ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 3778/2024
19 Μαρτίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
F.E.N.
Αιτητή
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας
μέσω Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
....................
Ο αιτητής εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου
Γεωργία Καρατσιόλη για Νίκο Α. Λοΐζου & Χρίστο Γ. Χριστούδια, Δικηγόρος για τον αιτητή
Λίνος Νικολάου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 12/07/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 07/02/2023, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Ο αιτητής παρέλαβε βεβαίωση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας αυθημερόν. Στις 08/02/2023, διενεργήθηκε συνέντευξη για εντοπισμό ευαλωτότητας του αιτητή και κατόπιν αξιολόγησης διαπιστώθηκε ότι ο αιτητής είναι χαμηλού κινδύνου.
Στις 23/05/2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 10/07/2024 ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με τη συνέντευξη του αιτητή. Στη συνέχεια, ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, αφού υιοθέτησε την Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού απέρριψε το αίτημα του αιτητή στις 12/07/2024.
Στις 27/08/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική του αιτήματος του αιτητή επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την αιτιολόγηση της απόφασής της σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον αιτητή στις 28/08/2024. Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της προαναφερόμενης απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή κατά το στάδιο των διευκρινίσεων ενώπιον του Δικαστηρίου, απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που προωθούσε η πλευρά του αιτητή μέσω της Γραπτής Αγόρευσης και δήλωσε πως προωθεί το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής του Αγόρευσης, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει ότι λήφθηκε ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στο αρμόδιο όργανο και είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Επιπλέον, εισηγείται ότι ο αιτητής φέρει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, το οποίο δεν κατάφερε να αποσείσει στην προκειμένη περίπτωση, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000 έτσι ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.
Ο αιτητής στην αίτησή του για διεθνή προστασία κατέγραψε ότι ήρθε στην Κύπρο για να σπουδάσει και να εργαστεί. Μη μπορώντας να διαχειριστεί το κόστος διαβίωσης στις κατεχόμενες περιοχές, πέρασε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές με την ελπίδα να βρει εργασία προκειμένου να αποστείλει χρήματα στην οικογένειά του (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου).
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο αιτητής ανέφερε ότι κατάγεται από τη Νιγηρία, ότι γεννήθηκε στην πολιτεία Kano και ότι η πολιτεία Kaduna αποτελεί τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του στη χώρα καταγωγής του (ερυθρό 35, 1χ του διοικητικού φακέλου). Είναι αγγλικανικός χριστιανός, απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και ομιλεί τις γλώσσες Igbo, Hausa αλλά και την αγγλική (ερυθρά 39, 5χ και 37 1χ, 3χ του διοικητικού φακέλου). Σχετικά με την οικογένειακή του κατάσταση, δήλωσε παντρεμένος, πατέρας 5 παιδιών, και συμπλήρωσε ότι η σύζυγος και τα παιδιά του διαβιούν στην πόλη Kaduna της πολιτείας Kaduna. Σε σχέση με την οικογένειά του, έχει μια αδελφή η οποία ζει στην πολιτεία Anambra, πολιτεία όπου επίσης ζει και η μητέρα του (ερυθρό 37, 4χ-5χ του διοικητικού φακέλου). Για την εργασιακή του εμπειρία, ανέφερε ότι από το 2008 μέχρι το θάνατο του θείου του, εργαζόταν μαζί του, πουλώντας ηλεκτρικούς μετασχηματιστές (ερυθρό 36, 1χ-2χ του διοικητικού φακέλου).
Ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του, δήλωσε ότι ακολούθως της ταφής του θείου του, προσπάθησε να αναλάβει την επιχείρησή του, πλην όμως τα άτομα που συνεργάζονταν με το θείο του, του δήλωσαν ότι δεν είχε δικαίωμα σ’ αυτήν. Ο αιτητής, τους ανέφερε ότι η επιχείρηση ανήκε στο θείο του και ότι ο ίδιος ήταν μαζί του από το 1993, αλλά τα εν λόγω άτομα του επεσήμαναν πως δεν θα του επέτρεπαν να εργαστεί εκεί. Ο αιτητής, θεωρούσε ότι επρόκειτο για κάποιου είδους αστείο μέχρι που στις 19/09/2022, και ενόσω βρισκόταν στο σπίτι του, άκουσε έναν πυροβολισμό στο σπίτι του γείτονά του. Το επόμενο πρωί, ρωτώντας τι συνέβη, έμαθε ότι ο γείτονάς του δολοφονήθηκε, αλλά ο αιτητής ανακάλυψε ότι τον σκότωσαν κατά λάθος, αφού στην πραγματικότητα στόχευαν το δικό του σπίτι. Ο αιτητής, πήρε τη γυναίκα και τα παιδιά του και πήγαν σε ξενοδοχείο και την αμέσως επόμενη μέρα, μετέβηκε σε αστυνομικό σταθμό για να καταγγείλει το περιστατικό, ενώ συνέχισαν να τον καλούν και να τον απειλούν ότι θα τον σκοτώσουν (ερυθρό 34, 3χ του διοικητικού φακέλου).
Ο αιτητής ανέφερε πως ο θείο του απεβίωσε στις 20/12/2021 και πρόσθεσε ότι απεβίωσε ενόσω ο ίδιος (αιτητής) βρισκόταν στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Ο αιτητής εισήλθε στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές στις 19/09/2019 και στις 25/12/2019 επέστρεψε στη χώρα καταγωγής του, το Σεπτέμβριο του 2020 μετέβη και πάλι στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές και τέλος, στις 25/12/2022 επέστρεψε στη Νιγηρία για την κηδεία του θείου του (ερυθρό 34, 4χ-6χ του διοικητικού φακέλου).
Ο αιτητής ανέφερε ότι τον απειλούσαν λέγοντάς του ότι δεν θα ζούσε για να αναλάβει την επιχείρηση συμπληρώνοντας ότι τις τελευταίες απειλές τις δέχτηκε στις 27/09/2022. Όπως ισχυρίστηκε, τον απειλούσαν λόγω του ότι η επιχείρηση του ανήκε ενώ δεν είχε έγγραφα που να αποδείκνυαν την κυριότητά του, αφού όπως δήλωσε ξέχασε να τα εκτυπώσει. Κληθείς να αναφερθεί στην τελευταία φορά που τον απείλησαν, δήλωσε ότι ήταν στις 28/09/2022 και ότι την 01/10/2022, έκλεισε εισιτήριο για να εγκαταλείψει τη Νιγηρία. Σε ερωτήσεις για το πως κατάφεραν να πάρουν την επιχείρηση με δεδομένο το ότι η επιχείρηση του ανήκε, απάντησε ότι επιθυμούσαν να τον σκοτώσουν και να πάρουν την επιχείρηση και γι’αυτό το λόγο έτρεξε για να σωθεί. Ο αιτητής ανέφερε ότι αν τυχόν επέστρεφε και τον έβλεπαν, θα θεωρούσαν ότι επέστρεψε για την επιχείρηση. Περαιτέρω, τα εν λόγω άτομα, το Νοέμβριο του 2022 και αφότου ο ίδιος εγκατέλειψε τη χώρα, εμφανίστηκαν στο σπίτι του αλλά δεν βρήκαν κανέναν αφού η σύζυγος και τα παιδιά του είχαν φύγει και ζούσαν στην πόλη Zaria της πολιτείας Kaduna (ερυθρά 34, 7χ-9χ, 33, 2χ, 4χ-14χ του διοικητικού φακέλου).
Στη βάση των ανωτέρω ισχυρισμών, ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιτητή. O πρώτος ισχυρισμός αφορά το ότι ο αιτητής είναι υπήκοος της Νιγηρίας, με τόπο καταγωγής την πολιτεία Kano. Μεγάλωσε στη πολιτεία Anambra και από το 1993 και έπειτα ζούσε στην πολιτεία Kaduna μέχρι που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του. Ο δεύτερος ισχυρισμός στηρίζεται στο φόβο δίωξής του από τους συναδέλφους του θείου του, οι οποίοι δεν επιθυμούσαν ο ίδιος να αναλάβει την επιχείρηση.
Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τους καθ' ων η αίτηση, καθώς κρίθηκε ότι πληρείτο τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του αιτητή, λαμβάνοντας υπόψη και το διαβατήριο του αιτητή. Ωστόσο, ο δεύτερος ισχυρισμός δεν έτυχε αποδοχής. Σχετικά με το δεύτερο ισχυρισμό, δηλαδή ότι διωκόταν από τους συναδέλφους του θείου του καθώς δεν επιθυμούσαν να αναλάβει ο ίδιος την επιχείρηση, ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε ότι οι δηλώσεις του αιτητή δεν υπήρξαν επαρκείς και ευλογοφανείς και περαιτέρω, παρουσιάζονταν αντιφάσεις και αναλήθειες και έχει πληγεί η αξιοπιστία του σε διάφορα σημεία του αφηγήματός του.
Συγκεκριμένα κατά την εκτίμηση της εσωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι αρχικά ανέφερε ότι ο θείος του απεβίωσε στις 20/12/2021, πλην όμως στην πορεία δήλωσε ότι διέμενε στα κατεχόμενα και ότι στις 25/12/2022, αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Νιγηρία, λόγω της κηδείας του θείου του. Για τις εναντίον του απειλές, ανέφερε ότι τις τελευταίες απειλές τις δέχτηκε στις 27/09/2022, ενώ σε άλλο σημείο της συνέντευξής του ισχυρίστηκε ότι αυτό έγινε στις 28/09/2022. Περαιτέρω, δήλωσε ότι η επιχείρηση ήταν στο όνομά του, αλλά δεν κατείχε οποιοδήποτε έγγραφο να παρουσιάσει για να αποδείξει την κυριότητα του ακινήτου. Από τη μια ισχυρίστηκε ότι του είχαν ήδη πάρει την επιχείρηση και από την άλλη ότι επιθυμούσαν να τον σκοτώσουν για να την καταλάβουν. Τέλος, ανέφερε ότι το Νοέμβριο του 2022, ήρθαν στο σπίτι του αλλά δεν βρήκαν τη σύζυγο και τα παιδιά του, επειδή ζούσαν στην πόλη Zaria της πολιτείας Kaduna. Ωστόσο, δεν εξήγησε το λόγο που η οικογένειά του εξακολουθούσε, παρά τις απειλές, να ζει στην ίδια πολιτεία.
Κατά την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε ότι ο αιτητής προσκόμισε ορισμένα αντίγραφα εγγράφων ενώπιον του. Συγκεκριμένα, προσκόμισε αντίγραφο του πιστοποιητικού θανάτου του θείου του, της καταγγελίας στην οποία προέβη στις αρχές και της επιστολής των δικηγόρων του προς τις αρχές. Ο αρμόδιος λειτουργός τόνισε τις αντιφάσεις μεταξύ των λεγομένων του και των όσων καταγράφονται στα έγγραφα που προσκόμισε, αναφέροντας ότι στις 20/09/2022, βάσει των ισχυρισμών του, βρισκόταν στα κατεχόμενα, ενώ τα αντίγραφα της καταγγελίας και της επιστολής έφεραν ημερομηνίες 20/09/2022. Ακόμη, δήλωσε ότι ο θείος του απεβίωσε στις 20/12/2021, στην πορεία ότι πήγε στη Νιγηρία στις 25/12/2022 για την κηδεία του θείου του, πλην όμως στο αντίγραφο του πιστοποιητικού, ως ημερομηνία θανάτου αναγραφόταν η 23η Δεκεμβρίου του 2021. Ο αρμόδιος λειτουργός, ανέφερε ότι λόγω έλλειψης εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας, ο ισχυρισμός του δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτός.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου ο λειτουργός με βάση τις πληροφορίες που αφορούσαν τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από το αφήγημα του αιτητή και λαμβάνοντας υπόψη, μετά από εξατομικευμένη εξέταση του αιτήματός του, το προσωπικό προφίλ του, καθώς και το γεγονός ότι δεν διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί στη χώρα καταγωγής του οποιασδήποτε μορφής δίωξη ή σοβαρή βλάβη, έκρινε ότι δεν υπήρχαν εύλογοι λόγοι να θεωρείτο πως σε περίπτωση που επέστρεφε στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Συγκεκριμένα, αναφορικά με το προσωπικό του προφίλ, ο αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε ότι επρόκειτο για υγιή ενήλικα, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα υγείας, απόφοιτο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ο οποίος δεν παρουσίαζε στοιχεία ευαλωτότητας.
Ως προς την γενική κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του, την πολιτεία Kaduna, πληροφορίες καταδείκνυαν ότι δεν υφίσταντο συνθήκες αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Καταληκτικά ο αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν εύλογοι λόγοι να θεωρείτο πως σε περίπτωση που επέστρεφε στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή βλάβη λόγω της κατάστασης ασφαλείας στη Νιγηρία.
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση, κρίθηκε πως δεν προέκυπτε βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000. Συγκεκριμένα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, κρίθηκε πως ο αιτητής κατά την επιστροφή του στη Νιγηρία, δεν θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορούσε να θεωρηθεί ότι θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στην Νιγηρία και συγκεκριμένα στην πολιτεία Kaduna, ο αιτητής δεν θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, αφού η κατάσταση στην Νιγηρία, δεν χαρακτηριζόταν από καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης υιοθέτησε ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου από τη συνήγορό του, αλλά και από το συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Όσον αφορά τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου και αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του αιτητή, δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμό, εφόσον προκύπτει πως ορθά έγινε αποδεκτός.
Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, τη δίωξή του από τους συναδέλφους του αποβιώσαντος θείου του καθώς δεν επιθυμούσαν να αναλάβει την επιχείρηση, θα πρέπει να αναφέρω ότι από το αφήγημα του αιτητή απουσιάζει η συνέπεια, η συνοχή και η επαρκής λεπτομέρεια, εφόσον παρέλειψε να παρουσιάσει με τρόπο συνεκτικό και λεπτομερή τα όσα αφορούσαν τον πυρήνα του αιτήματός του και υπέπεσε σε πληθώρα αντιφάσεων. Ο αιτητής δεν έδωσε επαρκείς πληροφορίες για τις απειλές που δεχόταν και για τον κίνδυνο που κατ’ ισχυρισμόν διέτρεχε δεδομένου του ότι αναφέρθηκε μόνο σε ένα περιστατικό που έλαβε χώρα στις 19/09/2022, όπου μάλιστα, δεν του συνέβη το οτιδήποτε, ενώ μετέπειτα ανακάλυψε ότι τη συγκεκριμένη ημέρα δεν αποτελούσε στόχο η γειτονική οικία, η οποία και δέχτηκε τον πυροβολισμό, αλλά η δική του οικία. Περαιτέρω, σε άλλο σημείο της συνέντευξης, ισχυρίστηκε ότι στις 19/09/2022, βρισκόταν στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Από το αφήγημά του, διαφαίνεται πως υπέπεσε σε αντιφάσεις σε σχέση με το χρονικό διάστημα που δέχτηκε τις τελευταίες απειλές, ενώ στερούνταν λογικής τα όσα δήλωσε για τα διαστήματα θανάτου του θείου του και επιστροφής του στη Νιγηρία για την κηδεία. Τέλος, σε ορισμένα σημεία της συνέντευξης ανέφερε ότι οι συνεργάτες του θείου του είχαν ήδη πάρει την επιχείρηση, ενώ σε άλλα σημεία της συνέντευξης δήλωσε ότι επιθυμούσε να τον σκοτώσουν για να περάσει η επιχείρηση στην κατοχή τους. Κατά συνέπεια, η εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού δεν τεκμηριώνεται.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, των δηλώσεων του αιτητή διαπιστώνεται ότι τα ζητήματα που επικαλείται ο αιτητής είναι κατ' ουσίαν προσωπικής φύσεως και δεν δύνανται να διασταυρωθούν μέσω αντικειμενικών και ανεξάρτητων πηγών πληροφόρησης αναφορικά με τη χώρα καταγωγής του, τη Νιγηρία. Παρόλα αυτά, αναφορικά με το αντίγραφο αστυνομικής έκθεσης/ καταγγελίας που προσκόμισε ο αιτητής (ερυθρό 30 του διοικητικού φακέλου), πηγές που συμβουλεύτηκε η Επιτροπή Μετανάστευσης και Προσφύγων του Καναδά (Immigration and Refugee Board of Canada - IRB), αναφέρουν ότι μια νιγηριανή αστυνομική έκθεση επί τη βάση υποβληθείσας καταγγελίας, περιέχει την από πλευράς του προσώπου που υποβάλλει αυτήν αφήγηση των γεγονότων, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει την ημερομηνία και ώρα του αδικήματος, τον τόπο, τους εμπλεκόμενους, την ακριβή περιγραφή των γεγονότων, και τα επί του τόπου του αδικήματος διαθέσιμα στοιχεία.[1] Επιπλέον, η ίδια πηγή αναφέρει ότι οι εκθέσεις «συντάσσονται πάντα από αστυνομικούς και ότι αν και η μορφή τους είναι ως επί το πλείστον παρόμοια σε ολόκληρη τη Νιγηρία, κάθε τμήμα έχει δικό του όνομα, διεύθυνση, σχεδιασμό κ.α. που αναγράφονται στο μπροστινό μέρος του εγγράφου». Οι εκθέσεις «συνήθως εκδίδονται σε χαρτί με επιστολόχαρτο με το λογότυπο της αστυνομίας και περιλαμβάνουν τη σφραγίδα του τμήματος που τις εκδίδει και την υπογραφή του ονομαζόμενου αξιωματικού στο έγγραφο». Η σφραγίδα και η υπογραφή του διευθυντή του τμήματος δεν πρέπει επίσης να λείπει.[2]
Εξετάζοντας το περιεχόμενο του προσκομισθέντος αντιγράφου αστυνομικής έκθεσης/ καταγγελίας υπό το φως της ανωτέρω έρευνας, παρατηρείται ότι λείπουν ουσιώδη στοιχεία όπως η ημερομηνία και η ώρα του αδικήματος και ο τόπος. Επίσης, δεν υπάρχει η από πλευράς του ονομαζόμενου αξιωματικού υπογραφή παρά μόνο του βοηθού αστυνομικού διευθυντή. Ακόμη, ως εντοπίστηκε και από τους καθ’ ων η αίτηση, η επί του εγγράφου αναγραφόμενη ημερομηνία κατά την οποία έγινε η καταγγελία, δεν συνάδει με τα λεγόμενά του αιτητή στη συνέντευξη, καθώς ισχυρίστηκε ότι εκείνο το διάστημα βρισκόταν στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές.
Σε σχέση με τα αντίγραφα του πιστοποιητικού θανάτου του θείου του και της επιστολής των δικηγόρων του προς τις αρχές (ερυθρά 31 και 29 του διοικητικού φακέλου), συμφωνώ με τις διαπιστώσεις των καθ’ ων η αίτηση σε σχέση με τις αντιφάσεις που εντόπισαν ανάμεσα στα λεγόμενά του και των όσων περιλαμβάνονται στα έγγραφα που προσκόμισε. Επιπλέον, στην επιστολή, εντοπίζω κι άλλες καταγραφές που εναντιώνονται στις δηλώσεις του και οι οποίες αφορούν την ημερομηνία θανάτου του θείου του αλλά και το διάστημα που επέστρεψε στη Νιγηρία.
Δεδομένων των ανωτέρω διαπιστώσεων και χωρίς αυτό να αποτελεί κρίση περί της πλαστότητας ή γνησιότητας των εγγράφων, καταλήγω πως λόγω των ελλείψεων που εντοπίζονται σε αυτά, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά και σε συνδυασμό με τις ασαφείς και αντιφατικές δηλώσεις του αιτητή, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός στο σύνολό του.
Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό ο αιτητής δεν έχει στοιχειοθετήσει οποιοδήποτε λόγο για τον οποίο θα μπορούσε να του δοθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας. Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).
Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Όσον αφορά την γενική κατάσταση ασφαλείας στη Νιγηρία, η έκθεση της EUAA για την κατάσταση ασφαλείας στη Νιγηρία αναφέρει ότι η Νιγηρία συνεχίζει να αντιμετωπίζει μια ποικιλία ταυτόχρονων προκλήσεων ασφάλειας[3], καθεμία από τις οποίες είναι πολυδιάστατη και συνιστά σοβαρή απειλή για τη σταθερότητα της χώρας. Οι προκλήσεις αυτές έχουν διατηρήσει τη χώρα σε κατάσταση κρίσης ασφάλειας τα τελευταία είκοσι χρόνια.[4] Η βόρεια Νιγηρία εξακολουθεί να πλήττεται από την ισλαμιστική εξέγερση που διαρκεί εδώ και δεκαπέντε περίπου χρόνια.[5] Ενώ η εξέγερση αυτή, με επικεφαλής τη Boko Haram και συναφείς οργανώσεις της Al-Guida και του Ισλαμικού Κράτους, θεωρούνταν επί μακρόν η σημαντικότερη απειλή για τη σταθερότητα της χώρας, στις αρχές του 2024 η βία που απορρέει από τη ληστρική δράση έχει γίνει πιο θανατηφόρα και διαδεδομένη.
Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους όλων των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα, στη διάρκεια ενός έτους (Past year of ACLED Data) και συγκεκριμένα με ημερομηνία καταγραφής το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 27/02/2026), όσον αφορά την πολιτεία Kaduna της Νιγηρίας, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή, έχουν καταγραφεί 227 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 366 θάνατοι.[6] Σημειώνεται ότι σύμφωνα με εκτιμήσεις για το έτος 2022, ο πληθυσμός της Νιγηρίας ανέρχεται σε 216,783,400 κατοίκους[7], και ο πληθυσμός της πολιτείας Kaduna ανέρχεται στα 9,032,200.[8]
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, υγιής, απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, πλήρως ικανός προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό / οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
Επιπρόσθετα, λαμβάνεται υπόψη ότι ο Υπουργός Εσωτερικών στα πλαίσια των εξουσιών του δυνάμει του άρθρου 12 Β τρις του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6 (Ι)/2000) με την Κ.Δ.Π. 145/2025, καθόρισε τη χώρα καταγωγής του αιτητή ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, εφόσον ικανοποιήθηκε βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, ότι στην οριζόμενη χώρα γενικά και μόνιμα δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α.(2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα.
Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97). Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση. Συνεπώς, ο ισχυρισμός της ευπαίδευτης συνηγόρου του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολό του.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφαση είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας και των εξουσιών του αρμόδιου οργάνου.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Immigration and Refugee Board of Canada, “Responses to Information Requests”, 30/10/2024, διαθέσιμο στο: https://www.irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458989
[2] Immigration and Refugee Board of Canada, “Responses to Information Requests”, 30/10/2024, διαθέσιμο στο: https://www.irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458989
[3] International Crisis Group, Restoring Nigeria's Leadership for Regional Peace and Security, 11 December 2024, διαθέσιμο στο: https://www.crisisgroup.org/sites/default/files/2024-12/b203-nigeria-leadership.pdf, σελ. 8; Jones, M., & Kotarska, G., Crime, Terror and Insecurity in Nigeria. (RUSI Whitehall Report). Royal United Services Institute, 2025, διαθέσιμο στο: https://static.rusi.org/crime-terror-and-insecurity-in-nigeria.pdf , σελ. 1
[4] Aboh, A., Nigeria's security problems deepen as Anglophone insurgency in Cameroon spills across border, The Conversation, 28 February 2024, διαθέσιμο στο: https://theconversation.com/nigerias-security-problems-deepen-as-anglophone-insurgency-in-cameroon-spills-across-border-223078
[5] International Crisis Group, Restoring Nigeria's Leadership for Regional Peace and Security, 11 December 2024, διαθέσιμο στο: https://www.crisisgroup.org/sites/default/files/2024-12/b203-nigeria-leadership.pdf, σελ. 8
[6] Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: Nigeria, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη στο: https://acleddata.com/platform/explorer
[7] City Population, Nigeria, διαθέσιμο στο: https://citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/
[8] City Population, Nigeria – Kaduna, διαθέσιμο στο: https://citypopulation.de/en/nigeria/admin/NGA019__kaduna/
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο