουσιάζεται ουσιαστικά και με σαφήνεια και επαρκή λεπτομέρεια, τουλάχιστον όσον αφορά τα πιο σημαντικά γεγονότα της εν λόγω αξίωσης. Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία σχετικά με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (και προηγούμενα, της Οδηγίας 2004/83/ΕΕ), εναπόκειται, κατ' αρχήν, στον αιτούντα να προσκομίσει όλα τα αναγκαία στοιχεία προς στήριξη της αιτήσεώς του. Επομένως, η ανεπάρκεια λεπτομερειών συνιστά αυτό που αναφέρεται στο άρθρο 4, παράγραφος 5, στοιχείο β) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ ως έλλειψη σχετικών στοιχείων.

Λαμβάνοντας υπόψη τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, ήτοι την ηλικία του, το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, όπως επίσης και το ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις περί οποιασδήποτε ευαλωτότητας του, φρονώ ότι θα ήταν εύλογα αναμενόμενο να είναι σε θέση να στηρίξει την αίτησή του προβάλλοντας μια γνήσια προσωπική εμπειρία.[3] Παράλληλα, κρίνω ότι οι δηλώσεις και οι επεξηγήσεις του δεν προσδίδουν στους ισχυρισμούς του την απαραίτητη βιωματική χροιά ώστε να ενισχύεται η αξιοπιστία τους.

Επομένως, η γενικότητα των απαντήσεών του, η έλλειψη επαρκών λεπτομερειών και σε κάποια σημεία η έλλειψη ευλογοφάνειας, οι οποίες εύλογα προκύπτουν από το περιεχόμενο της έκθεσης-εισήγησης, οδηγούν στο συμπέρασμα πως ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να θεμελιώσει βάσιμο φόβο δίωξης ο οποίος απορρέει από τον εν λόγω ισχυρισμό του. Το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών για την παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας πρωτίστως εναποτίθεται  στον ίδιο τον Αιτητή, ο οποίος πρέπει να καταβάλλει ειλικρινή προσπάθεια να θεμελιώσει τους ισχυρισμούς του ότι υπήρξε θύμα δίωξης στη χώρα καταγωγής του, ώστε να πληροί με βάση τα πραγματικά περιστατικά τις προϋποθέσεις για παραχώρηση της ιδιότητας του πρόσφυγα ή της παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, κάτι το οποίο ο Αιτητής φρονώ απέτυχε να το πράξει επί της παρούσας υπόθεσης (βλ. William Crisantha Mal Francis Karumarathna v. Δημοκρατίας, υπόθ.αρ.1875/08, ημερ.1.3.2010 και Εγχειρίδιο του Υπάτου Αρμοστή των Ο.Η.Ε για τους προσφυγές  -  ότι ο αιτητής οφείλει με ειλικρίνεια να θεμελιώσει το αίτημα του, βλ. επίσης Υπόθεση Αρ. 1119/2009, ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012, FARHAN KHALIL, και Κυπριακής Δημοκρατίας).

Συναφώς επισημαίνεται ότι ούτε μπορεί να αναγνωριστεί στον Αιτητή «το ευεργέτημα της αμφιβολίας»,[4] όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων. Το ευεργέτημα της αμφιβολίας δίδεται μόνο εκεί όπου ο αιτητής έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα σε αυτόν στοιχεία σε σχέση με την αίτησή του, τα οποία έχουν ελεγχθεί και, ο αρμόδιος λειτουργός ή/και ο Προϊστάμενος ικανοποιούνται ότι είναι γενικά αξιόπιστος.[5] Εν προκειμένω, ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε είτε στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας είτε της παρούσας διαδικασίας οποιοδήποτε ειδικό ισχυρισμό περί δίωξης. Όπως έχει εξάλλου νομολογηθεί, κρίση επί της αξιοπιστίας αιτητή και έγερση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο της αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή. (Βλ. σχετικά απόφαση στην υπόθεση Amiri v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά. (2009) 3 ΑΑΔ 358, καθώς και την απόφαση του Δικαστηρίου τούτου στην υπόθεση Khalil v. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 466/2010, 28.9.2012).

Πέραν τούτου, διαπιστώνω ότι κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας υποβλήθηκαν στον Αιτητή ανοικτής φύσεως ερωτήματα, τα οποία είχε τη δυνατότητα να απαντήσει, όσο και διευκρινιστικές ερωτήσεις επί των ανωτέρω ερωτημάτων. Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε επαρκείς ερωτήσεις, για να καλύψει τόσο τον πυρήνα του αιτήματος, όσο και τα επιμέρους θέματα, ακολουθώντας την ορθή διερευνητική διαδικασία. Οι ισχυρισμοί αυτοί που επικαλείται δεν θα μπορούσαν να τον εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα έτσι όπως αυτή η έννοια ερμηνεύεται από την Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6 (Ι)/2000.

Συνεπώς, και λαμβάνοντας υπόψη τα ως άνω αναφερθέντα, το προσωπικό προφίλ του Αιτητή σε συνάρτηση με τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης του,  δεν αποδεικνύεται ότι ο Αιτητής εμπίπτει και διώκεται για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 (δίωξη λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων) και ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί του δεν αποτελούν βάση για την αναγνώριση ενός προσώπου ως πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.

Ούτε και επί της παρούσας δικαστικής διαδικασίας ο Αιτητής  προβάλλει τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι να ανατρέπουν την κατάληξη των Καθ'ων η Αίτηση και οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας.

Επιπρόσθετα, ούτε στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας εμπίπτει ο Αιτητής, το οποίο δίδεται όταν ο αιτητής πρόκειται να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα ιθαγένειας του. Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), «ουσιώδεις λόγοι».  Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, παραβίασης ανθρωπίνου δικαιώματος, τόσο κατάφωρης ώστε να ενεργοποιούνται οι διεθνείς υποχρεώσεις της Δημοκρατίας ή να υπάρχει απειλή κατά της ζωής, της ασφάλειας ή της ελευθερίας ως αποτέλεσμα άσκησης αδιάκριτης βίας λόγω συνθηκών ένοπλής σύγκρουσης  ή συστηματικών και γενικευμένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19,ημερομηνίας 10/06/2021, CFDN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07και 11449/07, ημερομηνίας 29/11/2011), αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως η χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. απόφαση στην C-465/07, Meki ElgafajiNoor Elgafaji - Staatssecretaris van Justitie, ημερομηνίας 17/12/2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

Ως προς την γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, σύμφωνα με την ιστοσελίδα της War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), της Ακαδημίας της Γενεύης, η Νιγηρία εμπλέκεται σε δύο παράλληλες μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις κατά των μη κρατικών ένοπλων ομάδων Boko Haram και Ισλαμικού Κράτους (Islamic State in West Africa Province/ISWAP). Επιπλέον, υπάρχει μια μη διεθνής ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του Ισλαμικού Κράτους (ISWAP) και της Boko Haram. Επί της ίδιας ιστοσελίδας καταγράφεται πως «από το 1960, η Νιγηρία συνδυάζει την εθνογραφική και θρησκευτική ποικιλομορφία με επαναλαμβανόμενη και εξελισσόμενη βία. Από το 2009, η βορειοανατολική περιοχή βιώνει παρατεταμένη εξέγερση από την Boko Haram και την αποσχισθείσα ομάδα της, το Ισλαμικό Κράτος Δυτικής Αφρικής (ISWAP). Παρά τις προηγούμενες στρατιωτικές επιτυχίες των νιγηριανών ενόπλων δυνάμεων που υποστηρίχθηκαν από την ομάδα Civilian Joint Task Force (CJTF) το 2015-2016, η ασφάλεια έχει έκτοτε επιδεινωθεί ξανά, καθώς τα τρομοκρατικά και εγκληματικά δίκτυα έχουν επεκταθεί. Κάποιες περιοχές έχουν αντιμετωπίσει βία που σχετίζεται με τους πόρους, συγκρούσεις αγροτών-κτηνοτρόφων, κινητοποίηση αυτονομιστών και εγκληματικότητα συμμοριών, συμβάλλοντας σε μαζικούς εσωτερικούς εκτοπισμούς. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε επίσης από αμφισβητούμενες εκλογές, τεταμένες σχέσεις με τον Νίγηρα, σοβαρές πλημμύρες και μια επιδεινούμενη κρίση κόστους ζωής που χαρακτηρίστηκε από διαμαρτυρίες και θανατηφόρα καταστολή. Η περιφερειακή συνεργασία μέσω της Multinational Joint Task Force (MTJF) αποδυναμώθηκε, ενώ οι επιχειρήσεις του ISWAP εντάθηκαν και οι αεροπορικές επιδρομές των Ηνωμένων Πολιτειών (ΗΠΑ) διεξήχθησαν με αμφισβητούμενη αιτιολόγηση».[6]

Σύμφωνα με πρόσφατη Έκθεση της EUAA, που αφορά την περίοδο 1 Ιανουαρίου 2024 έως 31 Αυγούστου 2025, η κατάσταση στην πολιτεία Imo έχει χαρακτηριστεί από αυξανόμενη ανασφάλεια. Σύμφωνα με το PIND, η πολιτεία Imo κατατάχθηκε μεταξύ των τριών πολιτειών του Δέλτα του Νίγηρα που κατέγραψαν τον υψηλότερο αριθμό θανάτων σχετιζόμενων με συγκρούσεις το 2024, με την περιοχή Ohaji/Egbema να είναι μία από τις τρεις πιο πληγείσες περιοχές. Κύριες πηγές ανασφάλειας ήταν εγκληματικές δραστηριότητες (συμπεριλαμβανομένων στοχευμένων δολοφονιών και απαγωγών για λύτρα), βία που συνδέεται με αυτονομιστικές πολιτοφυλακές και κοινοτικές συγκρούσεις.[7]

Στην ίδια έκθεση, αναφορικά με τη πολιτεία Rivers, όπου υπάγεται η πόλη Port Harcourt, καταγράφεται ότι κατά τους πρώτους έξι μήνες του 2025, η PIND εντόπισε εγκληματικές δραστηριότητες και συγκρούσεις μεταξύ αντίπαλων συμμοριών ως σημαντικές προκλήσεις για την ασφάλεια στην πολιτεία Rivers. Κύριοι παράγοντες ανασφάλειας το 2024, αποτέλεσαν οι συγκρούσεις μεταξύ αντίπαλων συμμοριών, δυνάμεων ασφαλείας και τοπικών ομάδων αυτοάμυνας, απαγωγές για λύτρα, καθώς και η βία των πολιτοφυλακών και των όχλων που προκλήθηκε από εγκληματικές δραστηριότητες και συγκρούσεις μεταξύ τοπικών πολιτοφυλακών, συμμοριών και «κακοποιών». Στην ίδια Έκθεση αναφέρεται πως οι κύριοι παράγοντες που οδηγούν στην εγκληματικότητα και τη βία στο Δέλτα του Νίγηρα και καλύπτει την περίοδο από το 2019 έως το 2024, το Nigerian Stakeholder (SDN) αξιολόγησε τη «βία από συμμορίες/λατρείες (cultism)» ως «πολύ υψηλό» στη πολιτεία Rivers. Πηγές ανέφεραν επίσης πειρατικές επιθέσεις σε πλοία που ταξίδευαν κατά μήκος θαλάσσιων διαδρομών και την απαγωγή επιβατών, βανδαλισμούς αγωγών και κλοπές πετρελαίου, στις οποίες συμμετείχαν και παιδιά. Μετά από ξέσπασμα βίας και επιθέσεις σε υποδομές πετρελαίου, ο πρόεδρος της Νιγηρίας κήρυξε κατάσταση έκτακτης ανάγκης στην πολιτεία Rivers τον Μάρτιο του 2025 και ανέστειλε τη λειτουργία της ηγεσίας και του κοινοβουλίου της πολιτείας για έξι μήνες, κίνηση, η οποία επικρίθηκε ως «αντισυνταγματική».[8]

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην πολιτεία Imo της Νιγηρίας, τόπος καταγωγής του Αιτητή, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 20/02/2026), καταγράφηκαν 60 περιστατικά πολιτικής βίας τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 102 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[9] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πολιτείας Imo το 2022 εκτιμάται ότι ανερχόταν στα 5,459,300 κατοίκους.[10] Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη πως για περίοδο 7 ετών ο Αιτητής διέμενε και εργαζόταν στη πόλη Port Harcourt, της πολιτείας Rivers, το Δικαστήριο προχώρησε σε έρευνα και στην εν λόγω πολιτεία, όπου το τελευταίο έτος(με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 20/02/2026), καταγράφηκαν 44 περιστατικά πολιτικής βίας τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 41 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[11] Σύμφωνα με εκτιμήσεις ο πληθυσμός στη πόλη Port Harcourt το 2022 ανερχόταν στα 2,120,000 κατοίκους.[12]

Στη βάση των ανωτέρω πληροφοριών, καταλήγω ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι τα περιστατικά ασφαλείας στις προαναφερόμενες περιοχές δεν είναι τέτοιας συχνότητας ή έντασης ώστε να τεκμηριώνεται ότι ο Αιτητής θα διατρέξει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του σε αυτές.

Περαιτέρω, δεν προκύπτουν ιδιαίτερες περιστάσεις που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο τον οποίο ενδεχομένως να διατρέξει ο Αιτητής σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της αρχής της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» και λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των περιστατικών που έχουν καταγραφεί, ως εκτίθενται ανωτέρω (βλ. επίσης ΔΕΕ, C-901/19, απόφαση ημερομηνίας 10.6.2021, CF και DN κατά Bundesrepublik Deutschland).

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου και αφού εξέτασα τόσο τη νομιμότητα όσο και την ουσία της παρούσας υπόθεσης, καταλήγω ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της προβλεπόμενης διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτησή του. Ορθώς η Διοίκηση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπό εξέταση υπόθεσης δεν στοιχειοθετούσαν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την αναγνώριση στον Αιτητή του καθεστώτος του πρόσφυγα, όπως προβλέπεται στα άρθρα 3–3Δ του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών πεποιθήσεων. Ομοίως, δεν στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του ίδιου Νόμου, αφού δεν αποδείχθηκε ότι αυτός διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη, όπως καθορίζεται στο άρθρο 19(2).

Η έρευνα θεωρείται επαρκής όταν εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε ουσιώδους γεγονότος που σχετίζεται με το υπό εξέταση ζήτημα. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων που επιτρέπουν την εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά., Α.Ε. 1518, ημερ. 1.11.1996· Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575, ημερ. 14.7.1997· Motorways Ltd v. Δημοκρατίας, Α.Ε. 2371, ημερ. 25.6.1999). Στην παρούσα περίπτωση είναι εμφανές ότι η Υπηρεσία Ασύλου προέβη στη δέουσα έρευνα όλων των ζητημάτων που τέθηκαν ενώπιόν της από τον Αιτητή. Οι Καθ’ ων η Αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιόν τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός παρείχε επαρκή αιτιολογία ως προς τον λόγο μη υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η αιτιολογία δε αυτή συμπληρώνεται από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, και ιδίως από την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, το πρακτικό της συνέντευξής του και την Έκθεση/Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού (βλ. Παναγιωτίδης ν. Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων κ.ά. (1998) 3 Α.Α.Δ. 342· Θ. Χριστοφή & Σία Λτδ ν. Υπουργού Οικονομικών κ.ά. (1998) 3 Α.Α.Δ. 427).

Καταληκτικά, λαμβάνω επίσης υπόψη ότι ο Υπουργός Εσωτερικών, στο πλαίσιο των εξουσιών που του παρέχει το άρθρο 12Β τρις του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000, με την Κ.Δ.Π. 145/2025 καθόρισε τη χώρα καταγωγής του Αιτητή ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, καθότι, βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, διαπιστώνεται ότι στη χώρα αυτή γενικά και μόνιμα δεν υφίστανται πράξεις δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3Γ του Νόμου, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή προερχόμενη από χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.

Υπό το φως των ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται έξοδα ύψους €1200 υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή. 

Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[1] European Asylum Support Office - EASO, 'Δικαστική ανάλυση - Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου', 2018, σελ. 132 - 135

[3] Βλ. C‑148/13 έως C‑150/13, EU:C:2014:2406, σκέψεις 54 και 57.

[4] ΕΔΔΑ, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, ό.π. υποσημείωση 20. Βλ. επίσης ΕΔΔΑ, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, RH κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 4601/14, σκέψη 58· ΕΔΔΑ, απόφαση της 20ης Ιουλίου 2010, N κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 23505/09, σκέψη 53· ΕΔΔΑ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2010, RC κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 41827/07, σκέψη 50.

[5] Άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου.

[6] War Watch, At a Glance, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-nigeria/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 04.03.2026]

[7] EUAA - European Union Agency for Asylum: Nigeria - Security situation, November 2025, https://euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-security-situation-0, p. 132 - 133.

[8] EUAA - European Union Agency for Asylum: Nigeria - Security situation, November 2025, https://euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-security-situation-0, p. 155-156

[9] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Imo, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 20.02.2026), https://acleddata.com/platform/explorer [Ημερομηνία Πρόσβασης: 04.03.2026]

[10] City Population - Nigeria – Imo https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/  [Ημερομηνία Πρόσβασης: 04.03.2026]

[11] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Rivers, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 20.02.2026), https://acleddata.com/platform/explorer [Ημερομηνία Πρόσβασης: 04.03.2026]

[12] City Population - Nigeria – Port Harcourt https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/  [Ημερομηνία Πρόσβασης: 04.03.2026]


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο